για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική

Τουρκία

Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰

Ο Τούρκος πρόεδρος, Recep Tayyip Erdoğan, κατά τη διάρκεια ομιλίας του (10/11) για την 80η επέτειο από το θάνατο του ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας, Mustafa Kemal Atatürk, έκανε ιδιαίτερη μνεία στο μεγαλόπνοο, φιλόδοξο και μακροπρόθεσμο πρόγραμμα «Vision 2023», ενώ τον περασμένο μήνα ανακοινώθηκαν από τον υπουργό Παιδείας, Ziya Selçuk, οι μεταρρυθμίσεις που συμπεριλαμβάνονται σε αυτό και αφορούν στον τομέα της εκπαίδευσης.

Το «Vision 2023», το οποίο στοχεύει σε έναν εντυπωσιακό αριθμό μεταρρυθμίσεων, ανακοινώθηκε το 2013 από τον τότε πρωθυπουργό Erdoğan με σύνθημα «ένα μεγάλο έθνος, μια μεγάλη δύναμη» και προβλέπει κομβικές αλλαγές σε μια σειρά από τομείς, όπως οικονομικής δραστηριότητας, ενέργειας, υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης, μεταφορών κλπ. Επιδίωξη του Erdoğan είναι να θέσει την Τουρκία στις δέκα πρώτες οικονομίες του κόσμου μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια και να την αναδείξει ως ηγετικό παράγοντα στο μέλλον της περιοχής, βάζοντας τη δική του «σφραγίδα» στην πολιτική της χώρας με ημερομηνία ορόσημο το 2023, όπου και θα εορταστούν τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας. Συνέχεια ανάγνωση

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι, εκτός από το «Vision 2023», έχουν ανακοινωθεί και τα «Vision 2053» και «Vision 2071», τα οποία σηματοδοτούν τα 600 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και τα 1.000 χρόνια από την αποφασιστική νίκη των Τούρκων Σελτζούκων κατά των Βυζαντινών στη μάχη του Manzikert. Χαρακτηριστική και με «νόημα» είναι η δήλωση του Erdoğan (2016), σύμφωνα με την οποία «όποιος εκλαμβάνει ως έναρξη της ιστορίας μας το 1919 και όχι τα 1.000 χρόνια της ιστορίας του έθνους και του πολιτισμού μας … είναι εχθρός του έθνους και του κράτους μας».

Σύμφωνα με την προγραμματική διακήρυξη του κόμματος «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (AKP) για την παιδεία, δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στη δημιουργία μιας ανταγωνιστικής νέας γενιάς με ισχυρά ιδανικά για το μέλλον, ενώ σταθερός σκοπός του κυβερνώντος κόμματος είναι η ενίσχυση του επιπέδου και της ποιότητας της εκπαίδευσης. Επιδιώκεται, επίσης, το 2023 το ποσοστό του αλφαβητισμού για τα άτομα κάτω των 50 ετών να φτάσει στο 100%, παρέχοντας παράλληλα την ευκαιρία σε όσους από τη νέα γενιά επιθυμούν να έχουν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Επιπρόσθετα, τονίζεται ότι «η συντηρητική μας στάση (AKP) δεν είναι η προστασία του status quo, αλλά η διατήρηση πολυετών, παραγωγικών αξιών. Για εμάς, η συντηρητική προσέγγιση είναι ένα πρωτοποριακό στοιχείο της διαδικασίας μετασχηματισμού και μεταρρυθμίσεων στην Τουρκία. Πρόκειται για τον επαναπροσδιορισμό των αξιών και αρχών μας, κοινωνικών και πολιτιστικών, που διαμόρφωσαν εμάς και την ταυτότητά μας, με τέτοιο τρόπο ώστε να ανταποκριθούν στις ανάγκες της εποχής μας. Η προοπτική μας είναι να έχουμε μια κοινωνία που να βασίζεται στον πολιτισμό και τις αξίες μας και να συνδυάζει την παράδοση με τον εκσυγχρονισμό, το τοπικό με το παγκόσμιο και το παλιό με το νέο. Στην επέτειο της Δημοκρατίας μας, η Τουρκία θα φτάσει σε ένα σημείο όπου οι πολιτιστικές και κοινωνικές μας αξίες θα αναπαραχθούν και θα μεταδοθούν επιτυχώς στις μελλοντικές γενιές»[1].

Ο υπουργός Παιδείας, Ziya Selçuk, παρουσίασε το νέο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα για την εκπαίδευση, στο πλαίσιο του «Vision 2023», σε εκδήλωση στην Άγκυρα στις 23 Οκτωβρίου. Όπως φαίνεται, μάλιστα, από τις ανακοινώσεις τόσο του ίδιου, όσο και του Τούρκου προέδρου, δίνεται προτεραιότητα στην καινοτομία, τεχνογνωσία και εξειδίκευση των μαθητών και των καθηγητών, με απώτερο στόχο η παιδεία στην Τουρκία να γίνει διεθνώς ανταγωνιστική και να αποφευχθεί το φαινόμενο του brain drain.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργού Παιδείας, στόχος είναι ένα ευέλικτο εκπαιδευτικό σύστημα εφαρμόζοντας ένα ευρύ πρόγραμμα σπουδών, που περιλαμβάνει μείωση των σχολικών ωρών, αλλά και εισαγωγή εργαστηρίων κατάρτισης που θα ανταποκρίνονται στις δεξιότητες και ικανότητες όλων των μαθητών, με σκοπό να υπάρξει η κατάλληλη προετοιμασία για τομείς όπου αυτοί έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να επιτύχουν.

Μια ακόμη επιδίωξη είναι η απαγκίστρωση του συστήματος από τυποποιημένες εξετάσεις, οι οποίες θα είναι «δευτερευούσης σημασίας», ώστε να αποφεύγεται ο ανταγωνισμός και το άγχος εκατομμυρίων μαθητών, ενώ η αξιολόγηση δεν θα γίνεται με βάση ένα και μόνο κριτήριο, αλλά με πολλά και διαφορετικά κριτήρια.

Με το νέο σύστημα προβλέπονται κίνητρα στους εκπαιδευτικούς, καλύτερες συνθήκες εργασίας και αύξηση αποδοχών, ενώ όσοι θα κρίνονται επιτυχείς από το υπουργείο θα παρακολουθούν εκπαιδευτικά προγράμματα στο εξωτερικό[2].

Αναφορικά δε με τις προσπάθειες βελτίωσης της διδασκαλίας ξένων γλωσσών, αλλά και την αύξηση του αριθμού αυτών ανάλογα με τις ανάγκες των μαθητών, υπήρξε σχετική δήλωση του Selçuk, σύμφωνα με την οποία «θα εφαρμόσουμε ένα πιλοτικό πρόγραμμα για τη διδασκαλία 5 ή 6 ξένων γλωσσών στα διάφορα σχολεία της Τουρκίας μέσα στα επόμενα δύο χρόνια»[3].

Ο Selçuk, μάλιστα, σε συνέντευξή του στην Daily Sabah, υπογράμμισε τους δύο βασικούς άξονες που αποτελούν το θεμέλιο του νέου εκπαιδευτικού συστήματος, ενώ η όλη διαδικασία αναμένεται να παράγει αποτελέσματα έως το 2021. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι «θα εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας σε δύο άξονες που βασίζονται σε εθνικές και οικουμενικές αξίες. Η ανθρωποκεντρική καθολική προσέγγιση είναι απαραίτητη. Θα ξεκινήσουμε με αυτήν και στη συνέχεια θα προσθέσουμε σ’ αυτήν την εθνική μας “πινελιά”. Κύριος στόχος μας είναι ο παγκόσμιος ανταγωνισμός. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα πρέπει να οδηγεί στην παραγωγή ανταγωνιστικής δύναμης», προσθέτοντας ότι είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο του brain drain και να καταστεί η χώρα ελκυστική, όχι μόνο για τους Τούρκους με υψηλή εξειδίκευση, αλλά και για περιζήτητους επαγγελματίες από το εξωτερικό.

Συνέχισε δε λέγοντας ότι «η εκπαίδευση δεν είναι πλέον το μεγαλύτερο πρόβλημα μας, αλλά η λύση μας από εδώ και πέρα… Συνδυάζοντας την ποιότητα και την επιτυχία, θα κατασκευάσουμε ένα ολοκαίνουργιο εκπαιδευτικό σύστημα για να επιτύχουμε τους στόχους μας για το 2023», υπονοώντας ταυτόχρονα ότι το παλαιό πρότυπο για την εκπαίδευση θα μείνει πίσω μέσα στα επόμενα τρία χρόνια.

Υπογράμμισε, επίσης, ότι το εκπαιδευτικό σύστημα είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης μιας χώρας, τονίζοντας «χρειαζόμαστε τρία χρόνια για να δημιουργήσουμε το σύστημά μας και να το καταστήσουμε λειτουργικό. Σε τρία χρόνια θα αποκομίσουμε τα οφέλη του, μετά από αυτό θα εστιάσουμε στον παγκόσμιο ανταγωνισμό», ενώ σημειώνεται ότι έχει ήδη δημιουργηθεί πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης στα σχολεία σε συνεργασία με την τουρκική αεροδιαστημική [TAI] και την ASELSAN[4].

Ο Erdoğan, από την πλευρά του, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στην εκδήλωση «2023 Education Vision», που διοργανώθηκε από το υπουργείο Παιδείας (23/10), επισήμανε την ιδιαίτερη σημασία που έχει ο τομέας της εκπαίδευσης για το AKP, καθώς επίσης και ότι αυξήθηκε ο προϋπολογισμός για τον τομέα αυτό από 7,5 δισεκατομμύρια σε 92 δισεκατομμύρια τούρκικες λίρες. Παράλληλα, δήλωσε ότι θα δοθεί πρόσθετη οικονομική στήριξη στα σχολεία και ότι «θα ληφθούν μέτρα που θα ενθαρρύνουν τους εκπαιδευτικούς μας που εργάζονται σε μειονεκτούσες περιοχές», ενώ διευκρίνισε ότι η εκπαίδευση στα νηπιαγωγεία θα γίνει υποχρεωτική όταν ολοκληρωθούν οι απαραίτητες ρυθμίσεις.

Στις αρχές Οκτωβρίου, σε ομιλία του στην Άγκυρα για την έναρξη του νέου ακαδημαϊκού έτους, ο Erdoğan είχε τονίσει ότι «ο μετασχηματισμός του εκπαιδευτικού συστήματος με καινοτομίες και μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με τις ανάγκες ενός ψηφιακού κόσμου θα είναι ζωτικής σημασίας για το λαμπρό και ασφαλές μέλλον της χώρας», δηλώνοντας «η Τουρκία πρέπει πρώτα να ολοκληρώσει τον ψηφιακό της μετασχηματισμό ώστε να καλύπτει τις απαιτήσεις της εποχής κι ακόμη περισσότερες. Δεν είναι δυνατόν για μια χώρα που μένει πίσω στην τεχνολογία να πετύχει τους επιστημονικούς και βιομηχανικούς της στόχους».

Σχολιάζοντας δε τη σημασία της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο και της ασφάλειας των πληροφοριών, επισήμανε ότι η Τουρκία δεν μπορεί να έχει μια σίγουρη θέση στο μέλλον, ελλείψει προστασίας δεδομένων στη χώρα και ότι «δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι μελλοντικοί πόλεμοι θα διεξάγονται με κυβερνοεπιθέσεις και όχι με συμβατικά όπλα». Τόνισε, επίσης, ότι «μια γενιά που θα έχει επίγνωση των εθνικών συμφερόντων δεν θα συμμετάσχει σε δραστηριότητες εναντίον της χώρας της»[5].

Τέλος, το στρατηγικό σχέδιο του «Vision 2023», που λειτουργεί ως «οδικός χάρτης» επανακαθορισμού των στόχων προς την κατεύθυνση επίλυσης των χρόνιων προβλημάτων του εκπαιδευτικού συστήματος, θεωρείται ότι προάγει την ποιοτική αναβάθμιση και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα αυτού.

 

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

 

[1]«Political Vision of AK Parti for 2023», AK Parti, 30/9/12, https://www.akparti.org.tr/english/akparti/2023-political-vision

[2]«Turkey’s education minister unveils education reform program», Hurriyet Daily News, 24/10/18, http://www.hurriyetdailynews.com/turkeys-education-minister-unveils-education-reform-program-138220

[3]Baris Gundogan, «Turkey to improve foreign language education at schools», Anadolu Agency, 25/10/18, https://www.aa.com.tr/en/culture-and-art/turkey-to-improve-foreign-language-education-at-schools/1292863

[4]Nur Özkan Erbay, «We will raise our children with national, universal values, education minister says», Daily Sabah, 26/10/18, https://www.dailysabah.com/education/2018/10/27/we-will-raise-our-children-with-national-universal-values-education-minister-says

[5]«Turkey sees strengthening education system with reforms, innovation essential for digital future», Daily Sabah, 3/10/18, https://www.dailysabah.com/politics/2018/10/04/turkey-sees-strengthening-education-system-with-reforms-innovation-essential-for-digital-future

Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰

Σε μια κίνηση καλής θελήσεως προχώρησαν οι πρόεδροι Donald Trump και Recep Tayyip Erdoğan, ανακοινώνοντας σχεδόν ταυτόχρονα στις 2 Νοεμβρίου την άρση των κυρώσεων που είχαν επιβληθεί εκατέρωθεν κατά κορυφαίων αξιωματούχων, στο πλαίσιο των διεργασιών επαναπροσέγγισης και αναθέρμανσης των διπλωματικών σχέσεων των δύο ΝΑΤΟϊκών συμμάχων. Η άρση των κυρώσεων με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας επήλθε λίγες εβδομάδες μετά την απελευθέρωση του πάστορα Brunson και ενώ είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία των δύο προέδρων (1/11).

Συγκεκριμένα, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επικαιροποίησε τη λίστα των ονομάτων που υπόκεινται σε κυρώσεις με βάση το νόμο «Magnitsky» (2016), αφαιρώντας τους δύο Τούρκους υπουργούς, ενώ ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας, Hami Aksoy, δήλωσε ότι αίρονται οι κυρώσεις, που επιβλήθηκαν κατά δύο Αμερικανών αξιωματούχων «σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαιότητας, η οποία αποτελεί τη βάση των διπλωματικών πρακτικών»[1]. Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι δηλώσεις του Τούρκου ΥΠΕΞ, Mevlüt Çavuşoğlu, όταν ρωτήθηκε για το ζήτημα από τους δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια της συνάντησης των D-8 στην Antalya (3/11). Συνέχεια ανάγνωση

Επιπρόσθετα και σύμφωνα με το γραφείο Τύπου της τουρκικής προεδρίας, κατά την τηλεφωνική επικοινωνία Trump – Erdoğan συζητήθηκαν διμερή και περιφερειακά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των τελευταίων εξελίξεων στη Συρία (Manbij και Idlib), ενώ ταυτόχρονα δεσμεύτηκαν να εργαστούν εποικοδομητικά για την ενίσχυση των διμερών σχέσεων.

Υπενθυμίζεται ότι το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επέβαλε κυρώσεις (1/8) κατά δύο υπουργών της Τουρκίας κατηγορώντας τους για συμμετοχή στην άδικη σύλληψη και κράτηση του Brunson. Επρόκειτο για τον υπουργό Δικαιοσύνης Abdulhamit Gül και τον υπουργό Εσωτερικών Süleyman Soylu, οι οποίοι, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Sarah Huckabee Sanders (σ.σ. Εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου), έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπόθεση του Αμερικανού πάστορα. Περαιτέρω, οι δύο Τούρκοι υπουργοί κατηγορήθηκαν ότι λειτουργούν ως ηγετικά στελέχη των τουρκικών κυβερνητικών οργανισμών που ευθύνονται για σοβαρές παραβιάσεις κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα.

Οι κυρώσεις επιβλήθηκαν στο πλαίσιο του Εκτελεστικού Διατάγματος 13818 (21/12/17)  «Αποκλεισμός της περιουσίας των ατόμων που εμπλέκονται σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή διαφθοράς», το οποίο βασίζεται στο νόμο «Magnitsky» που επιτρέπει στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να θέτει κυρώσεις κατά ξένων κυβερνητικών αξιωματούχων που εμπλέκονται στα ανωτέρω αδικήματα οπουδήποτε στον κόσμο. Ως εκ τούτου, διετάχθη το «πάγωμα» οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου των δύο υπουργών που βρίσκεται εντός αμερικανικής δικαιοδοσίας, ενώ την ίδια στιγμή απαγορεύτηκε στους Αμερικανούς να έχουν οποιαδήποτε συναλλαγή μαζί τους[2].

Η κυβέρνηση Erdoğan με τη σειρά της, προχώρησε σε αντίποινα επιβάλλοντας κυρώσεις κατά της υπουργού Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Kirstjen Nielsen, και κατά του Γενικού Εισαγγελέα, Jeff Sessions, οι οποίες περιλάμβαναν απαγόρευση ταξιδιού και οποιασδήποτε χρηματοοικονομικής συναλλαγής με πολίτες ή οργανισμούς στην Τουρκία, καθώς και «πάγωμα» περιουσιακών στοιχείων στη χώρα.

Για την εξέλιξη του θέματος των κυρώσεων, ο εκπρόσωπος του κόμματος «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (AKP), Ömer Çelik, δήλωσε «η άρση των κυρώσεων που είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ σε δύο υπουργούς της Τουρκίας συνιστά σημαντικό βήμα για την ομαλοποίηση και ενδυνάμωση των δεσμών μεταξύ  των δύο χωρών».

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η απελευθέρωση του Brunson είχε θετικά αποτελέσματα, δεδομένου ότι «άνοιξε» το δρόμο για αποκλιμάκωση της διπλωματικής έντασης μεταξύ ΗΠΑ – Τουρκίας, όπου και παρατηρείται κινητικότητα προς την κατεύθυνση αντιμετώπισης ζητημάτων διαφορετικών στρατηγικών επιλογών των δύο χωρών.

Στα πλαίσια αυτά εντάσσονται και τα ακόλουθα:

Πρώτον, η ανακοίνωση του Τούρκου ΥΠΕΘΑ, Hulusi Akar, ότι την Πέμπτη 1η Νοεμβρίου ξεκίνησε ο πρώτος γύρος των από κοινού περιπολιών με τις ΗΠΑ, στην Manbij (Βόρεια Συρία). Όπως, μάλιστα, χαρακτηριστικά ανέφερε ο Erdoğan κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Ουκρανό ομόλογό του Petro Poroshenko στην Κων/πολη (3/11), «στόχος μας είναι η απομάκρυνση των τρομοκρατικών ομάδων PYD/YPG από την Manbij το συντομότερο δυνατόν»[3].

Σύμφωνα, βέβαια, με ανακοίνωση του συνασπισμού επιχειρησιακών δυνάμεων υπό την ηγεσία των Η.Π.Α. (Combined Joint Task Force-Operation Inherent Resolve, CJTF-OIR), οι συνδυασμένες περιπολίες με τον τουρκικό Στρατό επιτρέπουν την ενίσχυση της ασφάλειας και σταθερότητας στην Manbij. Αυτό είναι «επιτακτική ανάγκη προκειμένου να διατηρηθεί η δυναμική των συνεχιζόμενων επιχειρήσεων κατά του ISIS (Daesh) στην ανατολική Συρία, καθώς και για την ασφαλή και οικειοθελή επιστροφή των προσφύγων και των εσωτερικά εκτοπισμένων»[4].

Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας του Akar με τον Αμερικανό ομόλογό του James Mattis, όπου συζητήθηκαν οι διμερείς αμυντικές σχέσεις, η κατάσταση στη Συρία και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, υπήρξε σύγκλιση απόψεων για το ότι «οι κοινές περιπολίες συνιστούν σημαντικό βήμα για την αποκλιμάκωση των εντάσεων κατά μήκος των συνόρων και τη διατήρηση της ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή»[5].

Βέβαια, από τις ανωτέρω δηλώσεις φαίνεται ότι υπάρχει διαφορετική προσέγγιση και ερμηνεία σχετικά με τα συμφωνηθέντα για τις κοινές περιπολίες και που είναι ανάλογα με τις επιδιώξεις Αμερικανών και Τούρκων για την περιοχή.

Δεύτερον: Οι ΗΠΑ επανέφεραν (5/11) τις κυρώσεις κατά του Ιράν, προσθέτοντας 300 νέες ονομασίες, συμπεριλαμβανομένων του πετρελαϊκού, ναυτιλιακού, ασφαλιστικού και τραπεζικού τομέα του Ιράν, με στόχο να πλήξουν τα κύρια έσοδα της χώρας από την πετρελαϊκή βιομηχανία. Όπως, μάλιστα, ανακοίνωσε ο ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, Mike Pompeo (5/11), παραχωρήθηκε εξάμηνη εξαίρεση σε οχτώ χώρες, οι οποίες και είναι Τουρκία, Κίνα, Ινδία, Νότια Κορέα, Ελλάδα, Ιταλία, Ιαπωνία και Ταϊβάν[6], ενώ κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής συνέντευξης δήλωσε ότι «η Τουρκία θα πρέπει να εγκαταλείψει την εταιρική της σχέση με το Ιράν και να επιδιώξει την ανάπτυξη στενότερων σχέσεων με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ».

Την εξαίρεση της Τουρκίας είχε προαναγγείλει (2/11) ο υπουργός Ενέργειας και Φυσικών Πόρων της Τουρκίας, Fatih Dönmez, δηλώνοντας «θα είναι μια θετική συμβολή για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή», ενώ πρόσθεσε ότι η απόφαση της Washington επήλθε μετά από διαπραγματεύσεις Τούρκων και Αμερικανών αξιωματούχων[7].

Τρίτον: Ο Erdoğan κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Poroshenko, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και στο ζήτημα της Halkbank, λέγοντας ότι ο Donald Trump του υποσχέθηκε ότι θα δώσει οδηγίες στα μέλη του υπουργικού του συμβουλίου σχετικά με την υπόθεση αυτή.

Υπενθυμίζεται ότι το περασμένο καλοκαίρι η Τουρκία επεδίωξε να πείσει τις ΗΠΑ να απαλλάξουν την κρατική τράπεζα Halkbank από την απειλή επιβολής προστίμου, με την αιτιολογία ότι αυτή «έσπασε» το εμπάργκο προς το Ιράν κατά τη διάρκεια των αμερικανικών κυρώσεων στη χώρα αυτή[8].

Τέταρτον: Σύμφωνα με δημοσίευμα της Milliyet αναμένεται, εκτός απροόπτου, η προσγείωση στην Τουρκία των πρώτων μαχητικών αεροσκαφών F-35 τον Νοέμβριο του 2019. Αναφέρεται επίσης ότι στις 12-13 Νοεμβρίου πρόκειται να συνταχθεί αναφορά από το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ σχετικά με το θέμα των τουρκικών F-35, η οποία θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο για την περαιτέρω αναστολή ή συνέχιση του προγράμματος παράδοσης των αεροσκαφών. Στην Άγκυρα, πάντως, πιστεύουν ότι η αναφορά αυτή δεν θα προκαλέσει περαιτέρω εμπόδια[9], και

Πέμπτον: Παρατηρείται, μεν, μερική ανάκαμψη της τουρκικής λίρας σε σχέση με το δολάριο, 5,3996 λίρες/1$ (6/11), όμως η οικονομία φαίνεται να κατεβάζει ταχύτητα και να προκαλεί «πονοκέφαλο» στον Erdoğan, δεδομένου ότι ο ετήσιος πληθωρισμός στην Τουρκία σημείωσε άλμα στο 25% τον Οκτώβριο, με βάση τα επίσημα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 5 Νοεμβρίου, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών[10].

Συμπερασματικά, οι ανωτέρω εξελίξεις και κυρίως η αμοιβαία άρση των κυρώσεων κατά αξιωματούχων των δύο χωρών, η έναρξη κοινών περιπολιών στη Manbij, καθώς και η εξαίρεση της Τουρκίας από τις κυρώσεις κατά του Ιράν, αποτελούν θετικές ενδείξεις για το μέλλον των προβληματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Ωστόσο, εξακολουθούν να παραμένουν «αγκάθια» στις σχέσεις τους, όπως π.χ. από την πλευρά της Τουρκίας, η μη έκδοση από τις ΗΠΑ του Ιεροκήρυκα Fethullah Gülen, καθώς και η υποστήριξη που παρέχουν στους Κούρδους της Βόρειας Συρίας (YPG) και από την πλευρά των ΗΠΑ, η πολιτική του Erdoğan προς το εχθρικό γι’ αυτές Ιράν και η απόφαση αγοράς των S-400.

 

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

 

 

 

[1]E.Sullivan και C.Gall, «U.S. and Turkey Drop Dueling Sanctions Against Senior Officials», The New York Times, 2/11/18, https://www.nytimes.com/2018/11/02/world/europe/us-turkey-sanctions-pastor.html

 

[2] «Treasury Sanctions Turkish Officials with Leading Roles in Unjust Detention of U.S. Pastor Andrew Brunson», U.S. Department of the Treasury, 1/8/18, https://home.treasury.gov/news/press-releases/sm453

[3]«Erdoğan says Trump promised to instruct US ministers on Halkbank case», Hurriyet Daily News, 3/11/18, http://www.hurriyetdailynews.com/erdogan-says-trump-promised-to-instruct-us-ministers-on-halkbank-case-138545

[4]S.Ozer, «Turkish, US troops begin joint patrols in Manbij, Syria», Anadolu Agency, 1/11/18, https://www.aa.com.tr/en/politics/turkish-us-troops-begin-joint-patrols-in-manbij-syria/1300254

[5]«Manbij joint patrols de-escalating tensions, U.S. and Turkish defence ministers say», Ahval News, 2/11/18, https://ahvalnews.com/manbij/manbij-joint-patrols-de-escalating-tensions-us-and-turkish-defence-ministers-say

[6]«Turkey among 8 countries granted waiver on US oil sanctions against Iran», Hurriyet Daily News, 5/11/18, http://www.hurriyetdailynews.com/turkey-among-8-countries-granted-waiver-from-us-oil-sanctions-on-iran-138591

[7]«Turkey exempt from US sanctions on Iran oil: Minister», Hurriyet Daily News,  2/11/18, http://www.hurriyetdailynews.com/turkey-exempt-from-us-sanctions-on-iran-oil-minister-138530

[8]«Erdoğan says Trump promised to instruct US ministers on Halkbank case», op.cit.

[9]A.Hasan, «İlk F-35 2019 Kasım’da geliyor», Milliyet, 4/11/18, http://www.milliyet.com.tr/ilk-f-35-2019-kasim-da-geliyor-gundem-2771758/

[10]«Turkey’s inflation hits 25 percent in October, highest in 15 years», Hurriyet Daily News, 5/11/18, http://www.hurriyetdailynews.com/turkeys-annual-inflation-in-october-hits-25-24-pct-138571

Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰

Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για επαναφορά του Όρκου στα σχολεία της Τουρκίας έχει προκαλέσει μια νέα «πολεμική» τόσο σε πολιτικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, ενώ φαίνεται να στηρίζεται σε μια περισσότερο ιδεολογική παρά συνταγματική βάση. Εκλαμβάνεται δε ως μια προσπάθεια επιστροφής στην «Παλιά Τουρκία», μια ορολογία που χρησιμοποιεί το κυβερνών κόμμα AKP, όπου η δικαστική εξουσία ενεργούσε ως θεματοφύλακας του Κεμαλισμού με παρεμβάσεις στην πολιτική. Συνέχεια ανάγνωση

Ο Όρκος πρωτοεισήχθη κατά τη διάρκεια της μονοκομματικής περιόδου, το 1933, και επαναδιατυπώθηκε το 1972 και το 1997. Πρόκειται για έναν επιβαλλόμενο, ακόμη και στα μειονοτικά σχολεία, προσωποκεντρικό όρκο, με σαφείς στόχους την αφομοίωση, ομογενοποίηση και έξαρση του φανατισμού, εκθειάζοντας παράλληλα τον Mustafa Kemal Atatürk. Βάση του Όρκου αποτελεί το ιδεολογικό αφήγημα του Kemal Atatürk «ένα έθνος, ένα κράτος, μια πατρίδα, μια σημαία», ενώ χρησιμοποιείται η φράση που είχε αναφωνήσει κατά τη διάρκεια της ομιλίας του για την 10η επέτειο από την Ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, «πόσο ευτυχισμένος είναι εκείνος που λέει “είμαι Τούρκος”». Τον Όρκο έδιναν καθημερινά οι μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ ακολουθούσαν η έπαρση της σημαίας και η απαγγελία του εθνικού ύμνου.
Σημειώνεται ότι η τελευταία έκδοση του Όρκου (1997) ανέφερε τα ακόλουθα: «Είμαι Τούρκος, ειλικρινής και εργατικός. Η αρχή μου είναι να προστατεύω τον νεότερο, να σέβομαι τον μεγαλύτερο, να αγαπώ την πατρίδα μου και το έθνος μου περισσότερο από τον εαυτό μου. Το ιδανικό μου είναι να εξελιχθώ, να προχωρήσω. Ω Μεγάλε Atatürk! Στο μονοπάτι που εσύ χάραξες, ορκίζομαι να βαδίζω αδιάκοπα για την επίτευξη των στόχων που εσύ έχεις θέσει. Η ύπαρξή μου θα είναι αφιερωμένη στην ύπαρξη της Τουρκίας. Πόσο ευτυχισμένος είναι αυτός που λέει “Είμαι Τούρκος!”».
Μετά από προσφυγή μιας ένωσης καθηγητών, που πρόσκειται στο «Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος» (MHP), κατά της κατάργησης του Όρκου από το υπουργείο Παιδείας, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε την επαναφορά του (Οκτώβριος 2018), προκαλώντας νέες προστριβές στο εσωτερικό της χώρας.
Άμεση ήταν η αντίδραση του Recep Tayyip Erdoğan στην απόφαση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας, δηλώνοντας ότι αυτό ξεπερνά τα όρια των αρμοδιοτήτων του και «δεν λειτουργεί σε αρμονία με το νέο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας». Συνέχισε δε λέγοντας ότι είναι απορίας άξιο ο χρόνος που ελήφθη αυτή η απόφαση, δηλαδή γιατί τώρα και όχι πριν από μερικά χρόνια, με το προηγούμενο σύστημα διακυβέρνησης, κατηγορώντας το ότι «δεν εφαρμόζει το διαχωρισμό των εξουσιών».
Παράλληλα, τόνισε ότι όποιος δεν εφαρμόζει το διαχωρισμό των εξουσιών προσπαθώντας να επαναφέρει αντιδημοκρατικούς θεσμούς, το μόνο που καταφέρνει είναι να εμποδίζει τη βούληση του έθνους. «Αυτή η στρεβλή αντίληψη ανήκει σε πρακτικές που θυμίζουν το παλιό σύστημα». Διευκρίνισε δε, ότι «το Συμβούλιο της Επικρατείας θα πρέπει να υπηρετεί ως “συμβουλευτικό όργανο”. Το προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης δεν χρειάζεται να πάρει συγκατάθεση από αυτό για τα διατάγματα που εκδίδει»(1) .
Από την πλευρά του το MHP υπεραμύνθηκε της απόφασης επαναφοράς του Όρκου, κατηγορώντας το «Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (AKP) ότι υπονομεύει την «Τουρκικότητα» της χώρας. Εκτός, όμως, από το MHP και οι κοσμικοί – εθνικιστές της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης (Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα – CHP) τάχθηκαν υπέρ της επαναφοράς. Επισημαίνεται ότι η κατάργηση του Όρκου είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από εθνικιστικούς κύκλους, καθώς εθεωρείτο ότι με την κατάργηση φαλκιδεύονται τόσο η τουρκική ταυτότητα, όσο και οι μεταρρυθμίσεις του Ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας, Mustafa Kemal Atatürk.
Να σημειωθεί ότι η κατάργηση του Όρκου (2013) συνέπεσε χρονικά με το «άνοιγμα» του Recep Tayyip Erdoğan προς του Κούρδους και την έναρξη σειράς συνομιλιών με τον φυλακισμένο ηγέτη του PKK, Abdullah Öcalan, στο πλαίσιο της «Διαδικασίας Συμφιλίωσης», όπως την κατονόμασε το AKP. Από την πλευρά του, το MHP εξέλαβε την κατάργηση του Όρκου ως μια «παραχώρηση» προς το PKK.
Σύμφωνα με τον İsmet Berkan(2) , η απόφαση επαναφοράς του Όρκου είναι προβληματική για τους εξής λόγους: Πρώτον, το υπουργείο που καταργεί έναν διοικητικό κανονισμό δεν δημιουργεί νέα νομική κατάσταση, γεγονός που σημαίνει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχει λόγο να λάβει απόφαση σχετικά με το θέμα αυτό. Δεύτερον, το Συμβούλιο της Επικρατείας υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του, στηρίζοντας την απόφασή του στην επιχειρηματολογία ότι «δεν υπάρχουν σοβαροί επιστημονικοί λόγοι που να στηρίζουν την απόφαση του υπουργείου Εθνικής Παιδείας να καταργήσει τον Όρκο». Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το δικαστήριο κρίνει την απόφαση του υπουργείου Παιδείας, εξετάζοντας παιδαγωγικούς λόγους και όχι τη νομιμότητα αυτής. Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχει την εξουσία να κρίνει την ορθότητα των διοικητικών αποφάσεων, αλλά να εξετάζει και να επιβλέπει τη νομιμότητα αυτών (3) .
Το ανησυχητικό στο ζήτημα επαναφοράς του καθημερινού Όρκου στα σχολεία, που μοιάζει με τις μιλιταριστικές τελετές, έγκειται στο κατά πόσο πρέπει να είναι υποχρεωτικός στην εκπαίδευση των μαθητών. Για το θέμα αυτό, αξιωματούχοι του AKP επέκριναν την απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας και δήλωσαν ότι το ζήτημα θα επιλυθεί δια της νομίμου οδού. Αξιοσημείωτο δε είναι ότι συντηρητικοί κύκλοι, εθνικιστές με συντηρητικό υπόβαθρο και κριτική στάση απέναντι στον Κεμαλισμό, Κούρδοι, καθώς και φιλελεύθεροι διαμαρτυρήθηκαν για την επαναφορά του Όρκου. Κύρια επιχειρήματα των αντιτιθεμένων είναι ότι ο Όρκος δημιουργεί αποκλεισμό, παραβιάζει την ελευθερία της γνώμης (4) , είναι αντίθετος στην αυτογνωσία και στην αυτοπραγμάτωση των μαθητών επιβάλλοντας συγκεκριμένες αξίες, απομακρύνει τη χώρα από τις προσπάθειες εκδημοκρατισμού και επαναφέρει παλιές πρακτικές όπου η δικαστική εξουσία ενεργούσε ως φύλακας του Κεμαλικού καθεστώτος με παρεμβάσεις στην πολιτική (5) .
Με άλλα λόγια, στην «Παλιά Τουρκία» επικρατούσε μια πλήρης «Δικαστική Κηδεμονία» που ασκούσε απόλυτο έλεγχο στις κυβερνητικές αποφάσεις. Η κυβέρνηση Erdoğan, θέλοντας να εκδημοκρατίσει τη χώρα, προσπάθησε να ανατρέψει αυτές τις πρακτικές που προέρχονταν από Κεμαλικές και κρατικές ομάδες. Το βασικό, λοιπόν, ερώτημα που τίθεται είναι για το εάν μετά τις εκτεταμένες εκκαθαρίσεις, που ακολούθησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, έχουν ανέλθει στο δικαστικό σώμα ομάδες που πρόσκεινται στο MHP και εάν αυτές έχουν την ισχύ να εναντιώνονται στην κυβερνητική πολιτική (6).
Η «σφοδρή» υποστήριξη που έδειξε το MHP και ο ηγέτης του, Devlet Bahçeli, στην επαναφορά του Όρκου, καθώς και οι επικρίσεις του κατά του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης του AKP, Bekir Bozdağ, καθιστούν με σαφήνεια τη στάση του κόμματος σχετικά με το θέμα. O Erdoğan, με τη σειρά του, όχι μόνο υποστήριξε τον Bozdağ έναντι του Bahçeli, αλλά επίσης θέλοντας να τονίσει τις διαφορές του AKP από το MHP δήλωσε ότι «δεν έχουμε άλλον όρκο, εκτός από τον εθνικό μας ύμνο».
Υπενθυμίζεται ότι η επαναφορά του Όρκου αποτέλεσε ένα από τα «αγκάθια» που δεν ξεπεράστηκαν στις προσπάθειες που έγιναν μεταξύ Erdoğan και Bahçeli, ώστε να συνεργαστούν και στις επικείμενες τοπικές εκλογές με βάση τη «Λαϊκή Συμμαχία». Υπό αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, η τελευταία έχει καταστεί εύθραυστη, ενώ ιδιαίτερο ρόλο για το μέλλον της θα διαδραματίσουν τόσο η στάση που θα κρατήσει το MHP κατά τη ψήφιση του προϋπολογισμού 2019, όσο και τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών του Μαρτίου, με τις όποιες αναλύσεις κόστους – οφέλους ακολουθήσουν (7) .
Τέλος, το όλο θέμα φαίνεται ότι θα παραμείνει και μάλιστα για αρκετό χρονικό διάστημα ψηλά στην πολιτική ατζέντα, δεδομένου ότι το υπουργείο Παιδείας έχει προσφύγει κατά της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας σε ανώτερο δικαστήριο.

[1]«President Erdoğan criticizes Council of State for not working in line with new executive system», Hurriyet Daily News, 24/10/18, http://www.hurriyetdailynews.com/president-erdogan-criticizes-council-of-state-for-not-working-in-line-with-new-executive-system-138234

[2]Ο İsmet Berkan υπήρξε Γενικός Διευθυντής στην ημερήσια τουρκική εφημερίδα «Radikal» και τώρα είναι Δημοσιογράφος στη Hurriyet.

[3]İsmet Berkan, «Turkish Politics After the Student Oath Debate», The New TurkeyΟκτώβριος 2018, https://thenewturkey.org/turkish-politics-after-the-student-oath-debate/

[4]M. Erkut Ayvaz, «What’s Really Behind Turkey’s Student Oath Debate?», The New Turkey, Οκτώβριος 2018, https://thenewturkey.org/whats-really-behind-turkeys-student-oath-debate/

[5]Hazal Duran, «Turkey’s Student Oath Becomes a Controversial Issue», The New Turkey, 22/10/18, https://thenewturkey.org/turkeys-student-oath-becomes-a-controversial-issue/

[6]İsmet Berkan, «Turkish Politics After the Student Oath Debate», op.cit.

[7] Ibid

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰

 Η υπόθεση Brunson, που αναδείχθηκε το τελευταίο χρονικό διάστημα ως μείζον ζήτημα στη διπλωματική διαμάχη Τουρκίας – ΗΠΑ, εξελίχθηκε σε προσωπική αντιπαράθεση των δύο ηγετών, Recep Tayyip Erdogan – Donald Trump, με αλληλοκατηγορίες και σημαντικές οικονομικές κυρώσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, ο πάστορας βρέθηκε στο επίκεντρο της σύγκρουσης και χρησιμοποιήθηκε ως «πιόνι» σε ένα υπό εξέλιξη διπλωματικό παιχνίδι στη βάση των διαρραγεισών σχέσεων των δύο χωρών, προκαλώντας αβεβαιότητα για το κατά πόσο τελικά η απελευθέρωση Brunson θα δώσει ώθηση για ουσιαστική εξομάλυνση των σχέσεών τους.

Η ανωτέρω αβεβαιότητα έγκειται στο γεγονός ότι το διακύβευμα της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης Erdogan – Trump εδράζεται σε άλλες βαθύτερες αιτίες. Το προφανές, βέβαια, είναι ότι και οι δύο ηγέτες ήθελαν να περισώσουν το γόητρό τους, ενώ παράλληλα παρατηρείται απόκλιση στις στρατηγικές επιδιώξεις και τα συμφέροντα των δύο χωρών. Συνέχεια ανάγνωση

Από τη μία πλευρά, ο Τούρκος πρόεδρος που επιδιώκει να αφήσει ένα ισάξιο, αν όχι και ανώτερο, στίγμα από αυτό του Mustafa Kemal Atatürk στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας, ακολούθησε μια άκαμπτη και ανυποχώρητη στάση (σ.σ. μέχρι ενός σημείου) στην υπόθεση Brunson, δείχνοντας ότι δεν υπάρχει καμία βούληση να υποκύψει στις απειλές και στα τελεσίγραφα Trump, προσπαθώντας παράλληλα να λειτουργήσει ως μια μεγάλη «νέο -οθωμανική» περιφερειακή δύναμη με ρόλο και λόγο στις τρέχουσες εξελίξεις. Ο απώτερος, όμως, στόχος του ήταν να χρησιμοποιήσει την κράτηση Brunson ως διπλωματικό «χαρτί» ώστε να ασκήσει πίεση για μια ενδεχόμενη ανταλλαγή με τον Ιεροκήρυκα Fethullah Gülen.

Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump, που στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία στο «όραμα» “η Αμερική να ξαναγίνει μεγάλη”, καθώς και στην υπόσχεση ότι “οι πολιτικές του επιλογές θα προστατεύουν πρώτα και πάνω από όλα τα συμφέροντα των Αμερικανών πολιτών”, επιδίωξε με σθένος την αποφυλάκιση του Andrew Brunson φτάνοντας ακόμη και στο σημείο του οικονομικού «πολέμου» με την Τουρκία, στέλνοντας ταυτόχρονα ένα σαφές μήνυμα «κυριαρχίας».

Το γεγονός ότι δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπόθεση Brunson, την οποία ο Trump την χαρακτήρισε ως «ομηρία», οφείλεται κυρίως στις επικείμενες κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές της 6ης Νοεμβρίου, όπου θα κριθεί ποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα θα έχει υπό τον έλεγχό του το Κογκρέσο, ή με άλλα λόγια αν οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρήσουν την πλειοψηφία τους σε αυτό. Οι Ευαγγελιστές Χριστιανοί, που ανέρχονται σε 55 – 60 εκατομμύρια στις ΗΠΑ, αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της εκλογικής βάσης του Trump. Η αποφυλάκιση Brunson, λοιπόν, δίνει νέα ώθηση στον Trump ώστε να πείσει τους Χριστιανούς ψηφοφόρους να υποστηρίξουν τους Ρεπουμπλικάνους υποψήφιους. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ο Trump υποδεχόμενος τον Αμερικανό πάστορα στο οβάλ γραφείο του είπε επί λέξει «είσαι πολύ σημαντικός για μας».

Υπενθυμίζεται ότι ο 50χρονος Andrew Brunson, που κρατείτο για δύο περίπου χρόνια πριν αποφασιστεί ο κατ’ οίκον περιορισμός του στις 25 Ιουλίου 2018 για λόγους υγείας, απελευθερώθηκε μετά από απόφαση του 2ου Ποινικού Δικαστηρίου που συνεδρίασε στη Σμύρνη  στις 12 Οκτωβρίου 2018. Επρόκειτο για την τέταρτη ακρόαση, ενώ οι μάρτυρες κατηγορίας άλλαξαν τις καταθέσεις τους. Ο πάστορας συνελήφθη τον Οκτώβριο 2016, κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων που ακολούθησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, με τις κατηγορίες για διασύνδεση με το PKK και το δίκτυο του Gülen. Σημειώνεται, επίσης, ότι αν και το δικαστήριο επέβαλε στον Brunson έκτιση ποινής φυλάκισης τριών ετών, ενός μηνός και 15 ημερών, ήρθη  ο κατ’ οίκον περιορισμός και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και τελικά αφέθηκε ελεύθερος καθώς θεωρήθηκε ότι ο χρόνος της ποινής καλύφθηκε από τη διάρκεια προφυλάκισής του.

Εξομάλυνση σχέσεων Τουρκίας – ΗΠΑ μετά την αποφυλάκιση Brunson;

Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσο η απελευθέρωση Brunson θα αποτελέσει εφαλτήριο για ουσιαστική αποκατάσταση των σχέσεων Τουρκίας – ΗΠΑ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι αν και ο Trump το Σάββατο (13/10) ευχαρίστησε, μέσω Twitter, προσωπικά τον Erdogan για την αποφυλάκιση Brunson, έσπευσε να διαψεύσει τα όσα ακούγονται περί μυστικής συμφωνίας με την Τουρκία για χαλάρωση των κυρώσεων (σ.σ. το NBC News και η The Washington Post είχαν αναφερθεί σε συμφωνία στις 11/10), τονίζοντας ότι δεν κάνει συμφωνίες για ομήρους και ότι η αποφυλάκιση μπορεί να οδηγήσει σε καλές ακόμη και εξαιρετικές σχέσεις με την Τουρκία.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ριζικά αντίθετες πολιτικές και συμφέροντα των δύο χωρών που καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την ουσιαστική αποκλιμάκωση της έντασης.

Η στήριξη των ΗΠΑ στους Κούρδους μαχητές της βόρειας Συρίας, το άνοιγμα της Άγκυρας (σ.σ. μέλους του ΝΑΤΟ) στη Ρωσία και το Ιράν και η απόφαση για αγορά του αντιαεροπορικού πυραυλικού συστήματος S-400, η φυλάκιση στις ΗΠΑ του Mehmet Hakan Atilla, στελέχους της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank, που δικαζόταν με την κατηγορία ότι παραβίασε το εμπάργκο σε βάρος του Ιράν, η κράτηση και άλλων Αμερικανών πολιτών και προσωπικού του State Department που εργάζονταν στην Τουρκία, καθώς και η αντιαμερικανική και αντιδυτική ρητορική του Erdogan είναι ορισμένα από τα «αγκάθια» στις σχέσεις των δύο χωρών. Ο Erdogan, μάλιστα, έχει χαρακτηρίσει την απόφαση φυλάκισης του Atilla ως πολιτική επίθεση στην κυβέρνησή του, ενώ ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Mike Pompeo, μετά την αποφυλάκιση Brunson, ζήτησε να «απελευθερωθούν γρήγορα» και οι άλλοι Αμερικανοί πολίτες που βρίσκονται στις τουρκικές φυλακές, δηλώνοντας «…ο Αμερικανός πρόεδρος και το State Department συνεχίζουν να εργάζονται σκληρά για την επιστροφή στην πατρίδα όλων των Αμερικανών ομήρων και όσων αδίκως βρίσκονται φυλακισμένοι και υπό κράτηση».

Όπως αναφέρεται στο Middle East Eye «μετά την απελευθέρωση Brunson ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουν οι δύο χώρες τις πραγματικές διαφορές τους που δεν είναι άλλες από τον έλεγχο του Manbij και το “καυτό” θέμα της αγοράς των S-400».

Συγκεκριμένα, το Manbij έχει αποτελέσει την πηγή έντασης μεταξύ των δύο χωρών από το 2016, όταν οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), υπό την ηγεσία των Κούρδων του YPG, ανέλαβαν τον έλεγχο της πόλης με την υποστήριξη των Αμερικανικών δυνάμεων.

Ταυτόχρονα και παρά τις αντιδράσεις των συμμάχων του ΝΑΤΟ, η Τουρκία αποφάσισε τον Σεπτέμβριο 2017 να αγοράσει τους S-400, προκαλώντας ανησυχίες στις ΗΠΑ, δεδομένου ότι αυτά τα συστήματα είναι ικανά να στοχοποιήσουν και να καταρρίψουν την πλειοψηφία των ΝΑΤΟϊκών πυραύλων, ενώ η Ρωσία θα μπορούσε να συλλέξει πληροφορίες για την τεχνολογία των αμερικανικών α/φών F-35. Επιπρόσθετα, ανησυχία επικρατεί στην Τουρκία ότι πιθανή επέκταση των αμερικανικών κυρώσεων λόγω της αγοράς των S-400, θα μπορούσε να επιδράσει αρνητικά στις δυνατότητες του Τουρκικού Στρατού, δεδομένου ότι τα βαρέα όπλα που χρησιμοποιεί στη Συρία είναι αμερικανικής προέλευσης[1].

Σύμφωνα, όμως, με την «The Jerusalem Post» η απελευθέρωση Brunson θα μπορούσε να βελτιώσει τις σχέσεις των δύο χωρών και μάλιστα σε κομβικό χρονικό  σημείο καθώς μπορεί να συνδεθεί με την πίεση που ασκεί η Τουρκία στο Ριάντ για να δώσει απαντήσεις σχετικά με την εξαφάνιση του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Jamal Khashoggi στις 2 Οκτωβρίου[2].

Υπάρχει «νικητής» στη διαμάχη ErdoganTrump;

Όπως αναφέρει ο Ilhan Tanir[3] η απελευθέρωση Brunson δεν είχε κανένα θετικό αντίκτυπο για τον Erdogan, καθώς έπληξε σοβαρά την αξιοπιστία του ίδιου και της κυβέρνησής του.

Πρώτα απ’ όλα, η κράτηση Brunson «χαρακτήρισε» τη διακυβέρνηση Erdogan ως ένα καθεστώς που «κρατά και χρησιμοποιεί ομήρους», ενώ παράλληλα εξομοιώνεται με καθεστώτα όπως της Βόρειας Κορέας και του Ιράν που έχουν απομονωθεί από τη διεθνή κοινότητα.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι η υπόθεση Brunson έπληξε σοβαρά την τουρκική οικονομία, καθώς τον Αύγουστο 2018 η τουρκική λίρα είχε υποχωρήσει έναντι του δολαρίου περισσότερο από 35% της αξίας της από τις αρχές τους έτους (7 λίρες/δολάριο). Παρά τα μέτρα που έλαβε ο Erdogan, ακόμη και μετά την απελευθέρωση Brunson, δεν φαίνεται να έχουν πεισθεί οι αγορές, με τους επενδυτές να δείχνουν ακόμη ανήσυχοι για την πορεία της οικονομίας της χώρας, ενώ παράλληλα και σύμφωνα με τον Timothy Ash[4] η Τουρκία αναμένεται να φτάσει στα όρια της μέσα σε έξι μήνες το πολύ. Η απελευθέρωση λοιπόν Brunson, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν είχε αξιόλογη θετική επίδραση στην οικονομία της. Άλλωστε, τόσο τα κανάλια όσο και ο Τύπος που πρόσκεινται στο κυβερνών κόμμα (AKP) συνέχισαν να κατηγορούν τον πάστορα ως «πράκτορα» και να θεωρούν Trump και ΗΠΑ εχθρούς (12/10).

Τρίτον, σύμφωνα με τον Henri Barkey[5] η κράτηση Brunson ανέδειξε τη «μεροληψία του δικαστικού συστήματος της Τουρκίας» με αίολες κατηγορίες που βασίζονταν  σε μυστικές μαρτυρίες. Αν λάβει, μάλιστα, κάποιος υπόψη τους διωγμούς και τις μαζικές εκκαθαρίσεις σε όλους τους τομείς, που έγιναν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου με την αιτιολογία των Γκιουλενιστών, κανένας δεν μπορούσε να πιστέψει το κατηγορητήριο κατά του Brunson.

Τέλος, αν και η απελευθέρωση Brunson μπορεί να οδηγήσει σε μια βραχυπρόθεσμη «ανακωχή» στη διπλωματική διαμάχη των δύο χωρών και σε μια σχετική ανακούφιση της τουρκικής αγοράς που έχει ανάγκη από σταθερότητα, το σημείο «κλειδί» είναι οι αρχές Νοεμβρίου όπου λήγει το αμερικανικό εμπάργκο στο Ιράν και όπου τίθεται το ερώτημα αν θα συνεχιστεί αυτή η βελτίωση των σχέσεων[6].

Προς το παρόν φαίνεται να μην συντρέχουν λόγοι που να προκαλούν αισιοδοξία για μια ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών.

 

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

[1] Ece Goksedef, «With Brunson out of jail, US-Turkey relations still face two major hurdles», Middle East Eye, 12/10/2018, https://www.middleeasteye.net/news/brunson-issue-solved-whats-next-434326329

[2] Seth J. Frantzman, «Detained U.S. pastor wins day in court in Turkey», The Jerusalem Post, 12/10/2018,  https://www.jpost.com/International/Detained-US-pastor-wins-day-in-court-in-Turkey-569276

[3] Ο Ilhan Tanir είναι δημοσιογράφος και αναλυτής στην Ουάσιγκτον που έχει καλύψει θέματα πολιτικής των ΗΠΑ και αμερικανοτουρκικές σχέσεις για λογαριασμό τουρκικών εφημερίδων για πάνω από μια δεκαετία

[4] Ο Timothy Ash είναι ανώτερος στρατηγικός αναλυτής των αναδυόμενων αγορών στη Blue Bay Asset Management στο Λονδίνο

[5] Ο Henri Barkey είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Lehigh και από τα ανώτερα μέλη του Council on Foreign Relations για τη Μέση Ανατολή

[6] Ilhan Tanir, «Nine outcomes of Brunson’s release – none of which are positive for Erdoğan», Ahvalnews, 13/10/2018, https://ahvalnews.com/andrew-brunson/nine-outcomes-brunsons-release-none-which-are-positive-erdogan

Share Button

Φάνης Παπακωστίδης

Οι τελευταίες εξελίξεις στο συριακό ζήτημα, αναδεικνύουν την ρευστότητα η οποία χαρακτηρίζει το διεθνές σύστημα και δη την πολυπλοκότητα που υπάρχει ως προς την πορεία των εξελίξεων, τόσο λόγω των πολλών δρώντων που εμπλέκονται στην συγκεκριμένη περιοχή, όσο και των μεταβολών ισχύος που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια και επανακαθορίζουν τους συσχετισμούς μεταξύ τους.
Με την ολοκλήρωση της συνάντησης των τριών δυνάμεων (Ιράν, Ρωσία, Τουρκία) που συνθέτουν την “ομάδα της Αστάνα” στην Τεχεράνη, (07-09-2018), φάνηκε να επισφραγίζεται το μέλλον της περιοχής του Ιντλίμπ, της περιοχής της βορειοδυτικής Συρίας που αποτελεί το τελευταίο έδαφος που ελέγχουν οι αντικαθεστωτικοί αντάρτες.. Συνέχεια ανάγνωση

Στην ιρανική πρωτεύουσα έγινε σαφής, η απαίτηση για ολοκληρωτική ήττα των ανταρτών και ειδικά των ομάδων που έχουν χαρακτηριστεί ως τρομοκρατικές. Στη συνάντηση όμως παρουσιάστηκε ένα χάσμα μεταξύ των προέδρων Ερντογάν και Πούτιν καθώς ο πρώτος ζήτησε την κατάπαυση του πυρός ώστε να κινηθούν οι διαδικασίες “συμφιλίωσης” και να αποφευχθεί μια σφαγή αμάχων, ενώ ο Ρώσος πρόεδρος δήλωσε πως δεν πρόκειται να συζητήσει για τρομοκρατικές ομάδες που δεν έχουν καν εκπροσώπηση. Ήδη οι συριακές και ρωσικές αεροπορικές δυνάμεις, είχαν ξεκινήσει να βομβαρδίζουν στόχους των ανταρτών , ενώ στις ακτές της χώρας έχουν από καιρό συγκεντρωθεί ισχυρές ναυτικές δυνάμεις της Ρωσίας.
Έπειτα από τις επιτυχημένες επιχειρήσεις του συριακού στρατού στο νότο της χώρας, και την αποδοχή της εξουσίας του Μπασάρ αλ Άσαντ από το Ισραήλ , ήταν φανερό ότι ο χρόνος για την ολοκληρωτική ήττα των ανταρτών μετρούσε ανάποδα. Οι μοναρχίες του Κόλπου και η δύση, βασικοί σύμμαχοι της συριακής αντιπολίτευσης, την έχουν εγκαταλείψει πολιτικά, έχουν αποδεχτεί την παραμονή του Άσαντ και έχουν περιοριστεί σε αντιδράσεις “ανθρωπιστικού χαρακτήρα”. Εκείνο που έχει πλέον σημασία, δεν είναι το καθεστώς στη Δαμασκό, αλλά οι συσχετισμοί ισχύος που θα επικρατούν μετά το πέρας των επιχειρήσεων.
Αυτό αποτέλεσε και ένα από τα βασικά αντικείμενα συζήτησης των προέδρων ΗΠΑ & Ρωσίας στο Ελσίνκι, τον περασμένο Ιούλιο. Στη συνάντηση αυτή έγινε μια προσπάθεια συνεννόησης των δύο δυνάμεων σε διάφορους τομείς, μεταξύ των οποίων και η Συρία, γεγονός που αντιμετωπίστηκε με εξαιρετική δυσπιστία στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Οι έντονες αντιδράσεις που ακολούθησαν, έκαναν πλέον φανερό ένα “ρήγμα” που υπάρχει στην αμερικανική διοίκηση, μεταξύ άλλων και για τις σχέσεις της χώρας με την Ρωσία και την στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει η Ουάσιγκτον. Το πρόσφατο δημοσίευμα των N.Y Times, όπου ανώνυμο στέλεχος της κυβέρνησης στρέφεται κατά του προέδρου Τραμπ, υποστηρίζοντας πως υπάρχει “αντίσταση στελεχών της διοίκησης” απέναντι στις πολιτικές του, αποτελεί την πιο πρόσφατη εκδήλωση αυτού του ρήγματος.
Σε συνθήκες τέτοιας ρευστότητας, γίνεται κατανοητό πως πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη αυτές τις αντιθέσεις εντός της αμερικανικής διοίκησης, χωρίς βέβαια να υποτιμούμε τις πάγιες στρατηγικές της προτεραιότητες..
Στο πνεύμα αυτό, οι πρόσφατες προειδοποιήσεις του προέδρου Τραμπ προς τις συριακές δυνάμεις για την “οργή των ΗΠΑ” σε περίπτωση χρήσης χημικών όπλων και τέλεσης εγκλημάτων εναντίον του πληθυσμού , ουσιαστικά άναψαν το πράσινο φως στο ενδεχόμενο επέμβασης, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις κυβερνήσεις της Γαλλίας , της Γερμανίας και της Μ. Βρετανίας. Τη νομιμοποίηση μιας τέτοιας δράσης ήρθε να δώσει και ο ΟΗΕ, με την προειδοποίηση του πως η επίθεση στο Ιντλίμπ, “μπορεί να προκαλέσει την χειρότερη ανθρωπιστική κρίση του 21ου αιώνα”.
Υπό το βάρος της συνεχώς κλιμακούμενης έντασης, ακολούθησαν οι συναντήσεις αξιωματούχων της Τουρκίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη (14-09-2018), όπου φάνηκε πως το κλίμα μεταβάλλεται, καθώς σταμάτησαν οι αεροπορικές επιθέσεις στο Ιντλίμπ. Η μεταβολή ολοκληρώθηκε στην συνάντηση των προέδρων Πούτιν και Ερντογάν στο Σότσι της Ρωσίας (17-09-2018), όπου αποφασίστηκε η κατάπαυση του πυρός, η δημιουργία αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης, εύρους 15-20 χλμ, υπό κοινή ρωσοτουρκική επιτήρηση, που θα διαχωρίζει τις κυβερνητικές από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, ενώ θα αποσυρθούν από την εν λόγω ζώνη όλα τα βαρέα όπλα. Η εφαρμογή της συμφωνίας θα αρχίσει από τις 15 Οκτωβρίου 2018 και θα περιλαμβάνει την εκκένωση της περιοχής από τις ακραίες ένοπλες ομάδες στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η Αλ Νούσρα.

Πριν φτάσουμε σε εύκολα συμπεράσματα θα πρέπει να σταθούμε στην ιδιαιτερότητα του Ιντλίμπ:

Στην περιοχή του Ιντλίμπ, είναι συγκεντρωμένοι περί τα 2,5 εκ. κατοίκων , εκ των οποίων, περίπου το 1,5 εκ. αφορά πρόσφυγες από άλλες περιοχές , που έχουν συρρεύσει εκεί στα πλαίσια των συμφωνιών “συμφιλίωσης” ανάμεσα στο καθεστώς και τους αντάρτες. Σε αυτές τις συμφωνίες, μεταξύ άλλων, δίνεται η δυνατότητα στους ηττημένους αντάρτες, να εγκαταλείψουν, μαζί με τις οικογένειές τους, μια περιοχή που κατέχουν και να μεταφερθούν, με τα γνωστά “πράσινα λεωφορεία”, στο Ιντλίμπ. Αυτό οδήγησε στην συγκέντρωση εκεί ενός πολύ μεγάλου αριθμού προσφύγων, με μοναδική διέξοδο διαφυγής τα τουρκικά σύνορα. Η τουρκική κυβέρνηση προ των εξελίξεων, προέβη σε “σφράγισμα” των συνόρων προκειμένου να αποφύγει μια νέα εισροή εκατοντάδων χιλιάδων στα εδάφη της, μεταξύ των οποίων βρίσκονται και βετεράνοι τζιχαντιστές. Η προοπτική αυτή ανησυχεί ιδιαίτερα την Ε.Ε. και ειδικά το Βερολίνο, το οποίο θέλει να αποφύγει την επανάληψη των εικόνων του 2015-16, ενώ υπάρχει και η πίεση του αντιμεταναστευτικού κόμματος AfD, αλλά και οι εσωτερικές τριβές που προκαλεί στο κυβερνών κόμμα το συγκεκριμένο ζήτημα. Κατά συνέπεια, το κοινό συμφέρον είναι αυτό που έφερε κοντά Τουρκία – Γερμανία, σε ακολουθία της πρόσφατης προσέγγισης τους λόγω των αμερικανικών πιέσεων στην τουρκική οικονομία.

Χάρτης Ιντλίμπ, Αύγουστος 2018 (πηγή: https://twitter.com/afp/status/1035127492032380928)


Άλλος σημαντικός παράγων, τον οποίο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη, είναι το γεγονός της συγκέντρωσης δεκάδων χιλιάδων ισλαμιστών ανταρτών, μεταξύ των οποίων και αυτών της Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ (HTS), οι οποίοι αποτελούν τον διάδοχο της Αλ Νούσρα και παρακλάδι της Αλ Κάιντα. Οι τελευταίοι συμπεριλαμβάνονται στην λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις του ΟΗΕ και μαζί με τους σαλαφιστές συμμάχους τους, αποτελούν την κυρίαρχη ομάδα στην περιοχή (περίπου 10-15 χιλ) , ενώ ελέγχουν και την ομώνυμη πρωτεύουσα της επαρχίας. Η στάση τους είναι μέχρι τώρα αδιάλλακτη και πρόσφατα προέβησαν σε βίαιες ενέργειες προκειμένου να αποτρέψουν την μαζική φυγή κατοίκων και ενόπλων προς τις καθεστωτικές περιοχές .
Επίσης ισχυρό σχηματισμό αποτελεί το Εθνικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση (NFL), το οποίο συνιστά δημιούργημα της Τουρκίας με στόχο τον έλεγχο των αντιπολιτευόμενων ένοπλων ομάδων και αποτελεί αντίπαλο της HTS. Η συγκεκριμένη οργάνωση που αποτελείται από στοιχεία του πρώην Ελεύθερου Συριακού Στρατού (FSA), προσπάθησε να συνενώσει όλες τις ομάδες υπό την ομπρέλα της και ειδικότερα τις πιο ακραίες, χωρίς ωστόσο να το καταφέρει. Αυτό αποτέλεσε πλήγμα για την Άγκυρα καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα την μετέτρεπε σε κυρίαρχο της περιοχής και σοβαρό αντίπαλο της Δαμασκού στις μετέπειτα διεργασίες.
Στην περιοχή εδρεύει και το Ισλαμικό Κόμμα του Τουρκεστάν (ΤΙΡ), το οποίο αποτελεί οργάνωση των μουσουλμάνων Ουιγούρων της Κίνας και σύμμαχο της HTS, αποτελείται από 2000 περίπου άτομα, τα οποία είναι ετοιμοπόλεμα καθώς συμμετείχαν σε συγκρούσεις στο Αφγανιστάν. Η αντιμετώπισή τους προκαλεί το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της κινεζικής πλευράς καθώς συνιστούν απειλή για τα συμφέροντα της χώρας.
Τέλος στο Ιντλίμπ δρουν και Τσετσένοι αντάρτες (ομάδες :Junud al Sham & Ajnad al Kavkaz) οι οποίοι αποτελούν μακροχρόνιο στόχο της Μόσχας και ένα από τα βασικότερα κίνητρα για την στρατιωτική αντιμετώπισή τους από τον πρόεδρο Πούτιν.
Στο καθαρά τακτικό πεδίο, οι δυνάμεις της HTS και των συμμάχων της, ελέγχουν τα σημαντικότερα αστικά κέντρα (Ιντλίμπ, Σαρακίμπ και Τζισρ αλ Σουγκούρ) αλλά και τα μετόπισθεν, την περιοχή των συνόρων με την Τουρκία, ενώ αντίθετα οι φιλοτουρκικές δυνάμεις βρίσκονται πάνω στα πιθανά αρχικά σημεία προέλασης των δυνάμεων του Άσαντ και των συμμάχων του (δείτε σχετικό χάρτη). Όπως μας ενημερώνει ο Fabrice Balanche του Washington Institute , μια επίθεση στις δυνάμεις αυτές πιθανόν να τις θέσει ολοκληρωτικά εκτός μάχης, γεγονός που θα έχει και πολιτικές συνέπειες καθώς θα πλήξει την αξιοπιστία της Τουρκίας ως προστάτη των ανταρτών, ενώ θα αποδυναμώσει την μελλοντική εκπροσώπηση φιλοτουρκικών πολιτικών δυνάμεων στις συζητήσεις για την νέα Συρία.
Το σύνολο των προαναφερόμενων παραγόντων, σε συνδυασμό με την δύσκολη περίοδο που διέρχονται οι σχέσεις ΗΠΑ- Ερντογάν, κατέδειξαν την σημασία που είχε για τον τούρκο πρόεδρο, η επίτευξη της συμφωνίας στο Σότσι. Η προσωπική του έκκληση προς την διεθνή κοινότητα για να παρέμβει , πριν την συνάντηση με τον Ρώσο πρόεδρο, αποκαλύπτουν το παίγνιο υψηλού ρίσκου στο οποίο έχει εμπλακεί, ενώ οι χαρακτηρισμοί του για το κουρδικό YPG ως τρομοκρατική ομάδα, δείχνουν το αγεφύρωτο χάσμα με την Ουάσιγκτον. Πολλοί υποστηρικτές του μίλησαν για νίκη της Άγκυρας, ωστόσο κάτι τέτοιο μένει να αποδειχτεί, καθώς η συμφωνία, για τον κάθε δρώντα αξιολογείται διαφορετικά:
– Η Ρωσία απέκρουσε τις απειλές επέμβασης της δύσης και έδωσε χώρο στην “ειρηνική διευθέτηση” αφήνοντας όμως υπεύθυνη την Τουρκία, διασώζοντας παράλληλα την τακτική τους συμμαχία. Πιθανή αποτυχία της δεύτερης, θα δώσει στη Μόσχα το πράσινο φως για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, χωρίς η ίδια να φέρει ευθύνη. Επίσης ο πρόεδρος Πούτιν, κερδίζει χρόνο σχετικά με δύο σημαντικά γεγονότα, τις αμερικανικές εκλογές των midterms και την έναρξη εφαρμογής των κυρώσεων εναντίον του Ιράν. Στην πρώτη περίπτωση “απεγκλωβίζει” τον πρόεδρο Τραμπ από το συριακό και στην δεύτερη αναμένει τις κινήσεις της Τουρκίας και της Γερμανίας, απέναντι στην προοπτική κυρώσεων που θα υποστούν οι εταιρίες που δεν θα προσαρμοστούν στις επιταγές των ΗΠΑ.
– Ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί να υποστηρίξει πως οι παρεμβάσεις του έφεραν αποτέλεσμα και απέτρεψαν (έστω και προσωρινά) το αιματοκύλισμα. Μπορεί να βαδίσει στις εκλογές χωρίς να είναι κύριο θέμα το συριακό, διασώζοντας το Ελσίνκι. Παράλληλα, έφερε σε δύσκολη θέση την Τουρκία καθώς προκάλεσε τριγμούς στην σχέση της με την Μόσχα, αποκαλύπτοντας τα στενά περιθώρια ελιγμών του τούρκου προέδρου.
– Η Γερμανία, όπως ήδη αναφέραμε, επωφελείται από την αναβολή μιας νέας προσφυγικής κρίσης, ενώ ενίσχυσε και άλλο τις σχέσεις της με την Τουρκία, ελέω της έντασης με τις ΗΠΑ και της πτώσης της αξίας της λίρας. Χαρακτηριστικό γεγονός, η επικείμενη επίσκεψη του προέδρου Ερντογάν στο Βερολίνο, στα τέλη Σεπτεμβρίου (28-29). Εξαιρετικής σημασίας η αποκάλυψη του Spiegel για προχωρημένες συζητήσεις μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο χωρών, με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου της γείτονος, από την εταιρία Siemens. Μια επένδυση αξίας 35 δις ευρώ, στην οποία θα υπάρχει και γερμανική συμμετοχή. Στο δημοσίευμα γίνεται σύγκριση με το περίφημο έργο του 19ου αιώνα, τον σιδηρόδρομο Βερολίνου – Κων/πολης – Βαγδάτης, ενώ τονίζεται ιδιαίτερα η γεωπολιτική του σημασία ως ανταγωνιστικό του κινεζικού “νέου Δρόμου του Μεταξιού”.
– Η Ε.Ε. είδε με ανακούφιση την επίτευξη της συμφωνίας, καθώς απετράπη η περίπτωση ενός νέου προσφυγικού κύματος, δεδομένων και των προβλημάτων που έχουν δημιουργηθεί στη συνοχή της, με αφορμή το εν λόγω ζήτημα. Ας μην ξεχνάμε ότι τον προσεχή Μάιο, πρόκειται να διεξαχθούν οι ευρωεκλογές, με τους συσχετισμούς στο ευρωκοινοβούλιο, να είναι ήδη υπό αμφισβήτηση.
– Το Ισραήλ συνεχίζει ακάθεκτο την στρατηγική του επιδίωξη που συνίσταται στην απομάκρυνση των ιρανικών δυνάμεων από την Συρία και την αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ. Στις 18-09-2018, πραγματοποιήθηκε επίθεση ισραηλινών αεροσκαφών, εναντίων ιρανικών στόχων στη Λατάκεια και την Χομς της Συρίας. Κατά την προσπάθεια αναχαίτησης εκ μέρους της συριακής αεράμυνας, ένα ρωσικό αεροσκάφος επιτήρησης il-20 καταρρίφθηκε με αποτέλεσμα τον θάνατο των 15 επιβαινόντων . Η κλιμάκωση που ακολούθησε σταμάτησε χάρη στην παρέμβαση του προέδρου Πούτιν και την απόδοση εξηγήσεων εκ μέρους του πρωθυπουργού του Ισραήλ Β.Νετανιάχου , παρά τις κατηγορίες προς την Συρία. Είναι προφανές ότι άλλος ένας άξονας συνεννόησης, αυτός μεταξύ Ισραήλ – Ρωσίας, στηρίζεται και από τις δύο πλευρές, ελέω των πλεονεκτημάτων που προσφέρει αλλά και των προβλημάτων που θα δημιουργούσε η διάρρηξη του.
– Ο πρόεδρος Άσαντ ανταποκρίθηκε στη νέα συμφωνία με την προσδοκία ότι αυτή θα φέρει ως αποτέλεσμα την επανάκτηση της περιοχής με την λιγότερη δυνατή διεθνή εμπλοκή και αιματοχυσία. Η συριακή ηγεσία γνωρίζει πολύ καλά πως χωρίς την ρωσική αεροπορική στήριξη, αλλά και την διεθνή κάλυψη της Μόσχας, είναι πολύ ριψοκίνδυνη μια βεβιασμένη ενέργεια εκ μέρους της. Στη συμφωνία υπάρχουν πρόνοιες που λειτουργούν καταπραϋντικά για την συριακή πλευρά, όπως η επαναλειτουργία του αυτοκινητόδρομου Λατάκεια- Χαλέπι, ενώ υπάρχει σύγχυση σχετικά με τον έλεγχο της πόλης του Ιντλίμπ. Το κλίμα απέναντι στην Τουρκία είναι εχθρικό και η αποδοχή γίνεται στα πλαίσια της λογικής “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”.
– Το Ιράν από την πλευρά του χαιρέτισε την εξέλιξη στο Σότσι, καθώς μια ρήξη μεταξύ Τουρκίας – Ρωσίας θα το έφερνε σε δύσκολη θέση, καθώς υπάρχει ανοιχτό το κουρδικό ζήτημα και το θέμα των κυρώσεων των ΗΠΑ. Προφανώς υποστηρίζει την κατάληψη της περιοχής, ωστόσο κάτι τέτοιο θα πρέπει να συμβεί μα τις μικρότερες διπλωματικές και στρατιωτικές απώλειες.

Η περίπτωση του Ιντλίμπ αποτελεί ένα πεδίο δοκιμών, συμμαχιών και συνεννοήσεων, που ξεπερνάνε τα στενά γεωγραφικά του περιθώρια. Η συμφωνία του Σότσι σηματοδοτεί την έναρξη μιας αντίστροφης μέτρησης για τους τζιχαντιστές αλλά και για την Τουρκία . Οι πρώτοι, θα πρέπει είτε να παραδώσουν τα όπλα τους και να ενσωματωθούν, είτε να διαφύγουν μέσω Τουρκίας, είτε να συγκρουστούν. Η δεύτερη έχει κυριολεκτικά την τύχη στα χέρια της. Πρέπει σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα να εκπληρώσει, τόσο τις πρόνοιες της συμφωνίας, όσο και τις σχέσεις της με τους τοπικούς αλλά και διεθνείς δρώντες. Το κατά πόσο είναι δυνατό κάτι τέτοιο θα φανεί στη συνέχεια.

https://www.aljazeera.com/news/2018/09/erdogan-calls-idlib-ceasefire-tehran-summit-180907122805420.html
https://www.bbc.com/news/world-middle-east-45407401
https://www.telegraph.co.uk/news/2018/08/28/russia-masses-warships-syria-ahead-regimes-final-assault-idlib/
https://www.i24news.tv/en/news/israel/179306-180712-netanyahu-says-no-problem-with-syria-s-assad-staying-in-power
http://www.ert.gr/eidiseis/diethni/kosmos/thyella-antidraseon-sto-esoteriko-ton-ipa-gia-tin-stasi-tramp/
https://www.nytimes.com/2018/09/05/opinion/trump-white-house-anonymous-resistance.html
https://www.theguardian.com/world/2018/sep/05/syria-donald-trump-idlib-slaughter-very-angry
http://www.kathimerini.gr/983423/article/epikairothta/kosmos/epikefalhs-enoplwn-dynamewn-gallias-etoimoi-na-epite8oyme-sth-syria-ean-exei-ginei-xrhsh-xhmikwn-oplwn
https://www.naftemporiki.gr/story/1390470/suria-den-apokleiei-o-maas-summetoxi-tis-germanias-se-pligmata-se-periptosi-xrisis-ximikon
https://news.un.org/en/audio/2018/09/1019042
http://tass.com/world/1021965
https://af.reuters.com/article/worldNews/idAFKBN1J70U9
https://news.un.org/en/story/2018/06/1011862
https://www.hrw.org/news/2018/02/03/turkey/syria-border-guards-shoot-block-fleeing-syrians
https://news.un.org/en/story/2018/09/1018342
https://www.washingtonpost.com/world/syrian-rebels-in-idlib-target-those-who-might-surrender-as-government-assault-looms/2018/09/07/1ba47e00-b07c-11e8-8b53-50116768e499_story.html?noredirect=on&utm_term=.96dbefad6b66
https://www.albawaba.com/news/china-closely-watching-idlib-operation-syria-1172066
https://www.afp.com/en/news/23/foreign-fighters-syrias-idlib-face-last-stand-doc-18x6wz1
https://www.washingtoninstitute.org/policy-analysis/view/round-one-of-idlib-campaign-may-target-turkish-backed-rebels
https://www.wsj.com/articles/the-world-must-stop-assad-1536614148?mod=e2two
https://www.al-monitor.com/pulse/originals/2018/09/turkey-russia-erdogan-winning-from-idlib-to-berlin.html
http://www.spiegel.de/international/europe/germany-supports-major-project-in-turkey-a-1227358.html
http://www.ert.gr/roi-idiseon/mesogeios-agnoeitai-rosiko-stratiotiko-aeroskafos-me-14meles-pliroma/
https://www.naftemporiki.gr/video/1392956/poutin-tuxaio-peristatiko-i-katarripsi-tou-rosikou-stratiotikou-aeroskafous
http://www.ert.gr/frontpage/netaniachoy-se-poytin-i-syria-eythynetai-gia-tin-katarripsi-toy-rosikoy-aeroskafoys/
https://www.washingtonpost.com/world/middle_east/opposition-says-it-is-better-off-after-syria-deal-in-idlib/2018/09/18/f3cd4d78-bb41-11e8-adb8-01125416c102_story.html?utm_term=.13b7354a7001
https://www.euronews.com/2018/09/18/syrian-rebel-says-idlib-deal-ends-assads-hope-of-regaining-full-control
https://www.reuters.com/article/us-mideast-crisis-syria-idlib-plan/fate-of-jihadists-will-make-or-break-idlib-peace-plan-idUSKCN1LY2LO

1 2 3 11