για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική
Ιωάννης Χρ. Ιακωβίδης

Ιωάννης Χρ. Ιακωβίδης

Share Button

Βαλκανικοί πόλεμοι ( 1912-1913) –  Περίοδος ηθικής και εθνικής ανάτασης του Ελληνισμού

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830) η σημαντικότερη εδαφική του επέκταση -με το λάβαρο της Μεγάλης Ιδέας-  σημειώθηκε κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Η συμμετοχή του Ελληνισμού στα πεδία των μαχών υπήρξε καθολική: από την ορεινή  Ευρυτανία μέχρι και την ιδιαίτερη πατρίδα του γράφοντος, τη  μακρινή Κύπρο, που αγωνιζόταν για την Ένωσή της με την Ελλάδα.

Ύστερα από το Κίνημα στο Γουδή (1909) ο ελληνικός στρατός βελτίωσε  το επίπεδο εκπαιδεύσεως με την άφιξη ξένων γαλλικών αποστολών. Είχε, ακόμη, διοικητικά αναδιοργανωθεί με τη βελτίωση του συστήματος των προαγωγών των αξιωματικών και την απομάκρυνση των Βασιλοπαίδων από την ηγεσία του στρατεύματος. Ταυτόχρονα τέθηκε σε εφαρμογή και το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του στόλου με  την απόκτηση – μεταξύ των άλλων πολεμικών πλοίων – του Θωρηκτού «Αβέρωφ» (1911) με τον θρυλικό Υποναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, αρχηγό του ελληνικού στόλου του Αιγαίου κατά τον A΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Συνέχεια ανάγνωση

Τον Μάρτιο του 1912 η Σερβία και η Βουλγαρία κατόπιν εγκρίσεως της  Ρωσίας συνήψαν συμμαχία εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός της Ελλάδος, θεωρώντας ότι,  σε ενδεχόμενη  ένοπλη σύγκρουση στα Βαλκάνια χωρίς Ελληνική συμμετοχή, θα  καθίσταντο  ανέφικτες οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία και στη Θράκη, υπέγραψε τον Μάιο του 1912 αμυντική συμμαχία με τη Βουλγαρία, χωρίς  ωστόσο  την επίτευξη συμφωνίας ως προς το μοίρασμα των εδαφών.  Η Ελλάδα αντιμετώπιζε το δίλημμα εάν θα ήταν προτιμότερη η συμμαχία με τους Χριστιανούς Σλάβους εναντίον των  Οθωμανών λόγω του κινήματος του Πανσλαβισμού και του προηγηθέντος      Μακεδονικού    Αγώνα.

Χάρτης Βαλκανίων - Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος 1912

Τότε, η αρχικά επιτευχθείσα  Βαλκανική Συμμαχία (Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα και Βουλγαρία) κατόρθωσε να αποσπάσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία την Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης.  Εν συνεχεία, μετά τις διαφωνίες μεταξύ των νικητών ως προς την τελική διανομή των εδαφών, ξέσπασε δεύτερος πόλεμος, με τη συμμετοχή και της Ρουμανίας.  Η  Βουλγαρία υπήρξε η μεγάλη  ηττημένη λόγω απώλειας  των περισσοτέρων  εδαφών, που είχε μόλις κερδίσει.

Το Μαυροβούνιο ήταν το πρώτο που κήρυξε τον πόλεμο στις 8 Οκτωβρίου 1912, με κύρια επιδίωξη την κατάληψη της Σκόδρας. Οι Βούλγαροι κατέλαβαν την Ανατολική Θράκη και η πορεία του στρατού τους ανακόπηκε στα προάστια της Κωνσταντινούπολης. Οι Σέρβοι κινήθηκαν νότια και κατέλαβαν τα Σκόπια και το Μοναστήρι, όπου συνάντησαν τον ελληνικό στρατό αργότερα. Η Ελλάδα αποβίβασε στρατό στην Χαλκιδική.  Οι κύριες δυνάμεις  της κινήθηκαν  από τη Θεσσαλία προς Μακεδονία μέσω του Σαραντάπορου. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό (26 Οκτωβρίου 1912), ολοκληρώθηκε και η προώθησή του στην Ήπειρο, μέχρι και την γραμμή Αργυροκάστρου – Κορυτσάς.

Τα υπό οθωμανική διοίκηση νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου περιήλθαν στην Ελλάδα. Ο τουρκικός στόλος δύο φορές αποπειράθηκε  ανεπιτυχώς να εξέλθει  από τα στενά των Δαρδανελλίων,  για να απωθήσει τον ελληνικό (ναυμαχίες Έλλης και Λήμνου). Στις 22 Φεβρουαρίου 1913 απελευθερώθηκαν τα Ιωάννινα. Τελικά, ο Σουλτάνος αναγκάστηκε να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις ειρήνης και στην υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου, στις 17 Μαΐου 1913, βάσει της οποίας ο Σουλτάνος  παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του στην Κρήτη, ενώ οι Μεγάλες Δυνάμεις  θα καθόριζαν τα σύνορα της Αλβανίας και  το μέλλον των νήσων του Ανατ.Αιγαίου και των Δωδεκανήσων, που τα κατείχαν οι Ιταλοί (Ιταλοτουρκικός πόλεμος 1911-1912).

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος εξερράγη λόγω της δυσαρέσκειας των Βουλγάρων, επειδή τους πρόλαβαν οι Έλληνες  με την από μέρους τους κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Η Ελλάδα και η Σερβία υπέγραψαν σύμφωνο συμμαχίαςκαι από κοινού επιθέσεως σε περίπτωση, κατά την οποία μία από τις δύο χώρες δεχτεί επίθεση από τρίτο κράτος  (1 Ιουνίου 1913). Στις 30 Ιουνίου 1913, ο Βούλγαρος Τσάρος Φερδινάνδος ο Α’ και ο Στρατηγός Σαβόφ, χωρίς προηγούμενη έγκριση του κοινοβουλίου τους, κήρυξαν πόλεμο στην Σερβία και την Ελλάδα. Επιτέθηκαν στον σερβικό στρατό στη Γευγελή και στον ελληνικό στη Νιγρίτα. Ο ελληνικός στρατός αντεπιτέθηκε και επικράτησε στη Μάχη Κιλκίς-Λαχανά. Αμέσως μετά διαχωρίστηκε σε δύο κατευθύνσεις: προς δυτικά στον ποταμό Νέστο και προς τον Στρυμόνα, νικώντας στη Μάχη της Δοιράνης.Χάρτης Βαλκανίων - Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος 1913

Η Ρουμανία κήρυξε τον πόλεμο στις 10 Ιουλίου 1913 και συναντώντας ελάχιστη αντίσταση έφτασε 30 χιλιόμετρα έξω από την Σόφια. Με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου τερματίστηκαν επίσημα οι συγκρούσεις. Οι Τούρκοι ανακατέλαβαν την Ανδριανούπολη από τους Βούλγαρους, που την είχαν χάσει κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, καθώς  και όλη την Ανατολική Θράκη.

Οι συνέπειες των Βαλκανικών Πολέμων

Οι  Βαλκανικοί  πόλεμοι -και ειδικά ο Α΄- υπήρξαν για την Ελλάδα σημαντικοί, γιατί με μικρές απώλειες η Ελλάδα διπλασιάσθηκε σε έκταση και σε πληθυσμό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι καλύτερες προϋποθέσεις για κοινωνική, πολιτική και οικονομική ανάπτυξη. Προσαρτήθηκαν εύφορα και αρδεύσιμα εδάφη της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας, της Ηπείρου, των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης .

Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης, αλλά και της Μακεδονίας γενικότερα,  μεταβάλλεται η κοινωνική δομή του ελληνικού κράτους  με την απόκτηση αστών και εργατών. Ενσωματώνονται ακόμη (μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923) μεγάλες μάζες μουσουλμάνων και μερικές χιλιάδες Εβραίων.  Η Μακεδονία ήταν   περισσότερο ευρωπαϊκή από τις υπόλοιπες περιοχές του ελληνικού κράτους. Στις αρχές του 20ου αιώνα οι νέες Ελληνίδες, ακόμη και στα χωριά της Μακεδονίας, δεν φορούν, πλέον, τις παραδοσιακές ενδυμασίες, αλλά ειδικά οι εύπορες αστές  ακολουθούν τη γαλλική μόδα.

Η  Θεσσαλονίκη ήταν εκείνη την περίοδο η πιο ευρωπαϊκή πόλη του ελληνικού κράτους. Η  πολυεθνική Federation, η οποία είχε ως βάση της  το εβραϊκό εργατικό στοιχείο, αποτελούσε, πλέον,  την  πιο σημαντική εργατική οργάνωση. Ενίσχυσε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος, το οποίο μετεξελίχθηκε  σε KKE.

Την περίοδο εκείνη, με το πρόγραμμα της «Ανόρθωσης», ο μεγάλος Ηγέτης Ελευθέριος Βενιζέλος  κατέστησε την ηττημένη και ανυπόληπτη Ελλάδα  του 1897  κράτος σεβαστό και υπολογίσιμο στη διεθνή σκηνή με την πολιτική  των συμμαχιών και  της σοβαρής  στρατιωτικής προπαρασκευής.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Αρχείο Ευρυτανικών Σπουδών και Ερευνών, Βαλκανικοί Αγώνες (1912-1913). Οι Ευρυτάνες  Βαλκανιομάχοι: Υπεύθυνος και επιμέλεια έκδοσης:  Καθηγητής Κλεομένης Σ. Κουτσούκης, χρόνος 5ος, τεύχος 9ο, Ιανουάριος – Ιούνιος 2012, Ευρωπαϊκό Κέντρο Ευρυτανικών Σπουδών και Ερευνών, σελ.2-9 (Άρθρα της Σύνταξης και των Σωτηρίου Κ. Σταφυλά, Δημητρίου Δ. Πολύζου, Στρατηγού ε.α. και Σπύρου Ζορμπαλά).

Ελλήνων Ιστορικά, Θεσσαλονίκη. 100 χρόνια από την Απελευθέρωση, εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, Επιμέλεια έκδοσης: Αρτέμης Ψαρομήλιγκος – Βασιλική Λάζου, τεύχος 6, 2012.

Ιμερόεσσα Λάπηθος, 3000 χρόνια. Υπεύθυνος β΄έκδοσης: Νεοπτόλεμος Κότσαπας, Δήμαρχος Λαπήθου, Λευκωσία, 2012 ( Για τον Ιωάννη Τσαγγαρίδη, σελ. 201-202).

Ιστορικό Αρχείο, Το Πανόραμα των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), Επιμέλεια έκδοσης: Αρτέμης Ψαρομήλιγκος – Βασιλική Λάζου, εφημ. ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, 2012

Οικονόμου  Νικόλαος – Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Οι  Βαλκανικοί Πόλεμοι και η προσάρτηση των Νέων Χωρών  στο  «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμ. ΙΔ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1977, σελ. 289-355.

Παπαπολυβίου Πέτρος, Ο κυπριακός Εθελοντισμός στους πολέμους της Ελλάδας, 1866-1945 στο «Κύπρος». Αγώνες Ελευθερίας στην Ελληνική Ιστορία, ό.π., σελ.205-229: χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Χριστόδουλου Σώζου, Δημάρχου Λεμεσού, που έπεσε μαχόμενος στο Μπιζάνι τον Δεκέμβριο του 1912. 55 Κύπριοι σκοτώθηκαν στους Βαλκανικούς Πολέμους. Ανάμεσα  στους  850, περίπου, εθελοντές υπήρξαν ο Νικόλαος Κλ.Λανίτης και ο μετέπειτα Στρατηγός Ιωάννης Τσαγγαρίδης  από την κατεχόμενη σήμερα Λάπηθο, τόπο καταγωγής του γράφοντος (ό.π, σελ. 216 – 217).

Share Button

Eastern Thrace

Η  Μικρασιατική Καταστροφή (1922) δεν οδήγησε μόνο στην απώλεια της Μικράς Ασίας, αλλά και της Ανατολικής Θράκης. Με τη συνθήκη των Σεβρών της 28ης Ιουλίου/10ης Αυγούστου 1920* παραχωρούνταν στην Ελλάδα -μεταξύ των άλλων- η Ανατολική Θράκη, η Ίμβρος και η Τένεδος. Ακολούθησαν οι  μοιραίες εκλογές της 14ης Νοεμβρίου του 1920 και η ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων. Σε αυτές  έλαβαν μέρος και ψηφοφόροι από την Δυτική και Ανατολική Θράκη, από τις οποίες ο Ελευθέριος Βενιζέλος  κέρδισε τις μισές , περίπου, έδρες του: 52  από τις 118 συνολικά των Φιλελευθέρων. Συνέχεια ανάγνωση

Δρ. Ιωάννης Χρ. Ιακωβίδης

Η  Μικρασιατική Καταστροφή (1922)  δεν οδήγησε μόνο στην απώλεια της Μικράς Ασίας, αλλά και της Ανατολικής Θράκης. Με τη συνθήκη των Σεβρών της 28ης Ιουλίου\10 ης Αυγούστου 1920* παραχωρούνταν στην Ελλάδα -μεταξύ των  άλλων- η Ανατολική Θράκη, η Ίμβρος και η Τένεδος. Ακολούθησαν οι  μοιραίες εκλογές της 14 ης Νοεμβρίου του 1920 και η ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων. Σε αυτές  έλαβαν μέρος και ψηφοφόροι από την Δυτική και Ανατολική Θράκη, από τις οποίες ο Ελευθέριος Βενιζέλος  κέρδισε τις μισές , περίπου, έδρες του: 52  από τις 118 συνολικά των Φιλελευθέρων.

Στο διάστημα  μέχρι την τουρκική επίθεση το 1922 μεσολάβησαν διάφορα  γεγονότα, όπως οι στρατιωτικές μας επιχειρήσεις Ιουνίου-Σεπτεμβρίου 1921 στη Μικρά Ασία, η σύμπτηξη του Μετώπου  με τη μάχη του Αφιόν Καραχισάρ  ( 17-25 /9/1921), το Γαλλοκεμαλικό Σύμφωνο ( 20/10/1921).

Στη διασυμμαχική Συνδιάσκεψη των Παρισίων ( Μάρτιος 1922) η τελική  συμμαχική πρόταση υιοθετούσε για την Ανατολική Θράκη  τη Γραμμή Γανοχώρων- Μηδείας και επιστροφή της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους.

*Η πρώτη ημερομηνία είναι βάσει του παλαιού ημερολογίου και η δεύτερη του νέου.


 

Ο αθηναϊκός Τύπος δεν αποδέχθηκε με ευμενή σχόλια αυτό  το μεσολαβητικό σχέδιο. Κατηγορούσε τη Μ.  Βρετανία ότι «έχοντας  εξασφαλίσει τα ζωτικά της συμφέροντα στα Στενά και τη  βόρεια Μεσοποταμία, εγκατέλειπε τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας  στην  τύχη τους».

Τον Ιούλιο του  1922, λίγο πριν την Καταστροφή, προτάθηκαν τα μη εφαρμοσθέντα  σχέδια για τη δημιουργία «Μικρασιατικού Κράτους» και για την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τον ελληνικό στρατό. Ακολούθησαν η κατάρρευση του μετώπου,  η πυρπόληση της Σμύρνης και  η ολοκλήρωση της Μικρασιατικής Καταστροφής. Σε 1.500.000 περίπου ανέρχονταν οι πρόσφυγες.

Η Μικρά Ασία είχε, πλέον, χαθεί.  Για τους Κεμαλικούς παρέμενε ανοικτό το ζήτημα της Ανατολικής Θράκης. Ο Κεμάλ  είχε δηλώσει στον Άγγλο  πρόξενο H. Lamb  ότι η Τουρκία βρισκόταν σε   πόλεμο  με την Αγγλία   και ότι μόνο «άμεση παραχώρηση της Ανατ. Θράκης στην κυβέρνηση της Άγκυρας θα μπορούσε να αποτρέψει τη σύγκρουση ανάμεσα στο συμμαχικό και στον τουρκικό στρατό, στην ουδέτερη ζώνη των Στενών». Η Γαλλία και η Ιταλία πρότειναν θορυβημένες τη μετατόπιση των Ελλήνων στη γραμμή  Αίνου – Μηδείας.  Οι Τούρκοι  γνώριζαν τις αγγλογαλλικές διαφωνίες και προσπαθούσαν να κερδίσουν όλη την Ανατολική Θράκη, απειλώντας με πολεμική σύγκρουση. Τελικά, σε κοινή  ανακοίνωσή τους οι Άγγλοι, Γάλλοι  και οι Ιταλοί στις 23/9/1922 καλούσαν την Τουρκία σε διαπραγματεύσεις ειρήνης «με αντάλλαγμα την προσφορά της  Ανατ. Θράκης». Σε όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις η Ελλάδα δεν διαδραμάτισε  ρόλο, αλλά απλώς την ενημέρωσαν για τα α ποτελέσματα.

Έτσι αναγκάστηκε ο ελληνικός στρατός να αποχωρήσει  δυτικά του Έβρου, πριν το Συνέδριο Ειρήνης, για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο πολέμου Τουρκίας- Μ. Βρετανίας.  Άλλωστε, ο πρωθυπουργός Τριανταφυλάκος στις  25 Σεπτεμβρίου 1922 αποδέχτηκε «τις σοβαρές συνέπειες που θα είχε για την Αγγλία ο πόλεμος με την κεμαλική Τουρκία». Στις 26 Σεπτεμβρίου, όμως, ο στρατός και ο στόλος έπλεαν  προς την Αττική, για να ανατρέψουν τον  βασιλέα  Κωνσταντίνο και να σωθεί η Ανατ. Θράκη.

Μετά την  επικράτηση του στρατιωτικού κινήματος , στις 28 Σεπτεμβρίου οι Πλαστήρας και Γονατάς σε συνάντηση με τους πρεσβευτές  Αγγλίας και Γαλλίας, δεν προέβαλαν  αντιρρήσεις για το θέμα της Ανατ. Θράκης. Ο Βενιζέλος  τηλεγραφούσε στις 3 Οκτωβρίου  ότι  η απώλεια της Ανατολ. Θράκης ήταν «καταστροφή  ανεπανόρθωτος». Οι Δυνάμεις της Entente  έδωσαν εντολή στους αντιπροσώπους τους στα Μουδανιά  να υπογράψουν συμφωνία ανακωχής  με  τους όρους της  αποχώρησης του ελληνικού στρατού πίσω από τον Έβρο και της παράδοσης της Ανατ.Θράκης στην Τουρκία, χωρίς τη μεσολάβηση συμμαχικού ελέγχου της επαρχίας. Η Συνδιάσκεψη τελείωσε στις 28 Σεπτεμβρίου/ 11 Οκτωβρίου 1922. Από τα μεσάνυκτα της 14ης Οκτωβρίου 1922 ο ελληνικός στρατός  άρχισε να αποχωρεί από την Ανατ. Θράκη. Στις 12/25 Νοεμβρίου 1922 οι Έλληνες την παρέδωσαν στους Συμμάχους και εκείνοι αυθημερόν στους Τούρκους. 

Ο  Τίτος Αθανασιάδης αναφέρει ότι η παράδοσή της έγινε «αυθαιρέτως και χωρίς να ηττηθεί εκεί ο Ελληνικός Στρατός, υπήρξε εξίσου οδυνηρό πλήγμα με την τραγωδία της Μ. Ασίας». Ο ελληνικός  πληθυσμός της περιοχής,  περί τις 250.000, είχε αγανακτήσει, αλλά φοβήθηκε από την επικείμενη επάνοδο της τουρκικής διοίκησης. Γι αυτό εντός ενός μηνός  εγκατέλειψε τις πατρογονικές εστίες. Η φυγή προς την Ελλάδα  έγινε οδικώς, αλλά και με πλοία.

Την πορεία του καταγράφει ο διάσημος Αμερικανός  συγγραφέας  Έρνεστ  Χεμινγουέι, ανταποκριτής τότε καναδικής εφημερίδας στην Ανατ. Θράκη: «….Είκοσι μίλια αραμπάδες, που τους σέρνουν  αγελάδες και βόδια με λασπωμένα  πόδια, ενώ δίπλα τους βαδίζουν εξαντλημένοι άνδρες, γυναίκες  και παιδιά….Εγκατέλειψαν όλοι τα σπίτια τους, τα χωριά τους και τα χωράφια τους και προστέθηκαν στο ποτάμι των προσφύγων, μόλις έμαθαν ότι έρχονται οι Τούρκοι…. Πρόκειται για πορεία  προς το άγνωστο σιωπηλών ανθρώπων…».

Τόσο άδοξα  και αμαχητί έληξε η παρουσία του Ελληνισμού στην Ανατ. Θράκη. Λόγω  ακριβώς αυτής της απώλειας και της μη δυνατότητας, πλέον,  της Ελλάδος να ελέγχει τη μία  πλευρά των Στενών με την ταυτόχρονη παρουσία της στην Ίμβρο και στην Τένεδο,  δημιουργήθηκαν όλες οι  μεταγενέστερες τριβές  στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: τα Σεπτεμβριανά (1955) και  οι Απελάσεις (1964) στην Κωνσταντινούπολη, η τουρκική Εισβολή στην Κύπρο (1974), οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο κλπ.

Εύστοχη είναι η παρατήρηση του Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη: «….Στην Ανατ. Θράκη (σε αντίθεση με τη Μ. Ασία: σημ. αρθρογράφου) το ελληνικό κράτος είχε πλήρη  κυριαρχικά δικαιώματα και η στρατιωτική εκκένωσή της  το φθινόπωρο του 1922 ισοδυναμούσε με ακρωτηριασμό του εθνικού χώρου…Η Ελλάδα έχασε όχι μόνο κυρίαρχο  εθνικό έδαφος, αλλά και τον μόνο χώρο από τα εδάφη της Συνθήκης των Σεβρών, όπου η χριστιανική πλειοψηφία ήταν  αδιαμφισβήτητη, ένα χώρο μεγάλης οικονομικής σημασίας από την άποψη της  γεωργικής παραγωγικότητας, τη διέξοδό της στη Μαύρη Θάλασσα και τη συμμετοχή της στον έλεγχο του Ελλησπόντου. Η σημασία  μερικών από τους παράγοντες  αυτούς μπορεί να συνειδητοποιηθεί μόνο στο φως των σημερινών πιέσεων και απειλών της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδας  και των ερεισμάτων που ακριβώς οι ίδιοι αυτοί παράγοντες της παρέχουν, για να στηρίζει τις διεκδικήσεις της».

Στην εποχή μας  υπάρχει η εντύπωση  ότι ζούμε στη χώρα των Λωτοφάγων. Δεν μας έχουν διδάξει, στο βαθμό που θα έπρεπε, η Μικρασιατική Καταστροφή (1922) και η Κυπριακή Τραγωδία (1974). Ένα μέρος του λαού, ειδικά της πολιτικής ηγεσίας  και των Διανοουμένων, στο βωμό της ετεροβαρούς «ελληνοτουρκικής  φιλίας» επιμένει  να  θυσιάζει τη θεμελιώδη επισήμανση του ισπανοαμερικανού φιλοσόφου George Santayana: «Όποιος δεν θυμάται το παρελθόν του είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει ».

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Αθανασιάδης Τίτος, Μικρά Ασία 1919-1922, Από την εποποιία στην Καταστροφή, τόμος  Β΄, εκδ.  εφημ. ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, σελ.106-109.

Γιαννουλόπουλος Ιωάννης,  Η Επανάσταση του 1922, η Δίκη των Έξι και η Συνθήκη της Λωζάννης στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΕ’, Εκδοτική Αθηνών,  1978, σελ. 248-255.

Κιτρομηλίδης Μ. Πασχάλης, Η ιδεολογία του προσφυγισμού  στο Η Μικρασιατική Καταστροφή 1922, τόμ. 2,  εφημ. ΤΑ ΝΕA/ιστορία, 2010, σελ.167-173.

Ρήγος Άλκης, 1922: Η χώρα σε διάλυση-  Η Ανατολική Θράκη χάνεται στο   Σμύρνη, Μικρασία, Ε ΙΣΤΟΡΙΚΑ, εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, τεύχη από το 1999-2005, σελ.149-152.

Smyrna, smirniadou,  Ιστολόγιο.                       

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην πλήρη του μορφή  στα « Επίκαιρα»,  11/10-17/10\2012 ,τεύχος 156ο, σελ. 88-89                                                   

Share Button

Ναυμαχία της Ναυπάκτου

Η ναυμαχία της Ναυπάκτου (ιταλ. Battaglia di Lepanto) θεωρείται μια από τις σημαντικότερες στην παγκόσμια ιστορία κατατασσόμενη, ίσως, μετά  από αυτήν της Σαλαμίνας. Συνετέλεσε στην εξέλιξη της ναυπηγικής και της ναυτικής  τακτικής. Σηματοδοτεί το τέλος των κωπήλατων πολεμικών πλοίων και την έναρξη χρήσης των ιστιοφόρων στους κατά θάλασσα αγώνες, κυρίως όμως το τέλος των επιδιώξεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για προώθησή  της στον Ατλαντικό. Συνέχεια ανάγνωση

Δρ.Ιωάννης Χρ.Ιακωβίδης

Η ναυμαχία της Ναυπάκτου (ιταλ. Battaglia di Lepanto) θεωρείται μια από τις σημαντικότερες στην παγκόσμια ιστορία κατατασσόμενη, ίσως, μετά  από αυτήν της Σαλαμίνας. Συνετέλεσε στην εξέλιξη της ναυπηγικής  και της ναυτικής  τακτικής.

Διεξήχθη στις 7 Οκτωβρίου του 1571 μεταξύ των ενωμένων στόλων της Βενετίας, της Γένουας και της Ισπανίας,  των Ιπποτών της Μάλτας, των  δουκάτων του Ουρμπίνο και της Σαβοΐας, του μεγάλου δουκάτου της Τοσκάνης και του Πάπα Πίου του Ε, που αποτελούσαν τον «Ιερό Συνασπισμό» κατά των Τούρκων (Sacra Liga Antiturca, 20 Μαϊου 1571) αφενός και του ενιαίου στόλου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφετέρου, κοντά  στην είσοδο του Κορινθιακού Κόλπου  και πλησίον  των νοτίων  Εχινάδων νήσων.

Η ονομασία της προήλθε όχι από την πόλη της Ναυπάκτου,  αλλά από τη θέση διεξαγωγής της, την οποία οι Βενετοί αποκαλούσαν τότε “Κόλπο της Ναυπάκτου”. Αφορμές  υπήρξαν η  κατάληψη της Κύπρου από τον Σουλτάνο Σελήμ Β΄ τον Αύγουστο του 1571,  οι τουρκικές ωμότητες κατά των παραδοθέντων Βενετών, με χαρακτηριστικότερη την εξόντωση του Βενετού διοικητή της Αμμοχώστου, του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου  και η απερίγραπτη συμπεριφορά των Οθωμανών απέναντι στα χριστιανικά κράτη.

Το μεγαλύτερο αριθμό δυνάμεων  διέθεσε η Βενετία, επειδή  ήταν η περισσότερο πληγείσα στις κτήσεις της, ενώ με το  στόλο της Ισπανίας συνενώθηκαν οι ναυτικές δυνάμεις  της Σικελίας  και Νεάπολης, οι οποίες υπάγονταν σε αυτήν και της Γένουας με τα παπικά  σκάφη. Του βενετικού στόλου, που ήταν διαιρεμένος σε δύο μοίρες,  ηγούντο  οι ναύαρχοι Μάρκο Kουερίνι, Σεμπαστιάνο Βενιέρ και Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο, του παπικού ο Μαρκαντόνιο Κολλόνα, του γενουατικού ο ναύαρχος Τζαναντρέα Ντόρια και  του ισπανικού ο αδελφός του Βασιλέως της Ισπανίας Δον Ιωάννης ο Αυστριακός (Don Juan de Austria), υπό την αρχηγία  του οποίου τέθηκε όλη ενωμένη ναυτική δύναμη.  Ανάμεσά τους υπήρχαν και ελληνικά καράβια με κρητικά και επτανησιακά πληρώματα. Εν τέλει, ο στόλος αυτός  συγκεντρώθηκε στη σικελική Μεσσήνη στα μέσα του 1571.

Στις 17 Σεπτεμβρίου ο συμμαχικός στόλος, ο οποίος  αριθμούσε συνολικά περί τα  285 πλοία και με δύναμη πεζικού, περίπου,   40.000 ανδρών, από τους οποίους μεγάλο μέρος ήταν Έλληνες υπήκοοι της Βενετίας, ανεχώρησε από τη Μεσσήνη για τον  ελλαδικό χώρο προς συνάντηση του οθωμανικού στόλου. Οι συμμαχικές δυνάμεις καταφθάνουν στην Κέρκυρα στις 26 Σεπτεμβρίου. Μετά από μικρή ανάπαυλα  απέπλευσαν προς νότο. Ο οθωμανικός στόλος,  κυρίως αιγυπτιακός, ενισχυμένος από τον αλγερινό και αποτελούμενος από διάσημους πειρατές,  τις αντιλήφθηκε, όταν  κατέπλευσε  στις Εχινάδες νήσους του Κόλπου της Ναυπάκτου.

Τον αποτελούσαν 230 περίπου γαλέρες και πενήντα μικρότερα πλοία. Αρχιναύαρχος ήταν ο Καπουδάν  Αλή πασάς Ζαντέ Μουεζίν,  έχοντας υπό τις διαταγές του τον Μπέη της Αλεξανδρείας Μεχμέτ Σιρρόκο και τον εξωμότη Ναπολιτάνο Μπέη του Αλγερίου Ουλούτς Αλή.

Οι δύο αντίπαλοι παρατάχθηκαν για μάχη στις 7 Οκτωβρίου. Το κέντρο του συμμαχικού στόλου κατέλαβε  ο Δον Ιωάννης, τη διοίκηση της δεξιάς πτέρυγας ανέλαβε ο Γενουάτης ναύαρχος Ντόρια, της αριστερής ο Βενετός Βαρβαρίγος, ενώ εφεδρική δύναμη είχε παραταχθεί πίσω από το κέντρο. Αντίθετα,  ο οθωμανικός στόλος αποσκοπούσε  εξ αρχής στην περικύκλωση των χριστιανικών πλοίων. Ενώ φαινόταν ότι  είχε παρακάμψει την αριστερή πλευρά των συμμαχικών δυνάμεων, επιτέθηκαν οι Βενετοί, οι οποίοι και διέσπασαν  την αιγυπτιακή άμυνα, συντελώντας στην πλήρη καταστροφή της. Στην αρχική αυτή φάση φονεύθηκαν ο Αιγύπτιος και ο Βενετός ναύαρχος, ενώ ιδιαιτέρως διακρίθηκαν τα επτανησιακά πλοία  των Βενετών. 

Ταυτοχρόνως, στο κέντρο των παρατάξεων η μάχη υπήρξε  σφοδρότερη, εκ του συστάδην,  όταν τα πλοία άρχισαν να πλευρίζουν. Οι δύο ναυαρχίδες, του Δον Ιωάννη και του Καπουδάν Πασά, προσήγγισαν  η μία την άλλη και τα τηλεβόλα τους έβαλλαν εναντίον αλλήλων. Υπερίσχυσε όμως η ισπανική, από το πυρ της οποίας φονεύθηκε ο Καπουδάν Πασάς με αποτέλεσμα την κατάληψη της ναυαρχίδας του. Τα αλγερινά πλοία, όμως, υπερτερούσαν στη δεξιά πτέρυγα. Τα καράβια του Ντόρια προσπαθώντας να τα περικυκλώσουν, αναγκάσθηκαν να ανοιχθούν γρήγορα στο πέλαγος με τα ιστία (πανιά). Απομονώθηκαν και κινδύνευσαν. Τα εφεδρικά πλοία της δεύτερης γραμμής  έσπευσαν προς βοήθειά του,  ανέκοψαν τον πλουν των αλγερινών,  τρέποντάς τα σε φυγή.

Ως εκ τούτου, η ναυμαχία αυτή έληξε  εντός πέντε, περίπου,  ωρών με ολοκληρωτική  νίκη των συμμαχικών πλοίων, εκ των οποίων μόνο δεκαπέντε  βυθίστηκαν, φονεύθηκαν 7.500  μαχητές από τα πληρώματά τους και 14.000 τραυματίστηκαν.  Από τους 2. 300 κωπηλάτες χριστιανικών πλοίων που είχαν πνιγεί,  οι περισσότεροι κατάγονταν από ελληνικά μέρη.  Οι απώλειες του οθωμανικού στόλου υπήρξαν τεράστιες. Μόλις περί τα πενήντα πλοία από τα 230 διέφυγαν την αιχμαλωσία ή την καταστροφή, υπό τον Ουλούτς Αλή ή Κιλίτζ Αλή Πασά, (όπως ήταν το μετέπειτα όνομά του). Σε έμψυχο  δυναμικό οι απώλειες υπολογίζονται  πέραν των  20.000 νεκρών και 13.500 αιχμαλώτων. Εξ αυτών οι 10.000 περίπου ήταν Χριστιανοί κωπηλάτες των ελλαδικών και τουρκικών παραλίων, οι οποίοι υπηρετούσαν στον οθωμανικό στόλο και απελευθερώθηκαν. Χιλιάδες, όμως, χριστιανοί σκλάβοι έτυχαν οικτρού θανάτου στα οθωμανικά πλοία,  που πυρπολήθηκαν ή εμβολίστηκαν από τα συμμαχικά. Ως προς τις απώλειες οι Έλληνες του οθωμανικού στόλου  είχαν το προβάδισμα, μεταξύ 30%-40%.

Την πανωλεθρία των Οθωμανών επισφράγισε νυκτερινή καταιγίδα με μεγάλη θαλασσοταραχή, η οποία έπληξε τα τουρκικά σκάφη που είχαν πλεύσει στα ανοικτά, εκ των οποίων σώθηκε μόνο η αλγερινή ναυαρχίδα. Οι Τούρκοι, εν συνεχεία, προέβησαν σε αντίποινα στην Πελοπόννησο, στην Ήπειρο, στην Κύπρο,  στο Αιγαίο και αλλού.

Ο υπαξιωματικός της γαλέρας «Μαρκέσα» (Marquesa), ο μετέπειτα διάσημος Ισπανός συγγραφέας Μιγκέλ ντε Θερβάντες (1547-1616),  έλαβε μέρος σε αυτή τη ναυμαχία. Αν και εμπύρετος την ημέρα εκείνη, ο Θερβάντες πολέμησε και πληγώθηκε τρεις φορές από σφαίρα, η μία του άφησε μόνιμη αναπηρία στο αριστερό του χέρι  και οι δύο τον τραυμάτισαν στο στήθος. Στο  αλληγορικό  ποίημά του «Ταξίδι στον Παρνασσό» (Viage del Parnaso ) το 1614  αναφέρει ότι στη Ναύπακτο αχρηστεύτηκε το αριστερό του χέρι “προς δόξαν του δεξιού” (προφανώς υπαινισσόταν  τη μετέπειτα επιτυχία του πρώτου μέρους του Δον Κιχώτη). Ο Θερβάντες πάντα αισθανόταν υπερήφανος για τη συμμετοχή του στη ναυμαχία. Θεωρούσε  ότι είχε λάβει μέρος στην ενδοξότερη  διαχρονικά  μάχη (γεγονός που η μεταγενέστερη Ιστορία δεν διέψευσε). Προσέθεσε  για αυτήν “την ημέρα εκείνη διαλύθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο η μέχρι τότε κρατούσα πεποίθηση, ότι οι Τούρκοι ήταν στη θάλασσα αήττητοι”.

Αυτή την άποψη ενστερνίστηκαν αργότερα ο Montaigne (1533-1592) και ο Γάλλος ιστορικός Fernand  Braudel. Δυστυχώς, όμως,  οι τότε Ηγεμόνες άργησαν πολύ να αξιοποιήσουν  τη  νέα διεθνή πολιτική  δυναμική της, σε αντίθεση  με την ταχεία προσαρμογή στα νέα δεδομένα της  ναυτικής τέχνης και βεβαίως της ναυπηγικής. Για  αυτό περί τα τέλη της ανοίξεως του 1572 ο νέος καπουδάν πασάς, ο Ουλούτζ Αλή εμφανίστηκε απειλητικός στο Αιγαίο με 250 γαλέρες. Ωστόσο, ο οθωμανικός στόλος  παρουσίαζε ελλείψεις σε έμψυχο  υλικό και οπλισμό, ενώ η παλαιά  επιθετικότητά του κάμφθηκε  ως συνέπεια της ήττας του.

Επιπλέον, η ναυμαχία της Ναυπάκτου σηματοδοτεί το τέλος των κωπήλατων πολεμικών πλοίων και την έναρξη χρήσης των ιστιοφόρων στους κατά θάλασσα αγώνες. Μία ιστορική διαδρομή 2.500 -και πλέον- ετών, της  κωπήλατης ναυτιλίας, η οποία  είχε αφετηρία την Αργοναυτική εκστρατεία έληξε, για να δώσει τη σειρά της στο πανί ως κύριο μέσο πλου. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε  στα εμπορικά πλοία, λόγω των μεγάλων αποστάσεων που έπρεπε να διανύσουν. Η χρήση του,όμως, υπήρξε περιορισμένη σε μικρής  έκτασης  ναυμαχίες. Την περίοδο της ναυμαχίας  και μεταγενέστερα  άρχισαν να δημιουργούνται τεράστια ιστιοφόρα, που κατέληξαν στα λεγόμενα Δίκροτα και Τρίκροτα, που θα ικανοποιήσουν ανάγκες των επόμενων αιώνων μέχρι την εισαγωγή της ατμήλατης ναυτιλίας στα μέσα του 19ου αιώνα.  Επίσης, η ναυμαχία αυτή σηματοδοτεί  το τέλος των επιδιώξεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για προώθησή  της στον Ατλαντικό.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Δαμασκηνός, Αρχιμανδρίτης, Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου .7 Οκτωβρίου 1571, Αδελφότης Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, 1998.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,  Ο Ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία( 1453-1669) τόμος Ι΄,  Εκδοτική Αθηνών, 1974, σελ. 304-320, 468.    

Κιτρομηλίδης  Μ. Πασχάλης,  Κυπριακές πηγές για την άλωση της Αμμοχώστου, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, 2011.

Crowley Roger, Οι αυτοκρατορίες των θαλασσών .Η τελική μάχη για τη Μεσόγειο 1521-1580: Η πολιορκία της Μάλτας, η ναυμαχία της Ναυπάκτου και η διαμάχη για την κατάκτηση του κέντρου του κόσμου, Ψυχογιός , 2010.

Μισύρης Βασίλης, Η ναυμαχία της Ναυπάκτου 1571 μ. Χ. Άγνωστες σελίδες δόξας του Μεσαιωνικού Ελληνισμού, Εύανδρος, 2004.

Bicheno Hugh, Η ναυμαχία της Ναυπάκτου 1571 . Η κρίσιμη σύγκρουση του Σταυρού και της Ημισελήνου, Ενάλιος,  2006.

Braudel Fernand, Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β’ της Ισπανίας, ΜΙΕΤ, 1999.

 Petacco Arrigo, Ο Σταυρός και η Ημισέληνος . Ναύπακτος, 7 Οκτωβρίου 1571: Όταν η Xριστιανοσύνη απώθησε το Iσλάμ, Ωκεανίδα 2006.

 Siliato Grazia Maria,  Η πολιορκία της Αμμοχώστου , ιστορικό μυθιστόρημα,  Σακκάς Σ.- ΜΑΜ Κυπριακές Εκδόσεις, 2003.

Share Button

Ζυρίχη - Λονδίνο 1959

Την 1η Απριλίου 1955 αρχίζει ο ένοπλος αγώνας των Ελλήνων  των Κυπρίων για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού με στόχο το πάγιο αίτημα καθ ΄όλη  την περίοδο της αποικιοκρατίας (1878-1960) την Αυτοδιάθεση – Ένωση με την Ελλάδα. Ο στόχος αυτός τελικά δεν επιτεύχθηκε. Το Νοέμβριο του 1967 ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής τόνισε στο Γάλλο δημοσιογράφο Eric Rouleau ότι -πέραν των ασθενών σημείων τους- είχαν και πλεονεκτήματα: (1) απετράπη ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, (2) η Κύπρος κατέστη ελεύθερη μετά από μακραίωνη δουλεία και (3) αποκαταστάθηκε η ελληνοτουρκική φιλία. Οι επικριτές των Συμφωνιών επισημαίνουν: (1) ότι το καθεστώς της μεγαλονήσου επιβλήθηκε έξωθεν, χωρίς  να ερωτηθεί ο λαός μέσω δημοψηφίσματος.(2) Υπήρχαν περιορισμοί στην ανεξαρτησία με τη μη εφαρμογή του δικαιώματος της Αυτοδιάθεσης, την παρουσία βρετανικών βάσεων, το επεμβατικό δικαίωμα των εγγυητριών δυνάμεων  κλπ. Η τουρκική πλευρά έλαβε περισσότερα  από τα αναμενόμενα. Ο ιστορικός Francois Crouzet  χαρακτήρισε τα οφέλη της υπέρογκα (exorbitants).  Συνέχεια ανάγνωση

Την 1η Απριλίου 1955 αρχίζει ο ένοπλος αγώνας των Ελλήνων  των Κυπρίων για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού με στόχο το πάγιο αίτημα καθ ΄όλη  την περίοδο της αποικιοκρατίας (1878-1960) την Αυτοδιάθεση – Ένωση με την Ελλάδα. Ο στόχος αυτός τελικά δεν επιτεύχθηκε. ΕΟΚΑ - Εκτελεσθέντες

Με τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου μεταξύ Βρετανίας, Ελλάδος  και Τουρκίας και με τη συμμετοχή των Πρωθυπουργών Κωνσταντίνου Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές και των υπουργών Εξωτερικών  Ευάγγελου Αβέρωφ και  Φατίν Ζορλού αντιστοίχως, η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της. Ο  Μακάριος, κατόπιν δισταγμών,  τις υπέγραψε και ο Στρατηγός  Γεώργιος  Γρίβας τις  αποδέχτηκε. Το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε δύο κυρίαρχες βάσεις, στην Επισκοπή και την Δεκέλεια, συνολικής έκτασης 158,5 τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Το Σύνταγμα της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας προνοούσε εκτεταμένη θρησκευτική  και πολιτιστική αυτονομία στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, η οποία ευνοήθηκε και στο σύστημα διακυβέρνησης. Στη δημόσια υπηρεσία οι Τουρκοκύπριοι, ενώ αποτελούσαν το 18% του πληθυσμού,  θα  καταλάμβαναν  το 30% των θέσεων και θα  ήλεγχαν το 40% του στρατού και της αστυνομικής δύναμης. Ο Αντιπρόεδρος  με δικαίωμα αρνησικυρίας  (Veto) επί όλων των σημαντικών θεμάτων και τρεις εκ των δέκα υπουργών ήταν Τουρκοκύπριοι. Οι δεκαπέντε από τις  πενήντα  έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων ανήκαν σε αυτούς. Νόμος, που ψηφιζόταν από τους τριάντα πέντε  Έλληνες Κυπρίους Βουλευτές και επτά Τουρκοκυπρίους, μπορούσε να καταψηφιστεί από οκτώ Τουρκοκυπρίους (βάσει της αρχής περί χωριστών πλειοψηφιών στη Βουλή). Έτσι, ορισμένες πρόνοιες του Συντάγματος, όπως το δικαίωμα αρνησικυρίας, έθεταν εμπόδια στην ομαλή διακυβέρνηση της μεγαλονήσου.

Έκτοτε, πολλές συζητήσεις αδιαλείπτως διεξάγονται για την αποτελεσματικότητα και λειτουργικότητα των ανωτέρω Συμφωνιών. Οι υποστηρικτές τους τονίζουν ότι αποφεύχθηκε το Σχέδιο Macmillan (19 Ιουνίου 1958), το οποίο προνοούσε μία μορφή αυτοκυβέρνησης με τριπλή κυριαρχία, ασυμβίβαστη με την αρχή της Αυτοδιάθεσης.

Το Νοέμβριο του 1967 ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής τόνισε στο Γάλλο δημοσιογράφο Eric Rouleau ότι -πέραν των ασθενών σημείων τους- είχαν και πλεονεκτήματα: (1) απετράπη ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, (2) η Κύπρος κατέστη ελεύθερη μετά από μακραίωνη δουλεία και (3) αποκαταστάθηκε η ελληνοτουρκική φιλία.

Οι επικριτές των Συμφωνιών επισημαίνουν: (1) ότι το καθεστώς της μεγαλονήσου επιβλήθηκε έξωθεν, χωρίς  να ερωτηθεί ο λαός μέσω δημοψηφίσματος.(2) Υπήρχαν περιορισμοί στην ανεξαρτησία με τη μη εφαρμογή του δικαιώματος της Αυτοδιάθεσης, την παρουσία βρετανικών βάσεων, το επεμβατικό δικαίωμα των εγγυητριών δυνάμεων  κλπ.

Η τουρκική πλευρά έλαβε περισσότερα  από τα αναμενόμενα. Ο ιστορικός Francois Crouzet  χαρακτήρισε τα οφέλη της υπέρογκα (exorbitants). Tο άρθρο IV «Συνθήκης Εγγύησης» χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα από την Τουρκία, για την εισβολή της στην Κύπρο και την κατάληψη του 40%,  περίπου, του κυπριακού εδάφους. Ωστόσο, το Νομικό Τμήμα της Γενικής Γραμματείας  του ΟΗΕ σε γνωμάτευσή  του στις 12 Μαϊου 1959, που θεωρήθηκε απόρρητη, διευκρινιζόταν ότι δεν υπήρχε δικαίωμα μονομερούς στρατιωτικής επέμβασης.

Ακολούθησαν η πολιτειακή κρίση των ετών 1963-1964 κατόπιν του αιτήματος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου για αναθεώρηση του Συντάγματος,  τα  γνωστά «13 σημεία»,  η επιβολή  της επτάχρονης δικτατορίας (1967-1974), που κατέρρευσε υπό το βάρος των ανομημάτων της, με αποκορύφωμα το άφρον πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου 1974 και την τουρκική Εισβολή της 20ης Ιουλίου, τις συνέπειες της οποίας βιώνει μέχρι σήμερα  ο Κυπριακός Ελληνισμός.

H αδυναμία, τότε, της Ελλάδος ως εγγυήτριας δύναμης να προστατεύσει την ανυπεράσπιστη Κύπρο με αποτέλεσμα να καταληφθεί σημαντικό μέρος της επικράτειάς της, άνοιξε την όρεξη της μονίμως επεκτατικής και αναθεωρητικής Τουρκίας για διεκδικήσεις. Έτσι, εκδηλώνονται οι κρίσεις των ετών 1976 και 1987 για το Αιγαίο, το 1996 των Ιμίων, μετά  από την οποία η γειτονική χώρα εγκαινίασε την πολιτική των «γκρίζων ζωνών».  Η Άγκυρα αντέδρασε έντονα και στο ζήτημα της εγκατάστασης των πυραύλων S300 στην Κύπρο ( Ιανουάριος 1997-Δεκέμβριος 1998). Το 2004  ο Κυπριακός Ελληνισμός με δημοψήφισμα απέρριψε το απαράδεκτο Σχέδιο Ανάν. Η νεοοθωμανική  Άγκυρα των Ερντογάν και  Νταβούτογλου  προκαλεί   διαρκώς με τις ενέργειές της στη Δυτική Θράκη.

Ο γράφων, καταγόμενος από την κατεχόμενη Λάπηθο της επαρχίας  Κερύνειας,  αν και  διαπιστώνει  ότι στην εποχή μας τα εθνικά θέματα έχουν περιθωριοποιηθεί, δεν θα παύσει  να  ενστερνίζεται την άποψη του Πρωθυπουργού της Ελλάδος  Ανδρέα Παπανδρέου σε ομιλία του   ενώπιον της Βουλής των Ελλήνων το Μάρτιο του  1987: «Αν η Κύπρος χαθεί, και η Ελλάδα θα χαθεί».

Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Γιαλλουρίδης Κ. Χριστόδουλος, Η Ελληνοτουρκική Σύγκρουση. Από την Κύπρο έως τα Ίμια, τους S300 και το Ελσίνκι. 1955-2010. Η οπτική του Τύπου, Πρόλογος: Ευάγγελος Βενιζέλος,  Ι. Σιδέρης, 2001.

Γιαλλουρίδης Κ. Χριστόδουλος – Λαγγίδης Θ. Αφεντούλης, Μετακεμαλισμός: Πρόλογος: Νεοκλής Σαρρής , Εκδ. Ι. Σιδέρης, 2010.

Ιακωβίδης  Χρ. Ιωάννης,  Η παρουσία των Κυπρίων στην Ελλάδα, Πρόλογος: Γεράσιμος Καραμπελιάς,  εκδ. Παπαζήση, Αθήνα,  2012, σελ. 19-37 και ενδεικτική βιβλιογραφία: σελ. 327-335.

Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Κύπρος και Κυπριακό Ζήτημα, τόμος  ΙΣΤ΄, Εκδοτική Αθηνών, 2000, σελ. 456-465, 592-593.

Ιστορία Εικονογραφημένη, Διευθυντής Διονύσης Ν. Μουσμούτης.  Αφιέρωμα Κύπρος. 50 χρόνια  Κυπριακής Δημοκρατίας,  τεύχος 496, Οκτώβριος 2009. Αθήνα.

Ιστορία του Απελευθερωτικού Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α 1955-59, Ίδρυμα Απελευθερωτικού Αγώνα Ε.Ο.Κ.Α, Λευκωσία.

Καλαμαράς  Κ. Βασίλης: στο εβδομαδιαίο περιοδικό « Επίκαιρα», Διευθυντής Λάμπρος  Καλαρρύτης,  στις  ΒΙΒΛΙΟΤΑΣΕΙΣ, μας παρουσιάζει βιβλία για την Κύπρο και το  Κυπριακό στα τεύχη: 182ο,11\04-17\04\2013, σελ.108-109, 183ο, 18\04-24\04\2013, σελ.106-107, 184ο ,25\04\-01\05 2013, σελ.106-107 και 185ο, 02\05-08\05\2013, σελ.106-107.

Κρουζέ Φρανσουά, Η κυπριακή διένεξη, 1946-1959, μετάφραση :Αριστοτέλης Φρυδάς, Μορφωτικό ΄Ιδρυμα  Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ),  2011 – Μουσμούτης  Ν. Διονύσης, Κριτική στο «Η κυπριακή διένεξη», περιοδικό “Ιστορία”, τεύχος  525, Μάρτιος 2012.

Κύπρος. Αγώνες Ελευθερίας στην Ελληνική Ιστορία, Συλλογικό έργο,  Εθνικό και Καποδιστριακό  Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2010, σελ.261-281.

ΚΥΠΡΟΣ, Ιστορία και Πολιτισμός. Από την Αρχαιότητα, έως σήμερα, Μαλλιάρης –Παιδεία-εφημ. ΕΘΝΟΣ, Θεσσαλονίκη, σελ.202-294.

Κωνσταντακόπουλος Δημήτρης, Η τελική μάχη για την Κύπρο, στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Επίκαιρα», Διευθυντής Λάμπρος Καλαρρύτης, τεύχος 191ο, 13\06\-19\06\2013, σελ. 50-51.

Περί Κύπρου, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Κυπριακή Δημοκρατία, 2009, σελ.50-53.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981, τόμος  2ος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2001.

Τερλεξής  Πανταζής, Διπλωματία και πολιτική του Κυπριακού. Ανατομία ενός λάθους, Ράππας, 1971.

ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΜΦΑΣΗ, Αφιέρωμα. 50 χρόνια από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, τεύχος no 44, Iούλιος – Σεπτέμβριος 2010, Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αθήνα,  σελ. 80-139.

Χατζηβασιλείου Ευάνθης, Στρατηγικές του Κυπριακού. Η δεκαετία του 1950, Πατάκης, 2005.

Χριστοδουλίδης Νίκος,  Τα σχέδια λύσης του Κυπριακού (1948-1978), Καστανιώτης, 2009.

Share Button

Παγκόσμια Ημέρα Τουρισμού

Στις 27 Σεπτεμβρίου  εορτάζεται ετησίως η Παγκόσμια Ημέρα Τουρισμού, όπως έχει οριστεί το 1970 από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού. Κύρια επιδίωξη  του εορτασμού αυτού αποτελεί η προβολή  της κοινωνικής και πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής συνεισφοράς του τουρισμού στη διεθνή κοινότητα. Ο τουρισμός είναι βασικός τρόπος ψυχαγωγίας, κυρίως  στο Δυτικό Κόσμο. Παράλληλα συνιστά μεγάλη βιομηχανία και πρωταρχική   πηγή εσόδων για παραδοσιακά τουριστικά κράτη,  όπως  την Ιταλία και  Γαλλία, την Ελλάδα και  Ισπανία. Είναι αποτέλεσμα ομαδικής ή μεμονωμένης μετακίνησης ανθρώπων σε ποικίλους τουριστικούς προορισμούς και της διαμονής τους σε αυτούς επί  ένα, τουλάχιστον,  24ωρο. Συνέχεια ανάγνωση

Ιωάννης Χρ.Ιακωβίδης

Το 1941 οι καθηγητές  Krapf και  Hunziker του Πανεπιστημίου της Βέρνης υποστήριξαν την άποψη ότι  ως  τουρισμός ορίζεται  το σύνολο των φαινομένων και σχέσεων, τα οποία  προκύπτουν από την πραγματοποίηση ταξιδιών σε διάφορους  προορισμούς  και τη διαμονή σε αυτούς  μη μονίμων κατοίκων τους. Το 1963 η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τα  Διεθνή Ταξίδια και τον Τουρισμό, στη Ρώμη, ορίζει  δύο κατηγορίες επισκεπτών:  (α) τους τουρίστες:  πρόκειται για ανθρώπους,  οι οποίοι  επισκέπτονται κάποια χώρα και διαμένουν σε αυτήν, τουλάχιστον, επί ένα 24ωρο και των οποίων οι λόγοι επίσκεψης είναι, ως επί το πλείστον, για διακοπές, υγείας και  επαγγελματικοί, για σπουδές, συμμετοχή σε συνέδρια  και  επαφές  με φίλους ή συγγενείς, θρησκευτικοί και για άθληση. (β) Τους εκδρομείς: για διαμένοντες σε ένα  κράτος  λιγότερο από ένα 24ωρο. Σε αυτούς περιλαμβάνονται π.χ. οι επιβάτες κρουαζιερόπλοιων και οι μη διανυκτερεύοντες, καθώς επίσης και τα πληρώματα των  αεροπλάνων, πλοίων κλπ.

 Ωστόσο, κανείς  από τους  ανωτέρω ορισμούς δεν λαμβάνει υπόψη τον εσωτερικό τουρισμό. Σήμερα, κάποιες χώρες έχουν προβεί σε  έναν ορισμό για την εγχώρια διάστασή του. Οι ΗΠΑ π.χ. ορίζουν ως εσωτερικό  τουρίστα οποιονδήποτε φεύγει από την οικία  του με σκοπό την επίσκεψη  κάποιου μέρους, που απέχει, τουλάχιστον,  πενήντα μίλια (80,48 χιλιόμετρα) από αυτή για οιανδήποτε  αιτία, πλην  της καθημερινής του μεταβάσεως  στον  εργασιακό του χώρο.  Ο τουρισμός διακρίνεται στα εξής είδη: (α) Εγχώριος (domestic tourism): όταν οι κάτοικοι μιας χώρας ταξιδεύουν μόνο εντός αυτής (πχ. ένας Αθηναίος μεταβαίνει  στην Κέρκυρα). (β)Εξερχόμενος (outbound tourism): όταν πηγαίνουμε σε άλλο κράτος (πχ. ένας Έλληνας που μεταβαίνει στην Ιταλία). (γ) Εισερχόμενος (inbound tourism): πρόκειται για  αλλοδαπούς, οι οποίοι μεταβαίνουν σε μια χώρα (πχ. ένας Ισπανός  που ταξιδεύει στην Ελλάδα). (δ) Διεθνής (international tourism): το σύνολο του εξερχόμενου  και εισερχόμενου τουρισμού. (ε) Εσωτερικός (internal tourism): το άθροισμα του εισερχόμενου και του εγχώριου τουρισμού. (στ) Εθνικός: (national tourism): το σύνολο του εγχώριου και του εξερχόμενου τουρισμού.

 Στην αρχαιότητα ο σημαντικότερος περιηγητής υπήρξε ο Παυσανίας ( 2ος αιώνας μ.Χ). Ο μαζικός τουρισμός είναι αποτέλεσμα της μεγάλης ανόδου των εισοδημάτων μετά την Βιομηχανική Επανάσταση. Πριν από αυτή, τα ταξίδια πολιτιστικού ή ψυχαγωγικού χαρακτήρα αποτελούσαν  αποκλειστικό προνόμιο μερικών  εκλεκτών περιηγητών, ιδίως  αριστοκρατών. Χαρακτηριστική είναι η άφιξη Ευρωπαίων περιηγητών στον τουρκοκρατούμενο και απελευθερωμένο Ελληνισμό, ακόμη και το 19 ο αιώνα. Στους τελευταίους  αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπήρξε μία μορφή τουρισμού, που μοιάζει με το σύγχρονο – τηρουμένων των αναλογιών (mutatis mutandis) που αρχίζει τις πρώτες δεκαετίες του 20 ου αιώνα. Η Ιταλία από την Τοσκάνη μέχρι τον κόλπο του Σαλέρνο,  η κυρίως Ελλάδα, η Ρόδος, η Μικρά Ασία και η Αίγυπτος επροτιμώντο για αναψυχή.

Το 19ο αιώνα οι Άγγλοι τουρίστες είχαν το προβάδισμα. Η ορειβασία διαδραμάτισε  σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του σύγχρονου τουριστικού φαινομένου, διότι εμπεριέχει τη ρομαντική ιδεολογία, στρεφόμενη στο «απρόσιτο» και στην «περιπέτεια». Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και το έργο του Ιουλίου Βερν «Ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα μέρες». Τουρίστες είναι και οι εξερευνητές. Έτσι επευφημήθηκε ο Χίλλαρυ  λόγω Έβερεστ, ενώ οι Βενετοί είχαν χλευάσει  το 13ο αιώνα το Μάρκο Πόλο,  το συμπολίτη τους.

Ανάμεσα στα έτη 1760 – 1770 περί τους 40.000 Άγγλους πραγματοποιούσαν ταξίδια  αναψυχής και εκπαιδευτικά στην Ευρώπη διάρκειας πολλών μηνών ή και ετών. Η ταξινόμηση των τουριστικών περιοχών πραγματώνεται μέσω τουριστικών οδηγών, που προετοιμάζουν ψυχικά, αλλά όχι σωματικά.  Ένας τέτοιος οδηγός  κυκλοφόρησε το 1836: πρόκειται για το Red Book του Murray. Η ιστορία του τουρισμού ταυτίζεται με αυτήν των ξενοδοχείων. Το πρώτο σύγχρονο ξενοδοχείο (αρχές 19 ου αιώνα) υπήρξε το Der Badische Hof  στο Baden-Baden κοντά σε σιδηροδρομικό σταθμό.

Βασικά στοιχεία του τουρισμού είναι οι έννοιες του αξιοθέατου (sight) και του κοινωνικού γοήτρου, το οποίο προβάλλεται μέσω της προσωπικής αφήγησης. Ταυτοχρόνως, οι φωτογραφίες των τοπίων, τις οποίες τραβάει ο τουρίστας, συνιστούν και διαφήμιση των περιοχών αυτών. Ως εκ τούτου, δεν διαφοροποιούνται από τα ταχυδρομικά δελτάρια (καρτ- ποστάλ). Ο τουρισμός τρέφεται από τον πόθο για ελευθερία. Ωστόσο, «όσο καρδιοκτυπούμε για το εισιτήριο επιστροφής στην τσέπη μας, παραδεχόμαστε ότι σκοπός του ταξιδιού μας δεν είναι η ελευθερία, ότι έχουμε κιόλας λησμονήσει τι είναι ελευθερία».

Σήμερα ο μαζικός τουρισμός δεν είναι επιθυμητός λόγω των επιπτώσεων του στο φυσικό περιβάλλον, αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο. Η παγκόσμια τάση της εποχής μας είναι να μην αντιπαρατίθενται  ο τουρισμός, ο άνθρωπος και το φυσικό περιβάλλον. Μορφές τουρισμού,  όπως ο πολιτιστικός και ο αγροτουρισμός, ο περιηγητικός και ο συνεδριακός,  αλλά και ο τουρισμός των πόλεων θεωρούνται αυτές, που επιβάλλεται να  επικρατήσουν σήμερα, για να καταστεί βιώσιμη η τουριστική ανάπτυξη. Επιπλέον, με τον εναλλακτικό τουρισμό (alternative tourism), οι άνθρωποι αναζητούν έναν άλλο  τρόπο διακοπών, ο οποίος συνδέεται με τη διαφύλαξη της τοπικής παράδοσης, την προστασία του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και την αποφυγή του μαζικού τουρισμού.

Ο τουρισμός, σχετιζόμενος με τον πολιτισμό μέσω των «πολιτιστικών προϊόντων» (μνημείων και  μουσείων, εκθέσεων εικαστικών τεχνών και τόπων θρησκευτικής λατρείας) συνδέεται με την Πολιτιστική Διπλωματία (Cultural Diplomacy), το  περιεχόμενο της οποίας ποικίλλει αναλόγως της ισχύος των κρατών. Για τις  Η.Π.Α., η Πολιτιστική ή Δημόσια (Public Diplomacy) είναι εναλλακτική μορφή διπλωματίας για την επίτευξη των «παγκόσμιων» στόχων της υπερδύναμης. Όμως,  η Πολιτιστική Διπλωματία και η εξωτερική πολιτιστική πολιτική πρέπει: (α) να προβάλλουν στο εξωτερικό τις πολιτιστικές αξίες και τα επιτεύγματα ενός λαού και (2) να ενισχύουν την πολιτική και μορφωτική συνεργασία με τα άλλα κράτη για την αλληλοκατανόηση των πολιτών τους.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Βουδούρη Δάφνη, Η προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς στην προοπτική της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς, Παπαζήση, 1992.

Γιανναράς Χρήστος, Πολιτιστική Διπλωματία, Ίκαρος, 2002.  

ΕΛΛΑΣ, Ταξίδι μέσα στο χρόνο. Η Ελλάδα μέσα από έργα ξένων περιηγητών και εικόνες από την σύγχρονη Ελλάδα, Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού, 2000.

Enzensberger M. Hans, Πολιτική και Πολιτισμός: κεφ. Μία  θεωρία για τον Τουρισμό,  β΄ έκδοση SCRIPTA, 2004, σελ. 87-116 . 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ, εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ: ενδεικτικά τα τεύχη: 45/24 Αυγούστου 2000,

Μαρτυρίες από την ελεύθερη Ελλάδα. 1921 Αυγούστου 2003, Πώς είδε την Ελλάδα ο Λόρδος Γκίλφορντ. 299/ 18 Αυγούστου 2005, Οι περιηγήσεις του Σουαζέλ Γκουφιέ. 300/25 Αυγούστου 2005, Οι περιηγήσεις του Γκιγιόμ- Αντουάν Ολιβιέ.                                          

Κοκκώσης Χ., Τσάρτας Π., Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη και   Περιβάλλον, Κριτική, 2001.                                                                                                                                

Κωστάκης Μάριος, Ελληνική Πολιτιστική Εξωτερική Πολιτική, Οξύ, 2008.

Λαγός Δημήτρης , Τουριστική Οικονομική,  Κριτική, 2005

Σιμόπουλος Κυριάκος,   Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα (333 μ.Χ. – 1821 μ.Χ.), Πιρόγα, 2008.

Χριστογιάννης Ι. Γεώργιος, Ελληνική Πολιτιστική Διπλωματία, β΄ έκδοση,, Έλλην, 2006, σελ. 97-118. 

Φωτογραφία στην καταχώρηση 27 Σεπτεμβρίου – Παγκόσμια Ημέρα Τουρισμού: http://www.abdulmuazzam.com/world-tourism-day/