για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική
Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης

Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης

Ο Χριστόδουλος Κ.Γιαλλουρίδης είναι Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Κοσμήτορας της Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στα Πανεπιστήμια της Τυβίγκης και του Μπόχουμ της Ομοσπονδιακής Γερμανίας. Σπούδασε Νομικά, Κοινωνιολογία, Πολιτική Επιστήμη, Διεθνείς Σχέσεις και Διεθνές Δίκαιο, ειδικευόμενος σε μεταπτυχιακό επίπεδο στους κλάδους της Πολιτικής Κοινωνιολογίας, της θεωρίας της Σύγκρουσης και Ειρήνης, της θεωρίας Εξωτερικής Πολιτικής, καθώς και του Διεθνούς Δικαίου.
Share Button

Cyprus - Annan PlanΟι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής αντιμετωπίζουν την Τουρκία όλο το τελευταίο χρονικό διάστημα τουλάχιστον των πρόσφατων έξι μηνών με μια έντονη δυσπιστία, ανησυχία, επιφυλακτικότητα και αμήχανη προσέγγιση του πως θα συνεχίσουν να συνεργάζονται με ένα εταίρο, ο οποίος κινείται με μια κλιμακούμενη αυτονομία. Αυτό σημαίνει πως αναζητούν τρόπους περισσότερο κατευνασμού μιας χώρας, η οποία διεκδικεί τον ρόλο της περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης, έχει ξεφύγει από τον έλεγχο και την επιρροή των ΗΠΑ και αναπτύσσει πολιτικές και στρατηγικούς σχεδιασμούς του μέλλοντος, οι οποίοι δεν είναι ούτε προβλέψιμοι, ούτε προσβάσιμοι από την αμερικανική υπερδύναμη. Συνέχεια ανάγνωση

Κυρίως όμως, ο φόβος των ΗΠΑ συνίσταται στην διογκούμενη αντίληψη της απομάκρυνσης της Τουρκίας από τους σχεδιασμούς της Δύσης, της αυτονόμησής της και της σταδιακής μετατροπής της σε ηγεμόνα της περιοχής με τον οποίο δεν έχουν ακόμη κατορθώσει να συνεννοηθούν ως προς το πλαίσιο και το επίπεδο συνεργασίας. Οι ΗΠΑ περισσότερο ανησυχούν ως προς την πολιτική λογική του Ερντογάν, ο οποίος κινείται στις διεθνείς σχέσεις, πολλές φορές με τελείως διαφορετικές αντιλήψεις ως προς το ποιος είναι επικίνδυνος ή όχι, ποιος είναι φίλος ή εχθρός, πράγμα που δεν μπορεί να προσληφθεί από την συμβατική λογική των δεξαμενών σκέψης του δυτικού κόσμου και κυρίως των ΗΠΑ.

Έτσι λοιπόν, σε μια πρόσφατη έκθεση πολιτικής, μιας πολύ σημαντικής δεξαμενής σκέψης των ΗΠΑ, με συντάκτες πρώην αμερικανούς πρέσβεις στην Άγκυρα, αφού αναλύεται ο τουρκικός παράγων και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ στο να κατανοήσουν την στρατηγική της Άγκυρας, αφού καταγράφονται οι φόβοι και οι ανησυχίες, οι συντάκτες της έκθεσης στην καταληκτική πρόταση πολιτικής που προβάλλουν, προτείνουν απερίφραστα και ανερυθριάστως, την παράδοση της Κύπρου στην Τουρκία ως καρροτάκι κατευνασμού του Ερντογάν, έναντι της μεγαλοϊδεατικής του πολιτικής που τους ανησυχεί τα μέγιστα.

Αυτό βεβαίως έρχεται να προβληματίσει ως προς την σοβαρότητα των αμερικανών να κατευθύνουν τις τύχες του κόσμου και να συμβουλεύουν όλους εμάς, αφού και αν ακόμα παραδινόταν η Κύπρος στους Τούρκους, η Άγκυρα, όχι μόνο δεν θα άλλαζε πολιτική έναντι των Αμερικανών και της Δύσης, αλλά αντιθέτως θα αποθρασυνόταν έτι περαιτέρω, όπως αποδεικνύει και η θεωρία, δηλαδή η πρακτική της διεθνούς πολιτικής, όπως την διδάσκει ο Θουκυδίδης και την βίωσε η ανθρωπότητα στο Σύμφωνο του Μονάχου του 1938 μεταξύ Χίτλερ και Τσάμπερλαιν.

Την 23η Οκτωβρίου 2013 εκδόθηκε από το Bipartisan Policy Center μια έκθεση, που χαρακτηρίζεται ως White Paper, υπό τον τίτλο «From Rhetoric to Reality: Reframing US Turkey Policy», (Από την ρητορική στην πραγματικότητα: Επανασύνταξη της πολιτικής των ΗΠΑ σχετικά με την Τουρκία). Οι συντάκτες του κειμένου της έκθεσης είναι δύο τέως πρέσβεις των ΗΠΑ στην Τουρκία, οι Morton Abramowitz και Eric Edelman.

Το Bipartisan Policy Center (BPC) είναι μια σοβαρή δεξαμενή σκέψης (think tank), της οποίας το ιδιαίτερο βάρος απορρέει από το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνει ή υποστηρίζεται από ένα πολύ ευρύ φάσμα του κατεστημένου της Washington, ανεξαρτήτως κόμματος, στο ύψιστο επίπεδο πολιτικού βάρους.

Τα θέματα, τα οποία απασχολούν τους ειδικούς, πολιτικούς, διπλωμάτες ή άλλους εξειδικευμένους δημόσιους παράγοντες και επιστήμονες, τους οποίους στεγάζει το BPC συμπεριλαμβάνουν πολλά που αντιμετωπίζουν τους πιο άμεσους προβληματισμούς που προβάλλονται στο πολιτικό προσκήνιο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η μεγάλη πλειοψηφία είναι θέματα που σχετίζονται με την εσωτερική πολιτική, και μόνο ένα σχετικά μικρό ποσοστό (+/- 10%) με την εξωτερική.

Η παραπάνω έκθεση λοιπόν αντικατοπτρίζει ένα προβληματισμό πολλών που χαράζουν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ σχετικά με την Τουρκία. Αυτό που εντυπωσιάζει κατά πρώτο λόγο είναι το επικριτικό ύφος του κειμένου, ενώ προσπαθεί και θέλει να βρει σημεία ταύτισης συμφερόντων με μια χώρα, της οποίας την σημασία θεωρεί καθοριστική.

Ως εκ τούτου η κριτική της έκθεσης συμπεριλαμβάνει τον διωγμό των αξιωματικών στο πλαίσιο της Ergenekon και Βαριοπούλας, τον περιορισμό της ελευθερίας του τύπου (και τους δεκάδες φυλακισμένους δημοσιογράφους), τις πιέσεις κατά μειονοτήτων, το «δημοκρατικό έλλειμμα» (democratic deficit) κτλ.

Μία διάσταση, η οποία λείπει από την έκθεση αυτή είναι η ευαισθησία για τον πολιτισμικό παράγοντα, το οποίο σημαίνει ότι δεν δίνει αρκετό βάρος στη σημασία που έχει ο θρησκευτικός παράγων. Ο Erdogan είναι βαθειά θρησκευόμενος, συν τοις άλλοις, διότι το Οθωμανικό Ισλάμ είναι μια καθοριστική γραμμή ταυτότητος για τους «Τούρκους».

Ένα θέμα, το οποίο η έκθεση αντιμετωπίζει θετικά είναι το Κουρδικό, για το οποίο θεωρεί η κυβέρνηση Erdogan έχει επενδύσει σωστά και έχει δείξει ευλυγισία! Η έκθεση είναι επίσης αυστηρή στις κρίσεις της σχετικά με την Τουρκική αμυντική και εξωτερική πολιτική –από την σκοπιά των ΗΠΑ- από την Σουνιτική απόκλιση σχετικά με την Συρία (“pro-Sunni policy”), την εύκαμπτη πολιτική σχετικά με την Περσία (Ιράν), της υποστήριξης προς την Hamas στην Παλαιστίνη, και την ένταση στις σχέσεις με το Ισραήλ. Ως προς το τελευταίο, προωθεί κάποια πολιτική που θα οδηγεί σε κάποιου είδους συμβιβασμό – αλλά είναι ασαφές ποιες θα είναι οι βάσεις (ή και τα κίνητρα) γι’ αυτό τον συμβιβασμό εκτός κάποιας ενεργειακής συνεργασίας.

Όπως υπογραμμίζουν οι δύο πρέσβεις, προκειμένου να δώσουν κάτι στον Ερντογάν οι ΗΠΑ, να τον κατευνάσουν και να του απλώσουν μια γέφυρα συνεργασίας, επαναφέρουν το Κυπριακό στο προσκήνιο της αμερικανοτουρκικής διαπραγμάτευσης εν είδει δέλεαρ, προκειμένου να δώσουν την αίσθηση στον Ερντογάν πως οι ΗΠΑ εξακολουθούν παρά τα προβλήματα να πιστώνουν την Άγκυρα με την ικανότητα του αξιόπιστου σύμμαχου. Όπως αναφέρει και η έκθεση του Bipartisan Policy Center, «οι ΗΠΑ μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις πρόσφατες οικονομικές κρίσεις» που έπληξαν την Ελλάδα και την Κύπρο, να υπερκεράσουν τις αντιρρήσεις των Ελλήνων για να επανέλθουν στις διαπραγματεύσεις και να καταλήξουν σε μια παραλλαγή του Σχεδίου Αννάν «το οποίο είχε υπερψηφιστεί από τους Τουρκοκυπρίους, αλλά καταψηφιστεί από τους Έλληνες συμπατριώτες τους». (The United States should seize this opportunity by nominating a new high-level special envoy to work with both sides and the United Nations to restart talks and seek a resolution to this issue, along the lines of the 2004 Annan Plan, which was approved in referendum by Turkish Cypriots but rejected by their Greek counterparts).

Όλο αυτό το πλαίσιο μιας καινοφανούς και επικίνδυνης για τα συμφέροντα του Ελληνισμού λογικής που αναπτύσσεται στις ΗΠΑ έναντι της Κύπρου και της Ελλάδος, και που σχετίζεται με την γιγάντωση της τουρκικής ηγεμονίας, πρέπει να μας προβληματίσει σε βαθμό κινητοποίησης για την ύπαρξή μας ως κρατών και ως Ελληνισμού γιατί αυτά είναι μηνύματα ισχυρότατης προειδοποίησης για το που πάμε. Έχουμε αυτή την στιγμή ένα τεράστιο κενό στις ΗΠΑ, στις Βρυξέλλες και στην Μόσχα, όπου δεν υπάρχουμε ως σύστημα επιρροής. Ανησυχούν οι άλλοι για μας, όπως οι Εβραίοι και το Ισραήλ. Εμείς όταν καλούμαστε να μιλήσουμε για αυτά που οφείλουμε να διεκδικούμε, γινόμαστε ή αδιάφορα νερόβραστοι ή δουλοπρεπείς επαίτες στοιχειωδών δικαιωμάτων για τον λαό και την πατρίδα μας. Οφείλουμε επειγόντως να αλλάξουμε μυαλά και πολιτικές. Αυτό το κείμενο πρέπει να αποτελέσει το καμπανάκι της έγερσής μας. Εκτός και αν έχουμε αποφασίσει πως θα είμαστε η τελευταία γενιά Ελλήνων στο νησί!

Χριστόδουλος Κ.Γιαλλουρίδης, Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού Παντείου Πανεπιστημίου

Share Button

Kerry-Brahimi-LavrovΗ ιδέα της καταστροφής του χημικού οπλοστασίου της Δαμασκού με αντάλλαγμα μία προσωρινή εκεχειρία μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση του συριακού προβλήματος αναδεικνύεται σε πρώτης τάξεως πολιτική προσέγγιση εκεχειρίας και διαπραγμάτευσης. Αυτή η εξέλιξη δεν είναι ένα απλό στρατηγικό παίγνιο ή στρατηγικός ελιγμός. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μία κίνηση, που οδηγεί σε ένα καινούργιο μέλλον στην παγκόσμια πολιτική σκακιέρα προς την κατεύθυνση της αποφυγής του πολέμου; Τι καινούργιο έχουμε; Συνέχεια ανάγνωση

Οι ΗΠΑ και ειδικότερα ο Πρόεδρος, πλανητάρχης και επικεφαλής της Υπερδύναμης, εμφανίστηκαν την περασμένη Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου, απρόσμενα ή και προσχεδιασμένα ή κατόπιν σοφότερης εκτίμησης, να μεταβάλουν στάση από την αρχική  της 21ης ανακοινωθείσας απόφασης περί αναγκαίου στρατιωτικού πλήγματος εναντίον του καθεστώτος της Δαμασκού και να επιλέγουν τον δρόμο της διπλωματίας της συνεννόησης και εν τέλει της ειρηνικής διευθέτησης του μείζονος διεθνούς προβλήματος. Τι συνέβη πραγματικά που μετέβαλε την απόφαση του προέδρου Ομπάμα, έτσι ώστε από την σίγουρη επικείμενη σύγκρουση και τιμωρία του αμαρτωλού και «βάρβαρου» για τον λαό του – Άσσαντ, όπως τον αποκαλούν, να επιλεγεί ο δρόμος της διπλωματικής διευθέτησης δια της καταστροφής του πυρηνικού εργοστασίου της Δαμασκού. Assad-Putin-Obama

Υπάρχει το «Παίγνιο της Κότας», όπως το αποκαλούμε στην επιστήμη των διεθνών σχέσεων, όπου η απειλή πολέμου και σύγκρουσης οδηγεί έναν από τους δύο παίχτες, ενόψει σύγκρουσης, σε αλλαγή στάσης και σε φυγή. Ο Πρόεδρος Ομπάμα επέλεξε τον μη πόλεμο. Υπάρχει η εκτίμηση που μας λέει πως ο Πρόεδρος αυτοπαγιδεύτηκε εξ’ αρχής σε μια κεκτημένη από την πολιτική της υπερδύναμης, υποχρέωση ενός καθήκοντος για μια παραδειγματική πυραυλική πολεμική αστραπιαίας τιμωρίας του «αιμοσταγούς» δικτάτορα Άσσαντ.

Η αυτοπαγίδευση οδήγησε στην δέσμευση της υπερδύναμης του Πλανητάρχη να προχωρήσει στο προαναγγελθέν πλήγμα, πράγμα που τον εξανάγκασε πλέον για λόγους κύρους και διεθνούς αξιοπιστίας και μόνο, να πλήξουν καθοιονδήποτε τρόπο και μέσο το καθεστώς της Δαμασκού. Η κατηγορία περί χρήσεως χημικών από το καθεστώς εναντίον του συριακού λαού θεωρήθηκε σχεδόν «a priori» στοχοθετημένη και σκηνοθετημένη με απολύτως βέβαιη την ευθύνη και ενοχή του Προέδρου Άσσαντ, προσωπικά. Η διακήρυξη σε όλους τους τόνους και με όλα τα μέσα, πως η ενοχή του καθεστώτος είναι αδιαμφισβήτητη αποσκοπούσε στην νομιμοποίηση της προαποφασισμένης πολεμικής επιχείρησης και δευτερευόντως θα λέγαμε – όπως συνέβη κατ’ επανάληψη στο παρελθόν – στην αναζήτηση της αλήθειας γύρω από τα τραγικά περιστατικά της 21η Αυγούστου.

Αυτό ήταν το σενάριο της πρώτης φάσης της διεθνούς κρίσης, γύρω από την Συρία, που αν Πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο George Bush Jr. η πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ θα είχε ήδη υλοποιηθεί. Η Δαμασκός και το καθεστώς εν γένει θα είχε πληγεί με όλα τα σύγχρονα πυραυλικά συστήματα, χωρίς σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ίσως και χωρίς απόφαση του ΝΑΤΟ. Πιθανότατα αυτό το πλήγμα θα ακολουθούσε ένας αρμαγεδώνας συγκρούσεων εναντίον όλων στην Μέση Ανατολή. Οι διεθνείς επιπτώσεις θα ήταν σε αυτήν τη περίπτωση απρόβλεπτες και καταστροφικές για την ανθρωπότητα.

Ο Ομπάμα δίστασε. Σε αυτές τις περιπτώσεις η προσωπικότητα του ηγέτη είναι καθοριστικής σημασίας. Φοβήθηκε τις συνέπειες, διαπίστωσε την απουσία στρατηγικού στόχου. Οι αντικαθεστωτικοί είναι διασπασμένοι, δεν διαθέτουν μια ηγεσία που να  την εμπιστευθεί ο διεθνής παράγων. Σημαντικό είναι ίσως και το γεγονός ότι στους κόλπους της βρίσκεται πολεμώντας το καθεστώς, η Al –  Nusra, παρακλάδι της Αl-Qai’da! Όλα αυτά οδηγούν σε ένα αδιέξοδο, που μόνο διπλωματικά σε διεθνές επίπεδο, θα μπορούσε να ξεπεραστεί. Η Ρωσία και ο Πούτιν εμφανίστηκαν ως  διέξοδος από την αυτοπαγίδευση.

Η ιδέα της καταστροφής του χημικού οπλοστασίου της Δαμασκού με αντάλλαγμα μία προσωρινή εκεχειρία μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση του συριακού προβλήματος αναδεικνύεται σε πρώτης τάξεως πολιτική προσέγγιση εκεχειρίας και διαπραγμάτευσης. Αυτή η εξέλιξη δεν είναι ένα απλό στρατηγικό παίγνιο ή στρατηγικός ελιγμός. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μία κίνηση, που οδηγεί σε ένα καινούργιο μέλλον στην παγκόσμια πολιτική σκακιέρα προς την κατεύθυνση της αποφυγής του πολέμου; Τι καινούργιο έχουμε;

Α) Ανάδειξη των ΗΠΑ σε Πλανητική και Μοναδική Υπερδύναμη από το 1990 μέχρι και την δεύτερη ατυχή εισβολή στο Ιράκ του 2003, προϊόν απάτης. Οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν πάντοτε τα διεθνή προβλήματα, όχι τόσο με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά κυρίως, μέσα από την προβολή των συμφερόντων τους με την αλαζονική υπεροψία που κρίνει και αποφασίζει ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, θέτουν δικούς τους κανόνες, προσεγγίζουν τα προβλήματα μόνο με την έπαρση της δύναμης μετατρεπόμενες από ηγέτη σε ηγεμόνα. Οι ΗΠΑ και οι κατά καιρούς σύμμαχοί τους αξιολογούνται πλέον ως αναξιόπιστοι ηγετική ομάδα στην διεθνή σκηνή.

Β) Η τωρινή διεθνής εξέλιξη εμφάνισε τις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Συριακό πρόβλημα, σχεδόν πλήρως απομονωμένες από τους συμμάχους τους, ιδιαίτερα όσον αφορά στην απόφαση τους για πολεμική εμπλοκή και πλήγμα κατά του καθεστώτος Άσσαντ. Αυτό, σε συνάρτηση με την εσωτερική απονομιμοποίηση του Ομπάμα ως προς αυτή την απόφαση του για πόλεμο, παρουσιάζουν διεθνώς την Υπερδύναμη πολιτικά και θεσμικά απονομιμοποιημένης.

Παράλληλα, η Ρωσία του Πούτιν πραγματοποίησε και σε αυτήν την περίπτωση ευφυέστατες διπλωματικές κινήσεις και ελιγμούς, με κορύφωση την τελευταία παρέμβαση τους, όπου υπέδειξε στον Ομπάμα το «Way Out» από την αυτοπαγίδευσή του, δείχνοντας μια έξοδο από μία πιθανή κόλαση πολέμου, στην οποία οδηγείτο, με ίσως καταστροφικές για την περιοχή και τον κόσμο συνέπειες. Επομένως έχουμε την αποφυγή του πολέμου από τον Ομπάμα και την ανάδειξη του Πούτιν σε παράγοντα ικανό να οδηγήσει τα πράγματα σε συνθήκες συνεννόηση, διαλόγου και πολιτικής διαπραγμάτευσης.

Γ) Αυτή λοιπόν η κατάσταση που απεικονίζεται σήμερα ως ανωτέρω, αλλάζει το σκηνικό της διεθνούς πολιτικής ριζικά, θα λέγαμε καταλυτικά, σε ότι αφορά στις δυνατότητες μίας Υπερδύναμης, όπως οι ΗΠΑ, να πραγματοποιούν μονομερώς πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον τρίτων χωρών και να παρεμβαίνουν σε κρίσεις. Έχουμε δηλαδή αλλαγή υποδείγματος στην διεθνή σκηνή. Οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να αποφασίσουν μόνες τους και με την αλαζονεία της Υπερδύναμης για ειρήνη και πόλεμο στον κόσμο. Θα πρέπει να είναι υποχρεωμένες να διαβουλεύονται με τις άλλες δυνάμεις, κυρίως την Ρωσία.  Αυτό συνεπάγεται μια τεράστιας σημασίας στροφή στην διεθνή πολιτική, αφού εμπεδώνεται πλέον ένα σχήμα ισορροπίας δυνάμεων διεθνώς, το οποίο επιβάλλει διπλωματική διαβούλευση και συνεννόηση για τα μεγάλα θέματα της ανθρωπότητας.

Το πλήγμα κύρους και αξιοπιστίας που δέχθηκαν οι ΗΠΑ από αυτήν την  υπόθεση, αλλάζει το πλαίσιο δράσης των παραγόντων της Διεθνούς Πολιτικής. Έχουμε μια δομική αλλαγή υποδείγματος, όπου ο πόλεμος δεν είναι η πρώτη επιλογή, όπως παραδειγματικά συνέβαινε τα τελευταία είκοσι χρόνια, αλλά πλέον οι επιλογές του διεθνούς παράγοντα συνίστανται στην και κατευθύνονται από την διπλωματία, την συνεννόηση και άλλα μέσα πίεσης, όπου ο πόλεμος μετατρέπεται σε  ύστατο μέσο και αυτό όχι μονομερώς, αλλά με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Kerry-Brahimi-Lavrov

Αυτή η εξέλιξη που συνέβη με την Συρία και τα χημικά που χρησιμοποιήθηκαν θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, την Κρίση της Κούβας του 1962 και την απειλή πυρηνικού πολέμου, εξαιτίας αυτής της κρίσης.  Στην περίπτωση αυτή, εν τέλει οι δύο υπερδυνάμεις ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, οδηγήθηκαν με αφετηρία την Κρίση στην απόφαση για συνεννόηση προκειμένου αποφευχθεί στο μέλλον ένα ενδεχόμενο γεγονός που θα οδηγούσε σε πυρηνικό πόλεμο. Η εγκαθίδρυση, κατά την εικοσαετία που ακολούθησε, της ισορροπίας της αμοιβαίας αποτροπής, έφερε εν τέλει φυσικά και την αποτροπή του πολέμου μεταξύ των υπερδυνάμεων, οδήγησε στην ύφεση της σχέσης τους και εν τέλει στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Σήμερα, ΗΠΑ και Ρωσία, δεν βιώνουν Ψυχρό Πόλεμο. Δεν βιώνουμε πολεμική αντιπαράθεση, όμως η ανθρωπότητα έχει ανάγκη από ένα σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης στο πολιτικό και φυσικά στο οικονομικό επίπεδο. Στο πολιτικό σημαίνει την ικανότητα συνεννόησης και εκδήλωσης της βούλησης των Μεγάλων Δυνάμεων του κόσμου για επίλυση των διεθνών κρίσεων και διευθέτηση των συγκρούσεων, όπως είναι το Μεσανατολικό, το Κυπριακό, προβλήματα του Βαλκανικού χώρου και της Νοτιοανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου, του πυρηνικού αφοπλισμού και φυσικά για θέματα που άπτονται των σχέσεων Ισλάμ και Δύσης.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις του κόσμου θα είναι υποχρεωμένες να διαβουλεύονται με βάση του κανόνες του διεθνούς δικαίου. Όσο περισσότερο αυξάνει η ικανότητα συνεννόησης Ουάσινγκτον – Μόσχας, τόσο περισσότερο θα εδραιώνεται σταδιακά η παγκόσμια ειρήνη, η διευθέτηση διεθνών διαφορών και θα εμπεδώνεται η αναγκαία ασφάλεια και σταθερότητα στην πορεία επιβίωσης της ανθρωπότητας σε ένα πραγματικά ταραγμένο και φοβισμένο κόσμο.

Ο Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης είναι Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Κοσμήτορας της Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Share Button

Η διαλεκτική της βίαςΣυγκρούονται στην Αίγυπτο δύο κόσμοι. Ο ένας είναι η δυτικόστροφη κοσμική εξουσία που επιχειρεί να κρατήσει την Αίγυπτο στο σύστημα μιας διεθνούς νομιμότητας που εκφράζεται από την κοσμική αντίληψη δομής και οργάνωσης των κρατών και που διατρέχει ολόκληρο το διεθνές σύστημα, της Κίνας και της Ρωσίας συμπεριλαμβανομένων, και από την άλλη το θεοκρατικό κράτος του Ισλάμ, όπως το αντιλαμβάνονται κατά ένα ρατσιστικά επιθετικό τρόπο οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι της Αιγύπτου, οι οποίοι καίνε αδιακρίτως και με απίστευτο φανατισμό χριστιανικά ιδρύματα, εκκλησίες, μνημεία και κάθε τι που είναι αντίθετο προς τον κόσμο του Ισλάμ, διεργασίες και συμπεριφορές που δεν έχουν συνάφεια με τα ανθρώπινα δικαιώματα ή την δημοκρατία που επικαλούνται. H ιδέα πως μπορούσε να υπάρξει μια «Αραβική Άνοιξη» με δημοκρατικές διεκδικήσεις ήταν και παραμένει μια δυτική ψευδαίσθηση και μια παγκόσμια ουτοπία…

 

Συνέχεια ανάγνωση

Share Button

Σήμερα, 39 χρόνια μετά, τη 15η Αυγούστου δεν υπάρχει καμία αναφορά στα Ελλαδικά Μέσα Ενημέρωσης, στην Αμμόχωστο και στη Μόρφου, τις πατρίδες του κυπριακού βορρά που κατέλαβε βίαια και βάρβαρα ο Τουρκικός Αττίλας τούτες τις ημέρες. Στην Κύπρο κατέλαβε η δημοσιοποίηση της τραγωδίας της Αμμοχώστου, της Μόρφου και του δεύτερου Αττίλα, μια εντελώς περιθωριακή θέση στη δημοσιοποίηση των γεγονότων, ωσάν να πρόκειται για μια θλιβερή είδηση που συνέβη πριν από πολλά χρόνια στην Κουάλα Λουμπούρ! Δυστυχώς, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ως ηγεσία και λαός πως η συνέχιση της ύπαρξής μας βασίζεται στον αυτοσεβασμό μας. Αυτό σημαίνει υπεράσπιση της ιστορίας μας, μνήμη και συνέχεια της μνήμης, τιμώντας αυτούς που έφυγαν, διδάσκοντας περηφάνια και αξιοπρέπεια αυτούς που έρχονται. Αυτό που συμβαίνει τούτες τις ημέρες, τούτες τις εποχές είναι η φροντίδα του να ξεχνάμε και να αποπροσανατολιζόμαστε από την ιστορική ευθύνη όλων μας έναντι του παρελθόντος και έναντι του μέλλοντος.

Συνέχεια ανάγνωση