για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική
Share Button

Χαραλαμποπούλου Αγγελική

Ένας φαύλος κύκλος μοιάζει να έχει καταλήξει η διαδικασία συνομιλιών μεταξύ των 2 κοινοτήτων. Μετά την αποτυχία του Κρανς Μοντάνα, ο Μ.Ακιντζί εμφανίζεται, ενόψει προεδρικών εκλογών στην Κυπριακή Δημοκρατία, πρόθυμος για επανέναρξη συζητήσεων με διαφύλαξη του κατ’ αυτόν κεκτημένου θετικού κλίματος εμπιστοσύνης προηγούμενων συνομιλιών.  Βέβαια, όπως είναι αναμενόμενο το προεκλογικό κλίμα δεν ευνοεί τέτοιες ενέργειες, κάτι που θα μπορούσε πολύ εύκολα κανείς να προβλέψει.

Τα τελευταία χρόνια οι όποιες συνομιλίες φαίνεται να αναδεικνύουν σε υψηλό βαθμό το επικοινωνιακό παιχνίδι ,  στη βάση της ανάδειξης “του καλού” και του “κακού” στα μάτια της διεθνούς κοινότητας και στη συνέχεια σε ένα άλλο επίπεδο, σε άμεσες ή έμμεσες  βολές εναντίον έκαστης εγγυήτριας χώρας. Αυτό το παιχνίδι εντυπώσεων συνεχίζεται και πιθανότατα θα συνεχιστεί και μετεκλογικά, ανεξάρτητα με το αποτέλεσμα, καθότι αποτελεί την καλύτερη παρελκυστική λύση στη παρούσα φάση.

Ακολουθώντας μια ανάλυση κόστους-οφέλους για το κυπριακό ζήτημα θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στα εξής εξετάζοντας την ελληνική/ελληνοκυπριακή πλευρά:

Το μεγαλύτερο όφελος έγκειται αναμφισβήτητα για όλους –ελπίζουμε- στην επανένωση του νησιού και την κυπριακή κυριαρχία σε όλο το εύρος της επικράτειας οπότε τοποθετείται ως  ιδεατή λύση. Ως τέτοια, ωστόσο δε σημαίνει ότι είναι άπιαστη παρά μόνο αδύνατη στη παρούσα φάση. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις.

Κάποιες από αυτές μοιάζουν να γίνονται πραγματικότητα λαμβάνοντας υπόψη το άσχημο αμερικανο-τουρκικό κλίμα αλλά και το σχετικά ευνοικό ρωσο-κυπριακό. Σε αυτό το πλαίσιο, κατά την επίσκεψη του Προέδρου Αναστασιάδη στη Μόσχα, υπεγράφησαν στις 24/10 συμφωνίες για όλο το φάσμα των τομέων συνεργασίας, εντείνοντας της εκτεταμένη ρωσική στήριξη στην οικονομική ανάπτυξη του νησιού. Ωστόσο, η Τουρκία είναι ενώπιον μιας πολύπλευρης απομόνωσης από πλευράς ΗΠΑ και ΕΕ, ενώ συνεχίζει να διατηρεί την εσωτερική της συνοχή από μια κλωστή. Η Ρωσία διατηρεί εξ ανάγκης, όπως έχει φανεί τα τελευταία χρόνια, τις σχέσεις με το νότιο γείτονα θερμές. Είναι όπως το αντιλαμβάνεται,  καλύτερο να έχει ένα σύμμαχο στα νότια σύνορα της εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα προβολή ισχύος νοτιότερα όπου εντοπίζονται πολλά οφέλη για τις εμπλεκόμενες πλευρές. Αυτό το πλαίσιο πρέπει  να αξιοποιηθεί ως μοχλός πίεσης εκ μέρους της ελληνικής και κυπριακής πλευράς για να επιτευχθεί πλήρως η τουρκική απομόνωση, έργο που κάποιες φορές αποδεικνύεται ακόμη ευκολότερο με τη διαχείριση των εξωτερικών σχέσεων από τον κ.Ερντογάν. Η ρωσική πλευρά δεν πρόκειται να δημιουργήσει ρήξη στις σχέσεις της με τη Τουρκία, αλλά μπορεί να ασκήσει πίεση.

Μια πολύπλευρη πίεση και παραδοσιακά εκ μέρους της Κύπρου πρέπει να συνεχίσει να υφίσταται διεκδικώντας τα νόμιμα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως η ΑΟΖ και η επακόλουθη εκμετάλλευση της. Η ενέργειες για κατάθεση συντεταγμένων για καθορισμό ΑΟΖ για τη βόρεια περιοχή της και το αίτημα από την παράκτια χώρα, την Τουρκία, να αρχίσουν συζητήσεις επί του θέματος είναι μια πολύ καλή κίνηση που προχωράει η Λευκωσία ετοιμάζοντας τις συντεταγμένες, όπως έπραξε στο παρελθόν με Αίγυπτο, Ισραήλ και Λίβανο ώστε να κατατεθούν τις επόμενες ημέρες στα Ηνωμένα Έθνη.

Παράλληλα με μια  τέτοια ευκαιριακή συγκυρία απομόνωσης, θα πρέπει επίσης από ελληνικής πλευράς να υπάρχει ισχυρή πολιτική εξουσία με ξεκάθαρη εξωτερική πολιτική και ευνοϊκό προς αυτή διεθνές κλίμα (ειδικά αμερικανοβρετανικό). Σε αυτή τη περίπτωση,  ακόμη και μια αναίμακτη επανένωση είναι πολύ πιθανή δεδομένης της ορθής αξιοποίησης των καταστάσεων. Παραλληλίζοντας το Σ.Α του ΟΗΕ με τις Μεγάλες Δυνάμεις του Α’ Π.Π ίσως φανεί αναχρονιστικό αλλά παραμένει αρκετά ρεαλιστικό.  Άλλωστε, η περιφέρεια βλέπει για πολλές δεκαετίες ανακατατάξεις στα εδάφη, όπως και η διεθνής κοινότητα που παρακολουθεί και επεμβαίνει παραδοσιακά στη περιοχή.

Κατά συνέπεια, αυτό το σενάριο, όντας ιδανικό για την ελληνική και κυπριακή πλευρά, αποτελεί την βέλτιστη λύση αλλά όπως την αντιλαμβάνεται η τουρκική. είναι ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος (win-lose).

Όποια άλλη λύση προτείνεται ως win-win κατάσταση,  δε θα μπορέσει ποτέ- να ικανοποιήσει και τις 2 πλευρές. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι όποιες μορφές μιας «διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας»,  η οποία είναι ένα πολύ εύθραυστο θεωρητικό οικοδόμημα που θα οδηγήσει σε ανάλογη με το οικοδόμημα του 1960 κατάληξη ενώ παράλληλα ελλοχεύει ο κίνδυνος της πληθυσμιακής αλλοίωσης του νησιού, εκ μέρους Τουρκίας, όπως ήδη έχει διενεργήσει στη κατεχόμενη πλευρά, απειλώντας εξ’αυτού με ενσωμάτωση.

Η τουρκική στάση τα τελευταία 50 χρόνια δε πρέπει να λησμονείται από τους υποψήφιους Προέδρους και να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η τουρκική αδιαφορία για φιλελεύθερες και δίκαιες λύσεις. Η Άγκυρα πάντοτε δρούσε με υπομονή ως την επίτευξη των απώτερων στόχων σκεπτόμενη ρεαλιστικά με όρους ισχύος και όχι δικαίου.

Ανάλογα της σκοπιάς, διαφορετική είναι και η αντιμετώπιση. Όποια λύση και για τις 2 πλευρές δεν  πλησιάζει τη βέλτιστη για τη κάθε μία οπότε απορρίπτεται. Γιατί να επιλέξει η κάθε πλευρά ένα 50 % όταν μπορεί να αναμένει για να κερδίσει το 100%?  Ακόμη και ενδοτικές λύσεις έως και 60-70% είναι λιγότερο βέλτιστες. Δεδομένου ωστόσο ότι αποτελεί μια υπόθεση όπου η Τουρκία δεν είχε καν λόγο εμπλοκής πριν το ’50, και απέκτησε ποσοστό οφέλους από «ευγενική βρετανική χορηγία», η ελληνική πλευρά μετά τη μετατροπή της βέλτιστης λύσης ένωσης σε βέλτιστη λύση ανεξαρτησίας και ελληνοκυπριακής κυριαρχίας σε όλο το νησί, δεν θα έπρεπε να δείχνει ενδοτικότητα πέρα της απολύτως απαραίτητης για το σεβασμό των διεθνώς ενεργειών επίλυσης της κατάστασης ώστε να διατηρηθεί ένα καλό προφίλ συνεργασίας .

Αυτή είναι η τακτική που ακολουθείται –επιτυχώς- το τελευταίο καιρό και ειδικά κατά το Κρανς Μοντάνα οδηγώντας σε μια κατάσταση αναμονής ευκαιριών για δημιουργίας οφελών. Η τουρκική ελπίδα μιας ενδοτικής ελληνοκυπριακής ή ελληνικής κυβέρνησης, όπως έχει αποδειχτεί αλλού στο παρελθόν, έχει φέρει σημαντικά αποτελέσματα για τη τουρκική πλευρά. Το ίδιο, αν και δεν έχει συμβεί ακόμη, μπορεί να λειτουργήσει και αντίθετα. Η εσωτερική σταθερότητα είναι σημαντικότατο στοιχείο δεδομένης της έντονης πολιτικής προσωπικότητας του Τούρκου Προέδρου.

Η χρυσή τομή έγκειται στην σωστή διαχείριση των διεθνών πιέσεων για όποια λύση και προσεκτική παρακολούθηση και εξέταση των καταστάσεων στην απέναντι όχθη ώστε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά η όποια ευκαιρία. Όποια δέσμευση ενδέχεται να εμποδίσει την βέλτιστη λύση δεν πρέπει να συνάπτεται αλλά χωρίς να γίνεται εμφανής αυτή η αρνητικότητα.

Αυτή η διαχείριση ίσως είναι ένα θετικό στοιχείο της παρούσας εξωτερικής πολιτικής, η οποία μετά από πολλά χρόνια παρουσιάζεται στιβαρή και ξεκάθαρη στις προτεραιότητες της, χωρίς παράλογη ενδοτικότητα αλλά με κλίμα συνεργασίας και θετικής προσέγγισης. Το τελευταίο στοιχείο, όπως φαίνεται, λείπει από την τουρκική πλευρά, οδηγώντας τη σε περαιτέρω διεθνή απομόνωση, εκτός των άλλων, και για το κυπριακό.