Κέντρο Ανατολικών Σπουδών

για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία

Συνέβη σήμερα

Συνέβη σήμερα

Μεγεθύνσεις

Μεγεθύνσεις

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

Προσεγγίσεις

Προσεγγίσεις

Γεωπολιτική

Γεωπολιτική

Επισημοποιήθηκε η συμμαχία Erdoğan- Bahçeli εν όψει εκλογών

Της Έλενας Λαμπρινάκου Ολοκληρώθηκαν, σύμφωνα με το πρακτορείο Anadolu, οι συνομιλίες μεταξύ του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και του Κόμματος ...

Περισσότερο

Κυπριακό: Ένα ανεπίλυτο πρόβλημα;

Δρ. Νίκος Παναγιωτίδης: Δημοσιογράφος, Διεθνολόγος, Eξωτερικός Συνεργάτης Κ.Α.Ν.Σ. Ασχέτως ποια λύση ο κάθε πολίτης πιστεύει ότι είναι η ιδανική για επίλυση ...

Περισσότερο

Αλγερία: «ατενίζοντας» με επιφύλαξη το μέλλον.

Η Αλγερία είναι μια χώρα η οποία αν και βίωσε την Αραβική Άνοιξη, η τελευταία δεν συνέβαλε στην αποσταθεροποίησή της. ...

Περισσότερο

Οι προκλήσεις του Ιράν σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο.

Του Γιώργου Φράγκου Τους τελευταίους μήνες οι εξελίξεις «τρέχουν» στο Ιράν σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο. Το Ιράν μετά την συμφωνία ...

Περισσότερο

Ένα έθνος σε μία χώρα/ Το χαμένο διακύβευμα του ISIS

Του Μηνά Λυριστή* Η οργάνωση του ISIS ενίσχυσε το αίσθημα του εθνικισμού στα κράτη της Μέσης Ανατολής, ενώ η αποσύνθεση τoy ...

Περισσότερο

Share Button

Της Έλενας Λαμπρινάκου
Ολοκληρώθηκαν, σύμφωνα με το πρακτορείο Anadolu, οι συνομιλίες μεταξύ του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) για συνεργασία, μετά από συνάντηση του προέδρου Recep Tayyip Erdoğan και του αρχηγού του ΜΗΡ Devlet Bahçeli. Σημειώνεται πως είχαν συσταθεί επιτροπές εκ μέρους και των δύο κομμάτων, οι οποίες συνδιαλέχθηκαν συνολικά 9 φορές, προκειμένου να βρουν κοινό έδαφος, πάνω στο οποίο θα έχτιζαν τη συμμαχία τους. Συνέχεια ανάγνωση

Μετά την ανακοίνωση της απόφασης του Bahçeli, στις 8 Ιανουαρίου, να μην θέσει υποψηφιότητα για προεδρία, αλλά αντ’ αυτού να στηρίξει τον Erdoğan στις επόμενες εκλογές του 2019, τα δύο κόμματα ακολούθησαν τον δρόμο του διαλόγου, ώστε να καθοριστεί η δημιουργία, αλλά και η μορφή της συμμαχίας τους, και να μπορέσουν, εν τέλει, να συμμετέχουν στις εκλογές σε ένα συμμαχικό σχήμα. Υπενθυμίζεται ότι οι εκλογές του 2019 θα είναι οι πρώτες, οι οποίες θα διενεργηθούν υπό τις νέες τροποποιήσεις που επιφέρει το συνταγματικό δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου 2017 και του οποίου σθεναρός υποστηρικτής ήταν ο Bahçeli.
Στις 21/02/2018 αναμένεται να κατατεθεί στην τουρκική βουλή και το νομοθετικό πακέτο 26 άρθρων για το εκλογικό σύστημα, πάνω στο οποίο συμφώνησαν τα δύο κόμματα, και το οποίο έχει ως στόχο να επιτραπεί η δημιουργία συμμαχίας πριν από τις εκλογές. Σύμφωνα με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, οποιοδήποτε κόμμα θα μπορεί να μετέχει σε συμμαχία, αλλά και να επιλέξει το όνομα αυτής. Ωστόσο, το όνομα της συμμαχίας ΑΚΡ-ΜΗΡ αναμένεται να ανακοινωθεί αργότερα.
Επίσης, το εκλογικό όριο, σύμφωνα με το οποίο θα εισέρχονται τα κόμματα στη βουλή, παραμένει στο 10%, επιτρέποντας, όμως, σε κόμμα που δεν αγγίζει το απαιτούμενο ποσοστό, να αντιπροσωπευθεί στο κοινοβούλιο , εάν εισέλθει η συμμαχία στην οποία ανήκει.

 

Share Button

Δρ. Νίκος Παναγιωτίδης: Δημοσιογράφος, Διεθνολόγος, Eξωτερικός Συνεργάτης Κ.Α.Ν.Σ.

Ασχέτως ποια λύση ο κάθε πολίτης πιστεύει ότι είναι η ιδανική για επίλυση του χρόνιου Κυπριακού προβλήματος, ουδείς μπορεί πρέπει πλέον να αμφιβάλλει για τους στόχους της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και για το γεγονός πως αυτοί οι στόχοι δυσχεραίνουν τα μέγιστα τις όποιες προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος. Η στρατηγική συμπεριφορά του τουρκικού κράτους, με προεξάρχον το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό και τα εμπόδια που προβάλλει στη διενέργεια της γεώτρησης στο Οικόπεδο 3, αυτό καταμαρτυρά. Συνέχεια ανάγνωση

Η εκτράχυνση της τουρκικής αναθεωρητικής συμπεριφοράς όπως εκδηλώθηκε και κοντά στα Ίμια με τον εμβολισμό του σκάφους του ελληνικού Λιμενικού δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης του προαναφερθέντος. Τι επιδιώκει όμως η Τουρκία και ποιοι οι στρατηγικοί στόχοι της σε αυτήν τη φάση;

Πριν υπεισέλθουμε σε αυτό το θέμα όμως ας εξετάσουμε λίγο την τουρκική στοχοθεσία η οποία, όπως διαπιστώνει ο καλόπιστος παρατηρητής, είναι ασυμβίβαστη με την όποια δίκαιη –έστω υπό τις περιστάσεις– επίλυση του Κυπριακού.

Το τουρκικό πολιτικό κατεστημένο βλέπει τη διευθέτηση του Κυπριακού μέσα από στρατηγικό φακό και επιθυμεί την υποταγή του όλου θέματος στις ηγεμονικές αξιώσεις της Τουρκίας. Όπως επισημαίνει ο ιδεολόγος των ισλαμιστών και πρώην πρωθυπουργός Αχμετ Νταβούτογλου, η Κύπρος εντάσσεται γεωπολιτικά στον ζωτικό χώρο της Τουρκίας. Πιο συγκεκριμένα, θεωρεί ότι η Κύπρος έχει κεντρική θέση στον παγκόσμιο χάρτη βρισκόμενη σε ίση απόσταση από τρεις ηπείρους, την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Νταβούτογλου, όποιος αγνοεί την Κύπρο δεν μπορεί να είναι ενεργός στην παγκόσμια πολιτική και δεν μπορεί να ασκήσει περιφερειακή στρατηγική.

Άρα λοιπόν εξάγεται το συμπέρασμα ότι προτεραιότητα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής δεν είναι η λύση του προβλήματος, αλλά η εξυπηρέτηση των γεωστρατηγικών βλέψεων της Τουρκίας. Η τουρκική γεωστρατηγική πρέπει να μας διδάξει πολλά. Φυσικά, αυτό ουδόλως σημαίνει ότι εμείς δεν πρέπει να συνεχίσουμε να επιδιώκουμε το διάλογο για την επίλυση του προβλήματος. Ωστόσο, πρέπει σε κάθε προσπάθεια επίλυσης να συνυπολογίζεται σοβαρά και αυτή η μεταβλητή.

Επιστρέφοντας στις στρατηγικές επιδιώξεις της Τουρκίας, συνοψίζονται σε διχοτόμηση του Αιγαίου σε δύο μέρη, εγκλωβίζοντας τα ελληνικά νησιά σε τουρκική υφαλοκρηπίδα, αφού η τουρκική θέση για το θέμα είναι ότι τα νησιά δεν δικαιούνται υφαλοκρηπίδας – μια θέση αντίθετη με το Διεθνές Δίκαιο και τη σύμβαση για το Δίκαιο της Θαλάσσης του 1982.

Όσον αφορά το Κυπριακό, η Άγκυρα αποσκοπεί στον εξαναγκασμό της ΚΔ να τερματίσει το γεωτρητικό της πρόγραμμα και να επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με ακόμα πιο αδύνατη διαπραγματευτική θέση, αποδεχόμενη πολλές από τις τουρκικές θέσεις. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η Τουρκία εποφθαλμιά το κυπριακό φυσικό αέριο και επιδιώκει τη μεταφορά του μέσω αγωγού στην Τουρκία και από εκεί στην Ευρώπη. Ένας από τους κύριους άξονες του δόγματος του «στρατηγικού βάθους» του Νταβούτογλου είναι ο γεωοικονομικός, που θέλει την Τουρκία να μετεξελίσσεται σε σημαντικό ενεργειακό κόμβο στην περιοχή της. Μέσα από αυτό το πρίσμα αντικρίζουν το κυβερνών AKP και ο Ερντογάν τη διαχείριση του κυπριακού φυσικού αερίου.

Παρά τα όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω, κατά την ταπεινή μας γνώμη η ΚΔ πρέπει να συνεχίσει να επιδιώκει λύση του Κυπριακού εδραζόμενη σε τέσσερις βασικές αρχές:

  • Αποχώρηση στρατού και άρση του καθεστώτος εγγυήσεων,
  • Επιστροφή διψήφιου ποσοστού εδάφους για επιστροφή μεγάλου αριθμού προσφύγων στις πατρογονικές τους εστίες,
  • Εφαρμογή των τεσσάρων βασικών ελευθεριών της ΕΕ (διακίνησης, εγκατάστασης, περιουσίας, δικαίωμα κατοικίας),
  • Εσωτερική πολιτειακή οργάνωση που εγγυάται πολιτική σταθερότητα και μηχανισμό αποτελεσματικής επίλυσης αδιεξόδων. Δεν φαίνεται η εκ περιτροπής προεδρία να τυγχάνει ευρείας αποδοχής από τους Ελληνοκύπριους. Αντ’ αυτού, η ρύθμιση για Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο μη προερχομένων από την ίδια κοινότητα (Βλ.Δέσμη Ιδεών Κουεγιάρ, 1989) αποτελεί την πιο ορθολογική επιλόγή στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Μπορούν αυτές οι αρχές να διασφαλιστούν δεδομένων των αναθεωρητικών και νεοοθωμανικών ηγεμονικών αξιώσεων της Τουρκίας; Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουν όσοι ασκούν πολιτική. Μια πραγματικότητα που θα την βρίσκουν συνεχώς μπροστά τους σε περίπτωση που ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις.

Share Button

Η Αλγερία είναι μια χώρα η οποία αν και βίωσε την Αραβική Άνοιξη, η τελευταία δεν συνέβαλε στην αποσταθεροποίησή της. Εφτά χρόνια μετά και με την Αραβική Άνοιξη να έχει εγκαταλείψει την βόρειο Αφρική και να μαστίζει την Συρία, νέες προκλήσεις αναδεικνύονται για τους Αλγερινούς.
Το πολιτικό σύστημα της Αλγερίας επέδειξε σημαντική σταθερότητα αφού δεν διαλύθηκε από τις αραβικές εξεγέρσεις. Όμως κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι δεν έχει παθογένειες. Κατ’ αρχάς υπάρχει ένας πρόεδρος με αυξημένες αρμοδιότητες ο Αμπντελαζίζ Μπουτέφλικα ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία από το 1999. Έχοντας επιλεχτεί από τον στρατό επρόκειτο για έναν πολιτικό που δεν είχε εμπλακεί στον εμφύλιο πόλεμο. Κατάφερε και μείωσε την επιθετική δραστηριότητα των ισλαμιστών ενώ ακολούθησε πενταετή πλάνα στην οικονομία και ενεργή εξωτερική πολιτική. Συνέχεια ανάγνωση

Ωστόσο, η μακρόχρονη παρουσία του στην εξουσία του αν και ανανεωνόταν με την λαϊκή ψήφο έχει δημιουργήσει αντιδράσεις. Υπάρχουν κατηγορίες για ευρεία διαφθορά, ανελευθερία και μη διαφανείς εκλογές. Τέτοια αιτήματα εκφράστηκαν κατά την διάρκεια των διαδηλώσεων στην χώρα. Επιπλέον, παρά την συνταγματική μεταρρύθμιση του 2016 που αύξανε τις αρμοδιότητες της νομοθετικής εξουσίας, εκείνη δεν αναβαθμίστηκε ιδιαίτερα ούτε δύναται να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στην εκτελεστική εξουσία.
Πέραν της πολιτικής μακροβιότητας του Μπουτέφλικα, υπάρχει και η ελίτ της χώρας, η λεγόμενη « le pouvouir» (δύναμη). Εκείνη όπως συμβαίνει πάντα διαπλέκεται με την κρατική εξουσία ή ακόμα την καθορίζει. Αυτό συμβαίνει και στην Αλγερία όπου η ελίτ πέραν του ελέγχου των πολιτικών κατηγορείται για διαφθορά.
Το ζήτημα των γυναικών στην συμμετοχή τους στην πολιτική θα αποτελέσει πρόβλημα προς επίλυση. Οι γυναίκες που σταδιοδρομούν στην πολιτική είναι λίγες ενώ υπάρχουν διεκδικήσεις από τον γυναικείο πληθυσμό για περισσότερες ευκαιρίες πολιτικής καριέρας.
Στον τομέα της οικονομίας η κατάσταση είναι αμφιλεγόμενη. Πιο συγκεκριμένα, η αλγερινή οικονομία το 2016 παρουσίασε ρυθμούς ανάπτυξης 4% αλλά δέχτηκε ισχυρό πλήγμα από την μείωση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Δεδομένου του ότι είναι χώρα εξαγωγής του «μαύρου χρυσού» και του φυσικού αερίου άρχισε να ανακάμπτει από το 2017 και έπειτα με την αποκατάσταση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος.
Επίσης, η αυξανόμενη μείωση της αξίας του δολαρίου δημιουργεί προβλήματα στο αλγερινό δηνάριο. Σε συνδυασμό με το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο για το 2017 δημιουργείται μια δύσκολη κατάσταση. Για την αντιμετώπισή της η κυβέρνηση Μπουτέφλικα προσπαθεί να σταθεροποιήσει το δηνάριο και να μειώσει τις εισαγωγές.
Στο εσωτερικό, οι οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησης προκαλούν δυσανασχέτηση. Ο πληθωρισμός δεν μειώνεται, η ανεργία των νέων είναι αρκετά μεγάλη, η διαφθορά έντονη και οι ξένοι επενδυτές που μπορούν να τονώσουν την εθνική οικονομία με επενδύσεις είναι επιφυλακτικοί στην στάση τους.
Στον τομέα της ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής η κατάσταση είναι ιδιόμορφη. Η Αλγερία βρίσκεται σε μια γεωγραφική περιοχή που μαστίζεται από την ισλαμική τρομοκρατία, τις συρράξεις, το λαθρεμπόριο, από ταραχές και από αποσταθεροποίηση σε γειτονικές χώρες ενώ σε επίπεδο εσωτερικής ασφάλειας οι προκλήσεις δεν είναι λίγες. Στο Μάλι, τα «απόνερα» από τον πόλεμο (2012-2015) είναι έντονα. Ο πόλεμος που διεξήχθη μεταξύ της κυβέρνησης του Ιμπραήμ Κεϊτά, της Αλ- Κάϊντα και της εθνικής οργάνωσης των Τουαρέγκ αν και έχει λήξει επίσημα, ανεπίσημα μαίνονται ακόμα συγκρούσεις.
Η γειτονική Λιβύη είναι κατεστραμμένη. Πέραν τούτου διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος που σε αυτόν εισήλθαν και οι ριζοσπάστες ισλαμιστές. Εκτός των συγκρούσεων είναι εμφανές και το γεγονός ότι Λίβυοι, Τυνήσιοι αλλά και αρκετοί Αλγερινοί στρατολογούνται από πράκτορες του ISIS και στέλνονται σε Συρία και Ιράκ. Η μεταφορά αυτή συνδυάζεται και με την παράνομη διακίνηση ανθρώπων, όπλων και ναρκωτικών που μεταφέρονται και από τα ερημικά εδάφη της χώρας. Έτσι, η διατήρηση της ασφάλειας καθίσταται επιτακτική.
Επιπροσθέτως, οι προβλέψεις δεν είναι αισιόδοξες για το μέλλον της περιοχής. Υπάρχει η πεποίθηση ότι με την επικείμενη ήττα τους σε Συρία και Ιράκ, οι τζιχαντιστές θα αφιχθούν και στην Αλγερία. Επομένως, είναι αδήριτη ανάγκη να ληφθούν μέτρα για αν μην διολισθήσει η περιοχή σε αποσταθεροποίηση. Ήδη η Αλγερία βιώνει κατά διαστήματα τρομοκρατικές ενέργειες στο έδαφος της. Πιο χαρακτηριστικές είναι η κατάληψη από ένοπλη τρομοκρατική ομάδα υπό τον Μοκτάρ Μπελμοχτιάρ μιας μονάδας άντλησης πετρελαίου στην περιοχή Ιν Αμένας στην ανατολική Αλγερία (2013). Και η έκρηξη μηχανισμού που φόνευσε και τραυμάτισε πολλούς στρατιώτες στην Τεμπεσσά.
Ποια όμως είναι η στάση του Αλγερίου απέναντι σε αυτές τις απειλές; Η αλγερινή κυβέρνηση δεν ακολουθεί ούτε επεμβατική- δυναμική ούτε και ανοχής πολιτική. Για την ακρίβεια χρησιμοποιεί τον στρατό προκειμένου να καταπολεμήσει τις τρομοκρατικές ομάδες που εισβάλουν από το Μάλι και την Λιβύη με επιτυχία- όπως όλα δείχνουν- με την ανακατάληψη της πετρελαϊκής εγκατάστασης- και την εξόντωση της ένοπλης ομάδας «Στρατιώτες του Χαλίφη» το 2014. Παράλληλα, οι υπηρεσίες ασφαλείας δραστηριοποιούνται εντοπίζοντας και καταπολεμώντας τα τρομοκρατικά δίκτυα εντός του κράτους. Ωστόσο, είναι αρνητική σε επεμβατικές δραστηριότητες εκτός συνόρων. Η δήλωση του υπουργού εξωτερικών Αμπντελκαντέρ Μεσσαχελί «Η Αλγερία ποτέ δεν θα εμπλακεί σε στρατιωτικές συγκρούσεις πέρα από τα σύνορά της και ο καθένας το γνωρίζει.» είναι ενδεικτική της στάσης της κυβέρνησης.
Στην εξωτερική πολιτική επιδιώκει την προσέγγιση με πολλές χώρες. Σκοπός είναι τόσο η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης όσο και στρατηγικές συνεργασίες που θα την βοηθήσουν στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετείται η σύσφιγξη των σχέσεων με το Μπαχρέιν που εκδηλώθηκε με την καταδίκη από την Μανάμα της τρομοκρατικής ενέργειας στην Τεμπεσσά και την υποστήριξη της προς το Αλγέρι. Επίσης, επενδύει και στις σχέσεις της με την Ουάσινγκτον. Δεν είναι τυχαίο που αφίχθη στα μέσα Φεβρουαρίου η Αναπληρωτής Διαχειρίστρια κατά της Τρομοκρατίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Αλίνα Ρομανόβσκι. « Η Αλγερία είναι σημαντικός εταίρος για εμάς» υποστήριξε εκφράζοντας ταυτόχρονα και τον φόβο της για την πιθανή μελλοντική μετεγκατάσταση του ISIS στην περιοχή του Μαγρέμπ. Μαζί με όλα αυτά προσπαθεί να διατηρήσει καλές σχέσεις και με την Ρωσία. Πέραν του ενεργειακού τομέα, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του εξοπλισμού του αλγερινού στρατού είναι ρωσικής προέλευσης δεν αφήνει πολλά περιθώρια να μην υπάρχει προσέγγιση ιδίως σε μια κρίσιμη συγκυρία όπως η παρούσα.

Αντί επιλόγου
Συνοπτικά, είναι εμφανές ότι η Αλγερία παρά το ότι είναι «λησμονημένη» και δεν μονοπωλεί τόσο το ενδιαφέρον- και δικαιολογημένα- όσο η περιοχή της «Γόνιμης Ημισελήνου» δεν είναι παράγοντας ήσσονος σημασίας. Σίγουρα δεν έχει την μοίρα της Συρίας ή του Ιράκ ούτε και βίωσε σοβαρή πολιτική αστάθεια όσο η Αίγυπτος. Ωστόσο, το ότι βρίσκεται σε μια γεωπολιτικά «ευαίσθητη» περιοχή δημιουργεί προκλήσεις για το άμεσο μέλλον. Θέματα τρομοκρατίας, μεταφοράς της αστάθειας από γειτονικές χώρες στην αλγερινή επικράτεια, η βελτίωση της οικονομίας και η ενίσχυση της διπλωματικής αξίας του κράτους είναι στοιχήματα που θα πρέπει να τα κερδίσει η κυβέρνηση Μπουτέφλικα.
Φυσικά, επειδή δεν προσβλήθηκε στον μέγιστο βαθμό από την Αραβική Άνοιξη και τις συνέπειές της έχει τα μέσα για να νικήσει τα ανωτέρω στοιχήματα. Ο αλγερινός λαός δεν ξεσηκώνεται δίνοντας μια παθητική συναίνεση στην κυβέρνηση, ο στρατός είναι και ετοιμοπόλεμος και εμπειροπόλεμος, το Αλγέρι χαίρει εκτίμησης διεθνώς ενώ οι εξαγωγές ενεργειακών πόρων δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση των όποιων κρίσεων.

Ενδεικτικές πηγές
The Economist, Stability or stagnation in Algeria? Algerians see little reason to vote in the coming general election, 20 March 2017,
Asmar Marwan, Gulf News, Women carve an identity in Algerian politics, 28 June 2017,
Lamine Ghanmi, The Arab Weekly, Algeria protests dinar as US dollar depreciates, 04 February 2018,
Xuenquan Mu, Xinhuanet, Algeria rules out sending troops to Libya, Mali to help fight terrorism, 23 April 2018,
Yamei, Xinhuanet, New analysis: Algeria is preparing for return of foreign fighters with efforts to fight terrorism, 17 February 2018,
DT News-News of Bahrain, Terror bombings in Algeria condemned, 16 December 2018
Middle- East Monitor, US: ‘’Algeria is an important partner for us’’, 14 February 2018,

 

Share Button

Του Γιώργου Φράγκου

Τους τελευταίους μήνες οι εξελίξεις «τρέχουν» στο Ιράν σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο. Το Ιράν μετά την συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα το 2015 και την άνοδο στην εξουσία του μετριοπαθούς Ρουχανί το 2013 έχει καταφέρει να ξαναμπεί στις διεθνής αγορές και να αναβαθμίσει την θέση του τουλάχιστον σε περιφερειακό επίπεδο, γεγονός που απειλεί τους περιφερειακούς του αντιπάλους Ισραήλ και Σαουδική Αραβία. Αυτή η αίσθηση απειλής των δύο χωρών, από τους πιο στενούς συμμάχους των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή, έχει επηρεάσει και την εξωτερική πολιτική της διακυβέρνησης Trump, η οποία όσο αναφορά την πολιτική για το Ιράν έχει πραγματοποιήσει μια στροφή 180 μοιρών από αυτή του προκατόχου του. Συνέχεια ανάγνωση

Σε εξωτερικό επίπεδο το Ιράν έχει πραγματοποιήσει ένα μεγάλο οικονομικό άνοιγμα προς τις διεθνής αγορές και κυρίως αυτή της ΕΕ σε διάφορους τομείς. Η Total, η China National Petroleum Corporation και η Ιρανική Εταιρεία Πετρελαίου υπέγραψαν συμφωνία ύψους 4,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανάπτυξη παραγωγής φυσικού αερίου στην περιοχή του South Pars. Η γερμανική εταιρεία Siemens υπέγραψε σύμβαση για τον εκσυγχρονισμό του ιρανικού σιδηροδρομικού δικτύου. Οι γαλλικές αυτοκινητοβιομηχανίες Citroen, Peugeot, Renault, η σουηδική Scania και η γερμανική Volkswagen ανακοίνωσαν επενδύσεις για επέκταση της παραγωγής τους στο Ιράν. Η ιταλική εταιρεία Danieli, που δραστηριοποιείται στην βιομηχανία μετάλλων, υπέγραψε αρκετές συμβάσεις για να προμηθεύσει το Ιράν με βαριά μηχανήματα για την παραγωγή χάλυβα. Η βρετανική εταιρεία τηλεπικοινωνιών Vodafone συνεργάζεται με την ιρανική εταιρεία HiWeb για τον εκσυγχρονισμό των εθνικών υποδομών τηλεπικοινωνίας. Η βρετανική εταιρεία Quercus ανακοίνωσε συμφωνία ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ για την ανάπτυξη του τομέα της ηλιακής ενέργειας του Ιράν. Η «παρθένα» αγορά του Ιράν θα είναι κερδοφόρα για τις εταιρείες που θα προλάβουν να δραστηριοποιηθούνε σε αυτήν, από τις προαναφερθείσες επενδύσεις διαφαίνεται να το έχουν κατανοήσει και να το εκμεταλλεύονται αυτή την αγορά πολλοί ευρωπαϊκοί κολοσσοί. Επίσης κατά πολλούς το Ιράν βρίσκεται στα σχέδια και για τον Νέο Δρόμο του Μεταξιού που θέλει να υλοποιήσει η Κίνα.
Είναι προφανές ότι εφόσον γίνουν ευρωπαϊκές επενδύσεις δισεκατομμυρίων στο Ιράν, η ΕΕ θα αποκτήσει τεράστια συμφέροντα στην χώρα. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ θα προσπαθήσει να προστατεύσει την συμφωνία του 2015 και την πολιτική σταθερότητα του Ιράν (κατά επέκταση και τον Πρόεδρο Ρουχανί). Όμως σε αυτή την προσπάθεια η ΕΕ βρίσκει απέναντι της τις ΗΠΑ, οι οποίες προσπαθούν να δυναμιτίσουν την συμφωνία του 2015 και το γενικότερο κλίμα μεταξύ της διεθνούς κοινότητας και του Ιράν. Αυτή η σύγκρουση συμφερόντων έχει ήδη εκφραστεί με έντονες προειδοποιήσεις σε υψηλό τόνο εκατέρωθεν. Ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν τον Ιανουάριο τόνισε ότι δεν πρέπει να διακοπούν οι σχέσεις με το Ιράν και προειδοποίησε τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία πως η ρητορική τους θα οδηγήσει σε πόλεμο με το Ιράν. Επίσης, η ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα εξωτερικής πολιτικής και αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μογκερίνι ανέφερε ότι η συμφωνία του 2015 ήταν “ένα σημαντικό επίτευγμα της ευρωπαϊκής και διεθνούς πολυμερούς διπλωματίας” ενώ προέτρεψε τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ να την στηρίξει και ότι σε περίπτωση αποχώρησης από την συμφωνία θα χειροτερέψει η προσπάθεια για συνεννόηση με το Ιράν και σε άλλα ζητήματα. Από την άλλη, ο Υπουργός Τίλερσον προειδοποίησε τις ευρωπαϊκές χώρες και εταιρείες να μην επενδύουν και να μην συνεργάζονται με άλλες εταιρείες στο Ιράν.
Σε εσωτερικό επίπεδο, η πολιτική ηγεσία στο Ιράν δοκιμάστηκε από ισχυρές διαδηλώσεις στο τέλος του 2017. Αυτές οι διαδηλώσεις παρουσίασαν στοιχεία τα οποία τις διαφοροποιούν από διαδηλώσεις προηγούμενων χρόνων όπως το ότι οι τελευταίες διαδηλώσεις ξεκίνησαν γενικά για οικονομικούς λόγους, παρότι δεν είναι πρώτη φορά που θεσπίζονται μέτρα οικονομικής λιτότητας τα τελευταία χρόνια, σε αντίθεση με όλες τις άλλες που ξεκίνησαν για συγκεκριμένους πολιτικούς ή οικονομικούς λόγους. Τα συνθήματα για την οικονομία μετατράπηκαν μέσα σε λίγες ώρες σε συνθήματα εναντίον του Προέδρου Ρουχανί (ο οποίος έχει επιφέρει τις μεγαλύτερες κοινωνικές αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών στην χώρα) ενώ σε προηγούμενες χρονιές τα συνθήματα και τα αιτήματα των διαδηλωτών αποκτούσαν πολιτική χροιά σπάνια ή μετά από διάστημα ημερών. Επίσης, όλες οι προηγούμενες διαδηλώσεις είχαν σαν αφετηρία την Τεχεράνη (που διαμένει το 15% του πληθυσμού) και προχωρούσαν προς τις υπόλοιπες περιοχές ενώ σε αυτήν την περίπτωση ξεκίνησαν από το Μασχάντ, δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Ιράν και προπύργιο των αντιπάλων του Προέδρου Ρουχανί. Επιπροσθέτως, σε αυτές τις διαδηλώσεις, εν αντιθέσει με τις προηγούμενες, πρωταγωνίστησαν τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα τα όποια θεωρούνται ο στυλοβάτης του καθεστώτος και της ισλαμικής επανάστασης του 1979. Οι πολλές διαφορές που παρουσιάζουν οι διαδηλώσεις στα τέλη 2017-αρχές 2018 με εκείνες των προηγούμενων δεκαετιών υποδεικνύουν μια προσπάθεια αποσταθεροποίησης της χώρας και της πολιτικής της εξουσίας, από τους συντηρητικούς αντιπάλους του Προέδρου Ρουχανί.
Την ίδια περίοδο γίνεται μια προσπάθεια από τις ΗΠΑ να δημιουργήσουν μια εκστρατεία εναντίον του Ιράν με πρόσχημα το δικαίωμα των γυναικών να μην φορούν το υποχρεωτικό χιτζάμπ (ενώ ούτε λόγος για χώρες όπως η Σαουδική Αραβία που είναι πίσω στα δικαιώματα των γυναικών ακόμα και για τα δεδομένα της Μέσης Ανατολής). Σε αυτή την εκστρατεία οι βασικοί διοργανωτές της είναι ιρανικής καταγωγής ακτιβιστές και ακτιβίστριες, πολλοί εκ των οποίων δουλεύουν επισήμως για μέσα μαζικής ενημέρωσης όπως το Voice of America και το BBG. Σε συνάρτηση και με την παραπάνω παράγραφο είναι εύλογο ότι η πολιτική εξουσία στο Ιράν έχει αντιπάλους σε εσωτερικό (συντηρητικοί, κλήρος, Φρουροί της Επανάστασης) και εξωτερικό (ΗΠΑ, Ισραήλ, Σαουδική Αραβία). Πρέπει να σημειωθεί πως οι συντηρητικοί ισλαμιστές του Ιράν μαζί με τις ΗΠΑ έχουν συμπράξει στο παρελθόν εναντίον του Πρωθυπουργού Μοσαντέκ το 1953 με την επιχείρηση “Αίας”.
Στο εσωτερικό οι μετριοπαθείς έχουν να αντιμετωπίσουν την φτώχεια που ταλανίζει τα χαμηλά οικονομικά στρώματα, τις εισερχόμενες από Δύση κοινωνικές εξεγέρσεις και τους πολιτικούς τους αντιπάλους που προσπαθούν με κάθε μέσο να τους αποσταθεροποιήσουν. Στο εξωτερικό, τα τελευταία χρόνια ύστερα από την άνοδο των μετριοπαθών στην εξουσία, την συμφωνία του 2015 και τις συμμετοχές του Ιράν σε πολέμους με νικηφόρους συνασπισμούς έχει καταφέρει να ισχυροποιήσει την θέση του στη Μέση Ανατολή και να διεκδικεί το ρόλο μια περιφερειακής υπερδύναμης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει διεθνής και περιφερειακούς δρώντες που το εκλαμβάνουν σαν θανάσιμο εχθρό τους και προσπαθούν να το απομονώσουν (βλέπε ΗΠΑ, Ισραήλ, Σαουδική Αραβία) με οποιοδήποτε τρόπο σε κάθε υποσύστημα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Όμως, η ΕΕ έχει πραγματοποιήσει ένα μεγάλο οικονομικό άνοιγμα στο Ιράν και δεν θα ήταν απίθανο να δούμε στο μέλλον μια «σύγκρουση» μεταξύ ΗΠΑ-ΕΕ όπου αυτοί οι δύο πόλοι ισχύος θα προσπαθούν να προστατεύσουν τα-αντικρουόμενα πλέον-οικονομικά συμφέροντα τους στην περιοχή.
Share Button

Του Μηνά Λυριστή*

Η οργάνωση του ISIS ενίσχυσε το αίσθημα του εθνικισμού στα κράτη της Μέσης Ανατολής, ενώ η αποσύνθεση τoy προκάλεσε ιστορικό πλήγμα στην ιδέα της δημιουργίας και διατήρισης ενός αμιγώς Ισλαμικού Κράτους.

Τα γεγονότα και τα ιστορικά στοιχεία που περικλύουν το ISIS και το χάος της Μέσης Ανατολής, συμβαίνουν για λιγότερο από πέντε χρόνια, γεγονός που αν μη τι άλλο δείχνει την ταχεία εξαπλωση του γεγονότος, και την επίσης άμεση (σε σχέση με το χρονικό περιθώριο) αποσύνθεση του. Το ISIS, έχασε τις περισσότερες περιοχές επιρροής του στο Ιράκ και τη Συρία. Πλέον, οι περισσότεροι μαχητές του έχουν είτε διαφύγει σε άλλες περιοχές, είτε είναι νεκροί είτε δοκιμάζουν να αναμειχθούν με ντόπιους πληθυσμούς προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη.

Συνέχεια ανάγνωση

Επιπροσθέτως, η παραφιλολογία γύρω από την οργάνωση είναι τόσο μεγάλη, σε βαθμό που οι μέθοδοι, οι τακτικές και η θέαση των πραγμάτων των τζιχαντιστών, θεωρούνται ως μια νέα(;) ιδεολογία, σαν ένας τρόπος ζωής, που γοητεύει τους μουσουλμάνους πιστούς σε όλο τον πλανήτη. Το ISIS θέλησε να εφαρμόσει μια παλιά κοσμοθεωρία με νέες μεθόδους, αποκαθιστώντας την πολιτική δομή που υπήρχε κατά τη διάρκεια του Μωάμεθ, συνέχιζε στις δυναστείες των Ωμεϋάδων και των Αβασσίδων και έληξε με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια δομή βασισμένη σε έναν υπέρτατο ηγέτη του μουσουλμανικού κόσμου και ένα έθνος με μία χώρα.

Η ιδέα φυσικά δεν επινοήθηκε από τους συμμετέχοντες του Ισλαμικού Κράτους. Μουσουλμάνοι φιλόσοφοι σε όλη την ιστορία έγραψαν και υποστήριξαν αντίστοιχες ιδέες. Ήταν πεπεισμένοι ότι ο μόνος τρόπος να σταματήσει η καταστροφική επιρροή της Δύσης, ήταν να επιστρέψει ο ισλαμικός κόσμος στην αληθινή θρησκεία. Το Ισλάμ είναι η λύση, όπως λέει χαρακτηριστικά το σύνθημα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, το οποίο χρειάζεται ένα ενιαίο πολιτικό πλαίσιο για να ξεπεράσει την καταστρεπτική δύναμη του εθνικισμού. Αυτή η επιθυμία χαρακτηρίζει όχι μόνο τους αφοσιωμένους μουσουλμάνους ή τα ριζοσπαστικά κινήματα, αλλά μοιράζεται και σε πολλούς Άραβες στοχαστές. Ένας από τους βασικούς στόχους του Ισλαμικού Κράτους, ήταν η διαγραφή των αυθαίρετων συνόρων της συμφωνίας Sykes-Picot του 1916, γεγονός που έδωσε στήριξη στην οργάνωση ακόμη και από μουσουλμάνους που ήσαν αντίθετοι με τις βάναυσες τακτικές του.

Αλλά δεν ήταν μόνο η ιδεολογία που βοήθησε το Ισλαμικό Κράτος να στρατολογήσει χιλιάδες εθελοντές. Άλλοι λόγοι ήταν οι εσωτερικές συγκρούσεις χωρών της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής, όπως η βίαιη σύγκρουση μεταξύ της ιρακινής κυβέρνησης και της σουνιτικής μειονότητας, ο πόλεμος της κυβέρνησης του αιγυπτιακού προέδρου Abdel-Fattah al-Sissi κατά της λαϊκής μουσουλμανικής αδελφότητας και το χάος στη Λιβύη μετά την πτώση του Muammar Gadhafi. Έτσι, μια δύναμη περίπου 25.000 έως 30.000 αγωνιστών κατάφερε να καταλάβει τεράστιες περιοχές όταν οι κυβερνητικοί στρατοί ήταν απασχολημένοι με την επιβίωση απέναντι σε εθνικιστές και άλλους τζιχαντιστές που απειλούσαν την εξουσία των εκάστοτε κυβερνήσεων. Το ISIS επωφελήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διεθνή αδιαφορία: η Δύση υπέθεσε ότι ήταν απλώς άλλος ένας επαναστατικός οργανισμός, ο οποίος δεν ήταν απειλητικός ως προς αυτή. Όταν η οργάνωση εγκαταστάθηκε στο Ιράκ και τη Συρία αναπτύσσοντας παράλληλα συμμαχίες στη Λιβύη και την Αίγυπτο, κέρδισε την αφοσίωση των τοπικών οργανώσεων και ξεκίνησε τρομοκρατικές επιθέσεις στη Δύση. Αναντίρρητα, προκάλεσε τεκτονικές αλλαγές, όπως η συμμαχία μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών εναντίον του.

Παραδόξως, το ISIS έφερε επίσης το Ιράν, ανεπίσημα, στον συνασπισμό εναντίον του. Ακόμη, στην Υεμένη, οι ΗΠΑ είδαν τους αντάρτες Χούτι ως ένα σιιτικό κίνημα που θα μπορούσε να ελέγξει την εξάπλωση της Αλ Κάιντα. Ομως, ο νέος πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, προτίμησε να βασιστεί στους πιο αποτελεσματικούς Συριους Κούρδους, δημιουργώντας μια βαθιά ρήξη με την Τουρκία.

Υπάρχουν τρεις κύριοι λόγοι για την αραβική και μουσουλμανική αδιαφορία σε σχέση με το ISIS. Ο πρώτος σχετίζεται με την ιδέα ότι η οργάνωση επηρέασε μόνο τη Συρία και το Ιράκ. Ο δεύτερος λόγος είναι η πεποίθηση ότι τα ισχυρά και ομοιογενή έθνη-κράτη δεν κινδυνεύουν να κυριαρχηθούν από αντίστοιχες οργανώσεις. Ο τρίτος και ίσως ο σημαντικότερος λόγος είναι ότι το ISIS δεν είναι κράτος, αλλά μια οργάνωση που μετά την εξάντληση των δυνατοτήτων της στο πεδίο των μαχών, γίνεται μια άλλη περιορισμένη τρομοκρατική οργάνωση που δεν απαιτεί αραβική παρέμβαση και σίγουρα δεν συγκρίνεται με την απειλή του Ισραήλ έναντι του οποίου οι αραβικές χώρες είναι πάντοτε πρόθυμες να συνεργαστούν.

Το ISIS συνέβαλε στη δημιουργία μιας σημαντικής αντίληψης , ιδιαίτερα σε εκείνους που πίστευαν ότι ο αραβικός εθνικισμός έρχεται στο τέλος του. Ακόμη και πριν κατακτηθούν περιοχές στο Ιράκ και τη Συρία, η στρατολόγηση δυνάμεων στο Ιράκ, συμπεριλαμβανομένων των Κούρδων και οι συγκρούσεις ορισμένων επαναστατικών πολιτοφυλακών εναντίον του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους, απέδειξαν ότι η απειλή της ακεραιότητας της πατρίδας είναι πιο κρίσιμη από τους εθνοτικούς αγώνες. Η απελευθέρωση του Ανμπαρ και της Μοσούλης στο Ιράκ, γιορτάστηκε ως εθνική νίκη. Η νίκη στη Ράκα της Συρίας οδήγησε σε μια μάχη μεταξύ του καθεστώτος και των κουρδικών αντάρτων για την κυριότητα της κατεχόμενης περιοχής. Αλλά ακόμα κι εδώ οι Κούρδοι, όπως και οι άλλες πολιτοφυλακές, επιδιώκουν τη νομιμότητά τους από την κυβέρνηση.

Η παρουσία του “Ισλαμικού Κράτους” στις χώρες αυτές ενίσχυσε περισσότερο την αίσθηση του εθνικισμού έναντι εκείνων που θεωρούνται ξένοι εχθροί. Η εμφάνιση του στη Μέση Ανατολή δεν είναι ένα περιστασιακό επεισόδιο. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις δεν τελειώνουν με την υποχώρηση του και την επιστροφή των ανταρτών του στις πατρίδες τους. Μάλιστα, τώρα που πλέον δεν υπάρχουν “σύνορα” να αμυνθεί, είναι εμφανής η προσπάθεια της οργάνωσης να αναπτυχθεί σε άλλες μορφές πολέμου, όπως τα τυφλά τρομοκρατικά χτυπήματα, ή ο κυβερνοπόλεμος. Το ISIS δεν τελείωσε με την κατάλληψη της Ράκα, αντίθετα τώρα ξεκινά να διαφαίνεται η δυναμική και η ικανότητα στην προπαγάνδα μέσω διαδικτύου. Αλλά η ιδέα του Ισλαμικού Κράτους, δίχως εισαγωγικά, υπέστη ένα ιστορικό πλήγμα το οποίο θα αφήσει ένα μακροχρόνιο τραύμα σε όσους πιστεύουν στο όνειρο του Ισλαμικού έθνους.

 

* Ο Μηνάς Λυριστής είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Γεωπολιτικής του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών

1 2 3 138