για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική
Share Button

 

Γράφει η : Πέννυ Πιερρινάκου,

Μέλος ερευνητικής ομάδος ΚΑΝΣ

Το Μπαχρέιν αποτελεί συνταγματική μοναρχία, όπου οι πολίτες έχουν περιορισμένη δυνατότητα να εκλέγουν την κυβέρνηση τους ή να αλλάζουν το πολιτικό τους σύστημα. Κυβερνάται από μια σουνιτική βασιλική οικογένεια και ο βασιλιάς Hamad Bin Isa al-Khalifa είναι ο αρχηγός του κράτους. Ο βασιλιάς με τη σειρά του διορίζει το υπουργικό συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται από 26 υπουργούς, με 12 από αυτούς να αποτελούν μέλη της οικογένειας al-Khalifa. Το γεγονός πως στην εξουσία της χώρας βρίσκεται μια σουνιτική οικογένεια, ενώ το 60 με 70 τοις εκατό των πολιτών είναι Σιίτες, κάνει την σεκταριστική βία να σιγοβράζει και την πολιτική ζωή στο Μπαχρέιν ολοένα και πιο πολωμένη.

Οι Σιίτες έχουν επανειλημμένως δηλώσει την αγανάκτηση τους για τη στέρηση βασικών δικαιωμάτων τους, όσον αφορά για παράδειγμα τις παροχές στέγασης, υγείας και εκπαίδευσης. Παράλληλα, είναι σχεδόν αποκλεισμένοι από τις θέσεις εργασίας στους κυβερνητικούς φορείς. Αποκορύφωμα της αγανάκτησής τους ήταν οι μαζικές διαμαρτυρίες του 2011 με σκοπό την πολιτική αλλαγή και απομάκρυνση της μειονοτικής σουνιτικής δυναστείας που κυβερνά το νησιωτικό κράτος του Κόλπου. Η κυβέρνηση των Σουνιτών, όμως, κατάφερε να καταστείλει την – καθοδηγούμενη κυρίως από Σιίτες – φιλοδημοκρατική εξέγερση, βυθίζοντας τη χώρα σε δύο χρόνια πολιτικού αδιεξόδου.
Τη νομοθετική εξουσία στο Μπαχρέιν ασκεί το Κοινοβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από ένα διορισμένο από το βασιλιά ανώτερο στέλεχος, το Συμβουλευτικό Συμβούλιο (Shura) και ένα κατώτερο, το εκλεγμένο από το λαό Συμβούλιο των Αντιπροσώπων, το καθένα με σαράντα έδρες . Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 2002, σαράντα πολίτες εκλέγονται δημοκρατικά στο Συμβούλιο των Αντιπροσώπων σε εκλογές που λαμβάνουν χώρα κάθε 4 χρόνια. Το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων έχει την εξουσία να εξετάζει και να ψηφίζει νομοθεσία που προτείνει ο βασιλιάς ή το υπουργικό συμβούλιο, καθώς επίσης και εξουσίες παρακολούθησης εφαρμογής νόμων.
Στις 24 Νοεμβρίου 2018 έλαβαν χώρα στο Μπαχρέιν εκλογές με ιστορική σημασία. Ο λόγος ήταν η άνευ προηγουμένου αυξημένη συμμετοχή και εκλογή γυναικών, γεγονός που θα μπορούσε να σημάνει τη διεύρυνση της συμμετοχής τους στα κοινά και την εξέλιξή τους σε θέσεις ισχύος. Είναι η πέμπτη φορά, έπειτα από τη δημοσίευση του νέου Συντάγματος το 2002, που διεξάγονται οι εκλογές για το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων στη χώρα. Οι εκλογείς του Μπαχρέιν προσήλθαν στις κάλπες στις 24 Νοεμβρίου 2018 για δεύτερη φορά από τότε που ξέσπασαν οι ταραχές του 2011 . Πριν από τις εκλογές, ωστόσο, ακτιβιστές και μέλη των «απαγορευμένων» κομμάτων της αντιπολίτευσης προέτρεψαν τους ψηφοφόρους σε μποϊκοτάζ, χαρακτηρίζοντας αυτές τις εκλογές ως “φάρσα”. Από την άλλη, ο βασιλιάς Hamad, ο οποίος εξέδωσε το διάταγμα για τις εκλογές κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου στις 11 Σεπτεμβρίου 2018, ενθάρρυνε τους πολίτες να συμμετάσχουν σε “ελεύθερες, δίκαιες και διαφανείς” εκλογές.
Το ιδιαίτερο και πρωτόγνωρο αυτών των εκλογών, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η αυξημένη εκλογή γυναικών, για τα δεδομένα του Μπαχρέιν. Στις πρώτες εκλογές, το 2002, δεν εξελέγη καμία γυναίκα, ενώ το 2006 μόνο μία γυναίκα τα κατάφερε, η Lateefa al-Gaood, η οποία διατήρησε την έδρα της και το 2010, παραμένοντας η μοναδική γυναίκα νομοθέτης. Το 2014 ο αριθμός των εκλεγμένων γυναικών αυξήθηκε στις 3 σε σύνολο των 40 Αντιπροσώπων του Συμβουλίου. Με τον δεύτερο και τελικό γύρο των εκλογών του Νοεμβρίου, αναδείχθηκαν από την ψηφοφορία συνολικά έξι γυναίκες, διπλασιάζοντας τον αριθμό των γυναικών νομοθετών στο μικρό βασίλειο του Κόλπου. “Οι εκλογές του 2018 είναι ιστορικές για το Μπαχρέιν”, δήλωσε ο Mohammed al-Sayed, εκπρόσωπος Τύπου του οργάνωσης Citizens for Bahrein, στο κανάλι ειδήσεων Al Arabiya και συμπλήρωσε λέγοντας πως οι πολίτες του Μπαχρέιν πιστεύουν στην ισότητα των δύο φύλων, αλλά και στον ρόλο των γυναικών στην κοινωνία και την πολιτική.
Γενικότερα, τα ΜΜΕ που ανήκουν στην κυβέρνηση χαιρέτισαν αυτή την αριθμητική αύξηση των γυναικών στο Κοινοβούλιο σε κλίμα ενθουσιασμού. Πολλοί φορείς της χώρας περιγράφουν την εκλογική νίκη των έξι γυναικών ως πηγή υπερηφάνειας. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση της Bahrain’s Businesswomen’s Society, όπου εκπρόσωπός της δήλωσε: « the latest election will be remembered for breaking the glass ceiling». Ο ίδιος ο βασιλιάς Hamad στην ομιλία του κατά την έναρξη της νέας θητείας του κοινοβουλίου, ανέφερε: «Υπογραμμίζουμε τον ηγετικό ρόλο των γυναικών του Μπαχρέιν, που συνέβαλε στη διαμόρφωση του σύγχρονου πολιτικού μας κράτους…» Ενώ μία από τις νικήτριες αυτών των εκλογών, η Fawzia Zainal δήλωσε πως η νίκη της, αποτελεί νίκη έναντι της αντρικής κυριαρχίας και δείχνει ότι οι ψηφοφόροι επέλεξαν ώριμα υποψηφίους σύμφωνα με τις ικανότητές τους. Η ίδια μάλιστα αναδείχθηκε πρόεδρος του Συμβουλίου των Αντιπροσώπων, κάνοντας το Μπαχρέιν την τρίτη αραβική χώρα που έχει μια γυναίκα πρόεδρο στο κοινοβούλιο.
Μέσα στο κλίμα ευφορίας για τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών, έγινε ειδική αναφορά στην ανυπαρξία συστήματος ποσοστώσεων στο εκλογικό σύστημα. Η κυβέρνηση προβάλλει την πεποίθηση ότι οι γυναίκες μπορούν να εκλεγούν χωρίς την ύπαρξη ποσοστώσεων ως εγγύηση της εκπροσώπησής τους. Το Μπαχρέιν δεν διαθέτει σύστημα ποσοστώσεων για την εκπροσώπηση των γυναικών, καθώς πολλοί θεωρούν ότι ένα τέτοιο σύστημα αντιτίθεται στο σύνταγμα της χώρας και τα ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες. Η Γενική Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου για τις Γυναίκες, Ηala Al Ansari , δήλωσε ότι οι γυναίκες του Μπαχρέιν έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη του έθνους ως εκπρόσωποι στο κοινοβούλιο και στα δημοτικά συμβούλια. Ωστόσο, επέμεινε ότι δεν πρέπει να υπάρχει καμία ποσόστωση για την αύξηση του αριθμού των γυναικών στην πολιτική, καθώς κάτι τέτοιο θα σήμαινε παραβίαση του συντάγματος. Ταυτόχρονα, δήλωσε πως δεν υπάρχουν εμπόδια στην συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική και τη δημόσια ζωή. Ένα τέτοιο σύστημα θα παραβίαζε επίσης τις διατάξεις του National Action Charter, δήλωσε επίσης η Al Ansari, αναφερόμενη στο έγγραφο που προωθούσε το 2001 ένα ευρύ φάσμα πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων στο Μπαχρέιν και εγκρίθηκε από το 98,4% των πολιτών σε εθνικό δημοψήφισμα.
Τα επιχειρήματα για τη μη υιοθέτηση συστήματος ποσοστώσεων στο μικρό αραβικό βασίλειο βρίσκουν έδαφος στην παρουσία γυναικών στον τομέα της παραγωγικότητας, εισερχόμενες πλέον σε ανδροκρατούμενα επαγγέλματα, αλλά και της εκπαίδευσης, καθώς ο αριθμός των γυναικών που λαμβάνουν ανώτατη εκπαίδευση έχει αυξηθεί. Επίσης, υπάρχει και το επιχείρημα ότι η πολιτική ζωή πρέπει να βασίζεται σε δίκαιη ανταγωνιστικότητα χωρίς να χρειάζεται να εισαχθούν προσωρινά μέτρα που, όχι μόνο περιορίζουν το δικαίωμα των εκλογέων να επιλέγουν, αλλά αντιμετωπίζουν και τις γυναίκες του Μπαχρέιν ως μειοψηφία. Εκτός αυτών, η Al Ansari τόνισε πως «αρκετές μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες που αναδεικνύονται μέσω του συστήματος ποσοστώσεων, δεν είναι απαραιτήτως οι πιο κατάλληλες για τη δουλειά». Την υποστήριξη των γυναικών στην άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι μπορεί να αναλάβει η κοινωνία πολιτών του Μπαχρέιν, δημιουργώντας προγράμματα ευαισθητοποίησης σχετικά με τη σημασία της συμμετοχής των γυναικών στη δημόσια ζωή.
Η παρουσία εννέα γυναικών στη Shura, εκτός από τις έξι εκλεγμένες στο Συμβούλιο των Αντιπροσώπων, σημαίνει ότι οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν σήμερα το 18,75% του κοινοβουλίου στο Μπαχρέιν για το διάστημα 2018-2022. Μπορεί όμως αυτή η νίκη των γυναικών να σημαίνει ανάπτυξη δημοκρατικών αρχών στη χώρα; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι μάλλον αρνητική, καθώς εκ των πραγμάτων το Μπαχρέιν παραμένει μοναρχία, παρά την εγκαθίδρυση κοινοβουλίου το 2002.
Οι περίπου 500 υποψήφιοι των εκλογών του 2018 προέρχονταν από 20 πολιτικά κόμματα, τα οποία αποτελούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από κυβερνητικούς υποψηφίους. Οι δύο κύριες ομάδες της αντιπολίτευσης, Al Wefaq και η Εθνική Δημοκρατική Δράση (Wa’ad) διαλύθηκαν και τα πρώην μέλη τους είναι αποκλεισμένα από συμμετοχή στις εκλογές ως υποψήφιοι. Συγκεκριμένα, το Al Wefaq, κόμμα σιιτών που είχε την πλειοψηφία στο Συμβούλιο των Αντιπροσώπων, απέσυρε τους 18 βουλευτές του από την Εθνοσυνέλευση κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του 2011 και ζήτησε μποϊκοτάζ στις εκλογές του Νοέμβρη, επικαλούμενο πολιτική περιθωριοποίηση των Σιιτών. Τον Μάιο του 2018, το προηγούμενο κοινοβούλιο του Μπαχρέιν ενέκρινε νόμο που απαγορεύει στα μέλη των διαλυμένων πολιτικών κομμάτων, μεταξύ των οποίων τα Al Wefaq και Wa’ad, να συμμετέχουν στις εκλογές, ενώ τον Οκτώβρη του ίδιου έτους ο Ali Salman, ηγέτης του Al Wefaq, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ του Κατάρ.
Συμπερασματικά, παρά τον αριθμό ρεκόρ των γυναικών στο κοινοβούλιο, με βάση τον οποίο θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η πολιτική ζωή στο Μπαχρέιν αναπτύσσεται, η απαγόρευση ύπαρξης αντιπολίτευσης συρρικνώνει την πολιτική ελευθερία και ταυτόχρονα διαιωνίζει την ανισότητα στη χώρα. Σε καμία περίπτωση το Μπαχρέιν δεν αποτελεί εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς βλέπουμε πως ακόμα και σήμερα οι πληγές του 2011 είναι εμφανείς στην κοινωνία και την πολιτική ζωή. Το νέο κοινοβούλιο, που αποτελείται μόνο από μέλη που στηρίζουν την κυβέρνηση, πέρα από το δύσκολο έργο των οικονομικών μέτρων που πρέπει να ψηφίσει, ίσως αντιμετωπίσειτελικά και ζητήματα νομιμοποίησης μετά την πολιτική καταστολή της αντιπολίτευσης.