για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική
Share Button

Υποψήφιος Διδάκτορας: Μιχαήλ-Εμμανουήλ Δημάκας

 Εισαγωγή

Με την κατάρρευση του διπολικού συστήματος που αποτελούσε το βασικό χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι εξωτερικές παράμετροι οι οποίες σχετίζονται με την πολιτική, την οικονομία και την ασφάλεια δέχτηκαν σοβαρές μετατροπές. Όλα τα κράτη, βάσει της θέσης που κατέχουν στο διεθνές σύστημα, είτε ως υπερδυνάμεις, είτε ως μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις, είτε ως μικρά κράτη στη νέα διεθνή πολιτική συγκυρία που δημιούργησε η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, τα αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουν τη διεθνή τους θέση. Όμως οι συγκυριακές πολιτικές της μοναδικής υπερδύναμης που υπάρχει μετά την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ., δηλαδή των Η.Π.Α., είναι εκείνες που αναγκάζουν το σύνολο των χωρών, μεταξύ των οποίων και την Τουρκία, να προσαρμόσουν το περιφερειακό τοπίο δράσης τους και την εξωτερική τους πολιτική. Το κενό ισχύος ωστόσο, που δημιουργείται στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, μετά τη διάλυση του παλαιού διεθνοπολιτικού σκηνικού όπου διακυβεύονται μεγάλα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, η Τουρκία εμφανίζεται να είναι έτοιμη να το καλύψει. Δίνεται έτσι, η ευκαιρία στην Τουρκία για αναζωογόνηση του τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού.[1]

Η Μέση Ανατολή αποτελεί για την Τουρκία ένα δεύτερο γεωπολιτικό χώρο δράσης και αναβάθμισης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ειδικότερα, ο Πόλεμος του Κόλπου έδωσε στην Τουρκία  διά του προέδρου της Turgut Özal τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τη διεθνή συγκυρία και να οδηγήσει τη χώρα στο ενεργό πρωταγωνιστικό προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής. Εντούτοις, εκείνο που καθόρισε την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας στο χώρο της Μέσης Ανατολής τόσο κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου όσο και κατά την εισβολή των συμμάχων στο Ιράκ ήταν το Κουρδικό Ζήτημα το οποίο θεωρείται ακόμη και σήμερα ως «σοβαρός αποσταθεροποιητικός παράγοντας».

Στην προοπτική δημιουργίας ενός αυτόνομου κουρδικού κράτους που θα έθετε σε κίνδυνο τα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της Τουρκίας στην περιοχή, η Τουρκία δείχνει διστακτική στην άμεση σύμπραξή της με τις Η.Π.Α. στην περίπτωση του Κόλπου έστω κι αν αυτή η στάση της ξεπεράστηκε με την αποφασιστικότητα του  Turgut Özal, ενώ στην περίπτωση της εισβολής στο Ιράκ η θέση της είναι αρνητική. Στη βάση λοιπόν των νέων γεωπολιτικών δεδομένων που δημιουργεί η κατάρρευση του Ανατολικού Συνασπισμού αλλά και με σημείο αναφοράς το Κουρδικό Ζήτημα, θα επιχειρηθεί μια προσέγγιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής κατά τις δύο κρίσιμες χρονικές συγκυρίες, του Πολέμου του Κόλπου το 1991 και του Πολέμου του Ιράκ το 2003.

Οι Σχέσεις Τουρκίας-Ιράκ (1980-1990)

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 η κυβέρνηση του Turgut Özal προσπαθούσε να διατηρήσει τις καλές σχέσεις της με το Ιράκ, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί έπειτα από την κατάργηση του Συμφώνου της Βαγδάτης.[2] Εξάλλου, προσπαθούσε να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με την ιρακινή κυβέρνηση, ανεξάρτητα από την πολιτική που ακολουθούσε και να μην λαμβάνει θέση στις διαμάχες μεταξύ των κρατών της Μέσης Ανατολής. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η Τουρκία διατήρησε αυστηρή ουδετερότητα κατά τη διάρκεια του Πολέμου Ιράκ-Ιράν,[3] προκειμένου να εκμεταλλευτεί τη διαρκώς αυξανόμενη επιρροή απέναντι στις δύο εμπόλεμες χώρες και να αποκομίσει οικονομικά οφέλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι χάρη στον πόλεμο, τόσο το Ιράν όσο και το Ιράκ έγιναν δύο χώρες άμεσα εξαρτημένες από την Τουρκία, και συγκεκριμένα από τη δυνατότητα της Τουρκίας να πραγματοποιεί εύκολα εισαγωγές και εξαγωγές στον Αραβικό Κόλπο, πράγμα το οποίο ήταν ιδιαίτερα δύσκολο εκείνη την περίοδο.

Εν τω μεταξύ, η μόνη ουσιαστική διαφορά μεταξύ Τουρκίας και Ιράκ ήταν το ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων του Ευφράτη, ο οποίος πηγάζει από τα τουρκικά εδάφη και καταλήγει στο Ιράκ και τη Συρία, χώρες των οποίων η ύδρευση εξαρτάται άμεσα από τον ποταμό.

Ωστόσο, η κοινή εναντίωση τόσο της Τουρκίας όσο και του Ιράκ απέναντι στις αποσχιστικές τάσεις του Κουρδιστάν, ήταν η βασική αρχή της συνεργασίας μεταξύ των δύο κρατών. Κατά τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του 1980, το ένοπλο κίνημα των Κούρδων, του οποίου ηγείτο ο αρχηγός του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν[4] (ΡΚΚ) Abdullah Öcalan άρχισε να παίρνει μεγάλες διαστάσεις και να εξαπολύει επιθέσεις εναντίον των Τούρκων πολιτών αλλά και του Τουρκικού Στρατού. Η Τουρκία απάντησε στις επιθέσεις των Κούρδων ανταρτών πραγματοποιώντας επιχειρήσεις καταστολής εξεγέρσεων. Την ίδια στιγμή, οι Κούρδοι του Ιράκ, εκμεταλλευόμενοι την ένοπλη διαμάχη μεταξύ Ιράν-Ιράκ, πραγματοποιούσαν εξεγέρσεις εναντίον της Βαγδάτης, ενώ το Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα[5] (KDP) του οποίου ηγέτης ήταν ο Masoud Barzani, γιος του Mustafa Barzani, συνεργαζόταν με τις Ιρανικές δυνάμεις καταλαμβάνοντας συνοριακές θέσεις το 1983. Μέχρι το 1985, η κουρδική εξέγερση είχε αρχίσει να αποδυναμώνεται λόγω του ότι ο αρχηγός  της Πατριωτικής Ένωσης του Κουρδιστάν[6] (PUK), Jalal Talabani, αρνήθηκε να συνδράμει τον αγώνα του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος (KDP) και συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με την Κυβέρνηση Saddam Hussein. Εντούτοις, στα μέσα του 1985 εγκατέλειψε αυτή του την τακτική και αποφάσισε να λάβει μέρος στον αντιστασιακό αγώνα των Κούρδων κατά του Ιράκ. Έτσι, για πρώτη φορά Τουρκία και Ιράκ βρέθηκαν ταυτόχρονα αντιμέτωπες με την κουρδική εξέγερση.

To 1988 οι ιρανικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Halabja,[7] πόλη που βρισκόταν στο Ιρακινό Κουρδιστάν, προκαλώντας ανησυχία στην Τουρκία ότι θα καταλάμβαναν και το Kirkuk. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, το Ιράκ πραγματοποίησε επιχείρηση ανακατάληψης της Halabja[8] χρησιμοποιώντας χημικά όπλα και ανάγκασε το Ιράν να αποδεχθεί την κατάπαυση του πυρός.[9]

Όπως ήταν λογικό, η βίαιη καταστολή των κουρδικών εξεγέρσεων στο Βόρειο Ιράκ και η καταστροφή 800 και πλέον κουρδικών χωριών δημιούργησε πλήθος προσφύγων. Τουλάχιστον 250.000 Κούρδοι πρόσφυγες κατέφυγαν στο Κεντρικό και Νότιο Ιράκ. Τον Αύγουστο του 1988, το Ιράκ εξαπέλυσε νέα επίθεση με χημικά όπλα εναντίον των Κούρδων που κατοικούσαν στα σύνορα Τουρκίας-Ιράκ, με αποτέλεσμα οι Κούρδοι πρόσφυγες να καταφύγουν στο Ιράν και όταν αυτό έκλεισε τα σύνορά του, στράφηκαν μαζικά στα τουρκικά σύνορα. Η Άγκυρα αντιμετώπισε ένα σοβαρό δίλημμα. Από τη μια πλευρά η διεθνής κοινότητα ασκούσε πιέσεις στην Τουρκία να δεχθεί τους Κούρδους πρόσφυγες, ενώ από την άλλη πλευρά η τουρκική κοινή γνώμη διατηρούσε αρνητική στάση απέναντι στους Κούρδους λόγω της οκταετούς διαμάχης της Τουρκίας με το ΡΚΚ. Αρχικά, η Τουρκία διεμήνυσε πως τα σύνορά της με το Ιράκ είχαν κλείσει και πως οι πρόσφυγες που είχαν εισβάλει στα τουρκικά σύνορα είχαν επιστραφεί στο Ιράκ. Αργότερα όμως, έπειτα από τις διεθνείς πιέσεις, η Τουρκία αναγκάστηκε να δεχθεί τους Κούρδους πρόσφυγες.[10]

To Ιράκ ζήτησε άδεια από την Τουρκία να ασκήσει το δικαίωμα «ταχείας επέμβασης»[11] στα τουρκικά εδάφη, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του 1984.[12] Παρόλο που η Τουρκία είχε ασκήσει τρεις φορές κατά το παρελθόν το δικαίωμα «ταχείας επέμβασης» στο έδαφος του Ιράκ εναντίον των Κούρδων, απέρριψε το αίτημα του Ιράκ, έπειτα από τις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας. Η Τουρκία, παρότι διεμήνυσε ότι οι Κούρδοι επρόκειτο να αφοπλισθούν προκειμένου να μην προβούν σε καμία εχθρική πράξη εναντίον του Ιράκ, το Ιράκ κατήργησε το πρωτόκολλο.[13]

Τελικά, τον Σεπτέμβρη του 1988 η Τουρκία δέχτηκε 63.000 Κούρδους πρόσφυγες, οι οποίοι διέμεναν σε 12 χωριστούς καταυλισμούς στη Νοτιοανατολική  Ανατολία.[14] Παρά το γεγονός ότι βρέθηκε αντιμέτωπη με μια προσφυγική κρίση, η Τουρκία σταμάτησε πλέον να βλέπει τους Κούρδους του Ιράκ ως εχθρούς. Σύμφωνα με δήλωση του Güneş Taner, ο Turgut Özal άρχισε πλέον να βλέπει τον Ιρακινό δικτάτορα Saddam Hussein ως έναν αιμοσταγή δικτάτορα, ο οποίος καταστρατηγούσε τα ανθρώπινα δικαιώματα και πίστευε ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα χημικά του όπλα ακόμα και εναντίον της Τουρκίας.

Ήταν εμφανές ότι η αρνητική στάση της Τουρκίας ως προς το αίτημα «ταχείας επέμβασης» του Ιράκ, καθώς και η προϋπάρχουσα διαφορά των δύο χωρών στο ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων του Ευφράτη, οδήγησε για πρώτη φορά τις σχέσεις τους σε αδιέξοδο. Οι δύο χώρες, έπειτα από χρόνια συνεργασία μεταξύ τους, οδηγούνταν σε διαμάχη πριν από την ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ.[15]

 Η Στάση της Τουρκίας Κατά τη Διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου (1991)-Συνέπειες

Είναι γνωστό ότι η εν γένει πολιτική της Τουρκικής Δημοκρατίας, ενώ υπήρχε η Σοβιετική Ένωση, καθοδηγείτο από το δόγμα «ειρήνη στη χώρα, ειρήνη στον κόσμο», το οποίο είχε υιοθετήσει ο ιδρυτής της, Mustafa Kemal Atatürk. Η διάλυση όμως της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία οδήγησε στην ανεξαρτησία των τουρκόφωνων δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας, έδωσε στο στρατιωτικό και διπλωματικό κατεστημένο της Άγκυρας νέες δυνατότητες για την άσκηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ειδικότερα, η σύγκρουση στα Βαλκάνια[16] αφύπνισε τις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας προς τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων.

Ωστόσο, η μεταψυχροπολεμική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας αλλά και ο τουρκικός γεωστρατηγικός σχεδιασμός της προς την Κεντρική Ασία γίνεται αντικείμενο αυστηρής κριτικής από τον ακαδημαϊκό Ahmet Davutoğlu,[17] ο οποίος υπογραμμίζει την «ανετοιμότητα της Τουρκίας να ανταποκριθεί στα δεδομένα της μεταψυχροπολεμικής εποχής», εφόσον δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το τέλος του «στατικού διεθνούς διπολικού συστήματος» και τη δημιουργία ενός «δυναμικού πολύπλευρου διεθνούς συστήματος», ώστε να προσαρμόσει αναλόγως τις στρατηγικές και την εξωτερική πολιτική της.[18]

Με δεδομένη λοιπόν την «ανετοιμότητά» της να διαμορφώσει μια νέα εξωτερική πολιτική, η Τουρκία δεν μπόρεσε, μετά την αλλαγή που επήλθε, να ασκήσει ή να διεκδικήσει κάποιο ρόλο στην ιστορική αυτή πρόκληση. Και ενώ οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί γιόρταζαν την ιστορική νίκη του συστήματος των δυτικών αξιών, η Τουρκία βρισκόταν στο περιθώριο. Βέβαια εν μέρει δικαιολογείται η στάση αυτή της Τουρκίας έναντι της αλλαγής που επήλθε δεδομένου ότι η Ε.Σ.Σ.Δ. παρέμενε ως εξωτερική απειλή για την Τουρκία μέχρι την πλήρη κατάρρευσή της στα τέλη του 1991. Έτσι, ο διαρκής χαρακτήρας της απειλής από τη σοβιετική υπερδύναμη προς την Τουρκία καθιστούσε αναγκαίο το συνεχιζόμενο σεβασμό προς τη Μόσχα, μια πρακτική αντίθετη με εκείνη των Η.Π.Α. και των Δυτικοευρωπαίων.

Η στάση αυτή της Τουρκίας σε ό,τι αφορά την υφιστάμενη αυτή αλλαγή σε συνδυασμό με τη διάλυση μεγάλου μέρους της στρατιωτικής υποδομής του ΝΑΤΟ,[19] αφού έπαψε να υφίσταται η απειλή πολέμου από την Ανατολή, δικαιολογεί την όποια διστακτικότητα για πανηγυρισμούς. Διαπιστώνεται έτσι η έλλειψη δυτικής αλληλεγγύης προς την Τουρκία η οποία εκδηλώνεται με διαφορετικές ενέργειες και πρακτικές. Η εισβολή όμως του  Saddam Hussein στο Κουβέιτ και η προσάρτησή του στο Ιράκ αποτέλεσαν μια πρόκληση τόσο στα διεθνώς ισχύοντα, όσο και στην ίδια τη διεθνή τάξη. Η αντιμετώπιση μιας επιθετικής δύναμης, εν προκειμένω του Ιράκ, που τολμούσε να αναθεωρεί τα δεδομένα 40 ετών σε μια περιοχή υψηλής στρατηγικής αξίας, ήταν μία έγκαιρη υπενθύμιση της χρησιμότητας που είχε η στρατηγική συνεργασία μεταξύ των μελών της δυτικής συμμαχίας.

Η νέα αυτή πρόκληση, της εισβολής δηλαδή του Ιράκ στο Κουβέιτ, ήταν η λιγότερο επιθυμητή για την Τουρκία και αυτό διότι η κρίση εκδηλώθηκε στη Μέση Ανατολή, μια περιοχή που ήταν τυπικά εκτός ορίων, ώστε να μπορεί η Τουρκία να διαδραματίσει ένα ξεκάθαρο ρόλο μέσα στην οργάνωση και να παρακολουθήσει με ικανοποίηση τα μέλη της δυτικής συμμαχίας να συμφωνούν μεταξύ τους. Τα νέα δεδομένα επιβάρυναν την Τουρκία με διάφορες περιπλοκές. Η πρώτη περιπλοκή ήταν ότι η κρίση διαδραματίστηκε σε μια περιοχή όπου η Τουρκία είχε διατηρήσει προηγουμένως το δικαίωμα να διαχωρίζει τα τοπικά της συμφέροντα από εκείνα της συμμαχίας. Ειδικότερα, μετά την ταπεινωτική κατάρρευση της Συνθήκης της Βαγδάτης, η Τουρκία είχε διαχωρίσει τις στρατηγικές-συμμαχικές υποχρεώσεις της από τις περιφερειακές σχέσεις στη Μέση Ανατολή. Δεύτερον, ο Πόλεμος του Κόλπου πραγματοποιήθηκε σε μια περιοχή στην οποία η κυρίαρχη τάξη αλλά και η κοινή γνώμη της Τουρκίας έβλεπαν με επιφύλαξη την οποιαδήποτε εμπλοκή, λόγω και των οδυνηρών εμπειριών στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η προοπτική λοιπόν να χυθεί τουρκικό αίμα στην άμμο της Αραβίας ήταν κάτι το οποίο ο τουρκικός λαός ενστικτωδώς απέρριπτε. Μια τρίτη περιπλοκή δημιουργούσε η προσοδοφόρα οικονομική σχέση της Τουρκίας με το Ιράκ, η οποία είχε καλλιεργηθεί και σφυρηλατηθεί στη διάρκεια του πολέμου της χώρας αυτής με το Ιράν. Όμως, η Τουρκία δεν δίστασε πολύ να συμπαραταχθεί με το σύνολο των χωρών που τάσσονταν υπέρ της αντιπαράθεσης με το Ιράκ.

Η ιδιαίτερη σπουδή της Τουρκίας να στηρίξει τις διεθνείς κυρώσεις που επιβλήθηκαν στο Ιράκ και να διαδραματίσει πρωταρχικό ρόλο στην εφαρμογή τους αποτέλεσε κύριο μέλημα του τότε Τούρκου Προέδρου Turgut Özal. Διότι χωρίς την άμεση και σαφή απόφασή του να κλείσει τους δύο αγωγούς πετρελαίου του Ιράκ που διασχίζουν την Τουρκία, η Σαουδική Αραβία πιθανότατα να ήταν διστακτική σε αντίστοιχη ενέργεια με τον αγωγό IPSA-2[20] που από το Ιράκ καταλήγει στο σταθμό Yanbu[21] στην Ερυθρά Θάλασσα. Τέτοιου είδους αποφάσεις ήταν κρίσιμες για τη στάση της σαουδαραβικής ηγεσίας να επιτρέψει ή όχι στις Η.Π.Α. να χρησιμοποιήσουν το βασίλειό της ως βάση στρατιωτικής δράσης για την εκδίωξη των Ιρακινών από το Κουβέιτ, γεγονός που δε θα μπορούσε να εξασφαλιστεί με την επίκληση των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας.[22] Όμως, η απόφαση αυτή του Özal εφαρμόζεται μόνο στο ξεκίνημα της κρίσης, διότι στη συνέχεια υποχρεώθηκε να λάβει υπ’ όψιν τις εσωτερικές παρεμβάσεις και κυρίως την κοινή γνώμη η οποία ήταν αντίθετη με το ενδεχόμενο ανάπτυξης τουρκικών δυνάμεων στον Κόλπο. Για το λόγο αυτό η Τουρκία δεν έστειλε έστω και συμβολική δύναμη στρατιωτών να συμμετάσχει στο Διεθνή Συνασπισμό,[23] περιοριζόμενη μόνο να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση από τις Η.Π.Α. των κοινών αεροπορικών βάσεων για την πραγματοποίηση πτήσεων για το βομβαρδισμό στρατιωτικών στόχων του Ιράκ, τον Ιανουάριο του 1991.

 Εικόνα 1: «Η Επιχείρηση Καταιγίδα της Ερήμου»

 

Πηγή: www.researchgate.net.

 Αν και η Τουρκία λόγω των προκαταλήψεων της κοινής γνώμης δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί πλήρως τις πολιτικές ευκαιρίες, εντούτοις η κρίση του Ιράκ-Κουβέιτ, της έδωσε τη δυνατότητα μιας σημαντικής επιτυχίας, κυρίως ως προς την επιβεβαίωση της γεωστρατηγικής υπεροχής της στην περιοχή. Παρόλο που η Κρίση του Κόλπου παγώνει την υποστήριξη των Η.Π.Α. προς την Τουρκία σε μια μεταβατική περίοδο του διεθνούς συστήματος, για την πλειοψηφία των Τούρκων η κρίση αυτή δημιουργεί ένα αίσθημα απογοήτευσης που αγγίζει τα όρια της δυσφορίας, αφού αντιμετωπίζεται «σαν μια παρτίδα πόκερ που έπαιξε ο Özal, χωρίς όμως να αποδώσει τα αναμενόμενα». Σε γενικές γραμμές, η Κρίση του Κόλπου, υπήρξε μια χαμένη ευκαιρία της Τουρκίας ώστε να προσδεθεί σε μια νέα, βασισμένη σε συγκεκριμένους κανόνες αλληλεγγύη, μεταξύ συμμάχων οι οποίοι είχαν συνεργαστεί κατά τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου.[24]

Διαφορετική όμως φαίνεται η προσέγγιση την οποία επιχειρεί ο καθηγητής Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματα του Πολέμου του Κόλπου για την Τουρκία. Κατά την άποψή του, βραχυπρόθεσμα αλλά και μεσοπρόθεσμα, η κρίση και η συνολική εμπλοκή της Τουρκίας στον Πόλεμο του Κόλπου, υπήρξε γι’ αυτήν «ευεργετική, τόσο στο οικονομικό και πολιτικό-διπλωματικό όσο και στο ευρύτερο γεωπολιτικό επίπεδο», ενώ κατ’ αρχήν έδειξε να επιτυγχάνει και τον άλλο στόχο που είχε θέσει η πολιτική ηγεσία για «στρατηγική αναβάθμιση και νέο ρόλο της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή». Ακόμα τα κέρδη της αποτυπώθηκαν τόσο σε οικονομική βοήθεια, ύψους 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που έλαβε από τις ανεπτυγμένες χώρες, Γερμανία, Ιαπωνία, Η.Π.Α., αραβικές χώρες,  ως αποζημίωση για αντίστοιχες απώλειες που είχε λόγω της εμπλοκής της στην κρίση, καθώς και στον εμπορικό αλλά κυρίως στο στρατιωτικό τομέα εφόσον ανταμείφθηκε με την προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων, αξίας 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ανάλογα ήταν τα οφέλη της και στο διπλωματικό επίπεδο, αφού με παρέμβαση των Η.Π.Α., αναθερμάνθηκαν οι ελπίδες της Άγκυρας για αναβάθμιση των σχέσεών της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες κατέληξαν το 1995 στη συμφωνία για πλήρη τελωνειακή σύμβαση. 

Στα αρνητικά βέβαια της πολιτικής που ακολουθήθηκε από την Τουρκία στον Πόλεμο του Κόλπου εντάσσεται η αδυναμία της να επιτύχει έναν από τους κύριους στρατηγικούς της στόχους, δηλαδή να αποκτήσει ρόλο ηγεμόνα στην περιοχή.[25]

 

Εικόνα 2: «Οι Συμμαχικές Επιχειρήσεις στον Πόλεμο του Κόλπου»

Πηγή: kc-johnson.com/history-3445-gulfwar.

Η Στάση της Τουρκίας Κατά τη Διάρκεια του Πολέμου στο Ιράκ (2003)-Συνέπειες

 Το Βόρειο Ιράκ αποτελούσε πάντα για την Τουρκία σημείο αναφοράς το οποίο καθόριζε την εκάστοτε εξωτερική πολιτική της, τόσο στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 αλλά και αργότερα, μέχρι και σήμερα. Το πρόβλημα, πιεστικό και ακανθώδες, αναγκάζει την Τουρκία σε προσεκτικές διπλωματικές κινήσεις τις οποίες προσαρμόζει ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες, τόσο στη συγκεκριμένη όσο και στην ευρύτερη περιοχή. Η κατάσταση στο Βόρειο Ιράκ, μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, παρουσίαζε μια σειρά από δυσκολίες για την Τουρκία. Το γεγονός ότι η Τουρκία μετείχε στην Επιχείρηση Παροχή Βοήθειας ΙΙ (OPC 2) [26]  με αντικειμενικό σκοπό να κρατήσει μακριά από τα βόρεια της χώρας τις Ιρακινές δυνάμεις, προστατεύοντας έτσι τους Ιρακινούς Κούρδους μέσω της επιβολής μιας ζώνης στην οποία απαγορεύονταν οι πτήσεις βορείως του 36ου παραλλήλου, οδήγησε εν τέλει τους Ιρακινούς Κούρδους σε μια de facto κυριαρχία του Βορείου Ιράκ.[27]

Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν να δημιουργηθεί ένα πολιτικό κενό στο βόρειο τμήμα του Ιράκ, λόγω υποχώρησης του ιρακινού κράτους με αποτέλεσμα το τμήμα αυτό να χρησιμοποιείται από το ΡΚΚ ως εφαλτήριο για αντάρτικες επιχειρήσεις στη νοτιοανατολική περιοχή της Τουρκίας.[28]

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου η Τουρκία είχε μια μοναδική «δεύτερη ευκαιρία» να παρουσιαστεί ως ο στρατηγικός παράγοντας σταθερότητας που θα αναζητούσε η Δύση για την αντιμετώπιση των ασύμμετρων απειλών της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η Τουρκική Δημοκρατία μπορούσε να αποτελέσει ένα μοντέλο μίμησης για το σταδιακό εκδημοκρατισμό των αραβοϊσλαμικών κοινωνιών που αποτελούσαν τις βάσεις εκκίνησης της AlQaeda.[29] Οι Η.Π.Α., διά του Υφυπουργού Άμυνας Paul Wolfowitz, εξέφρασαν σαφώς στο Διεθνές Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου[30] το 2002 την αμερικανική υποστήριξη στο τουρκικό παράδειγμα ισλαμικής δημοκρατίας, λέγοντας ότι «έχουμε έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ, την Τουρκία, που αποτελεί υπόδειγμα για τις προσδοκίες του μουσουλμανικού κόσμου, όσον αφορά στη δημοκρατική διαδικασία και την ευημερία». Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η επικεφαλής της αμερικανικής κυβέρνησης Madeleine Albright, υπογραμμίζοντας τη γεωπολιτική θέση και το γεωστρατηγικό ρόλο της Τουρκίας.

Σαφής επίσης είναι η υποστήριξη των Η.Π.Α. στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά όμως τις προσπάθειες των Αμερικανών για υποστήριξη της Τουρκικής Δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα στη συγκεκριμένη κρίσιμη χρονική συγκυρία της εισβολής στο Ιράκ και παρά την υποστήριξη τόσο της πολιτικής όσο και της στρατιωτικής ηγεσίας σχετικά με την ανάπτυξη 62.000 αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στα εδάφη της Τουρκίας, ήταν το τουρκικό κοινοβούλιο που τελικά απαγόρευσε, με απόφασή του την 1η Μαρτίου 2003, τη διπλωματική συμπαράταξη της Άγκυρας με τις Η.Π.Α. σε ένα τόσο ζωτικής σημασίας θέμα για την Υπερδύναμη. Το ίδιο το κοινοβούλιο αποφάσισε να αγνοήσει ακόμα και τη σαφή προτροπή του στρατεύματος για μια δεύτερη ψηφοφορία, την 5η Μαρτίου 2003, που θα ικανοποιούσε το αμερικανικό αίτημα ανοίγματος ενός βορείου μετώπου.

Το κόστος για την Τουρκία στον οικονομικό αλλά κυρίως στο γεωπολιτικό τομέα ήταν μεγάλο, αφού δεν έλαβε την οικονομική βοήθεια των 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων που της είχε υποσχεθεί η Washington, ενώ απώλεσε το ειδικό στρατιωτικό βάρος που είχε ως θεματοφύλακας των γεωπολιτικών τετελεσμένων του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου.[31]

Όπως αναφερθήκαμε στην αρχή του κεφαλαίου, το Ιράκ αποτελούσε σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, αφού αυτή συνδέεται με τα θεμελιώδη συμφέροντα της στο χώρο αυτό. Με την απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου να αρνηθεί ουσιαστικά τη συμμετοχή της Τουρκίας στην επιχείρηση Συμμαχικού Συνασπισμού εναντίον του Ιράκ, διατυπώνονται οι φόβοι που υπήρχαν αναφορικά με το αποτέλεσμα της συμμαχικής επέμβασης στο Ιράκ, τον Μάρτιο του 2003.[32]

Οι φόβοι αυτοί διατυπώνονται σαφέστατα στο «Ειδικό Υπόμνημα» (Special Report) του Αμερικανικού Ινστιτούτου Ειρήνης,[33] σύμφωνα με το οποίο: «Η επιχείρηση του συνασπισμού, επικεφαλής του οποίου ήταν οι Η.Π.Α., στο Ιράκ άλλαξε τα θεμελιώδη συμφέροντα της Τουρκίας σε αυτό, τα οποία έχουν 4 πτυχές: 1) Πρόληψη της διαίρεσης του Ιράκ κατά μήκος διαχωριστικών ή εθνικών γραμμών, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα ανεξάρτητο ή συνομόσπονδο κουρδικό κράτος, υποστηρίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο φιλοδοξίες για δημιουργία παρόμοιας οντότητας από τον εκτεταμένο κουρδικό πληθυσμό της Τουρκίας. 2) Προστασία της Τουρκμενικής μειονότητας[34] η οποία διαμένει στο Βόρειο Ιράκ. 3) Εξόντωση του ΡΚΚ και του Τουρκοκουρδικού Επαναστατικού Κινήματος, το οποίο έχει αναζητήσει καταφύγιο στο Βορειοανατολικό Ιράκ μετά την ήττα του το 1991. 4) Πρόληψη της εμφανίσεως, ενός ενδεχομένως εχθρικού μη δημοκρατικού ζηλωτιστικού Ιρακινού κράτους».

Σε άλλο σημείο του «Ειδικού Υπομνήματος» συσχετίζονται οι τουρκικοί φόβοι με τη συμπεριφορά της έναντι της αγγλοαμερικανικής επέμβασης και τονίζονται τα προβλήματα που η συμπεριφορά αυτή δημιούργησε στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις  λέγοντας: «Οι τουρκικοί προβληματισμοί αντανακλούν τη βαθιά ανησυχία που τρέφει η Τουρκία αναφορικώς με τον αντίκτυπο που θα είχε η κουρδική ανεξαρτησία ή μια ισχυρή αυτονομία στο Ιράκ στο δικό της εγχώριο κουρδικό πληθυσμό. Έχοντας απορρίψει το αίτημα των Η.Π.Α. να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο κατά του Ιράκ, η Τουρκία ευρέθη με περιορισμένη επιρροή στο Ιράκ και δεν γνωρίζει πως θα μπορέσει να διαμορφώσει την μελλοντική πορεία των γεγονότων. Οι Τούρκοι αντιλαμβάνονται ότι οι Κούρδοι του Ιράκ έχουν αποκτήσει προνομιακή θέση ως αποτέλεσμα της άνευ όρων υποστηρίξεώς τους για την ανατροπή του καθεστώτος του Saddam Hussein στο Ιράκ και την κατάληψη της χώρας από τις δυνάμεις των συμμάχων».

Από αυτό προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας δεν θα έχει ευχάριστες εξελίξεις εξαιτίας της συγκεκριμένης στάσης της στην αγγλοαμερικανική επέμβαση. Οι σχέσεις της Τουρκίας με τις Η.Π.Α., έχουν υποστεί πλήγματα «παρά την αμοιβαία επιθυμία τους για ένα ενωμένο, ευημερούν και δημοκρατικό ιρακινό κράτος το οποίο θα μπορέσει να λειτουργήσει στο μέλλον ως αντίπαλο δέος έναντι του Ιράν. Γενικότερα, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις έχουν διαρραγεί λόγω της ελλείψεως κατανοήσεως και εμπιστοσύνης, οι οποίες προκαλούνται κυρίως από την έλλειψη συμφωνίας αναφορικώς με τις μελλοντικές εξελίξεις στο Ιράκ». Σαφής, όπως προκύπτει, η διαφορά αντιλήψεων μεταξύ Άγκυρας και Washington στο κουρδικό ζήτημα η οποία συνίσταται στην αντιμετώπιση της αυτονομίας και ανεξαρτησίας των κουρδικών πληθυσμών του Βορείου Ιράκ, γεγονός που επιθυμούν μεν οι Η.Π.Α. αλλά όχι η Άγκυρα.[35]

Eικόνα 3: «Οι Ζώνες Απαγόρευσης Πτήσεων στο Ιράκ» 

Πηγή: en.wikipedia.org. 

Συμπέρασμα

 Ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά αποτελέσματα του τερματισμού του Ψυχρού Πολέμου ήταν η εξαφάνιση της στρατηγικής ισορροπίας μεταξύ των υπερδυνάμεων, Η.Π.Α. και Ε.Σ.Σ.Δ., που λειτουργούσε ως ένα ελεγκτικό εργαλείο. Η διάλυση της ευρασιατικής ηπειρωτικής δύναμης, δηλαδή της Ε.Σ.Σ.Δ., δημιούργησε ένα σοβαρό πεδίο δράσης για τις γειτονικές περιφερειακές δυνάμεις αλλά και τα μικρά περιφερειακά κέντρα ισχύος στις εγκαταλελειμμένες περιοχές. Στη βάση των νέων δεδομένων τόσο οι κυρίαρχες δυνάμεις των Η.Π.Α. ως μοναδική πλέον παγκόσμια δύναμη αλλά και οι περιφερειακές αντίστοιχα, όπως η Τουρκία, αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τη νέα στρατηγική της εξωτερικής τους πολιτικής. Για τις Η.Π.Α. η νέα τάξη πραγμάτων υπήρξε η βασική έννοια μιας νομιμοποιητικής ρητορικής κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου και απέκτησε έναν ειδικό χώρο λειτουργίας στο πλαίσιο αυτό.

Τα φοβικά σύνδρομα που διακατείχαν την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας αλλά κυρίως την κοινή γνώμη στην προοπτική δημιουργίας ενός αυτόνομου κουρδικού κράτους, οδήγησε το τουρκικό κοινοβούλιο στην αρνητική απόφαση για εξυπηρέτηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων να επέμβουν στο Ιράκ μέσω των τουρκικών εδαφών. Όσο κι αν η απόφαση αυτή είχε μεγάλες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες για την Τουρκία αφού απώλεσε το «ειδικό στρατιωτικό της βάρος» ως θεματοφύλακας του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου και ταυτόχρονα διατάραξε τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, επικράτησε η πολιτική της άρνησης ανεξαρτήτως των συνεπειών που είχε για την ίδια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Τουρκία ενήργησε με γνώμονα τη διατήρηση του status quo που βασίζεται στην ισορροπία νερού/πετρελαίου και που εν τέλει εκφράζει μια παραδοσιακή εξωτερική πολιτική.

Εικόνα 4: «Η Εισβολή των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Ιράκ (2003)»

Πηγή: www.socialstudies.com.

Βιβλιογραφία

  1. Hale, William, Turkey, the US and Iraq, Middle East Institute at SOAS, London, 2007.
  2. Oran, Baskin, Turkish Foreign Policy, 1919-2006 Facts and Analyses with Documents, trans. Mustafa Akşin, The University of Utah Press, Salt Lake City, 2010.
  3. Regan, Geoffrey, Μάχες που Άλλαξαν την Ιστορία 50 Αποφασιστικές Μάχες σε 2.500 Χρόνια Πολέμων, Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2007.
  4. Robins, Philip, Turkey and the Middle East, Printer Publishers Limited, New York, 1991.
  5. Γιαλλουρίδης, Χριστόδουλος, Η Τουρκία στον 21ο Αιώνα Ο Μακρύς Δρόμος προς την Ευρώπη, Εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα, 2004.
  6. Μάζης, Ιωάννης, Θ., Η Γεωπολιτική της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και η Τουρκία, Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη.
  7. Νταβούτογλου, Αχμέτ, Το Στρατηγικό Βάθος Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010.
  8. Πάπυρος Larousse Το Παπυράκι, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 2003.
  9. Ρόμπινς, Φίλιπ, Στρατός και Διπλωματία Η Τουρκική Εξωτερική Πολιτική από την Έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα, 2004.

 

Ηλεκτρονικές Πηγές

 

  1. wikipedia.org.
  2. www.kc-johnson.com/history-3445-gulfwar.
  3. quran.com.
  4. www.researchgate.net.
  5. www.socialstudies.com.
  6. www.thekurdishproject.org.

 

  • MSc: «Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές».

[1]. Βλ. Αχμέτ Νταβούτογλου, Το Στρατηγικό Βάθος Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, μτφ. Νικόλαος Ραπτόπουλος, επιμ. Νεοκλής Σαρρής, (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010), σελ.296.

[2]. Το Σύμφωνο της Βαγδάτης ή CENTO (Central Τreaty Organization: Οργάνωση Χωρών Κεντρικού Συμφώνου) ήταν οργανισμός αμοιβαίας ασφάλειας στον οποίο συμμετείχαν το Ιράν, η Μεγάλη Βρετανία, το Πακιστάν και η Τουρκία. Τροποποιήθηκε το 1959 και διαλύθηκε το 1979. Βλ. Πάπυρος Larousse Το Παπυράκι, (Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 2003), σελ.828.

[3]. Η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών διήρκησε από το 1980 έως το 1988.

  1. Το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν ιδρύθηκε το 1974 ως μια μαρξιστική-λενινιστική επαναστατική ομάδα που αποτελείται κατά κύριο λόγο από Κούρδους της Τουρκίας. Επειδή η κυβέρνηση της Τουρκίας έχει αρνηθεί στους Κούρδους βασικά πολιτικά, πολιτιστικά και γλωσσικά δικαιώματα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 το PKK δραστηριοποιήθηκε πέρα ​​από ανταρτικές, επαναστατικές κινήσεις στην ύπαιθρο χώρα και σε πράξεις αστικής τρομοκρατίας στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος στην νοτιοανατολική Τουρκία, όπου υπάρχει κυρίως κουρδικός πληθυσμός. Βλ. PKK: The Kurdistan Worker’s Party, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

[5]. Το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν σχηματίστηκε το 1946 υπό την αρχηγία του Mullah Mustafa-al-Barzani στην κατεχόμενη, από τη Σοβιετική Ένωση, περιοχή του Βόρειου Ιράν την οποία και ονόμασε Δημοκρατία του Mahabad. Ήταν ανάγκη να οργανωθούν τα 30 εκατομμύρια των Κούρδων, του μεγαλύτερου έθνους χωρίς κρατική οντότητα της Μέσης Ανατολής, οι οποίοι ζουν ως μειονοτικοί πληθυσμοί την Τουρκία, στο Ιράκ και στο Ιράν διεκδικώντας αυτονομία και ανεξαρτησία. Βλ. Kurdish Democratic Party, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

[6]. Η Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν σχηματίστηκε στο Ιράκ, όπου όλες οι λειτουργίες της κεντρικής κυβέρνησης εκτελούνταν από τοπικούς διοικητές, επί το πλείστον Κούρδους,  στα τέλη του 1970 υπό την αρχηγία του  Jalal Talabani. Υποστηρικτές του ήταν κυρίως αστικοί πληθυσμοί και ριζοσπάστες. Τοπικό κοινοβούλιο και τοπική διοίκηση εξελέγησαν το 1992 αλλά οι έριδες μεταξύ Κούρδων και ιρακινών πολιτικών σχηματισμών της περιοχής, καθώς και μεταξύ του PUK και του  KDP εμπόδισαν την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλίου το οποίο συνήλθε για τελευταία φορά τον Μάιο του 1995. Βλ. Patriotic Union of Kurdistan, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

 

[7]. Εννοούμε την Επιχείρηση Al-Anfal. Al-Anfal («Λάφυρα Πολέμου») ονομάζεται η επιχείρηση γενοκτονίας κατά των Κούρδων του Βορείου Ιράκ που εξαπέλυσε από το 1986 έως το 1989 το καθεστώς Saddam Hussein με σκοπό τη μαζική εξόντωσή τους. Ονομάστηκε έτσι από την 8η σούρα του Κορανίου που υπόσχεται την τιμωρία της φωτιάς σ’ αυτόν που αθέτησε τις υποσχέσεις του στο Θεό και τον Προφήτη Του. Για περαιτέρω πληροφορίες βλέπε Surah AlAnfal, διαθέσιμο στο: www.quran.com.

[8]. Πόλη του Ιρακινού Κουρδιστάν και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας.

[9]. Βλ. William Hale, Turkey, the US and Iraq, (Middle East Institute at SOAS, London, 2007), σελ.32-36.

[10]. Βλ. Philip Robins, Turkey and the Middle East, (Printer Publishers Limited, New York, 1991), σελ.67-69.

[11]. Ταχεία Επέμβαση (hot pursuit): Είναι νομικός όρος που περιγράφει το μέσω διεθνών συνθηκών καθιερωμένο δικαίωμα, εκ μέρους οργάνων επιβολής του νόμου να επεμβαίνουν με ταχύτητα εκτός της περιοχής δικαιοδοσίας και δικαιοπραξίας τους προκειμένου να συλλάβουν εγκληματίες ή να προλάβουν ζητήματα ασφαλείας. Βλ. Hot Pursuit, διαθέσιμο στο: www.merriam-webster.com.

[12]. Turkey-Iraq Security Protocol.

[13]. Baskın Oran, Turkish Foreign Policy, 1919-2006 Facts and Analyses with Documents, trans. Mustafa Akşin, (The University of Utah Press, Salt Lake City, 2010), σελ.603-604.

[14]. Τουρκικά: Güneydoğu Anadolu Bölgesi. Μια από τις επτά γεωγραφικές περιοχές της Τουρκίας. Οι υπόλοιπες έξι είναι οι εξής: i) Περιοχή Μαρμαρά (Marmara Bölgesi), ii) Περιοχή Αιγαίου (Ege Bölgesi), iii) Περιοχή Μεσογείου (Akdeniz Bölgesi), iv) Περιοχή Μαύρης Θάλασσας (Karadeniz Bölgesi), v) Περιοχή Κεντρικής Ανατολίας (İç Anadolu Bölgesi), vi) Περιοχή Ανατολικής Ανατολίας (Doğu Anadolu Bölgesi).

[15]. Βλ. William Hale, Turkey…, ό.π., σελ.38.

[16]. Εννοούμε τον Πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας (1991-95).

[17]. Τούρκος πολιτικός, ακαδημαϊκός και διπλωμάτης. Έχει διατελέσει πρωθυπουργός της Τουρκικής Δημοκρατίας από τις 28/8/2014 έως τις 24/5/2016.

[18]. Βλ. Ιωάννης Θ. Μάζης, Η Γεωπολιτική της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής και η Τουρκία, (Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2008), σελ.68-72.

[19]. Νοrth Αtlantic Τreaty Οrganizatiοn (Ελληνικά: Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου ή Ατλαντική Συμμαχία). Σύμφωνο συμμαχίας στο οποίο συμμετέχουν διάφορες χώρες με σκοπό τη διασφάλιση της αμοιβαίας και συλλογικής ασφάλειάς τους. Βλ. Πάπυρος…, ό.π., σελ.1200.

 

[20]. Iraqi Pipeline in Saudi Arabia (IPSA). Είναι ένα σύστημα αγωγών πετρελαίου, δυναμικότητας 1,65 εκατομμυρίων βαρελιών, που ρέει από τα σύνορα του Ιράκ, δια μέσου της Σαουδικής Αραβίας, στο λιμάνι Al-Mu’ajjiz στην Ερυθρά θάλασσα αλλά βρίσκεται εκτός λειτουργίας από τον Πόλεμο του Κόλπου.

[21]. Yanbu’ al Bahr: Λιμάνι της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα. Ανήκει στην επαρχία Al Madinah.

[22]. Το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας είναι ένας κλάδος της εκτελεστικής εξουσίας των Η.Π.Α., υπεύθυνο για να συντονίζει την πολιτική σε θέματα εθνικής ασφαλείας. Συχνά τίθεται επικεφαλής του ένας σύμβουλος εθνικής ασφαλείας και στελεχώνεται από ανώτερους αξιωματούχους από το στρατό, τη διπλωματία,  την αντικατασκοπεία, την εφαρμογή του νόμου και άλλα κυβερνητικά σώματα.

[23]. Ο Διεθνής Συνασπισμός αποτελείτο από τα εξής κράτη: Αφγανιστάν, Μπαχρέιν, Μπανγκλαντές, Τσεχοσλοβακία, Αίγυπτος, Γαλλία, Κουβέιτ, Μαρόκο, Ομάν, Νίγηρας, Πακιστάν, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Σενεγάλη, Συρία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μεγάλη Βρετανία και Η.Π.Α.. Η Γερμανία και η Ιαπωνία προσέφεραν οικονομική υποστήριξη και οπλισμό αντί για απευθείας πολεμική βοήθεια. Βλ. Geoffrey Regan, Οι Μάχες που Άλλαξαν την Ιστορία 50 Αποφασιστικές Μάχες σε 2.500 Χρόνια Πολέμων, (Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2007), σελ.218.

[24]. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός και Διπλωματία Η Τουρκική Εξωτερική Πολιτική από την Έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, (Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα, 2004), σελ.35-41.

[25]. Βλ. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, Η Τουρκία στον 21ο Αιώνα Ο Μακρύς Δρόμος προς την Ευρώπη, (Εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα, 2004), σελ.215-223.

[26]. Η Επιχείρηση Operation Provide Comfort II, ήταν μια επίδειξη δύναμης για να αποτρέψει νέες επιθέσεις Ιρακινών εναντίον Κούρδων. Ξεκίνησε στις 24 Ιουλίου του 1991, είχε περιορισμένη αποστολή με ανθρωπιστικές μόνο πτυχές και έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1996. Ενώ πολεμικά αεροσκάφη των  Η.Π.Α. περιπολούσαν στον ουρανό πάνω από το Βόρειο Ιράκ επιβάλλοντας ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, η Πολεμική Αεροπορία και τα αεροσκάφη ανεφοδιασμού μετέφεραν στρατεύματα και εξοπλισμό για την υποστήριξη αυτών των συνεχιζόμενων επιχειρήσεων.

[27]. O Necmettin Erbakan είχε χαρακτηρίσει την Επιχείρηση Παροχή Βοήθειας ΙΙ ως «μια νέα πρακτική των Σεβρών». Βλ. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός…, ό.π., σελ.136.

[28]. Βλ. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός…, ό.π., σελ.43.

[29]. Διεθνές τρομοκρατικό δίκτυο που ιδρύθηκε από τον Osama bin Laden στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Επιδιώκει να απαλλαγούν οι μουσουλμανικές χώρες από τη βέβηλη επιρροή της Δύσης και να αντικαταστήσει τις κυβερνήσεις τους με φονταμενταλιστικά ισλαμικά καθεστώτα.

[30]. International Security Conference in Munich.

[31]. Βλ. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, Η Τουρκία…, ό.π., σελ.225-233.

[32]. Επιχείρηση Ελευθερίας του Ιράκ (Operation Iraqi Freedom).

[33]. United States Institute of Peace (USIP).

[34]. Τουρκμένιοι ή Τουρκομάνοι: Λαός, ογουζικής καταγωγής που κατοικεί κυρίως στο Ιράκ. Είναι σουνίτες μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα και ομιλούν μια γλώσσα της τουρκικής ομάδας, την Τουρκμενική.

[35]. Βλ. Ιωάννης Θ. Μάζης, Η Γεωπολιτική…, ό.π., σελ.204-207.