Κέντρο Ανατολικών Σπουδών

για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία

Συνέβη σήμερα

Συνέβη σήμερα

Μεγεθύνσεις

Μεγεθύνσεις

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

Προσεγγίσεις

Προσεγγίσεις

Γεωπολιτική

Γεωπολιτική
CWC5YN Jimmy Carter welcomes Anwar Sadat and the Egyptian delegation to Camp David. The delegation was critical to the success of the

Ο Ανουάρ Σαντάτ και οι συμφωνίες του Καμπ Ντεϊβιντ: ρεαλιστική απόφαση ή προδοσία;

Νικολάου Νικόλαος, Ερευνητής Κ.Α.Ν.Σ. Οι Συμφωνίες του Κάμπ Ντεϊβιντ αποτέλεσαν σημείο- τομή για την ιστορία των διεθνών σχέσεων γενικά και για ...

Περισσότερο

Προκλήσεις, προβλήματα και Στρατηγική στο σημερινό Ιράκ. Ένα έτος μετά την ανακατάληψη της Μοσούλης

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής* Τον Ιούλιο του 2014, ο Abu Bakr al-Baghdadi, ευρισκόμενος στο τζαμί al-Nuri στη Μοσούλη, κήρυξε το χαλιφάτο ...

Περισσότερο

Ο «σουλτάνος» στην Ευρώπη: επαναπροσδιορίζοντας τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης- Τουρκίας: Μέρος Β’

Νικολάου Νικόλαος- Ερευνητής ΚΑΝΣ Σε προηγούμενο άρθρο του υπογράφοντος παρουσιάστηκε μια ανάλυση για το πώς θα επανακαθοριστεί η σχέση Ε.Ε.- Τουρκίας. ...

Περισσότερο

Το χαλιφάτο του ISIS είναι νεκρό, η τρομοκρατία όμως όχι

Νικόλας Παναγιωτίδης, Συνεργάτης ΚΑΝΣ, Διευθυντής ΓΕΩΠΑΜΕ Η φιλόδοξη, επεκτατική και άκρως αναθεωρητική ατζέντα του ISIS,  ή λεγόμενου "Ισλαμικού Κράτους", για την ...

Περισσότερο

Η Ιορδανία στη δίνη της οικονομικής κρίσης

Νικόλαος Νικολάου- Ερευνητής ΚΑΝΣ Το Χασεμιτικό Βασίλειο της Ιορδανίας από το 2016 βρίσκεται σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης. Οι λόγοι γι’ ...

Περισσότερο

Share Button

Νικολάου Νικόλαος, Ερευνητής Κ.Α.Ν.Σ.

Οι Συμφωνίες του Κάμπ Ντεϊβιντ αποτέλεσαν σημείο- τομή για την ιστορία των διεθνών σχέσεων γενικά και για εκείνη της Μέσης Ανατολής ειδικά. Ταυτόχρονα, προκάλεσαν και αμφίσημα συναισθήματα. Συνεπώς, αν η υπογραφή τους από την Αίγυπτο αποτέλεσε προδοσία ή ρεαλιστική απόφαση είναι ένα ερώτημα που μοιραία αναδύεται.

 Το ιστορικό υπόβαθρο

Η μελέτη του ιστορικού υπόβαθρου είναι αναγκαία για την απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε. Το υπόβαθρο αφορά τις αραβο-ισραηλινές σχέσεις και ιδίως εκείνες μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ. Συνέχεια ανάγνωση

Μεταπολεμικά, ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ. Η διακήρυξη της ανεξαρτησίας του έγινε από τον Μπεν Γκουριόν τον Μάιο του 1948. Η δημιουργία ενός σιωνιστικού κράτους εντός των αραβικών εδαφών και ιδίως σε εδάφη που προορίζονταν για ένα παλαιστινιακό κράτος, προκάλεσε την αντίδραση των αραβικών κρατών που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί.

Τον Ιούνιο του 1948 ξέσπασε ο πρώτος αραβο-ισραηλινός πόλεμος. Πρωταγωνιστής ήταν η Αίγυπτος υπό τον βασιλιά Φαρούκ Ι. Διήρκεσε έναν χρόνο και έληξε με μικρά κέρδη για τους Άραβες και με την επιβίωση του κράτους του Ισραήλ. Αυτό που προοικονομήθηκε ήταν ότι η ηγεσία του αντί-ισραηλινού αγώνα θα εδραιωνόταν στα χέρια της Αιγύπτου.

Το 1952 εξαιτίας εσωτερικών παθογενειών του αιγυπτιακού βασιλείου και εξαιτίας της μη ολοκληρωτικής νίκης σε βάρος του Ισραήλ ξέσπασε η επανάσταση των «Ελεύθερων Αξιωματικών». Ένας από τους πρωταγωνιστές ήταν ο Αμπντέλ Νάσσερ. Η επανάσταση είχε ως απόρροια τη κατάρρευση της βασιλείας και την τοποθέτηση στην εξουσία μιας ηγεσίας υπό τους επαναστάτες. Μετά από πολιτικές κόντρες δύο ετών, το 1954, μόνος ηγέτης και πρόεδρος της χώρας αναδείχθηκε ο Νάσσερ.

Ο Νάσσερ τηρούσε πολεμική στάση απέναντι στο Ισραήλ. Ήθελε τη καταστροφή του. Παράλληλα, προώθησε και την ιδέα του παναραβισμού για να ενοποιήσει τους Άραβες ώστε να αναδειχθούν ως συμπαγής οντότητα στο διεθνές σύστημα και να αντιμετωπίσουν τους Ισραηλινούς. Ευθύς εξαρχής ο επανεξοπλισμός του αιγυπτιακού στρατού άρχισε να υλοποιείται. Για τον νέο πρόεδρο η Αίγυπτος θα αναλάμβανε τα ηνία του αντί-ισραηλινού αγώνα.

Η πρώτη αντιπαράθεση με το Ισραήλ ήταν με τη κρίση του Σουέζ ( δεύτερος αραβο-ισραηλινός πόλεμος- 1956). Αν και στο πεδίο της μάχης οι Ισραηλινοί επικράτησαν, σε διπλωματικό επίπεδο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος αναδείχθηκε ο Νάσσερ. Το γόητρο του αυξήθηκε στον αραβικό κόσμο.

Η εξέλιξη όμως των γεγονότων δεν έμελλε να είναι ευτυχής για την αιγυπτιακή πλευρά. Τον Ιούνιο του 1967 ξέσπασε ο τρίτος αραβο-ισραηλινός πόλεμος ή Πόλεμος των Έξι Ημερών. Η συγκέντρωση πολλών στρατευμάτων από το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Συρία και την Ιορδανία στα μεταξύ τους σύνορα οδήγησε σε μια κεραυνοβόλο επίθεση του ισραηλινού στρατού. Εντός τριών ημερών οι αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις είχαν αποδεκατιστεί, ενώ τις υπόλοιπες τρεις την ίδια μοίρα είχαν εκείνες των δύο άλλων αραβικών κρατών. Το πλήγμα για το αιγυπτιακό γόητρο ήταν τεράστιο και η ανεπάρκεια των αραβικών κρατών εμφανέστατη. Η Αίγυπτος απώλεσε τη Λωρίδα της Γάζας και τη χερσόνησο του Σινά. Εδάφη απώλεσαν και οι σύμμαχοι της.

Παρά τον αρνητικό αντίκτυπο της έκβασης του πολέμου, η κυβέρνηση Νάσσερ δεν πτοήθηκε. Αμέσως κήρυξε έναν πόλεμο φθοράς κατά του Ισραήλ. Επί τρία χρόνια, Αιγύπτιοι και Ισραηλινοί είχαν εμπλακεί σε κατά τόπους συγκρούσεις και ενέργειες δολιοφθοράς. Την ίδια στιγμή ο Νάσσερ υποστήριξε και τον αγώνα για ανεξαρτησία των Παλαιστινίων. Το φθινόπωρο του 1970 με τον θάνατο του και την άνοδο στην εξουσία του Ανουάρ Σαντάτ ο πόλεμος έληξε. Από το 1967 έως το 1970 τα οφέλη που προσκόμισε η Αίγυπτος ήταν μηδαμινά. Το εδαφικό status quo δεν μεταβλήθηκε ούτε το Ισραήλ ηττήθηκε, αν και εξουθενώθηκε.

Όμως, ο Σαντάτ δεν εγκατέλειψε τον στόχο της σύγκρουσης με το Ισραήλ, ιδίως τώρα που αιγυπτιακό έδαφος (Σινά) ήταν υπό ξένη κατοχή. Ξεκίνησαν προετοιμασίες και τον Οκτώβριο του  1973 ξέσπασε ο τέταρτος αραβο-ισραηλινός πόλεμος ή Πόλεμος του Γιομ Κιππούρ. Ο αιγυπτιακός στρατός αρχικά αιφνιδίασε τον ισραηλινό και κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου. Μόλις οι Ισραηλινοί συνήλθαν και με την αρωγή των ΗΠΑ αντεπιτέθηκαν, όχι μόνο εκδίωξαν τους Αιγύπτιους από το μεγαλύτερο τμήμα του Σινά, αλλά εισέβαλαν και εντός αιγυπτιακής επικράτειας! Τελικά, με αμερικανική παρέμβαση επετεύχθη εκεχειρία.

Με τη παύση των εχθροπραξιών, ο Σαντάτ αποφάσισε να εστιάσει στην εσωτερική ανασυγκρότηση. Παράλληλα, έκανε γνωστή από το 1975 και μετά τη προθυμία του να διαπραγματευθεί μια συμφωνία ειρήνης με το Ισραήλ. Η στάση του Καϊρου συνέπεσε με την επιδίωξη για αραβο-ισραηλινή ειρήνη του προέδρου Τζίμμυ Κάρτερ. Έτσι, ξεκίνησε ένας γύρος μυστικών συνομιλιών που οδήγησε στην υπογραφή το 1978 των Συμφωνιών Κάμπ Ντέϊβιντ στην Ουάσινγκτον.

Επρόκειτο για δυο πλαίσια συμφωνιών: το ένα αφορούσε τη κατάσταση μεταξύ Παλαιστινίων- Ισραηλινών και το άλλο εκείνη μεταξύ Αιγύπτου- Ισραήλ. Συνοπτικά, ως προς το πρώτο πλαίσιο προέβλεπε τη δημιουργία αυτόνομης παλαιστινιακής διοίκησης στη Γάζα (Δυτική Όχθη), ενώ το μέλλον της Ιερουσαλήμ δεν εξετάστηκε. Ως προς το δεύτερο πλαίσιο, το Σινά επιστράφηκε στην Αίγυπτο υπό καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης και ανοίχθηκε ο δρόμος για διμερή συμφωνία ειρήνης των δύο κρατών. Επίσης, η αμερικανική πλευρά θα κατέβαλε ως ενίσχυση στο αιγυπτιακό δημόσιο ταμείο 2 δις δολάρια το χρόνο. Τις συμφωνίες υπέγραψαν οι Σαντάτ, Μενάχεμ Μπεγκίν και Κάρτερ.

Γιατί η Αίγυπτος να υπογράψει τις συμφωνίες;

Η συμφωνία ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ προκάλεσε αίσθηση. Όμως, δεν ήταν μια ενέργεια χωρίς βάση.

Αρχικά, σε προσωπικό επίπεδο, ο Σαντάτ την ήθελε. Εκείνος δεν ενστερνιζόταν ούτε τα αντί-σιωνιστικά αισθήματα, ούτε και τον παναραβισμό του προκατόχου του. Φυσικά, δεν έπαυε να είναι εθνικιστής. Ήθελε την ανακατάληψη του Σινά. Γι’ αυτό και κήρυξε τον πόλεμο στο Ισραήλ το 1973. Όμως, δεν επεδίωκε την εξόντωσή του. Όντας ρεαλιστής γνώριζε ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Όταν, λοιπόν, οι συγκρούσεις έφτασαν σε τέλμα, αλλά ήταν εμφανές ότι η Αίγυπτος θα λάμβανε τα κατεχόμενα εδάφη της ως αντάλλαγμα για την ειρήνευση, αποσύρθηκε από τη σύρραξη.

Σε επίπεδο εσωτερικής πολιτικής, η διμερής ειρήνευση  ευνοούσε τα σχέδια του Αιγύπτιου προέδρου. Πρώτον, μετά το 1975 άρχισε να υλοποιείται μια στροφή προς τη φιλελεύθερη οικονομία και τον ελεγχόμενο εκδημοκρατισμό (infitah). Η Αίγυπτος ήταν εξουθενωμένη οικονομικά από τις πολύχρονες συγκρούσεις και δεν άντεχε νέο γύρο αντιπαράθεσης. Στο πλαίσιο της εσωτερικής πολιτικής εντάσσεται και η καταπολέμηση του Ισλαμικού Κινήματος στη χώρα. Ο Σαντάτ είχε προσεγγίσει το κίνημα ως αντίβαρο στον κομμουνισμό και τη νασσερική παράταξη. Ωστόσο, εκείνο από το 1977 κατέστη ανεξέλεγκτο και έπρεπε να περιοριστεί. Ακόμα, με τον εκδημοκρατισμό σκόπευε να μεταρρυθμίσει το πολιτικό σύστημα της χώρας. Συνεπώς, μια ειρηνευτική συμφωνία θα επέτρεπε στην αιγυπτιακή κυβέρνηση να ανασυγκροτήσει την οικονομία και το στράτευμα, να βελτιώσει τους θεσμούς, να ασχοληθεί με κοινωνική ζητήματα και να καταπολεμήσει το Ισλαμικό Κίνημα ανεμπόδιστη από εξωτερικές απειλές.

Επιπλέον, σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής ο Σαντάτ είχε αντιληφθεί τη μεταβολή της διεθνούς κατάστασης. Δεν ήταν φίλο-σοβιετικός όπως ο Νάσσερ. Ούτε και φίλο-δυτικός. Όμως, ήταν ρεαλιστής. Γνώριζε την αδυναμία της ΕΣΣΔ και την ισχύ των ΗΠΑ. Εκείνες είχαν βοηθήσει πιο αποτελεσματικά τον σύμμαχό τους σε σχέση με τους Σοβιετικούς. Ταυτόχρονα, ήταν ενήμερος για την ολοένα και μεγαλύτερη υποστήριξη της Μόσχας στο καθεστώς του Χαφίς αλ- Άσσαντ. Επομένως, οι συμφωνίες έδιναν τη δυνατότητα στην βορειοαφρικανική χώρα να προσεγγίσει μια από τις υπερδυνάμεις που κατά την εκτίμηση της ηγεσίας της φαινόταν ότι θα νικούσε στον Ψυχρό Πόλεμο.

Οι αντιδράσεις

Από την άλλη πλευρά, οι συμφωνίες του Κάμπ Ντέϊβιντ προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις. Όσον αφορά τις εξωτερικές σχέσεις της Αιγύπτου εκείνες επηρεάστηκαν αρνητικά. Ο Σαντάτ πρόδωσε τους Άραβες συμμάχους του. Μάλιστα, το ότι αποσύρθηκε από τη σύρραξη την ίδια στιγμή που ο συριακός στρατός επιτέθηκε στον ισραηλινό αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό στους Ισραηλινούς να συντρίψουν τους Σύρους, αρκούσε για να προκαλέσει τη μήνιν του Άσσαντ. Η συμμαχία Αιγύπτου- Συρίας διερράγη. Την ίδια μοίρα είχε και εκείνη με τους Παλαιστινίους. Οι τελευταίοι αισθάνθηκαν προδομένοι. Πλέον, μόνοι τους θα αντιμετώπιζαν τους Ισραηλινούς. Το ότι προβλεπόταν από τις συμφωνίες αυτονομία καθόλου δεν ικανοποιούσε τη παλαιστινιακή κοινή γνώμη που επιθυμούσε ανεξαρτησία. Στο εσωτερικό της χώρας αντιδράσεις προκλήθηκαν από τους ριζοσπάστες ισλαμιστές. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Σαντάτ σύναψε ειρήνη με το Ισραήλ που αποτελούσε εκπρόσωπο του σιωνισμού αρκούσε για να εξαγριώσει την ισλαμική παράταξη. Ήταν εμφανές για εκείνη ότι το κοσμικό κράτος είχε αποτύχει να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του.

Ρεαλισμός ή προδοσία;

Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι απόλυτη και δεν είναι μοναδική. Βασικά είναι και ρεαλιστική ενέργεια και προδοσία- εξαρτάται τη θέαση από την οποία κανείς το εξετάζει. Αναφορικά με την Αίγυπτο ως μονάδα, οι συμφωνίες αποτέλεσαν ρεαλιστική απόφαση. Μόνο έτσι θα μπορούσε η χώρα να αναπτυχθεί εκ νέου και να διεκδικήσει εξέχουσα θέση όχι μόνο στη Μέση Ανατολή, αλλά και στο διεθνές σύστημα.

Ως προς τη πάγια επιδίωξη, δηλαδή την εξαφάνιση του Ισραήλ, που θα επιτυγχανόταν εντός του παναραβισμού,  η ειρηνευτική διαδικασία αποτέλεσε προδοσία. Οι Άραβες- κυρίως Σύροι και Παλαιστίνιοι- θίχτηκαν που το Κάϊρο τους εξέθεσε και εγκατέλειψε τον αγώνα. Βέβαια, οι επόμενες αιγυπτιακές κυβερνήσεις καταδίκαζαν τις ισραηλινές επιθέσεις κατά του παλαιστινιακού λαού, όμως οι καταδίκες προκαλούσαν περισσότερη δυσανασχέτηση παρά λειτουργούσαν υποστηρικτικά. Τίποτα, πλέον, δεν ήταν το ίδιο με το παρελθόν.

Ανεξαρτήτως της απάντησης στο ερώτημα που τέθηκε, οι ειρηνευτικές συμφωνίες  αποτέλεσαν μια τολμηρή ενέργεια για τα τότε δεδομένα. Απέδειξαν, δε, ότι η πολιτική βούληση υπήρχε και μπορούσε να επιβληθεί. Ωστόσο, κάθε ενέργεια έχει και τις συνέπειες της. Μπορεί η Αίγυπτος να σταθεροποιήθηκε εσωτερικά και εξωτερικά, αλλά ο Σαντάτ «πλήρωσε»  τη προδοσία με τη ζωή του. Τον Οκτώβριο του 1981 κατά τη διάρκεια στρατιωτικής παρέλασης στη πρωτεύουσα προς τιμήν των επιτυχιών στον πόλεμο του Γιομ Κιππούρ, ένας ισλαμιστής τον δολοφόνησε. Παρά ταύτα, ο διάδοχος του Χόσνι Μουμπάρακ διατήρησε την ειρηνευτική πολιτική του προκατόχου του με αποτέλεσμα οι συμφωνίες να ισχύουν ακόμα και σήμερα.

 

 

 

 

 

 

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Τον Ιούλιο του 2014, ο Abu Bakr al-Baghdadi, ευρισκόμενος στο τζαμί al-Nuri στη Μοσούλη, κήρυξε το χαλιφάτο του ισλαμικό κράτους στο Ιράκ και τη Συρία. Τον Ιούλιο του 2017 το τζαμί κατακτήθηκε από ιρακινές στρατιωτικές δυνάμεις και ο πρωθυπουργός του Ιράκ Χάιντερ αλ-Αμπάντι γιόρτασε εκείνη την στιγμή ως την κορυφαία νίκη επί του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Συρίας (ISIS).

Εκείνη την εποχή, μετά από σχεδόν τρία χρόνια της κυριαρχίας του Ισλαμικού Κράτους, σημειώθηκαν πολλές προκλήσεις για το ιρακινό κράτος όσον αφορά την ανασυγκρότηση και τη συμφιλίωση. Πώς λειτούργησε το ιρακινό κράτος ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση της Μοσούλης; Συνέχεια ανάγνωση

Η πρόκληση

Η πιο τρομακτική πρόκληση φαίνεται να είναι η συμφιλίωση, ιδίως μεταξύ των εθνοτικών και φυλετικών κοινοτήτων του Ιράκ, και η σχέση τους με το ιρακινό κράτος. Το αποτέλεσμα των εκλογών του Μαΐου του Ιράκ παρέχει κάποια επιφυλακτική αισιοδοξία σε αυτό το θέμα.

Η ανασυγκρότηση είναι μια φυσική πρόκληση. Η ανοικοδόμηση των αστικών κέντρων που είχε προηγουμένως καταλάβει το Ισλαμικό Κράτος (ΙΣ) είναι ιδιαίτερα σημαντική. Με τον τρόπο αυτό, οι εσωτερικά εκτοπισμένοι άνθρωποι θα μπορούν να επιστρέψουν στις εστίες τους και να αισθάνονται απαλλαγμένοι από τις απειλές και τους εκφοβισμούς.

Η συμφιλίωση συνεπάγεται τη μετατροπή των συναισθημάτων μεταξύ των τοπικών πληθυσμών, όπως η αντιμετώπιση των κατηγορουμένων για συνεργασία με το “Ισλαμικό Κράτος”.
Ενώ η ανασυγκρότηση της κεντρικής κυβέρνησης, ιδιαίτερα της Μοσούλης, ήταν ad hoc και αργή, οι τοπικές κοινότητες αποδείχθηκαν πιο ανθεκτικές στην αποκατάσταση των καταστροφικών πόλεων και πόλεων. Στη Μοσούλη, ο καθαρισμός έχει αναληφθεί από εθελοντές ή αυτοχρηματοδοτείται από τους κατοίκους που δέχονται μετρητά.

Αναφορικά με τη συμφιλίωση σε εθνικό επίπεδο, οι κρατικοί θεσμοί οφείλουν να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη με το ιρακινό κοινό. Οι αλλοτριωμένοι Ιρακινοί Κούρδοι και οι Άραβες Σουνίτες φάνηκαν να οπισθοχωρούν έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη Βαγδάτη, εμπιστευόμενοι την τύχη των κοινοτικών ομάδων τους με τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους στο κοινοβούλιο.

Δομικά προβλήματα

Μετά την ήττα του “Ισλαμικού Κράτους”, οι πολιτοφυλακές των Σιιτών κατηγορήθηκαν τόσο από τους Κούρδους όσο και από τους Άραβες Σουνίτες, για σεχταρισμό κατά τη διάρκεια του τριετούς πολέμου, ενώ άλλοι Σιίτες τους είδαν ως απελευθερωτές. Οι ηγέτες της πολιτοφυλακής των Σιιτών δεν λειτουργούν ως στρατιωτικοί διοικητές, αλλά ως πολιτικοί, ενώ μάλιστα μετά το συνασπισμό τους, κατέκτησαν τη δεύτερη θέση στις ιρακινές εκλογές.

Στο πεδίο της μάχης αυτοί οι διοικητές απαίτησαν πειθαρχία και υπακοή από τους μαχητές τους. Στο κοινοβούλιο, θα πρέπει να ασκούν συμβιβασμούς και πειθώ χωρίς την προσφυγή σε όπλα. Όχι μόνο αυτό, αλλά οι διοικητές των πολιτοφυλακών που είναι τώρα πολιτικοί πιθανότατα θα προσπαθήσουν να αναχαιτίσουν τις πολιτοφυλακές τους και να ενθαρρύνουν την ένταξή τους στις εθνικές δυνάμεις ασφαλείας για να διατηρήσουν τη δημόσια εμπιστοσύνη.

Όλες αυτές οι προκλήσεις που προέκυψαν κατά το πρώτο έτος μετά την απελευθέρωση της Μοσούλης εγείρουν το ερώτημα για το πώς η ιρακινή κυβέρνηση θα τακτοποιήσει την επόμενη περίοδο.

Καθώς η πρώτη επέτειος από την πτώση της Μοσούλης περνά, οι νικητές των εκλογών στο Ιράκ δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει για νέο πρωθυπουργό και υπουργικό συμβούλιο. Η νέα ιρακινή κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει ζητήματα πέρα από την ανασυγκρότηση και τη συμφιλίωση και να αντιμετωπίσει τα διαρθρωτικά προβλήματα που είναι ενδημικά στην πολιτική του Ιράκ.

Αρχικά, είναι η διαφθορά. Ο συνασπισμός του θρησκευτικού ηγέτη του Σιίτη Muqtada al-Sadr κέρδισε τις εκλογές, κάνοντας μια προεκλογική εκστρατεία μακριά από σεχταρισμούς και με κεντρικό σύνθημα την εξάλειψη της διαφθοράς.

Κατά τη διάρκεια του τριετούς πολέμου εναντίον του IS, το κοινό διάβαζε ειδήσεις του πολεμικού μετώπου, μετά από μάχες για πόλεις όπως το Τικρίτ, το Ραμάτι, η Φαλλούζα και η Μοσούλη, καθώς οι ιρακινές στρατιωτικές δυνάμεις κατακτούσαν γειτονιά με γειτονιά τις περιοχές. Τώρα οι Ιρακινοί θα ζητήσουν ειδήσεις για μια νέα μάχη, αυτή της εξάλειψης της διαφθοράς.

Παροχή ασφάλειας

Δεύτερον, η νέα ιρακινή κυβέρνηση θα κριθεί με βάση την ικανότητά της να παρέχει ασφάλεια. Μία χρονιά μετά την πτώση της Μοσούλης, λίγες ήταν οι επιθέσεις των τρομοκρατών, με εξαίρεση μια τον Ιανουάριο του 2018, η οποία σκότωσε 38 ανθρώπους στη Βαγδάτη και μια πρόσφατη απαγωγή τον Ιούνιο στην εθνική οδό Βαγδάτης-Κιρκούκ.

Οι ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας θα πρέπει να παραμείνουν σε επαγρύπνηση για την αποτροπή της ανάστασης του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους, ενώ οι μεταρρυθμίσεις και η αναδιάρθρωση των ιρακινών δυνάμεων ασφαλείας θα πρέπει να συνεχιστούν ώστε να λειτουργήσουν ως δύναμη ικανή να προστατεύσει τα σύνορα του Ιράκ με τη Συρία καθώς και να διεξάγει αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις μέσα στο κράτος.

Η τρίτη πρόκληση για τη νέα κυβέρνηση θα είναι να διαχειριστεί το ρόλο των ξένων δυνάμεων που θα επιδιώξουν να επηρεάσουν την εγχώρια πολιτική του Ιράκ.

Η κατάσταση αυτή ίσως αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς οι ΗΠΑ και το Ιράν έχουν επιδιώξει εντάσεις μετά την απόσυρση του Τράμπ από την πυρηνική συμφωνία, η οποία απειλεί να μετατρέψει το Ιράκ σε πεδίο πολέμου δι’ αντιπροσώπων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.

Μια στρατηγική αφήγηση

Αρχικά, σε εθνικό επίπεδο, η νέα ιρακινή κυβέρνηση οφείλει να αναπτύξει μια στρατηγική αφήγηση για το πώς μια πολιτική διαδικασία μπορεί να αντιμετωπίσει τις βασικές συνθήκες που οδήγησαν στην εμφάνιση του “Ισλαμικού Κράτους” κατά πρώτο λόγο, πριν από τέσσερα χρόνια.

Τα ζητήματα αυτά περιλαμβάνουν τη σφυρηλάτηση της εθνικής συνοχής μεταξύ των κακοποιών ελίτ των Σιιτών, των Κουρδικών κομμάτων και των στοιχείων του αραβικού σουνιτικού πολιτικού φάσματος που όλοι αμφισβητούν την εξουσία ενόσω η νέα κυβέρνηση διαμορφώνεται.

Μια τέτοια αφήγηση θα μπορούσε να βασιστεί στα τραύματα της εποχής του πολέμου και της κατοχής του ΙΚ, εγκαθιστώντας κοινό έδαφος μεταξύ όλων των Ιρακινών, πως αυτή η ομάδα δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να καθιερώσει εδαφικό έλεγχο σε οποιοδήποτε μέρος του κράτους.

Δεύτερον, η κυβέρνηση του Ιράκ πρέπει να λάβει υπόψη την επιθυμία του λαού για αξιόπιστη διακυβέρνηση, μακριά από διαφθορά και διαιρέσεις, οι οποίες υπονομεύουν τη διακυβέρνηση και κυρίως, την σταθερή διακυβέρνηση σε εθνικό και δημοτικό επίπεδο.

Τέλος, το ιρακινό κράτος πρέπει να αποδείξει ότι ο πετρελαϊκός του πλούτος δεν θα σπαταληθεί, αλλά αντίθετως, θα χρησιμοποιηθεί για μια βιώσιμη διαδικασία ανασυγκρότησης και θα τονώσει τις ευκαιρίες απασχόλησης.

Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν το “Ισλαμικό Κράτος” κατέλαβε τη Μοσούλη και κήρυξε το χαλιφάτο, υπήρξαν πολλές προβλέψεις που θεωρούσαν ότι το Ιρακινό εθνικό κράτος θα καταρεύσει. Αυτές οι προβλέψεις ήταν πρόωρες. Οι Ιρακινοί προσπαθούν να εξασφαλίσουν την επιβίωση του έθνους τους, παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια τους.

 

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, και μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Share Button

Νικολάου Νικόλαος- Ερευνητής ΚΑΝΣ
Σε προηγούμενο άρθρο του υπογράφοντος παρουσιάστηκε μια ανάλυση για το πώς θα επανακαθοριστεί η σχέση Ε.Ε.- Τουρκίας. Στο παρόν κείμενο θα τοποθετηθεί μια νέα προσθήκη που το καθιστά συνέχεια του προηγούμενου.
Στις 29 Ιουνίου ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου δήλωσε ότι αν δεν αρθεί το ζήτημα της βίζας για τους Τούρκους πολίτες εκ μέρους των Ευρωπαίων, τότε η Άγκυρα δεν θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της που απορρέουν από τη συμφωνία του Μαρτίου του 2016. Με τη συμφωνία εκείνη, ουσιαστικά, ρυθμιζόταν η συχνότητα των μεταναστευτικών και προσφυγικών (μεικτών) ροών από τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη. Το αποτέλεσμα της εφαρμογής της ευνόησε την Ε.Ε. γιατί περιορίστηκε ο αριθμός εισερχομένων ανθρώπων. Παράλληλα, ενισχύθηκαν με ευρωπαϊκά κονδύλια οι Τούρκοι ώστε να περιθάλψουν τους πρόσφυγες.
Γεννιέται, λοιπόν, το ερώτημα, αφού επρόκειτο για μια «στρατηγική» συμφωνία που ευνόησε τα δύο μέρη, πως είναι δυνατόν η Τουρκία να απειλεί με άρση των δεσμεύσεών της. Ιδίως, όταν υπάρχει η πιθανότητα, μελλοντικά, να καταστεί κράτος-μέλος άρα είναι σε υποδεέστερη θέση για να απειλεί και να εκβιάζει. Συνέχεια ανάγνωση

Το ερώτημα είναι εύλογο, αλλά το ίδιο εύλογη και απλή είναι η απάντηση. Με την αναφερόμενη συμφωνία ευνοήθηκαν και τα δύο μέρη, όμως οι Βρυξέλλες «εκχώρησαν» την αρμοδιότητα ρύθμισης των μεικτών ροών στη τουρκική κυβέρνηση. Με αυτόν τον τρόπο αναβάθμισαν τη διαπραγματευτική θέση της Άγκυρας. Έτσι, αν η τουρκική πλευρά αποφασίσει να επιτρέψει στις μεικτές ροές να εισέλθουν σε ευρωπαϊκό έδαφος, τότε τα ευρωπαϊκά κράτη θα βιώσουν την ανθρωπιστική πίεση που με μεγάλη προσπάθεια πέτυχαν να τη μειώσουν.
Σημαντικό στοιχείο είναι και το ότι η συγκυρία που έγινε η δήλωση δεν είναι τυχαία. Όχι μόνο βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία για την άρση χρήσης βίζας για τους Τούρκους που επιθυμούν να ταξιδέψουν στην Ευρώπη, αλλά και οι Βρυξέλλες καλούνται να αντιμετωπίσουν την αντιμεταναστευτική στάση της Ιταλίας και των χωρών του Βίζεγκραντ που δοκιμάζει τις πολιτικές και τη συνοχή της Ένωσης. Η συγκυρία είναι πολύ καλή για εκβιασμούς και απειλές.
Αντί Επιλόγου
Στο προηγούμενο άρθρο το συμπέρασμα ήταν ότι «είναι εμφανές ότι η Ε.Ε. θα στοχεύσει στο να καταστήσει τη Τουρκία «στρατηγικό εταίρο» σε πρώτη φάση, παρά μια υποψήφια προς ένταξη χώρα στο άμεσο μέλλον. Με τη συνεργασία σε διάφορους τομείς θα επιδιώξει η Τουρκία να κινείται στην ευρωπαϊκή «τροχιά» για να είναι δυνατόν να επιβλέπεται». Πλέον, είναι δυνατόν να προστεθεί και το ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να «στρέφεται» προς την Ε.Ε., αλλά οι ευρώ-τουρκικές σχέσεις θα χαρακτηρίζονται και από εκβιαστικές πολιτικές εκ μέρους του Ερτογάν ώστε να εξασφαλίσει σημαντικά ανταλλάγματα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι εμφανές ότι οι Ευρωπαίοι θα καλούνται να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις των Τούρκων αξιωματούχων πολύ συχνά.

 

Share Button

Νικόλας Παναγιωτίδης, Συνεργάτης ΚΑΝΣ, Διευθυντής ΓΕΩΠΑΜΕ

Η φιλόδοξη, επεκτατική και άκρως αναθεωρητική ατζέντα του ISIS,  ή λεγόμενου “Ισλαμικού Κράτους”, για την εγκαθίδρυση ενός χαλιφάτου, δηλαδή ενός πανισλαμικού κράτους στη Μέση Ανατολή και πέρα ​​από αυτό, απέτυχε. Όπως έχουμε σημειώσει σε προηγούμενη ανάλυση, οι ενέργειες του ISIS στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα η απειλή που συνιστούσε για το περιφερειακό κρατικό σύστημα και την παγκόσμια ασφάλεια προκάλεσαν έναν ευρύ αντι-ηγεμονικό συνασπισμό που έστειλε το όραμα ISIS για τη δημιουργία του χαλιφάτου στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Συνέχεια ανάγνωση

Η απελευθέρωση της Μοσούλης- της οικονομικής πρωτεύουσας του “Ισλαμικού Κράτους” από το ζυγό των τζιχαντιστών στο Ιράκ,  τον Ιούλιο του 2017, και η πτώση της Ράκκας, της αυτό-ανακηρυγμένης πρωτευουσα του  στη Συρία, τον Οκτώβριο του ιδίου έτους σηματοδότησε το τέλος του χαλιφάτου.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η οργάνωση έχει εξαφανιστεί. Αντιθέτως, είναι επιχειρησιακά έτοιμη να συνεχίσει τη θανατηφόρα ατζέντα της ενάντια στους εχθρούς της, τη Δύση, αλλά και γενικά εναντίον εκείνων που θεωρεί  ως απίστους.

Πολλές τρομοκρατικές επιθέσεις που συνδέονται με το ISIS σημειώθηκαν φέτος, στη Ρωσία, τη Γαλλία και το Βέλγιο με αρκετούς θανάτους και βέβαια στη Μέση Ανατολή (Ιράκ και Αφγανιστάν) με δεκάδες θύματα. Επιπλέον, το ISIS απείλησε με αιματοχυσία  το Παγκόσμιο Κύπέλλο στη Ρωσία.

Με άλλα λόγια, το ISIS συνεχίζει ακάθεκτο τις τρομοκρατικές ενέργειές του και επιχειρεί να διαδώσε το μήνυμά του σε μια προσπάθεια να προσηλυτίσει όλο και περισσότερους επίδοξους τρομοκράτες. Το γεγονός ότι έχει ηττηθεί στρατιωτικά δεν σημαίνει ότι δεν θα συνεχίσει να επιδιώκει τους αποκρουστικούς στόχους του.

Μετατόπιση ενδιαφέροντος από την δόμηση κράτους (state building) προς την επιβίωση

Η στρατιωτική ήττα του ISIS αναγκάζει την τρομοκρατική οργάνωση να επαναπροσδιορίσει τους στρατηγικούς της στόχους. Πρέπει σε επιχειρησιακό επίπεδο να ορίσει τη στρατηγική κατεύθυνση που θα ακολουθήσει σε τακτικό επίπεδο:  Πλέον ο στόχος δεν είναι η οικοδόμηση ενός πανισλαμικού κράτους, αλλά  η επιβίωσή των τζιχαντιστών ως τρομοκρατική οργάνωση με ενισχυμένες ικανότητες αντίστασης στις περιοχές που βρίσκονται στη Μέση Ανατολή με την παράλληλη επαύξηση των τρομοκρατικών επιθέσεων.

Συγκεκριμένα, υπάρχουν περίπου 10.000 τζιχάντες στο Ιράκ και στη Συρία που σφυροκοπούνται από τη Ρωσία, από τον διεθνή συνασπισμό υπό τις ΗΠΑ και από περιφερειακούς και τοπικούς δρώντες. Όπως γνωρίζουμε από τη στρατηγική θεωρία, η ασυμμετρία  μέσων – στόχων οδηγεί σε αποτυχία. Ενώ η τρομοκρατία ήταν για το ISIS ένα από τα μέσα για την  κατάληψη εδαφών, τώρα η τρομοκρατία παραμένει ο κύριος στρατηγικός στόχος που προάγει την ακραία ιδεολογία του.

Υπάρχουν πολλοί νέοι άνδρες που είναι άνεργοι και απογοητευμένοι τους οποίους εύκολά  μπορεί να προσεγγίσει το “Ισλαμικό Κράτος” με την προπαγάνδα του. Επιπλέον, οι λεγόμενοι μοναχικοί λύκοι μπορούν εύκολα να επηρεαστούν από την ακραία ιδεολογία του ISIS για τη διάπραξη τρομοκρατικών ενεργειών.

Η νέα στρατηγική της οργάνωσης αντανακλάται στην έκκλησή της να αυξηθούν οι επιθέσεις στην Ευρώπη και αλλού, ιδίως σε περιοχές που είναι πολυσύχναστες. Ως εκ τούτου, η προσοχή της διεθνούς κοινότητας και ιδιαίτερα της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών παγκοσμίως πρέπει να επικεντρωθεί σε αυτό.

Διαδίκτυο και τεχνολογία στην υπηρεσία των τρομοκρατών

Η τεχνολογία συνεχίζει να εξυπηρετεί τους στόχους του ISIS. Σύμφωνα με ορισμένες αναφορές, υπάρχουν 200.000 ιστότοποι με ύποπτες διασυνδέσεις με  το ούτω καλούμενο Ισλαμικό Κράτος. Παρά την πανευρωπαϊκή επιχείρηση εναντιον τους που στοχεύει και έχει ήδη καταστρέψει πολλά από τα εργαλεία  του ISIS στο διαδίκτυο η ικανότητά του να διαδώσει το μήνυμά του και να ριζοσπαστικοποιήσει τους νέους δεν έχει καταστραφεί. Ανεξάρτητα από τις τεράστιες απώλειές του και τη στρατηγική συρρίκνωση του στις περιοχές που βρίσκονταν στο παρελθόν υπό τον έλεγχό του, το “Ισλαμικό Κράτος” εντείνει τον πόλεμο προπαγάνδας στο διαδίκτυο.

Για παράδειγμα, ενώ η Amaq, η κύρια διαδικτυακή πύλη του ISIS, έκλεισε για μία ημέρα στα τέλη Απριλίου, την επόμενη μέρα ήταν και πάλι ενεργή μέσω ενός άλλου server (διακομιστή). Αυτό δείχνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι αρχές και οι υπηρεσίες ασφαλείας για αντιμετώπιση της τρομοκρατίας στην προσπάθεια τους για εξουδετέρωση των κύριων εργαλείων προπαγάνδας του ISIS.

Οι τζιχαντιστές προσαρμόζουν εύκολα τη στρατηγική τους και χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους όπως η εφαρμογή Telegram για την προπαγάνδα τους και για τις τρομοκρατικές τους επιθέσεις. Η εν λόγω εφαρμογή έχει χρησιμοποιηθεί σε πολλές τρομοκρατικές επιθέσεις επειδή είναι πιο ασφαλής στο στάδιο της επικοινωνίας μεταξύ του ISIS και των τρομοκρατών λίγο πριν τη διεξαγωγή της τρομοκρατικής επίθεσης. Αυτό συμβαίνει επειδή η εν λόγω εφαρμογή  αποτρέπει οποιονδήποτε εκτός από τον αποστολέα και τον δέκτη από την πρόσβαση στο μήνυμα. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα  επιλογής της αυτοκαταστροφής του μηνύματος.

Επιπλέον, παρά τις επιθέσεις εναντίον του ISIS από τις υπηρεσίες  ασφαλείας σε διεθνές επίπεδο  η προπαγάνδα του είναι ακόμα ενεργή αφού μπορεί κανείς εύκολα να βρει στο διαδίκτυο βίντεο που περιέχουν συμβουλές για επιθέσεις εναντίον πολιτών με οχήματα και μαχαίρια.

Ως εκ τούτου, θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι το παγκόσμιο τζιχάντ βρίσκεται σε ύφεση. Αντίθετα, η αξιοσημείωτη πορεία του ISIS στη Μέση Ανατολή ως μη κρατικός δρώντας με ημι-κρατικά χαρακτηριστικά βοήθησε τους τζιχάντιστές να κερδίσουν παγκόσμια φήμη, κάτι που εξυπηρετεί απολύτως τους στόχους τους για προσηλυτισμό νέων μελών.

Πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το “ Ισλαμικό Κράτος” έχει εκλείψει ως πολιτική οντότητα στη Μέση Ανατολή. Έχει χάσει το 98% των εδαφών που είχε υπό τον έλεγχο του. Ναι, μπορούμε να ανακοινώσουμε το θάνατο του χαλιφάτου του ISIS. Ωστόσο, δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο και με την περίπτωση της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας.

Share Button

Νικόλαος Νικολάου- Ερευνητής ΚΑΝΣ

Το Χασεμιτικό Βασίλειο της Ιορδανίας από το 2016 βρίσκεται σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι πολλοί. Αρχικά, στον πολιτικό τομέα επικρατεί ο ολοκληρωτισμός και η διαφθορά. Υπάρχει ένας βασιλικός οίκος ο οποίος ασκεί την εξουσία. Εκείνος συνεπικουρείται και από μια κυβέρνηση με επικεφαλής έναν πρωθυπουργό, η οποία όμως είναι «μαριονέτα» του βασιλιά. Οι πολιτικές της, ιδίως στον οικονομικό τομέα, έχουν αποτύχει στον μεγαλύτερο βαθμό.

Στον οικονομικό τομέα αποτυχυμένες μεταρρυθμίσεις σε συνδυασμο με την αύξηση της ανεργίας και τις φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές (ιδιωτικοποιήσεις) οδήγησαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού στη φτώχεια, ενώ έπληξαν σφοδρά τη μεσσαία τάξη. Συνέχεια ανάγνωση

Μεταξύ άλλων, ιδιωτικοποιήθηκε η εθνική βιομηχανία φωσφόρου με το δημόσιο ταμείο να χάνει σημαντικά έσοδα. Παράλληλα, η σταδιακή μείωση των δασμών στα εισαγόμενα προϊόντα δεν προστάτευσε τους εγχώριους παραγωγούς, αυξάνοντας τα επίπεδα της ένδειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι πληθωρισμός διπλασιάστηκε από το 2006 και έπειτα. Στην οικονομία μπορεί να συμπεριληφθεί και η επιβάρυνση του προϋπολογισμού εξαιτίας των στρατιωτικών δαπανών. Εκείνες πραγματοποιούνται σε συνθήκες αδιαφάνειας, ενώ είναι αμφίβολο αν καταλήγουν όλες στην αγορά οπλικών συστημάτων.

Τέλος, ζητήματα υπάρχουν και στον κοινωνικό τομέα. Η Ιορδανία ήταν ένα κράτος που χαρακτηριζόταν από αποτελεσματικές κοινωνικές πολιτικές. Αυτό είχε ως απόρροια ο πληθυσμός της να διαβιώνει υπό ανθρώπινες συνθήκες και να διασφαλίζονται οι «χαμένοι» του οικονομικού ανταγωνισμού και της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, από το 2012 με τη κρίση στη Συρία να βρίσκεται στο ζενίθ, πληθώρα Σύρων προσφύγων αφίχθησαν στη χώρα. Μέχρι το 2018 πάνω από 1.000.000 πρόσφυγες διαβιούν σε στρατόπεδα στην ιορδανική επικράτεια.

Οι πολιτικές της ιορδανικής κυβέρνησης

Το αραβικό κράτος άρχισε να αντιλαμβάνεται την οικονομική δυσκολία στα τέλη του 2015. Μέχρι τότε η πολιτική του δεν άλλαξε, ενώ προχώρησε στη περικοπή κοινωνικών παροχών και τη διοχέτευση τους στους πρόσφυγες, δεν ανέπτυξε τη παραγωγική βάση του, αλλά ανέμενε χρηματοδότηση από έτερα αραβικά κράτη και οι δαπάνες για τη συντήρηση στρατού στα σύνορα με τη Συρία ήταν μεγάλες. Συνεπώς, στις αρχές του 2016 η εθνική οικονομία άρχισε να κλυδωνίζεται.

Σε αυτό το κλίμα, η ιορδανική κυβέρνηση στράφηκε προς το Δ.Ν.Τ. ως το κατεξοχήν αρμόδιο διεθνή θεσμό για να μειώσει το χρέος. Πράγματι, στα μέσα του έτους αντιπροσωπεία του Ταμείου αφίχθη στο Αμμάν. Η «συνταγή» που πρότεινε ήταν προώθηση μεταρρυθμίσεων, αύξηση φορολογίας, περικοπή κοινωνικών δαπανών, αύξηση τιμών στην ενέργεια και άλλα. Σε αντάλλαγμα, θα δινόταν δάνειο 723 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο βασιλιάς Χουσείν ΙΙ αποφάσισε να προωθήσει σιγά σιγά τις αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις ώστε να μην προκαλέσει τη κοινή γνώμη. Η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα να εισέλθει η χώρα σε περίοδο λιτότητας και να αυξηθεί το κόστος ζωής κατακόρυφα. Μάλιστα, το Αμμάν έφτασε να θεωρείται από τις πιο ακριβές πόλεις στον αραβικό κόσμο!

Επιπρόσθετα, η δραστηριοποίηση Αράβων των κρατών του Κόλπου στις μεγάλες πόλεις οδήγησε σε οικοδομική ανάπτυξη, όμως οι Ιορδανοί δεν επωφελήθηκαν, αφού δεν αξιοποιήθηκαν ως εργατικό δυναμικό ούτε και μπορούν να κυκλοφορούν στις περιοχές όπου διαβιούν άλλοι, πάμπλουτοι Άραβες. Επιπλέον, εξαιτίας της περιφερειακής κρίσης παρήκμασε και η τουριστική βιομηχανία της χώρας με μεγάλη απώλεια εσόδων.

Όλη αυτή η απογοήτευση του ιορδανικού λαού συσσωρεύτηκε με τα χρόνια και την άνοιξη του 2018-χωρίς το μέλλον  να προοιωνίζεται ευοίωνο- ξέσπασαν διαδηλώσεις στο Αμμάν. Εκείνες αυξήθηκαν όταν στις 30 Μαϊου ο Ιορδανός πρωθυπουργός Χάνι αλ- Μούλκι ανακοίνωσε ότι θα αυξήσει τη φορολογία και τη τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος και των καυσίμων. Χιλιάδες διαδηλωτές ξεχύθηκαν και σε άλλες πόλεις όπως στη Ζάρκα, όπου η καταστολή τους ήταν πιο βίαιη.

Σε αυτό το τεταμένο κλίμα ο βασιλιάς ανέλαβε δράση. Αρχικά, ζήτησε από τον πρωθυπουργό να παραιτηθεί και έπειτα ανακοίνωσε ότι δεν θα προωθήσει αύξηση της φορολογίας. Παράλληλα, όρισε νέο πρωθυπουργό τον Ομάρ Ρατζάζ, πρώην οικονομολόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας. Ακόμα, στράφηκε προς τα κράτη του Κόλπου και τη Σαουδική Αραβία και εξασφάλισε οικονομική βοήθεια 2,5 δις δολαρίων. Τέλος, σύναψε σχέσεις και με μια άλλη χώρα, ευρωπαϊκή, τη Γερμανία. Η επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ  στην Ιορδανία τον Μάϊο είχε ως αποτέλεσμα την υπόσχεση για τη καταβολή 100 εκατομμυρίων δολαρίων, τη παροχή περαιτέρω βοήθειας και την ικανοποίηση των Ιορδανών αξιωματούχων για την ενίσχυση των σχέσεων των δύο κρατών. Μάλιστα, ο υπουργός επενδύσεων Μωχάμεντ Σεχαντέχ ανέφερε ότι η συνεργασία με το Βερολίνο αποτελεί μια από τις προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης.

Αντί Επιλόγου

Είναι εμφανές ότι η προσφυγική κρίση και οι προτάσεις του Δ.Ν.Τ. δεν αποτελούν τις γενεσιουργές αιτίες της ιορδανικής οικονομικής κρίσης. Οι ανεπάρκειες του μεσανατολικού κράτους είναι δομικές και πολύχρονες. Το Δ.Ν.Τ. είναι παραπροϊόν της μη αντιμετώπισης αυτών των ανεπαρκειών.

Αν επιχειρηθεί να γίνει μια πρόβλεψη, εκείνη δεν είναι αισιόδοξη. Οι προτάσεις του Δ.Ν.Τ. θα εφαρμοστούν, απλά πιθανώς με καθυστέρηση. Επίσης, ο πολιτικός ελιγμός του Χουσεϊν να διορίσει νέο πρωθυπουργό δεν θα φέρει αποτέλεσμα, αφού εκείνος είναι μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης. Η κυβέρνηση είναι ανάγκη να στραφεί σε πιο φιλολαϊκές πολιτικές αν επιθυμεί να διατηρηθεί δυνατός ο κοινωνικός ιστός και να μη διολισθήσει η χώρα σε αστάθεια.

 

1 2 3 142