Κέντρο Ανατολικών Σπουδών

για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία

Συνέβη σήμερα

Συνέβη σήμερα

Μεγεθύνσεις

Μεγεθύνσεις

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

Προσεγγίσεις

Προσεγγίσεις

Γεωπολιτική

Γεωπολιτική

Κυπριακές εκλογές 2018: Μια άτυπη Σφυγμομέτρηση

Της Αγγελικής Χαραλαμποπούλου Σε αναμονή των προεδρικών εκλογών στην Κύπρο μια προσπάθεια αποτύπωσης των διαθέσεων του εκλογικού σώματος ίσως βοηθήσει στη ...

Περισσότερο

Η Ασφάλεια των Πολιτών, η Ασφάλεια της Ελλάδος

"Η Ασφάλεια των Πολιτών, η Ασφάλεια της Ελλάδος" : εκδήλωση στο Αιγάλεω, Τετάρτη 15 Νοεμβρίου, 6.00 μ.μ, αίθουσα "Γ. Ρίτσος" ...

Περισσότερο

Ισλαμοφοβία. Όρος και αιτιάσεις

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής* Με τον γενικό όρο Ισλαμοφοβία, θεωρείται πως αναφερόμαστε στον φόβο και τα αρνητικά συναισθήματα που πηγάζουν όταν ...

Περισσότερο

Κυπριακό: Μια υποθετική ανάλυση κόστους-οφέλους

Κυπριακό: Μια υποθετική ανάλυση κόστους-οφέλους

Χαραλαμποπούλου Αγγελική Ένας φαύλος κύκλος μοιάζει να έχει καταλήξει η διαδικασία συνομιλιών μεταξύ των 2 κοινοτήτων. Μετά την αποτυχία του Κρανς ...

Περισσότερο

Επόμενος σταθμός στο πόλεμο δια αντιπροσώπων: Λίβανος.

Γιώργος Φράγκος Ερευνητής – Κέντρο Ανατολικών Σπουδών Πάντειο Πανεπιστήμιο Ενώ έχουν ξεσπάσει πολεμικές συγκρούσεις σε Συρία, Ιράκ και Υεμένη ο Λίβανος διατηρεί ...

Περισσότερο

Share Button

Της Αγγελικής Χαραλαμποπούλου

Σε αναμονή των προεδρικών εκλογών στην Κύπρο μια προσπάθεια αποτύπωσης των διαθέσεων του εκλογικού σώματος ίσως βοηθήσει στη κατανόηση των επερχόμενων –κι όχι μόνο- εκλογικών αποτελεσμάτων.

Το δεδομένο είναι ότι η Κυπριακή κοινωνία στο σύνολο της δεν συμφωνεί απόλυτα- τουλάχιστον ουσιαστικά- στο θέμα του Κυπριακού. Διακρίνονται διάφορες τάσεις οι οποίες πολλές φορές είναι είτε ακραίες και αντικρουόμενες είτε ουδέτερες και αδιάφορες.

Από την μία πλευρά έχουμε την πλήρη αδιαφορία ενός μέρους της κοινωνίας –της νεότερης γενιάς κυρίως- που αδιαφορεί συνολικά για τα πολιτικά τεκταινόμενα. Αυτή η αδιαφορία γίνεται εμφανής στη μεγάλη αποχή που καταγράφεται στις εκλογικές αναμετρήσεις τα τελευταία χρόνια. Αν αναζητήσουμε πού ενδεχομένως οφείλεται, προσπαθώντας να σχηματίσουμε ένα γενικό προφίλ, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι οι γενιές που δεν βίωσαν την εισβολή και έζησαν στο εξωτερικό ή αντιμετώπισαν την κρίση των προηγούμενων χρόνων, έχουν σχηματίσει μια αρνητική στάση απέναντι στη πολιτική διακυβέρνηση του τόπου τους. Ενδεχομένως να κατηγορούσαν τη πολιτική εξουσία για την οικονομία και τη κατάσταση του Κυπριακού με αποτέλεσμα να αποστασιοποιηθούν. Η αδιαφορία  έρχεται ως συνέπεια της γενικότερης δυσαρέσκειας που επικρατεί απέναντι σε κάθε πολιτική εξουσία, όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα. Θεωρητικά, αντιμετωπίζουν την αποχή ως το μόνο –και εύκολο- τρόπο να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια τους.

Ειδικότερα, στο θέμα του Κυπριακού, παρότι οι μνήμες του σχεδίου Αννάν είναι ακόμη ζωντανές, η όποια εξέλιξη αντιμετωπίζεται επίσης με απάθεια. Έχει καταστεί άλλωστε γραφική η συνεχής αναπαραγωγή της λύσης μιας «διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας», η οποία  έχει υποστηρικτές αλλά και πολέμιους. Επί αυτού τοποθετούνται οι υποψήφιοι πρόεδροι ώστε να συσπειρώσουν το μέρος του εκλογικού σώματος που ταυτίζεται με την παράταξη τους. Αξιοπρόσεκτο είναι ωστόσο ότι μεγάλο μέρος των σιωπηλών υποστηρικτών της ΔΔΟ θεωρεί ότι δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις για διαπραγματεύσεις και συμφωνίες. Με αυτό τον τρόπο το θέμα του Κυπριακού χάνει τη σημασία του καταλήγοντας να είναι μια γραφική προεκλογική υπόσχεση. Πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά  όταν έχει γίνει πλέον εμφανής η μειονεκτική θέση στην οποία θα έλθει η Δημοκρατία σε οποιαδήποτε λύση.

Το ασύμφορο “οποιασδήποτε” λύσης είναι γνωστό στον Κυπριακό λαό δεδομένης της ιστορικής αλληλουχίας.  Είτε οι υποψήφιοι λοιπόν δεσμεύονται για συνομιλίες, διαπραγματεύσεις ή ακόμη και λύση, είτε αντιτίθενται σε οποιαδήποτε συνομιλία και διακηρύττουν ανοιχτά την ελληνοκυπριακή κυριαρχία σε όλο το νησί, ο λαός αντιλαμβάνεται την αδυναμία εφαρμογής των δεσμεύσεων –εκτός εξαιρετικά ατυχών περιπτώσεων υποψηφίων.

Είναι ευρέως γνωστό ότι το Κυπριακό αποτελεί μια εκκρεμότητα για την Ευρώπη και κυρίως τα Η.Ε. Η κάθε δέσμευση συνεπώς έγκειται στην εξασφάλιση υποστήριξης από μέρους τους, ως σημείο σύγκλισης με τους εξωτερικούς ενδιαφερόμενους, των οποίων η στήριξη αποτελεί πολύτιμο χαρτί για κάθε υποψήφιο. Αυτό το δεδομένο είναι –πιθανότατα- επίσης γνωστό στο εκλογικό σώμα, επιλέγοντας εν τέλει τον υποψήφιο που εμπνέει περισσότερη εμπιστοσύνη, εμπειρία και υπόσχεται μεγαλύτερη εσωτερική ανάπτυξη χωρίς να υιοθετεί ακραίες θέσεις.

Share Button

“Η Ασφάλεια των Πολιτών, η Ασφάλεια της Ελλάδος” : εκδήλωση στο Αιγάλεω, Τετάρτη 15 Νοεμβρίου, 6.00 μ.μ, αίθουσα “Γ. Ρίτσος” (Δημαρχείου και Κουντουριώτου). Συζητούν: Πάνος Παναγιωτόπουλος τ. Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Καθηγητής Χ. Γιαλουρίδης, Πτέραρχος Β. Βρεττός, Δημοσιογράφος Δ. Μαρκόπουλος.

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Με τον γενικό όρο Ισλαμοφοβία, θεωρείται πως αναφερόμαστε στον φόβο και τα αρνητικά συναισθήματα που πηγάζουν όταν ένα υποκείμενο έρθει σε επαφή με κάποιο άλλο, το οποίο όμως ασπάζεται τη θρησκεία του Ισλάμ. Μια αντίδραση η οποία διαφέρει στο διάγραμμα της έντασης, της συναισθηματικής φόρτισης, και της πράξης του ατόμου. Ακολουθεί μια ανάλυση η οποία δοκιμάζει να σημειώσει το γιατί δημιουργήθηκε ο φόβος αυτός, εάν έχει στέρεες βάσεις και από που εν τέλει προέρχεται. Συνέχεια ανάγνωση

Μια πρώτη διάκριση όσον αφορά τη Δύση και την εικόνα της για το Ισλάμ, θα μπορούσε να είναι η παρακάτω κατηγοριοποίηση:

Η στάση και οι υποθέσεις που κατηγοριοποιούν τους μουσουλμάνους ως τέτοιους και μόνο (ανεξάρτητα από την εθνικότητα, τάξη, ιδεολογία κτλ). Υπάρχει η ελιτίστικη αντίληψη πως οι μουσουλμάνοι τυγχάνουν ελλιπούς παιδείας, μορφώσεως, αξιών και τελικά έρχονται “δεύτεροι” στη σειρά, πίσω φυσικά από τους δυτικούς. Επιπλέον η βία που χρησιμοποιείται απέναντί τους, όχι μόνο των εγκλημάτων μίσους αλλά και των μικρο-επιθέσεων σε δημόσιους χώρους. Οι μουσουλμάνοι που κατοικούν σε δυτικές χώρες, είναι πιο πιθανό αν γίνουν θύματα βίας, αυτή να είναι πιο βίαιη ή περισσότερο εύκολο να χρησιμοποιηθεί. Ακόμη, οι διακρίσεις (έμμεσες και άμεσες) στην απασχόληση-παροχή υπηρεσιών λειτουργούν με αρνητικό άξονα ενώ τέλος, εμφανής είναι ο αποκλεισμός τους από τη λήψη αποφάσεων.

Φυσικά τα παραπάνω είδη διάκρισης είτε συνδέονται και μεταξύ τους είτε καθένας από αυτούς μπορεί να αποτελεί συνέπεια ή αίτια κάποιου άλλου. Τίθεται όμως -ευλόγως- το ερώτημα: ποιός ωφελείται από την ισλαμοφοβία; Ή έστω, νομίζει πως ωφελείται; Τα τελευταία χρόνια, εμφανίστηκαν ξεχωριστές τάσεις εμφάνισης της ισλαμοφοβίας. Αυτές, θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής:

  • Ανισότητα: η επιθυμία δικαιολόγησης άνισων προτύπων στις σύγχονες δυτικές κοινωνίες, που λειτουργούν εις βάρος μουσουλμανικών κοινοτήτων
  • Ορυκτά καύσιμα: Η Δύση φαντάζει “γραπωμένη” στον ορυκτό πλούτο της Μέσης Ανατολής και δεν φαίνεται να κάνει πίσω παρά τα όσα ζητήματα έχουν δημιουργηθει με την ρευστότητα στις περιοχές αυτές. Ακόμη, παρακινούνται οι υπηρεσίες ασφαλείεας χωρών της Μ. Ανατολής να κακομεταχειριστούν συμπολίτες τους, κάτι που δημιουργεί επιπλέον αρνητικό αντίκτυπο.
  • Το Παλαιστινιακό Ζήτημα: Η Δύση και κυρίως οι ΗΠΑ, προτιμούν να στηρίζουν το Κράτος του Ισραήλ έναντι των σχέσεων του με την Παλαιστίνη
  • Ανασφάλεια στο Διεθνές Θέατρο: Δεν υπάρχει ο κυβερνητικός έλεγχος του παρελθόντος σε τομείς όπως η οικονομία, η ασφάλεια ή τα περιβαλλοντικά ζητήματα. Έτσι δημιουργούνται εξιλαστήρια θύματα, με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς να αποτελούν εύκολο στόχο
  • Πολιτική υποψηφίων σε εκλογές: Τα πολιτικά κόμματα εύκολα συντηρικοποιούνται δοκιμάζοντας την εξασφάλιση περισσότερων ψήφων από όλο το πολιτικό φάσμα. Έτσι, οι τεχνικές αποξένωσης, εθνικής κυριαρχίας και ξενοφοβίας λειτουργούν ως οι ναυαρχίδες του πολιτικού λόγου, και οι μουσουλμάνοι είναι μέρος της ρητορικής αυτής.
  • Σκεπτικισμός: Υπάρχει πράγματι μεγάλος σκεπτικισμός στις δυτικές κοινωνίες σχετικά με τις αντιλήψεις, τα ήθη και έθιμα της θρησκείας του Ισλάμ.
  • Θρησκευτική ημιμάθεια: πολλές φορές εξάγονται συμπεράσματα για το Ισλάμ, από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν για το Ισλάμ. Διαστρεβλώνονται δηλαδή οι αρχές, τα ήθη και τα έθιμα μιας θρησκείας (είτε εις γνώσιν είτε άνευ) από διάφορους δημαγωγούς.
  • Ιστορική συνέχεια: Η ιστορία δείχνει τις πολλές συγκρούσεις της δύσης με τους μουσουλμάνους, και οι σχέσεις αυτές είναι βαθιά επηρεασμένες από την κατάκτηση ή την εξέγερση. Δημιουργείται η αντίληψη πως ο θεός “μας προστατεύει συνεχώς” απέναντι σε αυτό τον “εχθρό”.

Μπορούμε να δούμε λοιπόν, πως η φοβία για το Ισλάμ έχει αιτιάσεις οι οποίες όμως βασίζονται στα δυτικά στερεοτυπικά σενάρια. Συνέχεια των διαδικασιών αυτών, αποτέλεσε η -στον αντίποδα- αντιδυτική αίσθηση σε πολλές αραβικές χώρες με αποκορύφωμα τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ευρωπαϊκές χώρες. Δημιουργούνται δυστυχώς ιδέες και πολιτικές θέσεις εκατέρωθεν οι οποίες δαιμονοποιούν την άλλη πλευρά. Αυτό είναι ένα ζήτημα στο οποίο η Δύση οφείλει να επανεξετάσει τη στρατηγική της. Ο φόβος όμως των δυτικών για κάθε τι διαφορετικό, και δη για το Ισλάμ, είναι (δίχως να φαίνεται με μια πρώτη ανάγνωση ίσως) ένα συγνοινωνούν δοχείο με τα αντιδυτικά αισθήματα των φονταμενταλιστών μουσουλμάνων.

 

 

 

 

 

 

 

 

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών

Share Button

Χαραλαμποπούλου Αγγελική

Ένας φαύλος κύκλος μοιάζει να έχει καταλήξει η διαδικασία συνομιλιών μεταξύ των 2 κοινοτήτων. Μετά την αποτυχία του Κρανς Μοντάνα, ο Μ.Ακιντζί εμφανίζεται, ενόψει προεδρικών εκλογών στην Κυπριακή Δημοκρατία, πρόθυμος για επανέναρξη συζητήσεων με διαφύλαξη του κατ’ αυτόν κεκτημένου θετικού κλίματος εμπιστοσύνης προηγούμενων συνομιλιών.  Βέβαια, όπως είναι αναμενόμενο το προεκλογικό κλίμα δεν ευνοεί τέτοιες ενέργειες, κάτι που θα μπορούσε πολύ εύκολα κανείς να προβλέψει. Συνέχεια ανάγνωση

Τα τελευταία χρόνια οι όποιες συνομιλίες φαίνεται να αναδεικνύουν σε υψηλό βαθμό το επικοινωνιακό παιχνίδι ,  στη βάση της ανάδειξης “του καλού” και του “κακού” στα μάτια της διεθνούς κοινότητας και στη συνέχεια σε ένα άλλο επίπεδο, σε άμεσες ή έμμεσες  βολές εναντίον έκαστης εγγυήτριας χώρας. Αυτό το παιχνίδι εντυπώσεων συνεχίζεται και πιθανότατα θα συνεχιστεί και μετεκλογικά, ανεξάρτητα με το αποτέλεσμα, καθότι αποτελεί την καλύτερη παρελκυστική λύση στη παρούσα φάση.

Ακολουθώντας μια ανάλυση κόστους-οφέλους για το κυπριακό ζήτημα θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στα εξής εξετάζοντας την ελληνική/ελληνοκυπριακή πλευρά:

Το μεγαλύτερο όφελος έγκειται αναμφισβήτητα για όλους –ελπίζουμε- στην επανένωση του νησιού και την κυπριακή κυριαρχία σε όλο το εύρος της επικράτειας οπότε τοποθετείται ως  ιδεατή λύση. Ως τέτοια, ωστόσο δε σημαίνει ότι είναι άπιαστη παρά μόνο αδύνατη στη παρούσα φάση. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις.

Κάποιες από αυτές μοιάζουν να γίνονται πραγματικότητα λαμβάνοντας υπόψη το άσχημο αμερικανο-τουρκικό κλίμα αλλά και το σχετικά ευνοικό ρωσο-κυπριακό. Σε αυτό το πλαίσιο, κατά την επίσκεψη του Προέδρου Αναστασιάδη στη Μόσχα, υπεγράφησαν στις 24/10 συμφωνίες για όλο το φάσμα των τομέων συνεργασίας, εντείνοντας της εκτεταμένη ρωσική στήριξη στην οικονομική ανάπτυξη του νησιού. Ωστόσο, η Τουρκία είναι ενώπιον μιας πολύπλευρης απομόνωσης από πλευράς ΗΠΑ και ΕΕ, ενώ συνεχίζει να διατηρεί την εσωτερική της συνοχή από μια κλωστή. Η Ρωσία διατηρεί εξ ανάγκης, όπως έχει φανεί τα τελευταία χρόνια, τις σχέσεις με το νότιο γείτονα θερμές. Είναι όπως το αντιλαμβάνεται,  καλύτερο να έχει ένα σύμμαχο στα νότια σύνορα της εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα προβολή ισχύος νοτιότερα όπου εντοπίζονται πολλά οφέλη για τις εμπλεκόμενες πλευρές. Αυτό το πλαίσιο πρέπει  να αξιοποιηθεί ως μοχλός πίεσης εκ μέρους της ελληνικής και κυπριακής πλευράς για να επιτευχθεί πλήρως η τουρκική απομόνωση, έργο που κάποιες φορές αποδεικνύεται ακόμη ευκολότερο με τη διαχείριση των εξωτερικών σχέσεων από τον κ.Ερντογάν. Η ρωσική πλευρά δεν πρόκειται να δημιουργήσει ρήξη στις σχέσεις της με τη Τουρκία, αλλά μπορεί να ασκήσει πίεση.

Μια πολύπλευρη πίεση και παραδοσιακά εκ μέρους της Κύπρου πρέπει να συνεχίσει να υφίσταται διεκδικώντας τα νόμιμα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως η ΑΟΖ και η επακόλουθη εκμετάλλευση της. Η ενέργειες για κατάθεση συντεταγμένων για καθορισμό ΑΟΖ για τη βόρεια περιοχή της και το αίτημα από την παράκτια χώρα, την Τουρκία, να αρχίσουν συζητήσεις επί του θέματος είναι μια πολύ καλή κίνηση που προχωράει η Λευκωσία ετοιμάζοντας τις συντεταγμένες, όπως έπραξε στο παρελθόν με Αίγυπτο, Ισραήλ και Λίβανο ώστε να κατατεθούν τις επόμενες ημέρες στα Ηνωμένα Έθνη.

Παράλληλα με μια  τέτοια ευκαιριακή συγκυρία απομόνωσης, θα πρέπει επίσης από ελληνικής πλευράς να υπάρχει ισχυρή πολιτική εξουσία με ξεκάθαρη εξωτερική πολιτική και ευνοϊκό προς αυτή διεθνές κλίμα (ειδικά αμερικανοβρετανικό). Σε αυτή τη περίπτωση,  ακόμη και μια αναίμακτη επανένωση είναι πολύ πιθανή δεδομένης της ορθής αξιοποίησης των καταστάσεων. Παραλληλίζοντας το Σ.Α του ΟΗΕ με τις Μεγάλες Δυνάμεις του Α’ Π.Π ίσως φανεί αναχρονιστικό αλλά παραμένει αρκετά ρεαλιστικό.  Άλλωστε, η περιφέρεια βλέπει για πολλές δεκαετίες ανακατατάξεις στα εδάφη, όπως και η διεθνής κοινότητα που παρακολουθεί και επεμβαίνει παραδοσιακά στη περιοχή.

Κατά συνέπεια, αυτό το σενάριο, όντας ιδανικό για την ελληνική και κυπριακή πλευρά, αποτελεί την βέλτιστη λύση αλλά όπως την αντιλαμβάνεται η τουρκική. είναι ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος (win-lose).

Όποια άλλη λύση προτείνεται ως win-win κατάσταση,  δε θα μπορέσει ποτέ- να ικανοποιήσει και τις 2 πλευρές. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι όποιες μορφές μιας «διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας»,  η οποία είναι ένα πολύ εύθραυστο θεωρητικό οικοδόμημα που θα οδηγήσει σε ανάλογη με το οικοδόμημα του 1960 κατάληξη ενώ παράλληλα ελλοχεύει ο κίνδυνος της πληθυσμιακής αλλοίωσης του νησιού, εκ μέρους Τουρκίας, όπως ήδη έχει διενεργήσει στη κατεχόμενη πλευρά, απειλώντας εξ’αυτού με ενσωμάτωση.

Η τουρκική στάση τα τελευταία 50 χρόνια δε πρέπει να λησμονείται από τους υποψήφιους Προέδρους και να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η τουρκική αδιαφορία για φιλελεύθερες και δίκαιες λύσεις. Η Άγκυρα πάντοτε δρούσε με υπομονή ως την επίτευξη των απώτερων στόχων σκεπτόμενη ρεαλιστικά με όρους ισχύος και όχι δικαίου.

Ανάλογα της σκοπιάς, διαφορετική είναι και η αντιμετώπιση. Όποια λύση και για τις 2 πλευρές δεν  πλησιάζει τη βέλτιστη για τη κάθε μία οπότε απορρίπτεται. Γιατί να επιλέξει η κάθε πλευρά ένα 50 % όταν μπορεί να αναμένει για να κερδίσει το 100%?  Ακόμη και ενδοτικές λύσεις έως και 60-70% είναι λιγότερο βέλτιστες. Δεδομένου ωστόσο ότι αποτελεί μια υπόθεση όπου η Τουρκία δεν είχε καν λόγο εμπλοκής πριν το ’50, και απέκτησε ποσοστό οφέλους από «ευγενική βρετανική χορηγία», η ελληνική πλευρά μετά τη μετατροπή της βέλτιστης λύσης ένωσης σε βέλτιστη λύση ανεξαρτησίας και ελληνοκυπριακής κυριαρχίας σε όλο το νησί, δεν θα έπρεπε να δείχνει ενδοτικότητα πέρα της απολύτως απαραίτητης για το σεβασμό των διεθνώς ενεργειών επίλυσης της κατάστασης ώστε να διατηρηθεί ένα καλό προφίλ συνεργασίας .

Αυτή είναι η τακτική που ακολουθείται –επιτυχώς- το τελευταίο καιρό και ειδικά κατά το Κρανς Μοντάνα οδηγώντας σε μια κατάσταση αναμονής ευκαιριών για δημιουργίας οφελών. Η τουρκική ελπίδα μιας ενδοτικής ελληνοκυπριακής ή ελληνικής κυβέρνησης, όπως έχει αποδειχτεί αλλού στο παρελθόν, έχει φέρει σημαντικά αποτελέσματα για τη τουρκική πλευρά. Το ίδιο, αν και δεν έχει συμβεί ακόμη, μπορεί να λειτουργήσει και αντίθετα. Η εσωτερική σταθερότητα είναι σημαντικότατο στοιχείο δεδομένης της έντονης πολιτικής προσωπικότητας του Τούρκου Προέδρου.

Η χρυσή τομή έγκειται στην σωστή διαχείριση των διεθνών πιέσεων για όποια λύση και προσεκτική παρακολούθηση και εξέταση των καταστάσεων στην απέναντι όχθη ώστε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά η όποια ευκαιρία. Όποια δέσμευση ενδέχεται να εμποδίσει την βέλτιστη λύση δεν πρέπει να συνάπτεται αλλά χωρίς να γίνεται εμφανής αυτή η αρνητικότητα.

Αυτή η διαχείριση ίσως είναι ένα θετικό στοιχείο της παρούσας εξωτερικής πολιτικής, η οποία μετά από πολλά χρόνια παρουσιάζεται στιβαρή και ξεκάθαρη στις προτεραιότητες της, χωρίς παράλογη ενδοτικότητα αλλά με κλίμα συνεργασίας και θετικής προσέγγισης. Το τελευταίο στοιχείο, όπως φαίνεται, λείπει από την τουρκική πλευρά, οδηγώντας τη σε περαιτέρω διεθνή απομόνωση, εκτός των άλλων, και για το κυπριακό.

Share Button

Γιώργος Φράγκος

Ερευνητής – Κέντρο Ανατολικών Σπουδών Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ενώ έχουν ξεσπάσει πολεμικές συγκρούσεις σε Συρία, Ιράκ και Υεμένη ο Λίβανος διατηρεί μια «εύθραυστη» ειρήνη. Μια ειρήνη που έρχονται να διαταράξουν τώρα οι ανταγωνισμοί των περιφερειακών δρώντων. Οι ραγδαίες εξελίξεις των δύο τελευταίων εβδομάδων καταδεικνύουν ότι ο Λίβανος, και ειδικότερα η Χεζμπολάχ, θα είναι ο επόμενος στόχος στην στρατηγική της Σαουδικής Αραβίας να πλήξει το Ιράν. Αν πραγματοποιηθεί αυτό το σενάριο, τότε η χώρα θα αποτελέσει άλλο ένα θέατρο των λεγόμενων proxy wars στη Μέση Ανατολή μεταξύ Ιράν-Σαουδικής Αραβίας.

Το «προεόρτια» ήταν οι αναρτήσεις του Σαουδάραβα Υπουργού Σχέσεων Κόλπου Thamer al-Sabhan στο twitter απευθυνόμενος προς την Λιβανέζικη κυβέρνηση γράφοντας τα εξής: “Απευθύνω το τιτίβισμα μου στην κυβέρνηση(του Λιβάνου) επειδή το Κόμμα του Σατανά (Χεζμπολάχ) εκπροσωπείται σε αυτή και είναι τρομοκρατικό κόμμα. Το ζήτημα δεν είναι να ανατραπεί η κυβέρνηση, αλλά μάλλον να ανατραπεί η Χεζμπολάχ. ” Επίσης πρόσθεσε: “Οι επικείμενες εξελίξεις θα είναι σίγουρα εκπληκτικές”. Λίγες μέρες αργότερα, τις αιχμηρές δηλώσεις του Υπουργού ακολούθησε η παραίτηση του Λιβανέζου Πρωθυπουργού Saad Al-Hariri στις 4 Νοεμβρίου από την Σαουδική Αραβία, στην οποία είχε μεταβεί την προηγούμενη μέρα. Η παραίτηση του ανακοινώθηκε από το σαουδαραβικό τηλεοπτικό σταθμό Al-Arabia και αναφέρθηκε σε σχέδια δολοφονίας εναντίον του, ενώ άσκησε δριμύτατη κριτική προς την Χεζμπολάχ. Ο σουνίτης πολιτικός είχε αναλάβει Πρωθυπουργός έπειτα από μεγάλη διαμάχη, την οποία είχε προκαλέσει η δολοφονία του προηγούμενου Πρωθυπουργού Rafic Al-Hariri, πατέρα του Saad. Αξίζει να σημειωθεί πως η οικογένεια Hariri έχει οικονομικά συμφέροντα στην Σαουδική Αραβία, όπου διατηρούσε μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία. Ο χριστιανός Πρόεδρος του Λιβάνου Μισέλ Αούν δεν έχει κάνει δεκτή ακόμα την παραίτηση, πιθανότατα για να κερδίσει χρόνο προκείμενου να γίνει ομαλή διαδοχή του Al-Hariri στο πρωθυπουργικό αξίωμα.

Η εξωτερική πολιτική του Σαουδαραβικού Σουνιτικού Βασιλείου έχει υποστεί πλήγματα το τελευταίο διάστημα Αφενός απέτυχε παταγωδώς στο Ιράκ και τη Συρία διότι δεν κατάφερε να ανατρεψει τα μη φιλικά καθεστώτα των δύο χωρών, και αφετέρου στην Υεμένη και το Κατάρ έχει βρεθεί σε διπλωματικά και στρατιωτικά «αδιέξοδα» χωρίς να είναι σίγουρο ότι θα πετύχει τους σκοπούς του. Τα παραπάνω γεγονότα έχουν οδηγούν το Ριάντ σε σπασμωδικές κινήσεις προκειμένου να χτυπήσει τη Χεζμπολάχ και μέσω αυτής το Ιράν. Όμως πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι πιθανές κυρώσεις (πολιτικές, οικονομικές κ.α.) προς την Χεζμπολάχ, θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο προς όλη την χώρα, καθώς επίσης ο Λιβανέζικος λαός δεν θα θελήσει να γίνει ξανά εμφύλιος πόλεμος επομένως είναι πολύ πιθανόν μια τέτοια κίνηση να γυρίσει «μπούμερανγκ» προς την Σαουδική Αραβία. Τέλος, το μόνο σίγουρο είναι πως αφού ο Βασιλιάς Salman κατάφερε να παγιώσει την εξουσία του, ύστερα από τις διώξεις εναντίον άλλων φατριών του Βασιλικού Οίκου των Σαούντ, θα του είναι πλέον ευκολότερο να επικεντρωθεί με τους εξωτερικούς του αντιπάλους και πιο συγκεκριμένα το Ιράν.

1 2 3 134