για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική
Share Button

Νικολάου Νικόλαος, Ερευνητής Κ.Α.Ν.Σ.

Οι Συμφωνίες του Κάμπ Ντεϊβιντ αποτέλεσαν σημείο- τομή για την ιστορία των διεθνών σχέσεων γενικά και για εκείνη της Μέσης Ανατολής ειδικά. Ταυτόχρονα, προκάλεσαν και αμφίσημα συναισθήματα. Συνεπώς, αν η υπογραφή τους από την Αίγυπτο αποτέλεσε προδοσία ή ρεαλιστική απόφαση είναι ένα ερώτημα που μοιραία αναδύεται.

 Το ιστορικό υπόβαθρο

Η μελέτη του ιστορικού υπόβαθρου είναι αναγκαία για την απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε. Το υπόβαθρο αφορά τις αραβο-ισραηλινές σχέσεις και ιδίως εκείνες μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ.

Μεταπολεμικά, ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ. Η διακήρυξη της ανεξαρτησίας του έγινε από τον Μπεν Γκουριόν τον Μάιο του 1948. Η δημιουργία ενός σιωνιστικού κράτους εντός των αραβικών εδαφών και ιδίως σε εδάφη που προορίζονταν για ένα παλαιστινιακό κράτος, προκάλεσε την αντίδραση των αραβικών κρατών που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί.

Τον Ιούνιο του 1948 ξέσπασε ο πρώτος αραβο-ισραηλινός πόλεμος. Πρωταγωνιστής ήταν η Αίγυπτος υπό τον βασιλιά Φαρούκ Ι. Διήρκεσε έναν χρόνο και έληξε με μικρά κέρδη για τους Άραβες και με την επιβίωση του κράτους του Ισραήλ. Αυτό που προοικονομήθηκε ήταν ότι η ηγεσία του αντί-ισραηλινού αγώνα θα εδραιωνόταν στα χέρια της Αιγύπτου.

Το 1952 εξαιτίας εσωτερικών παθογενειών του αιγυπτιακού βασιλείου και εξαιτίας της μη ολοκληρωτικής νίκης σε βάρος του Ισραήλ ξέσπασε η επανάσταση των «Ελεύθερων Αξιωματικών». Ένας από τους πρωταγωνιστές ήταν ο Αμπντέλ Νάσσερ. Η επανάσταση είχε ως απόρροια τη κατάρρευση της βασιλείας και την τοποθέτηση στην εξουσία μιας ηγεσίας υπό τους επαναστάτες. Μετά από πολιτικές κόντρες δύο ετών, το 1954, μόνος ηγέτης και πρόεδρος της χώρας αναδείχθηκε ο Νάσσερ.

Ο Νάσσερ τηρούσε πολεμική στάση απέναντι στο Ισραήλ. Ήθελε τη καταστροφή του. Παράλληλα, προώθησε και την ιδέα του παναραβισμού για να ενοποιήσει τους Άραβες ώστε να αναδειχθούν ως συμπαγής οντότητα στο διεθνές σύστημα και να αντιμετωπίσουν τους Ισραηλινούς. Ευθύς εξαρχής ο επανεξοπλισμός του αιγυπτιακού στρατού άρχισε να υλοποιείται. Για τον νέο πρόεδρο η Αίγυπτος θα αναλάμβανε τα ηνία του αντί-ισραηλινού αγώνα.

Η πρώτη αντιπαράθεση με το Ισραήλ ήταν με τη κρίση του Σουέζ ( δεύτερος αραβο-ισραηλινός πόλεμος- 1956). Αν και στο πεδίο της μάχης οι Ισραηλινοί επικράτησαν, σε διπλωματικό επίπεδο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος αναδείχθηκε ο Νάσσερ. Το γόητρο του αυξήθηκε στον αραβικό κόσμο.

Η εξέλιξη όμως των γεγονότων δεν έμελλε να είναι ευτυχής για την αιγυπτιακή πλευρά. Τον Ιούνιο του 1967 ξέσπασε ο τρίτος αραβο-ισραηλινός πόλεμος ή Πόλεμος των Έξι Ημερών. Η συγκέντρωση πολλών στρατευμάτων από το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Συρία και την Ιορδανία στα μεταξύ τους σύνορα οδήγησε σε μια κεραυνοβόλο επίθεση του ισραηλινού στρατού. Εντός τριών ημερών οι αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις είχαν αποδεκατιστεί, ενώ τις υπόλοιπες τρεις την ίδια μοίρα είχαν εκείνες των δύο άλλων αραβικών κρατών. Το πλήγμα για το αιγυπτιακό γόητρο ήταν τεράστιο και η ανεπάρκεια των αραβικών κρατών εμφανέστατη. Η Αίγυπτος απώλεσε τη Λωρίδα της Γάζας και τη χερσόνησο του Σινά. Εδάφη απώλεσαν και οι σύμμαχοι της.

Παρά τον αρνητικό αντίκτυπο της έκβασης του πολέμου, η κυβέρνηση Νάσσερ δεν πτοήθηκε. Αμέσως κήρυξε έναν πόλεμο φθοράς κατά του Ισραήλ. Επί τρία χρόνια, Αιγύπτιοι και Ισραηλινοί είχαν εμπλακεί σε κατά τόπους συγκρούσεις και ενέργειες δολιοφθοράς. Την ίδια στιγμή ο Νάσσερ υποστήριξε και τον αγώνα για ανεξαρτησία των Παλαιστινίων. Το φθινόπωρο του 1970 με τον θάνατο του και την άνοδο στην εξουσία του Ανουάρ Σαντάτ ο πόλεμος έληξε. Από το 1967 έως το 1970 τα οφέλη που προσκόμισε η Αίγυπτος ήταν μηδαμινά. Το εδαφικό status quo δεν μεταβλήθηκε ούτε το Ισραήλ ηττήθηκε, αν και εξουθενώθηκε.

Όμως, ο Σαντάτ δεν εγκατέλειψε τον στόχο της σύγκρουσης με το Ισραήλ, ιδίως τώρα που αιγυπτιακό έδαφος (Σινά) ήταν υπό ξένη κατοχή. Ξεκίνησαν προετοιμασίες και τον Οκτώβριο του  1973 ξέσπασε ο τέταρτος αραβο-ισραηλινός πόλεμος ή Πόλεμος του Γιομ Κιππούρ. Ο αιγυπτιακός στρατός αρχικά αιφνιδίασε τον ισραηλινό και κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου. Μόλις οι Ισραηλινοί συνήλθαν και με την αρωγή των ΗΠΑ αντεπιτέθηκαν, όχι μόνο εκδίωξαν τους Αιγύπτιους από το μεγαλύτερο τμήμα του Σινά, αλλά εισέβαλαν και εντός αιγυπτιακής επικράτειας! Τελικά, με αμερικανική παρέμβαση επετεύχθη εκεχειρία.

Με τη παύση των εχθροπραξιών, ο Σαντάτ αποφάσισε να εστιάσει στην εσωτερική ανασυγκρότηση. Παράλληλα, έκανε γνωστή από το 1975 και μετά τη προθυμία του να διαπραγματευθεί μια συμφωνία ειρήνης με το Ισραήλ. Η στάση του Καϊρου συνέπεσε με την επιδίωξη για αραβο-ισραηλινή ειρήνη του προέδρου Τζίμμυ Κάρτερ. Έτσι, ξεκίνησε ένας γύρος μυστικών συνομιλιών που οδήγησε στην υπογραφή το 1978 των Συμφωνιών Κάμπ Ντέϊβιντ στην Ουάσινγκτον.

Επρόκειτο για δυο πλαίσια συμφωνιών: το ένα αφορούσε τη κατάσταση μεταξύ Παλαιστινίων- Ισραηλινών και το άλλο εκείνη μεταξύ Αιγύπτου- Ισραήλ. Συνοπτικά, ως προς το πρώτο πλαίσιο προέβλεπε τη δημιουργία αυτόνομης παλαιστινιακής διοίκησης στη Γάζα (Δυτική Όχθη), ενώ το μέλλον της Ιερουσαλήμ δεν εξετάστηκε. Ως προς το δεύτερο πλαίσιο, το Σινά επιστράφηκε στην Αίγυπτο υπό καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης και ανοίχθηκε ο δρόμος για διμερή συμφωνία ειρήνης των δύο κρατών. Επίσης, η αμερικανική πλευρά θα κατέβαλε ως ενίσχυση στο αιγυπτιακό δημόσιο ταμείο 2 δις δολάρια το χρόνο. Τις συμφωνίες υπέγραψαν οι Σαντάτ, Μενάχεμ Μπεγκίν και Κάρτερ.

Γιατί η Αίγυπτος να υπογράψει τις συμφωνίες;

Η συμφωνία ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ προκάλεσε αίσθηση. Όμως, δεν ήταν μια ενέργεια χωρίς βάση.

Αρχικά, σε προσωπικό επίπεδο, ο Σαντάτ την ήθελε. Εκείνος δεν ενστερνιζόταν ούτε τα αντί-σιωνιστικά αισθήματα, ούτε και τον παναραβισμό του προκατόχου του. Φυσικά, δεν έπαυε να είναι εθνικιστής. Ήθελε την ανακατάληψη του Σινά. Γι’ αυτό και κήρυξε τον πόλεμο στο Ισραήλ το 1973. Όμως, δεν επεδίωκε την εξόντωσή του. Όντας ρεαλιστής γνώριζε ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Όταν, λοιπόν, οι συγκρούσεις έφτασαν σε τέλμα, αλλά ήταν εμφανές ότι η Αίγυπτος θα λάμβανε τα κατεχόμενα εδάφη της ως αντάλλαγμα για την ειρήνευση, αποσύρθηκε από τη σύρραξη.

Σε επίπεδο εσωτερικής πολιτικής, η διμερής ειρήνευση  ευνοούσε τα σχέδια του Αιγύπτιου προέδρου. Πρώτον, μετά το 1975 άρχισε να υλοποιείται μια στροφή προς τη φιλελεύθερη οικονομία και τον ελεγχόμενο εκδημοκρατισμό (infitah). Η Αίγυπτος ήταν εξουθενωμένη οικονομικά από τις πολύχρονες συγκρούσεις και δεν άντεχε νέο γύρο αντιπαράθεσης. Στο πλαίσιο της εσωτερικής πολιτικής εντάσσεται και η καταπολέμηση του Ισλαμικού Κινήματος στη χώρα. Ο Σαντάτ είχε προσεγγίσει το κίνημα ως αντίβαρο στον κομμουνισμό και τη νασσερική παράταξη. Ωστόσο, εκείνο από το 1977 κατέστη ανεξέλεγκτο και έπρεπε να περιοριστεί. Ακόμα, με τον εκδημοκρατισμό σκόπευε να μεταρρυθμίσει το πολιτικό σύστημα της χώρας. Συνεπώς, μια ειρηνευτική συμφωνία θα επέτρεπε στην αιγυπτιακή κυβέρνηση να ανασυγκροτήσει την οικονομία και το στράτευμα, να βελτιώσει τους θεσμούς, να ασχοληθεί με κοινωνική ζητήματα και να καταπολεμήσει το Ισλαμικό Κίνημα ανεμπόδιστη από εξωτερικές απειλές.

Επιπλέον, σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής ο Σαντάτ είχε αντιληφθεί τη μεταβολή της διεθνούς κατάστασης. Δεν ήταν φίλο-σοβιετικός όπως ο Νάσσερ. Ούτε και φίλο-δυτικός. Όμως, ήταν ρεαλιστής. Γνώριζε την αδυναμία της ΕΣΣΔ και την ισχύ των ΗΠΑ. Εκείνες είχαν βοηθήσει πιο αποτελεσματικά τον σύμμαχό τους σε σχέση με τους Σοβιετικούς. Ταυτόχρονα, ήταν ενήμερος για την ολοένα και μεγαλύτερη υποστήριξη της Μόσχας στο καθεστώς του Χαφίς αλ- Άσσαντ. Επομένως, οι συμφωνίες έδιναν τη δυνατότητα στην βορειοαφρικανική χώρα να προσεγγίσει μια από τις υπερδυνάμεις που κατά την εκτίμηση της ηγεσίας της φαινόταν ότι θα νικούσε στον Ψυχρό Πόλεμο.

Οι αντιδράσεις

Από την άλλη πλευρά, οι συμφωνίες του Κάμπ Ντέϊβιντ προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις. Όσον αφορά τις εξωτερικές σχέσεις της Αιγύπτου εκείνες επηρεάστηκαν αρνητικά. Ο Σαντάτ πρόδωσε τους Άραβες συμμάχους του. Μάλιστα, το ότι αποσύρθηκε από τη σύρραξη την ίδια στιγμή που ο συριακός στρατός επιτέθηκε στον ισραηλινό αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό στους Ισραηλινούς να συντρίψουν τους Σύρους, αρκούσε για να προκαλέσει τη μήνιν του Άσσαντ. Η συμμαχία Αιγύπτου- Συρίας διερράγη. Την ίδια μοίρα είχε και εκείνη με τους Παλαιστινίους. Οι τελευταίοι αισθάνθηκαν προδομένοι. Πλέον, μόνοι τους θα αντιμετώπιζαν τους Ισραηλινούς. Το ότι προβλεπόταν από τις συμφωνίες αυτονομία καθόλου δεν ικανοποιούσε τη παλαιστινιακή κοινή γνώμη που επιθυμούσε ανεξαρτησία. Στο εσωτερικό της χώρας αντιδράσεις προκλήθηκαν από τους ριζοσπάστες ισλαμιστές. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Σαντάτ σύναψε ειρήνη με το Ισραήλ που αποτελούσε εκπρόσωπο του σιωνισμού αρκούσε για να εξαγριώσει την ισλαμική παράταξη. Ήταν εμφανές για εκείνη ότι το κοσμικό κράτος είχε αποτύχει να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του.

Ρεαλισμός ή προδοσία;

Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι απόλυτη και δεν είναι μοναδική. Βασικά είναι και ρεαλιστική ενέργεια και προδοσία- εξαρτάται τη θέαση από την οποία κανείς το εξετάζει. Αναφορικά με την Αίγυπτο ως μονάδα, οι συμφωνίες αποτέλεσαν ρεαλιστική απόφαση. Μόνο έτσι θα μπορούσε η χώρα να αναπτυχθεί εκ νέου και να διεκδικήσει εξέχουσα θέση όχι μόνο στη Μέση Ανατολή, αλλά και στο διεθνές σύστημα.

Ως προς τη πάγια επιδίωξη, δηλαδή την εξαφάνιση του Ισραήλ, που θα επιτυγχανόταν εντός του παναραβισμού,  η ειρηνευτική διαδικασία αποτέλεσε προδοσία. Οι Άραβες- κυρίως Σύροι και Παλαιστίνιοι- θίχτηκαν που το Κάϊρο τους εξέθεσε και εγκατέλειψε τον αγώνα. Βέβαια, οι επόμενες αιγυπτιακές κυβερνήσεις καταδίκαζαν τις ισραηλινές επιθέσεις κατά του παλαιστινιακού λαού, όμως οι καταδίκες προκαλούσαν περισσότερη δυσανασχέτηση παρά λειτουργούσαν υποστηρικτικά. Τίποτα, πλέον, δεν ήταν το ίδιο με το παρελθόν.

Ανεξαρτήτως της απάντησης στο ερώτημα που τέθηκε, οι ειρηνευτικές συμφωνίες  αποτέλεσαν μια τολμηρή ενέργεια για τα τότε δεδομένα. Απέδειξαν, δε, ότι η πολιτική βούληση υπήρχε και μπορούσε να επιβληθεί. Ωστόσο, κάθε ενέργεια έχει και τις συνέπειες της. Μπορεί η Αίγυπτος να σταθεροποιήθηκε εσωτερικά και εξωτερικά, αλλά ο Σαντάτ «πλήρωσε»  τη προδοσία με τη ζωή του. Τον Οκτώβριο του 1981 κατά τη διάρκεια στρατιωτικής παρέλασης στη πρωτεύουσα προς τιμήν των επιτυχιών στον πόλεμο του Γιομ Κιππούρ, ένας ισλαμιστής τον δολοφόνησε. Παρά ταύτα, ο διάδοχος του Χόσνι Μουμπάρακ διατήρησε την ειρηνευτική πολιτική του προκατόχου του με αποτέλεσμα οι συμφωνίες να ισχύουν ακόμα και σήμερα.