για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική
Μερσίλεια Αναστασιάδου

Μερσίλεια Αναστασιάδου

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Η νέα καταμέτρηση των ψήφων των εκλογές του Ιράκ ολοκληρώθηκε, με τη συμμαχία του κληρικού Muqtada al Sadr να διατηρεί και τις 54 έδρες που κέρδισε.

Με την συμμαχία του Sadr να επιβεβαιώνει το αποτέλεσμα και το ότι είναι οι νικητές των εκλογών, πλέον μπορεί να διαμορφωθεί μια κυβέρνηση.

Οι ισχυρισμοί περί απάτης στις εκλογές οδήγησαν στην επανεξέταση, αλλά η μόνη αλλαγή που προήλθε από αυτό ήταν μια επιπλέον έδρα για τη Συμμαχία, την οποία κέρδισαν έναντι των Ιρανών παραστρατιωτικών μαχητών, οι οποίοι παραμένουν στη δεύτερη θέση. Υπάρχουν 329 έδρες στο Συμβούλιο Αντιπροσώπων του Ιράκ.

Η αρχική ψηφοφορία στις 12 Μαΐου χρησιμοποίησε ένα νέο ηλεκτρονικό σύστημα για τη συγκέντρωση των ψηφισάντων, αντί να μετρώνται οι ψήφοι χειροκίνητα – μια διαδικασία που έχει επικριθεί ως μη λειτουργική και εύκολα χειραγωγήσιμη.

Το Κοινοβούλιο διέταξε την επανεξέταση των ψήφων νωρίτερα τον Ιούνιο, έπειτα από μια κυβερνητική έκθεση που κατέληγε ότι υπήρχαν εκτεταμένες παραβιάσεις. Αυτό ώθησε μια δύσκολη περίοδο, καθότι οι ηγέτες των πολιτικών ομάδων είχαν ήδη ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης.

Μια ομάδα δικαστών που επόπτευε την νέα καταμέτρηση περιορίστηκε αργότερα, αποφασίζοντας ότι θα κάλυπτε μόνο τις ύποπτες ψηφοφορίες που επισημάνθηκαν με επίσημες καταγγελίες ή επίσημες εκθέσεις για απάτη.

Ο Sadr παρουσιάζεται ως ένας εθνικιστής πέρα από σέκτες και λοιπές κρυφές ομάδες, ο οποίος αντιτίθεται τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην επιρροή του Ιράν στη χώρα του. Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράκ αποτελεί μέρος της συμμαχίας Sairoon του Sadr.

Τα πρώτα τρία νικηφόρα μπλοκ, (όλα Σιίτες) κατέλαβαν περισσότερες από 140 έδρες. Τουλάχιστον 165 έδρες χρειάζονται για να σχηματίσουν κυβέρνηση, αν και παραδοσιακά το κυβερνών μπλοκ στο κοινοβούλιο τείνει να είναι μεγαλύτερο, ώστε να συμπεριλάβει τους Σουνίτες άραβες αλλά και το κουρδικό στοιχείο.

 

 

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, και μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Share Button

Σπύρος Ζενεμπίσης, Βοηθός Ερευνητής, Κ.Α.Ν.Σ.
Το Τέλος του «Οικονομικού Θαύματος» του ΑΚΡ;
Στις 24 Ιουνίου του 2018 επανεξελέγη, όπως ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενο, στην τουρκική Προεδρία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με ποσοστό 52.59%. Οι εκλογές αυτές, οι οποίες «ζητήθηκαν» αρχικά τον Απρίλιο από τον ηγέτη του Κόμματος Εθνικής Δράσης και εκλογικό συνοδοιπόρο του Ερντογάν , Ντεβλέτ Μπαχτσελί, έγιναν με ορίζοντα αφενός την εφαρμογή των συνταγματικών αλλαγών, που επέφερε η οριακή επικράτηση της «Συμμαχίας του Λαού» στο δημοψήφισμα του 2017, προς ένα συγκεντρωτικότερο σύστημα με σαφή ενίσχυση των εξουσιών του προέδρου έναντι του κοινοβουλίου και αφετέρου στη σκιά μιας χρονίζουσας νομισματικής και γενικότερα μακροοικονομικής αστάθειας, που έχει σαφή χαρακτηριστικά κρίσης.
Ο Ερντογάν βρίσκεται στην εξουσία από το 2003( το κόμμα του από το 2002), οπότε και εξελέγη στο καταργηθέν πλέον αξίωμα του πρωθυπουργού της τουρκικής Δημοκρατίας. Στα 15 συναπτά έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων ο ίδιος και το κόμμα του βρίσκονται στην εξουσία, έχουν συντελεστεί σημαντικές αλλαγές στην εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Τουρκία, αλλά και αξιοσημείωτες παλινδρομήσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, όσον αφορά τα μέσα και τις στοχεύσεις της, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό είναι αλληλένδετες με τις εσωτερικές πολιτικές αλλαγές και με τις σημαντικότατες γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή. Επίσης βασικό χαρακτηριστικό της διακυβέρνησης της Τουρκίας από τον Ερντογάν και το ΑΚΡ αποτελεί η αρχική σαφής άμβλυνση των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, που αντιμετώπιζε η χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα οποία πήγαζαν από χρόνιες και πολυεπίπεδες μακροοικονομικές ανισορροπίες, αλλά και η προοδευτική επαναφορά στο προσκήνιο των ανισορροπιών αυτών τα τελευταία χρόνια, γεγονός που εξελίχθηκε εν τέλει στη σημερινή νομισματική κρίση, που αντιμετωπίζει η Τουρκία.
Η οικονομική κατάσταση στη χώρα τα αμέσως προηγούμενα χρόνια πριν την ανάληψη της εξουσίας από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ήταν εξαιρετικά δυσμενής. Η συνοπτική περιγραφή της στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμη, όχι μόνο για να καταδειχθεί η σημασία της μακροοικονομικής σταθεροποίησης, που επετεύχθη στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Ερντογάν, αλλά και για να τονισθούν ορισμένα δομικά προβλήματα της τουρκικής οικονομίας, τα οποία λειτουργούν διαχρονικά ως καταλύτες εξελίξεων- «μοτίβων» και τα απαντάμε και στη νομισματική (μέχρι στιγμής) κρίση, που βρίσκεται σήμερα εν εξελίξει. Συνέχεια ανάγνωση

Από το 1980 έως το 1994 το δημόσιο χρέος της τουρκικής Δημοκρατίας είχε αυξηθεί κατά περίπου 300% και η αναλογία εξυπηρέτησής του, δηλαδή ο λόγος των ετησίων ποσών, που κατέβαλε η χώρα ως χρεολύσια προς τα έσοδά της από τις εξαγωγές έφτασε μέχρι το τέλος της δεκαετίας στο 10% ( 7δις δολάρια για εξυπηρέτηση χρέους). Το στατιστικό μέγεθος αυτό καταδεικνύει σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα μιας χώρας να εξοφλήσει/εξυπηρετήσει το δημόσιό της χρέος. Πριν τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, βέβαια δεν είχαν προκύψει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, που να επηρέαζαν την ομαλή εξυπηρέτηση του τουρκικού δημοσίου χρέους, κυρίως λόγω της σχετικής επιτυχίας των επιλογών οικονομικής πολιτικής της δεκαετίας του ’80.
Το «πρόγραμμα σταθεροποίησης» του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, που κατηύθυνε σε μεγάλο βαθμό την τουρκική οικονομική πολιτική κατά τη δεκαετία του 1980 ,είχε στοχεύσει στο επίπεδο της εσωτερικής ισορροπίας στον έλεγχο και την καταπολέμηση του πληθωρισμού, δίνοντας σαφή προτεραιότητα στη σταθερότητα των τιμών έναντι της πλήρους απασχόλησης των πόρων, προτιμώντας πιο υψηλά επιτόκια και ελεγχόμενες περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές, όπως πχ το πάγωμα των μισθών. Στο επίπεδο της εξωτερικής ισορροπίας το πρόγραμμα, το οποίο έφερε σε μεγάλο βαθμό εις πέρας ο Τουργκούτ Οζάλ, στόχευε στην τόνωση των εξαγωγών και στη γενικότερη εγκατάλειψη της πρότερης επιλογής για βιομηχανική υποκατάσταση των εισαγωγών. Αυτή η εξωστρεφής οικονομική αναπτυξιακή στρατηγική αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικότερη ως προς την αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων ισορροπίας του τουρκικού λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών. Η σταθερή αύξηση των εξαγωγών (κατά μέσο όρο 22% το χρόνο) βελτίωσε το εμπορικό ισοζύγιο της Τουρκίας παρά τις πιέσεις, που του ασκούνταν από την άνοδο των καταναλωτικών διαθέσεων της κοινωνίας. Το ΑΕΠ της χώρας μέχρι και το 1987 μεγεθυνόταν κατά μέσο όρο 4,5% το χρόνο μέχρι και το 1987, οπότε και άγγιξε περίπου το 8%. Στην επιτυχία της δεκαετίας αυτής του «νοικοκυρέματος», της σχετικής σταθερότητας, της αναπτυξιακής εξωστρέφειας και οικονομικής φιλελευθεροποίησης μπορεί να αποδοθεί και η αύξηση του δημοσίου χρέους, που προκλήθηκε σε κάποιο βαθμό από την ανανεωμένη εμπιστοσύνη της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κοινότητας προς την Τουρκία. Με λίγα λόγια το χρέος διογκώθηκε επειδή η «στρόφιγγα» των πιστώσεων είχε ανοίξει, αλλά η διόγκωση αυτή αποτέλεσε πρόβλημα στα αμέσως επόμενα χρόνια, όταν η τουρκική οικονομία άρχισε εκ νέου να αποσταθεροποιείται.
Από το 1988-89 μέχρι και το 1994 ,όμως, η τουρκική οικονομία πέρασε μια περίοδο μακροοικονομικής αστάθειας, που μάλλον πριόνιζε τη σοβαρή κρίση των επόμενων ετών. Χαρακτηριστικά της περιόδου αποτελούν η μεταβλητότητα της οικονομικής ανάπτυξης, που θα τη συναντήσουμε και στη συνέχεια να επαναλαμβάνεται ως μοτίβο μετά το 2000 , καθώς και η σταθερή αύξηση του πληθωρισμού και του δημοσιονομικού ελλείματος. Τέλος η ανεργία, η μεγάλη αδυναμία των πολιτικών Οζάλ, επίσης διογκωνόταν.
Το 1993 η κυβέρνηση της Τανσού Τσιλέρ, ενώ αντιλαμβανόταν την επικίνδυνη δυναμική, που είχε πάρει η σταθερή αύξηση του δημοσιονομικού ελλείματος, επέλεξε να κάνει χρήση μέτρων επεκτατικής νομισματικής πολιτικής στοχεύοντας στο να επιτευχθούν υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης για το έτος. Πράγματι η διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα προκάλεσε αύξηση του ΑΕΠ κατά 7.3%. Το γεγονός αυτό, όμως δεν απέκρυπτε τα δομικά προβλήματα της τουρκικής οικονομίας από τις αγορές.
Ακολούθησε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Τουρκίας από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, γεγονός που επέφερε ελεύθερη πτώση της τουρκικής λίρας σε σχέση με το δολάριο και εκ νέου σταθεροποιητικές προσπάθειες δημοσιονομικού περιορισμού, που δεν αντιμετώπισαν ,όμως, ιδιαιτέρως δραστικά το δημοσιονομικό έλλειμα. Το έλλειμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών από την άλλη ετέθη εκ των πραγμάτων υπό κάποιο έλεγχο λόγω της διολίσθησης της τουρκικής λίρας, αλλά ο πληθωρισμός έφτασε το 150% το 1994 ενώ η ύφεση άγγιξε το 6%.
Η ανάκαμψη του 1995 ήταν παροδική και προκάλεσε και αύξηση του ελλείματος τρεχουσών συναλλαγών. Ο πληθωρισμός συνέχιζε να αποτελεί σοβαρότατο πρόβλημα, αφού δεν είχε πέσει κάτω του 80%. Επίσης, οι απότομες, λαϊκίστικες και ανεύθυνες δημοσιονομικές επεκτάσεις, που ακολούθησαν, όταν ανέλαβε η κυβέρνηση των ισλαμιστών του Ερμπακάν, κάθε άλλο παρά προετοίμασαν την ήδη ασταθή οικονομία της χώρας για όσα επακολούθησαν. Το 1998 η οικονομία βυθίστηκε σε απότομη ύφεση κυρίως λόγω της μεγάλης έκθεσης των τουρκικών εξαγωγικών επιχειρήσεων στη ρωσική αγορά, η οποία επλήγη σοβαρότατα από την χρηματοπιστωτική κρίση εκείνης της χρονιάς. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η εξαγγελία ενός ακόμα προγράμματος σταθεροποίησης του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμάτων, στη σταθεροποίηση της συναλλαγματικής τιμής της λίρας και στον έλεγχο του πληθωρισμού.
Το πρόγραμμα, που κλήθηκε να εφαρμόσει η κυβέρνηση Ετσεβίτ, είχε αρχική επιτυχία, αλλά όπως συνέβη και 3 έτη νωρίτερα, με την παροδική ανάκαμψη του 1995, το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας πιέστηκε απότομα από τις ανανεωμένες καταναλωτικές ανάγκες της κοινωνίας με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείματος στο λογαριασμό τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο σε εκείνη τη φάση χρηματοδοτήθηκε με όρους δυσμενείς (πχ πιστώσεις βραχείας ωρίμανσης). Επακολούθησαν ξανά νέα νομισματική αστάθεια και σοβαρά προβλήματα ρευστότητας για μέρος του τραπεζικού τομέα της Τουρκίας. Η αλληλεξάρτηση κράτους – τραπεζικού τομέα ήταν μεγάλη. Οι σε μεγάλο βαθμό «ανεύθυνες» και πολιτικά ελεγχόμενες τράπεζες είχαν εκτεθεί σε ομόλογα του τουρκικού δημοσίου χρησιμοποιώντας δανειακά κεφάλαια σε δολάρια, τη στιγμή που η λίρα μετά βίας δεν «καταβαραθρωνόταν». Προκειμένου να δανείσουν το κράτος σε λίρες και με όρους μακροπρόθεσμης αποπληρωμής είχαν προβεί οι ίδιες σε βραχυπρόθεσμο δανεισμό σε δολάρια, γεγονός που δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στους ισολογισμούς τους. Επίσης, το κράτος εγγυόταν από το 1994 το σύνολο των τραπεζικών καταθέσεων, πράγμα που περιέπλεκε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ακόμα, οι διεθνείς συγκυρίες δεν ήταν καθόλου ευμενείς. Εξωτερικοί παράγοντες έπαιξαν επιβαρυντικό ρόλο στην εξέλιξη της τουρκικής κρίσης ρευστότητας και στην τελική εφαρμογή και επιτυχία του πρόσφατου προγράμματος σταθεροποίησης, όπως η σημαντική άνοδος των επιτοκίων στις Η.Π.Α, η ανατίμηση του αμερικανικού δολαρίου στις αρχές της δεκαετίας του 2000, και οι άνοδος στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και άλλων πηγών ενέργειας. Το τελειωτικό χτύπημα για το πρόγραμμα και τη σταθερότητα της τουρκικής λίρας επέφερε η πολιτική αστάθεια και συγκεκριμένα οι ανοιχτές διαφωνίες τον Φεβρουάριο του 2001 Πρωθυπουργού και Προέρδου (Ετσεβίτ και Σεζέρ) σχετικά με την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Η αξία του νομίσματος εξανεμίστηκε μαζί με την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας επιβαρύνοντας σημαντικά τους ισολογισμούς των τουρκικών τραπεζών πυροδοτώντας μια σοβαρότατη κρίση για την τουρκική οικονομία. Η ύφεση το 2001 ήταν 5.7% ενώ το 2002 κινήθηκε γύρω στο 9%.
Στο AKP και στον ιδρυτή και Πρόεδρό του πιστώνεται η ταχεία έξοδος από αυτήν την κατάσταση δομικής μακροοικονομικής αστάθειας, ενώ οι αιτίες και τα αποτελέσματά της χρεώθηκαν στη μέχρι τότε πολιτική ελίτ της Τουρκίας, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Ετσεβίτ έθεσε αρκετές από τις βάσεις για την αναδιάρθρωση του προβληματικού τραπεζικού τομέα και για τη δημιουργία θεσμικών συνθηκών κατάλληλων για την καλλιέργεια κλίματος μακροοικονομικής σταθερότητας. Αναφερόμαστε κυρίως σε βασικές δομικές μεταρρυθμίσεις, που υπεβλήθησαν κατά κύριο λόγο από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα στην πολιτική ελίτ της Τουρκίας, όπως η ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας, καθώς και η «αποπολιτικοποίηση» και η αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος. Οι διαδικασίες αυτές έγιναν στη σκιά της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2001, η οποία άφησε λίγα περιθώρια στους Τούρκους ιθύνοντες για το δρόμο, που επρόκειτο να ακολουθηθεί. Το ΑΚΡ ήταν το κόμμα, που κέρδισε τις εκλογές το 2002 και βρέθηκε να είναι ο κοινωνός των θεσμικών αντιμέτρων, που γεννήθηκαν από την κρίση του 2001, και ο εκφραστής μιας ιστορικής πολιτικής αλλαγής, αλληλένδετης με τα εντυπωσιακά (σε σύγκριση με το ασταθές παρελθόν της χώρας) οικονομικά επιτεύγματα από το 2002 έως το 2006.
Τα 5 αυτά πρώτα έτη της διακυβέρνησης του ΑΚΡ και του, πρωθυπουργού τότε Ερντογάν, η τουρκική οικονομία αναπτύχθηκε θεαματικά με ρυθμό περίπου 7% κατά μέσο όρο. Η σταθερή αυτή ανάπτυξη ήταν επίσης υψηλής ποιότητας, καθώς ήταν συνδεδεμένη με την βελτίωση της παραγωγικότητας, της αποτελεσματικότητας και της τεχνολογίας. Η ιδιωτική επένδυση στην οικονομία, η οποία είχε υποχωρήσει κατά πολύ λόγω της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης, τονώθηκε εκ νέου και παρατηρήθηκε και «συμμετοχή» στην ανάπτυξη της χώρας, όχι μόνο από τις δυτικές μεγάλες πόλεις των παραλίων, αλλά και από τον χώρο της ενδότερης αστικής Ανατολίας με άμεσο αποτέλεσμα μια πρωτόγνωρη για την Τουρκία πιο ισορροπημένη διάχυση ευημερίας. Η μεσαία τάξη διευρύνθηκε, ενώ η οικονομική ανισότητα περιορίστηκε, βελτιώθηκε η ποιότητα παροχής δημοσίων υπηρεσιών και ταυτόχρονα άρχισαν να δαπανώνται περισσότερα χρήματα στους τομείς της παιδείας και της υγείας χωρίς να υπάρξει κάποιος δημοσιονομικός εκτροχιασμός. Ο πληθωρισμός, ο οποίος αποτελούσε δομικό πρόβλημα της τουρκικής οικονομίας για δεκαετίες και είχε φτάσει τα αμέσως προηγούμενα χρόνια μέχρι και το 150%, είχε τεθεί υπό έλεγχο.
Η δημοσιονομική απειθαρχία των προηγούμενων ετών είχε περιοριστεί κυρίως λόγω των θεσμικών βελτιώσεων στη διαδικασία κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού, οι οποίες στόχευαν σε πιο διαφανείς διαδικασίες. Με νέες νομοθετικές ενέργειες έγινε προσπάθεια για εγκατάλειψη πρακτικών της δεκαετίας του ’90, όπως τη συνήθεια να προβαίνει το κράτος σε δαπάνες, που ούτε καν φαίνονταν και μπορούσαν να υπολογιστούν σωστά εντός προϋπολογισμού. Επίσης ετέθησαν αυστηρότεροι κανόνες για τον δανεισμό της κυβέρνησης και τη δημοσιονομική διαχείριση με τη δημιουργία αυτόνομων ή ανεξαρτήτων αρχών, ως θεσμικών αντιβάρων εξουσίας, μια συνταγή που υποστηριζόταν σθεναρά αρχικά από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα και στη συνέχεια από την ΕΕ, η οποία εκείνα τα χρόνια διαπραγματευόταν με την Τουρκία για την ένταξή της στην Ένωση και έπαιξε κάποιο ρόλο στις θεσμικές μεταβολές εκείνης της εποχής προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης της δημοκρατίας στη χώρα και στη σύνδεση της εμβάθυνσης αυτής με τη μακρο-οικονομική σταθερότητα, το «νοικοκύρεμα» και την ποιοτική οικονομική μεγέθυνση.
Στο κέντρο των θεσμικών μεταβολών, που συντέλεσαν στην πενταετία ανάπτυξης και μακροοικονομικής σταθερότητας βρίσκεται η σημαντικότερη ίσως μεταρρύθμιση του τουρκικού οικονομικού συστήματος, η οποία αφορά στην ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας από πολιτικές παρεμβάσεις. Όπως προαναφέραμε η αλλαγή αυτή έγινε επί της τελευταίας κυβέρνησης Ετσεβίτ και έπαιξε κεντρικό ρόλο στην ανάκαμψη της οικονομίας από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2001. Με νόμο πλέον, η Κεντρική Τράπεζα αποκτούσε τη θεσμική αποστολή της θωράκισης της τουρκικής οικονομίας από τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ απαγορεύθηκε ο άμεσος δανεισμός προς την κεντρική κυβέρνηση. Η προσφορά χρήματος στην Τουρκική οικονομία για πρώτη φορά δεν ήταν δελεαστικό εργαλείο στα χέρια οποιασδήποτε κυβέρνησης για την επίτευξη πολιτικών σκοπών. Πολλές φορές οι τουρκικές κυβερνήσεις, οι οποίες ασκούσαν σαφή πολιτικό έλεγχο στην Κεντρική Τράπεζα και γενικότερα στο τραπεζικό σύστημα υπέκυπταν στον πειρασμό της βραχυχρόνιας νομισματικής επέκτασης με τη διατήρηση χαμηλών επιτοκίων με στόχο την αύξηση του συνολικού προϊόντος και την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και τη βελτίωση της απασχόλησης. Τα βραχυχρόνια θετικά αυτά αποτελέσματα ακυρώνονταν σχεδόν πάντα, όμως, από της σοβαρές πληθωριστικές πιέσεις, που δεχόταν η οικονομία και από την καταβαράθρωση της αξίας του νομίσματος. Οι καταθέσεις έχαναν αξία σε μια νύχτα, γεγονός που έπληττε την ιδιωτική επένδυση ενώ οι μισθωτοί πλήττονταν ανεπανόρθωτα στην αγοραστική τους δύναμη. Το γεγονός ότι η Τουρκία επέλεξε να κινηθεί, πιεσμένη από τη σκληρή πραγματικότητα της πολυεπίπεδης κρίσης του 2001, σε μια οδό πιο «συντηρητικής μονεταριστικής ορθοδοξίας» και δημοσιονομικής πειθαρχίας, οχυρωμένων και υποβοηθούμενων από μεταρρυθμιστικές διαδικασίες δημοκρατικής εμβάθυνσης, που οδήγησαν στη δημιουργία θεσμικών αντιβάρων σε μια κεντρική εξουσία με σκληρές παραδώσεις συγκεντρωτισμού, δημιούργησε το πλαίσιο, μέσα στο οποίο καλλιεργήθηκε η μακροοικονομική σταθερότητα και η αύξηση της ευημερίας για τον μέσο Τούρκο.
Το αν το ΑΚΡ και ο Ερντογάν ήταν οι πρόθυμοι μεταρρυθμιστές, που εμβάθυναν εμπράκτως τις δημοκρατικές διαδικασίες, καταπολέμησαν τη διαφθορά και την αδιαφάνεια και συνέβαλαν συνειδητά και ηθελημένα στα εντυπωσιακά επιτεύγματα της τουρκικής οικονομίας της 5ετίας 2002-2006 είναι μια μεγάλη συζήτηση. Το σίγουρο είναι πάντως, ότι για οποιονδήποτε βρισκόταν στο «τιμόνι» της Τουρκίας το 2002 τα περιθώρια δεν ήταν πάρα πολλά. Είτε το ΑΚΡ και ο Εντρογάν στήριξαν τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες ιδία βουλήσει, είτε βρέθηκαν ως απλοί κ διαχειριστές των μέτρων σταθεροποίησης και ταυτίστηκαν με την πολιτική επιλογή της δημοκρατικής εμβάθυνσης ως «αντανακλαστικό επιβίωσης» απέναντι σε ένα στρατο-γραφειοκρατικό κατεστημένο, που μόλις μία 5ετία πριν είχε παρέμβει για τέταρτη φορά μέσα σε μία τριακονταετία στα πολιτικά πράγματα της χώρας και που ένιωθε μάλλον άβολα με την επικράτηση ενός νέου έστω και φαινομενικά μετριοπαθούς ισλαμιστικού κόμματος, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Το ΑΚΡ φάνηκε στο εσωτερικό και το εξωτερικό ως ο φορέας μιας ιστορικής πολιτικοοικονομικής αλλαγής, που έφερνε τη χώρα πιο κοντά από ποτέ στην Ευρώπη και που κατάφερνε να κάνει μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού, ιδιαίτερα τα πιο φτωχά, συντηρητικά και περιθωριοποιημένα, κοινωνούς της ποιοτικής βελτίωσης της οικονομίας και της σταθερότητας. Το γεγονός αυτό έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στις μετέπειτα εκλογικές διευρύνσεις και τις νίκες του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Ο αποκλεισμένος μέχρι τότε «Μαύρος Τούρκος», πλέον όχι μόνο μοιραζόταν, την ταυτότητα αυτή με τον «αδελφό του, Ταγίπ», αλλά άρχισε να βιώνει εξ αιτίας του μια πρωτόγνωρη για τον ίδιο διάχυση ευημερίας. Ως εκ τούτου έμεινε μέχρι και σήμερα σφόδρα πιστός στον Ερντογάν. Έτσι η οικονομία έγινε το σημείο αιχμής για την εκλογική διεύρυνση του ΑΚΡ αλλά και το μέσο μιας οριστικής στην ουσία παγίωσης ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας στο ρόλο του πιστού εκλογικού ακροατηρίου.
Στα χρόνια, που ακολούθησαν επανήλθαν στο προσκήνιο τα δομικά στοιχεία αστάθειας της τουρκικής οικονομίας. Αρχικά, επανήλθε το «μοτίβο» της μεταβλητότητας της οικονομικής ανάπτυξης. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης άρχισαν από το 2007 να υποχωρούν, το οποίο είναι σημαντικό, αλλά και το ότι παρατηρούνται από το έτος αυτό και μετά και ποιοτικές μεταβολές στην τουρκική ανάπτυξη. Το «φρενάρισμα» αυτό της θα μπορούσε βεβαίως να αποδοθεί σε μια μεταστροφή του οικονομικού κύκλου ή/και στις δυσμενείς εξωτερικές συνθήκες, ιδιαίτερα στο ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, που ξέσπασε στα τέλη του 2008. Η ποιοτική και ποσοτική όμως αυτή μεταστροφή σημειώνεται κατά τι νωρίτερα και συμπίπτει με ένα γενικότερο «πισωγύρισμα» στις πολιτικοοικονομικές μεταρρυθμιστικές επιλογές της προηγούμενης 5ετίας. Ανωτέρω έχουμε επιχειρηματολογήσει υπέρ της σύνδεσης των επιτευγμάτων μακροοικονομικής σταθεροποίησης της 5ετίας 2002-2006 με συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές θεσμικές επιλογές και επιλογές μείγματος οικονομικής πολιτικής. Θα ήταν συνεπώς λογικό, το να αποδώσουμε τουλάχιστον σχέση συσχέτισης, αν όχι αιτιότητας, στην σταδιακή εγκατάλειψη των επιλογών αυτών με τις αποσταθεροποιητικές οικονομικές εξελίξεις των ετών μετά το 2007.
Είναι σημαντικό να μην εξιδανικεύσουμε την 5ετία 2002-2006. Ενώ η τουρκική οικονομία κατάφερε πολύ σημαντικούς στόχους και κινήθηκε στη σωστή κατεύθυνση για την αντιμετώπιση πολύ ουσιωδών προβλημάτων της, ειδικά στους τομείς της νομισματικής σταθερότητας, της δημοσιονομικής πειθαρχίας , του «τιθασεύματος» των πληθωριστικών πιέσεων, της καταπολέμησης της διαφθοράς και της διαφάνειας αλλά και της εξωτερικής ισορροπίας ( η ποιοτικότερη ανάπτυξη, που επέφεραν οι θεσμικές αλλαγές και οι οικονομική πολιτική μετά το 2001 συνδυάστηκαν με βελτίωση των χρόνιων προβλημάτων, που αντιμετώπιζε η χώρα στο λογαριασμό τρεχουσών συναλλαγών), μέσα σε 5 έτη δεν ήταν δυνατόν να αντιστραφούν πλήρως τα προβλήματα δεκαετιών. Η χώρα συνέχισε να διατηρεί αρκετές από της δομικές της αδυναμίες ενώ νέες ανέκυψαν ή μάλλον επανήλθαν.
Τη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης των ετών 2007-2008( 4.7%) και την σύντομη ύφεση του 2009( -4.75% σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα) ακολούθησε μια ανάκαμψη, η οποία επετεύχθη από μεγάλες δημοσιονομικές και νομισματικές επεκτάσεις. Το έτος 2010 η τουρκική οικονομία κινήθηκε σε ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 9%, ενώ το 2011 κοντά στο 10%. Η Κεντρική Τράπεζα εμφανώς είχε πλέον μετακινηθεί ουσιωδώς από το θεσμικό ρόλο της θωράκισης της οικονομίας έναντι των πληθωριστικών πιέσεων και είχε προβεί σε κινήσεις προς την κατεύθυνση της πλήρους απασχόλησης των πόρων. Οι πιέσεις από τον πρωθυπουργό τότε Ερντογάν για ταχεία πτώση των επιτοκίων, προκειμένου να επιτευχθούν μεγάλοι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν μεγάλες. Υπήρχε συνεπώς από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 η πολιτική βούληση εντός του ΑΚΡ, να επιστρέψει η νομισματική πολιτική στα χέρια της κυβέρνησης, ασκώντας πολιτικό έλεγχο μέσω προτροπών και παρεμβάσεων στην Κεντρική Τράπεζα για να επιτευχθούν υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης . Αυξήθηκαν επίσης οι δαπάνες του κράτους προκειμένου να υπάρξει παράλληλη δημοσιονομική τόνωση της οικονομίας. Η διαφορά στην ποιότητα αυτού του τύπου ανάπτυξης με αυτήν της πενταετίας 2002-2006 δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι τέτοιου τύπου επεκτάσεις τείνουν να αναιρούνται στο μακροπρόθεσμο επίπεδο. Αυτός ο τύπος ανάπτυξης συνδέθηκε με μεγαλύτερα ελλείματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που δείχνουν την εισροή ξένων κεφαλαίων, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν αυξημένες καταναλωτικές ανάγκες στην κοινωνία. Το παραδοσιακό «Trade-off» οικονομικής πολιτικής, που αντιμετώπιζε η τουρκική οικονομία μεταξύ πληθωρισμού και αύξησης παραγόμενου προϊόντος/απασχόλησης (τουλάχιστον στη βραχυχρόνια περίοδο), απέκτησε μια πτυχή εξωτερικής ισορροπίας και ως εκ τούτου προέκυψαν ανάγκες χρηματοδότησης. Η χρηματοδότηση αυτή επιτεύχθηκε για ακόμη μια φορά εκείνα τα χρόνια με πιστώσεις βραχυχρόνιας ωρίμανσης, σε αντίθεση με τη χρηματοδότηση των μικρότερων ελλειμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της 5ετίας 2002-2006, που χρηματοδοτήθηκαν πιο μακροπρόθεσμα και ομαλά και συνδυάστηκαν με τις αμβλυντικές επιδράσεις, που έχει πάνω σε τέτοιου είδους ελλείματα η αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων.
Σοβαρός δημοσιονομικός εκτροχιασμός δεν υπήρξε και δεν έχει υπάρξει ακόμη. Από το 2009 μάλιστα ,οπότε και σημειώθηκε ένα δημοσιονομικό έλλειμα της τάξης του -5.3% ,το μέσο έλλειμα της κεντρικής κυβέρνησης από το επόμενο έτος μέχρι σήμερα διαμορφώνεται στο -1.55% . Η απόσταση όμως από το -0.2% του έτους 2007 είναι σημαντική. Παρατηρείται, συνεπώς, μία δυναμική αύξησης του δημοσιονομικού ελλείματος, η οποία σε συνδυασμό με άλλα προβλήματα, που αντιμετωπίζει τη τουρκική οικονομία, μπορεί να παίξει και αυτή αποσταθεροποιητικό ρόλο. Η απόκλιση αυτή από τη σχετική δημοσιονομική πειθαρχία της πρώτης 5ετίας της διακυβέρνησης του ΑΚΡ είναι σαφώς συνυφασμένη με τη διάθεση εντός του πιο ισχυροποιημένου πλέον κυβερνώντος κόμματος και της ηγεσίας του, προς την κατεύθυνση της αναίρεσης των μετά το 2001 θεσμικών μεταβολών, που είχαν να κάνουν με πιο διαφανείς διαδικασίες κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού και γενικότερα με την παραδοσιακή ροπή του τουρκικού κράτους προς έναν αδιαφανή συγκεντρωτισμό, ο οποίος είναι μάλλον προσφιλής στους ιθύνοντες του ΑΚΡ και στον Ερντογάν . Φορείς της εκτελεστικής εξουσίας απαιτούσαν τα όποια θεσμικά αντίβαρα εξουσίας είχαν θεσπιστεί υπό τις προτροπές του ΔΝΤ της Παγκόσμιας Τράπεζας και της ΕΕ και ,που είχαν να κάνουν με καλλιέργεια κλίματος οικονομικής διαφάνειας και αποκέντρωσης στις τουρκικές οικονομικές και δημοσιονομικές διαδικασίες, να επιστέψουν τις εξουσίες τους στο κέντρο. Το ΑΚΡ και ο όλο και πιο ισχυρός πρωθυπουργός της Τουρκίας ήθελαν φανερά, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, υπό τον ολοκληρωτικό τους έλεγχο τα εργαλεία της δημοσιονομικής και της νομισματικής πολιτικής. Η «μεταρρυθμιστική κόπωση» και οι μεταστροφές των πολιτικών της 5ετίας 2002-2006 είναι μάλλον η απαρχή της στροφής του Εντρογάν προς μια πιο συγκεντρωτική πορεία με σαφείς οικονομικές πτυχές, που σχετίζονται με τη σημερινή οικονομική αστάθεια.
Με τη σταδιακή ισχυροποίηση του ΑΚΡ προέκυψαν σαφείς τάσεις συγκεντρωτισμού εντός του, οι οποίες, είτε ήταν κομμάτι ευρύτερης στρατηγικής με στόχο τον ολοκληρωτικό έλεγχο του κράτους , οι οποίες ευοδώθηκαν μετά τα πρώτα χρόνια του ΑΚΡ και του Εντρογάν στην εξουσία, είτε προκλήθηκαν ως αντίδραση στις παραστάσεις απειλής, που δεχόταν το ισλαμιστικό κόμμα από κύκλους της κεμαλικής στρατο-γραφειοκρατίας, επηρέασαν και τις οικονομικές εξελίξεις στην Τουρκία. Υπενθυμίζουμε, ότι τα χρόνια εκείνα της «μεταρρυθμιστικής στροφής» και της στροφής στις επιλογές μείγματος οικονομικής πολιτικής συνέπεσαν με εξελίξεις σταθμούς στη μετουσίωση του ΑΚΡ και του Εντρογάν σε αυτό που είναι σήμερα. Το 2008 το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας συζητούσε το κλείσιμο του ΑΚΡ για ενέργειες ενάντια στον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και συγκεκριμένα εξ αιτίας της επικείμενης ανάδειξης του Αμπντουλάχ Γκιουλ στην τουρκική προεδρία. Τον Φεβρουάριο του 2010 ξεκίνησαν οι πρώτες συλλήψεις, που σχετίζονταν με την περιβόητη επιχείρηση «Βαριοπούλα», ενώ μέχρι τον Απρίλιο του 2011 είχαν γίνει εκατοντάδες συλλήψεις υποτιθέμενων μελών της «τρομοκρατικής οργάνωσης Εργκενεκόν». Τα επόμενα χρόνια ο Ερντογάν, ο οποίος στις αρχές της πρωθυπουργίας του είχε τουλάχιστον την εικόνα του πιστού στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, μετριοπαθούς ισλαμιστή ηγέτη, που προωθούσε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις σε μια χώρα με συγκεντρωτικές παραδόσεις και ιστορικό συχνών και αποφασιστικών στρατιωτικών παρεμβάσεων (με πολύ πρόσφατη τότε αυτήν του «μεταμοντέρνου» πραξικοπήματος του 1997), μετουσιώθηκε σε έναν ηγέτη με σαφείς αυταρχικές τάσεις και συγκεντρωτικές επιδιώξεις, τις οποίες εν τέλει σε μεγάλο βαθμό πραγμάτωσε μετά την αποτυχημένη πραξικοπηματική ενέργεια του Ιουλίου το ’16 και επιβεβαίωσε και θεσμικά πλέον με τη νίκη του στο δημοψήφισμα του ’17 και στις εκλογές του περασμένου Ιουνίου. Η αυταρχικές αυτές τάσεις, οι οποίες στο οικονομικό επίπεδο έχουν να κάνουν με την προσωπική πλέον επιρροή του τούρκου προέδρου στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής και της δημοσιονομικής βρίσκονται στο κέντρο της σημερινής νομισματικής αστάθειας, που αντιμετωπίζει η χώρα.
Μετά το 2007, λοιπόν, η τουρκική ανάπτυξη επανέρχεται στα «γνώριμα και ταραχώδη νερά» της μεταβλητότητας και της ποιοτικής της μεταστροφής στον τύπο ανάπτυξης που συσχετίζεται με τη νομισματική και τη δημοσιονομική τόνωση της οικονομίας. Η ανάπτυξη αυτή συνδυάστηκε επίσης με σταθερή γιγάντωση του ελλείματος του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών της Τουρκίας. Η αλλαγή αυτή είναι συμφυής με τις προς το αυταρχικότερο πολιτικές αλλαγές στο εσωτερικό της Τουρκίας, οι οποίες είναι πλέον και θεσμική πραγματικότητα . Η «ρήξη» με την περίοδο 2002-2006, κατά τη διάρκεια της οποίας ετέθησαν οι θεσμικές βάσεις της επίτευξης της μακροοικονομικής σταθερότητας, που επέτρεψε με τη σειρά της το «οικονομικό θαύμα» του ΑΚΡ, είναι πλέον ολοκληρωτική.
Σε αυτήν ακριβώς τη μεταστροφή και βρίσκονται οι ρίζες της σημερινής, ταχέως εξελισσόμενης νομισματικής κρίσης στην Τουρκία, η οποία επαναφέρει στο προσκήνιο ιστορικά δομικά προβλήματα της τουρκικής οικονομίας. Μπορεί η τουρκική ανάπτυξη το 2017 να άγγιξε το εντυπωσιακό 7.5%, αλλά τα αποτελέσματα, που έχουν προκληθεί από τη δογματική προσκόλληση του προέδρου Ερντογάν σε πολιτικές «φθηνού χρήματος» και δημοσιονομικής τόνωσης έχουν εξελιχθεί πλέον σε ανησυχητικά επίπεδα. Στο κέντρο της ανησυχίας βρίσκεται ο έλεγχος, που ασκεί ή που επιδιώκει να ασκεί στην Κεντρική Τράπεζα. Στις 14 Μάϊου σε συνέντευξή του στο Bloomberg επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να έχει ισχυρότερο λόγο στη νομισματική πολιτική στην Τουρκία μετά τις εκλογές, διατράνωνε την προτίμησή του σε πολιτικές χαμηλών επιτοκίων, ενώ ταυτόχρονα διαβεβαίωνε περί της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας. Την επόμενη εβδομάδα η λίρα η διολίσθησε κατά 21% έναντι του δολαρίου (4.9290 λίρες/δολάριο- ιστορικό χαμηλό από το 2005) αυξάνοντας σημαντικά τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις, που θα είχε το γεγονός αυτό στη δυναμική εξυπηρέτησης του τουρκικού ιδιωτικού χρέους, μεγάλο μέρος του οποίου βρίσκεται σε ξένο νόμισμα. Οι υποχρεώσεις αυτές ανέρχονται σε πάνω από 200 δις. δολάρια, ένα ικανό ποσοστό του τουρκικού ΑΕΠ (849,5 δις. δολάρια). Μεγάλοι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης επεσήμαναν τον κίνδυνο για ραγδαίο εκτροχιασμό της τουρκικής οικονομίας και η ανησυχία αυτή εκφράστηκε με οριακή αύξηση στο ήδη μεγάλο κόστος δανεισμού του τουρκικού κράτους (το επιτόκιο του 10ετούς ομολόγου αυξήθηκε από το 14.92% στο 15.30%).
Ακολούθησε μια «πυροσβεστική μετακίνηση» από τον ιδιότυπο «ισλαμικό κεϋνσιανισμό» του προέδρου ( η εκπεφρασμένη απέχθειά του προς τα υψηλά επιτόκια μπορεί και να έχει να κάνει με τη βαθιά και ανανεωμένη του πίστη). Η κεντρική τράπεζα, παρά την αντίθεση του Εντρογάν αναγκάστηκε να προβεί σε αύξηση των επιτοκίων προκειμένου να δείξει, ότι δύναται να υπερασπιστεί τη διολισθαίνουσα λίρα και να αντιμετωπίσει τις πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία, ένα «φάντασμα» της οικονομικής ιστορίας της Τουρκίας, που φαίνεται να επανέρχεται. Παρά την αύξηση αυτή των επιτοκίων (από το 13.5% στο 16.5%), η οποία οδήγησε σε μερική ανατίμηση της λίρας, ο πληθωρισμός τον μήνα Ιούνιο ανήλθε κοντά στο 15.4% ( ο μεγαλύτερος από το 2004). Οι ανησυχίες για την τουρκική οικονομία εκφράστηκαν και από νέα οριακή αύξηση του επιτοκίου του 10ετούς τουρκικού ομολόγου. Ακολούθησε αντίδραση της Κεντρικής Τράπεζας με νέα άνοδο των επιτοκίων από το 16.5% στο 17.5%.
Τις επόμενες μέρες, όμως, ακολούθησαν περεταίρω ανησυχητικές για τις αγορές ενέργειες του επανεκλεγέντος πλέον προέδρου Ερντογάν και ανθρώπων του κύκλου του. Η ανακηρυχθείσα μελλοντική εκστρατεία του ενάντια στον οίκο αξιολόγησης Moodys , οι δηλώσεις οικονομικού του συμβούλου, που υποτιμούσαν το φαινόμενο του πληθωρισμού, ο διορισμός συγγενικών του προσώπων και προσώπων του στενού του κύκλου σε νευραλγικές θέσεις της τουρκικής οικονομίας (πχ ο γαμπρός του, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, που είναι πλέον υπουργός οικονομικών) και εν τέλει η κατοχύρωση του δικαιώματος από τον εαυτό του στον εαυτό του να διορίζει τον επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας και να επηρεάζει τη σύνθεση της επιτροπής για τη νομισματική πολιτική, ήταν μερικά από τα γεγονότα, που συντέλεσαν στο να χαθεί το όποιο έδαφος είχε κερδηθεί στη συναλλαγματική θέση της λίρας από τη διολίσθηση του Μάϊου μέσω της ανόδου των επιτοκίων από το 13.5% στο 17.5%. Τον ένα μήνα, επίσης, μετά την επανεκλογή του προέδρου Ερντογάν έχει σημειωθεί και σταθερή αύξηση του κόστους δανεισμού του τουρκικού κράτους (το επιτόκιο 10ετούς ομολόγου στα τέλη Ιουλίου διαμορφώθηκε στο 17.390%, στις αρχές Αυγούστου βρίσκεται στο 18.3% με δυναμική να αυξηθεί περεταίρω).
Παράλληλα οι εξελίξεις εντός της τουρκικής οικονομίας είναι ανάλογα δυσμενείς. Αδυναμίες εξυπηρέτησης χρέους εταιριών , όπως αυτή του τηλεπικοινωνιακού κολοσσού «Turk Telekom», ο οποίος εξαγοράστηκε από διεθνείς τραπεζικούς οίκους, ή εκείνες της κατασκευαστικής Ozensan Taahhut, αναδόχου αρκετών κρατικών εργολαβιών, και της CEL-MER Çelik Endüstrisi, ηγέτιδος χαλυβουργικής εταιρίας, διαφοροποιημένης και σε άλλους σημαντικούς κλάδους της οικονομίας, αποτελούν τα πιο απτά αποτυπώματα της πιθανότητας, οι χρηματοπιστωτικές δυσχέρειες, που προκαλούνται από τη διολίσθηση του νομίσματος, να μετουσιωθούν σε υφεσιακή δυναμική για την οικονομία. Η προοπτική αυτή, συνδυασμένη με την πεισματική άρνηση της πανίσχυρης πλέον Προεδρίας να προβεί σε πιο «σφιχτή» νομισματική πολιτική, μπορεί να φέρει αντιμέτωπη την τουρκική οικονομία με τον στασιμοπληθωρισμό. Η πεισματική αυτή άρνηση φάνηκε, δε, πριν λίγες ημέρες (24/7), κατά την προγραμματισμένη συνεδρίαση της επιτροπής νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία παρά τις τελευταίες εξελίξεις και σε αντίθεση με τις πρόσφατες πυροσβεστικές ενέργειές της, αποφάσισε ( κατόπιν προεδρικών πιέσεων;), να αφήσει ανέγγιχτα τα επιτόκια, γεγονός που πυροδότησε νέες διολισθιτικές πιέσεις για την τουρκική λίρα, νέες αυξητικές πιέσεις στο κρατικό κόστος δανεισμού και άγνωστες ή τουλάχιστον μη μετρήσιμες ακόμα επιπτώσεις στον αυξανόμενο πληθωρισμό. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται σχεδόν καθημερινά, με την ισοτιμία δολαρίου/λίρας σήμερα ( 11/8/18) να ξεπερνά το 6.4 και την απόδοση του 10ετούς τουρκικού ομολόγου να διαμορφώνεται κοντά στο 20%(!).
Σημαντικότατο μέρος του συνολικού προβλήματος, που καθιστά το όλο μείγμα εκρηκτικό, είναι η ολοένα αυξανόμενη και πεισματική διόγκωση της τρύπας στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας. Το έλλειμα αυτό, η αιτία του οποίου βρίσκεται εντός της σύνθεσης του εμπορικού ισοζυγίου, αυξάνεται, όπως έχουμε προαναφέρει σταθερά τα τελευταία χρόνια, είναι συνδεδεμένη με το επιλεγμένο μείγμα οικονομικής πολιτικής του Προέδρου και συνεχίζει να αυξάνεται παρά τη διολίσθηση του νομίσματος, η οποία συνήθως συγκρατεί εκ των πραγμάτων τις εισαγωγές και ενδυναμώνει τις εξαγωγές. Το μέγεθός του το καθιστά ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου και η δυναμική του πυροδοτεί πρόσθετες ανησυχίες για πιθανές ανάγκες εύρεσης έκτακτης χρηματοδότησης της τουρκικής οικονομίας. Η Τουρκία στην πρόσφατη ιστορία της έχει καταφύγει 16 φορές στην αναζήτηση είτε χρηματοδοτικής είτε τεχνικής βοήθειας από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, προκειμένου να αντιμετωπίσει κυρίως προβλήματα, που σχετίζονται με τον πληθωρισμό και την διαχρονική πεισματική της εξωτερική ανισορροπία. Οι ανάγκες, δε, αυτές, αν προκύψουν, θα είναι τόσο μεγάλες, που δεν αφήνουν περιθώρια να αναρωτηθεί κανείς για εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, ειδικά αν οι πιέσεις στο κόστος δανεισμού της χώρας δεν υποχωρήσουν αυξάνοντας τις πιθανότητες μετουσίωσης της κατάστασης σε κρίση χρέους για την Τουρκία, είτε αυτή είναι ρευστότητας είτε ακόμα και φερεγγυότητας.
Οι πρόσφατες εξελίξεις, όμως, που έχουν να κάνουν με τη σταδιακή εξέλιξη του άλλοτε πιστού συμμάχου, προέδρου Ερντογάν, σε έναν απρόβλεπτο παίκτη, που δε διστάζει ακόμη και να συγκρουστεί ευθέως με σημαντικούς συμμάχους και δυνητικούς χρηματοδότες, όπως είναι η Η.Π.Α , είναι πολύ πιθανόν να περιπλέξουν την κατάσταση. Οι αμφιταλαντεύσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία δείχνει πρόθυμη να προσεγγίσει ανταγωνιστές των ΗΠΑ και της Δύσης όπως η Ρωσία και το Ιράν, για να εξυπηρετήσει το άμεσο εθνικό της συμφέρον και τις επιδιώξεις εξωτερικής και εσωτερικής ασφαλείας, που προκύπτουν από την επόμενη μέρα του εμφυλίου στη Συρία και την πιθανότητα αυτονόμησης των εκεί Κούρδων στα πρότυπα του Βορείου Ιράκ, στόχος που προωθείται από τις ΗΠΑ, έχουν συντελέσει στην χειροτέρευση των σχέσεων Τουρκίας-ΗΠΑ. Οι θρασύτατες, επίσης, πρακτικές απαγωγής πολιτών από τις τουρκικές αρχές και η χρήση τους ως μέσα πίεσης και μόχλευσης προς τις κυβερνήσεις τους, από τις οποίες δεν έχουν εξαιρεθεί ούτε οι ΗΠΑ, είναι ίσως μια «σταγόνα που έχει ξεχειλίσει το ποτήρι».
Πολύ πρόσφατα ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Pence απείλησε με αντίποινα την Τουρκία σε περίπτωση, που εκείνη δεν απελευθερώσει άμεσα τον κρατούμενο Αμερικανό πάστορα Andrew Brunson, o οποίος βρίσκεται υπό κατ’ οίκον περιορισμό και κατηγορείται για επαφές με το PKK και την «τρομοκρατική οργάνωση» του αυτοεξόριστου στις ΗΠΑ, φερόμενου κατά τον Εντρογάν ενορχηστρωτή του πραξικοπήματος του Ιουλίου του ’16, Φετουλά Γκιουλέν. Σχεδόν άμεσα ακολούθησαν απειλές του Λευκού Οίκου , που είχαν να κάνουν με αποκλεισμό της Τουρκίας από διεθνείς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς. Η απειλή συνοδεύτηκε με νομοθέτημα της επιτροπής Εξωτερικών υποθέσεων της αμερικανικής γερουσίας, που καλεί «Αμερικανούς πολίτες , στελέχη της Παγκόσμιας Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής τράπεζας επενδύσεων να ψηφίσουν κατά της παροχής δανειακής η τεχνικής βοήθειας προς την Τουρκία», ενώ έγιναν και συστάσεις και προς το ΔΝΤ «για λήψη μέτρων συντονισμένης δράσης ανάμεσα στα μέλη», που να αφορούν το ζήτημα αυτό. Η ένταση φαίνεται να κλιμακώνεται και να χρησιμοποιείται από τις Η.Π.Α ως απειλητικό μέσο πίεσης προς την Τουρκία, η οποία όμως δεν δείχνει κάποια εμφανή διάθεση να υποχωρήσει, τουλάχιστον μέχρι στιγμής.
Η απειλή έρχεται σε μια στιγμή, που η κατάσταση είναι κρίσιμη για τον ισχυρό πρόεδρο Ερντογάν. Ο ίδιος έχει οικοδομήσει σε μεγάλο βαθμό το λαϊκό του έρεισμα στην οικονομία, την οποία δε θα μπορέσει πιθανότατα να σώσει εμμένοντας στις νομισματικές, πιστωτικές και δημοσιονομικές επεκτάσεις της τελευταίας τουλάχιστον δεκαετίας. Η λήψη μέτρων είναι απαραίτητη. Ειδικά όσον αφορά τον περιορισμό ή/και τη χρηματοδότηση του σημαντικού ελλείματος τρεχουσών συναλλαγών δεν υπάρχει για αυτόν εύκολος δρόμος. Ακόμη και αν αποφασίσει να προβεί στα ανταλλάγματα που είναι πιθανό να απαιτηθούν σε περίπτωση, που προκύψει άμεση ανάγκη έκτακτης χρηματοδότησης της τουρκικής οικονομίας, ο δρόμος των περιοριστικών αποπληθωριστικών πολιτικών, που είναι πιθανόν να ακολουθηθούν θα έχει για αυτόν πολιτικό κόστος. Όχι μόνο επειδή θα φανεί να αποτυγχάνει στον τομέα της οικονομίας, αλλά και επειδή πιθανότατα θα φανεί σε κατάσταση ασυνέχειας με την κλιμακούμενη αντιδυτική, συνομοσιολογική σχεδόν ρητορική, που χρησιμοποιεί έντονα τον τελευταίο καιρό για να συσπειρώσει το ακροατήριό του και να αποποιηθεί τις δικές του ευθύνες. O μοναχικός δρόμος για αυτόν θα είναι ακόμα δυσκολότερος, λόγω της πολυεπίπεδης φύσης και της ταχείας εξέλιξης της σημερινής κρίσης της οικονομίας.
Υπενθυμίζουμε, ότι η κρίση του 2001-2002 έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πτώση της πολιτικής ελίτ στην Τουρκία και στην άνοδο στο πολιτικό προσκήνιο του AKP και του Ερντογάν. Η σταθεροποίηση της χώρας τότε επετεύχθη μόνο κατόπιν αποφασιστικής βοήθειας από τους διεθνείς θεσμούς, η οποία συνδυάστηκε με την 5ετή τουλάχιστον συνεργασία των τουρκικών κυβερνήσεων. Η κατάσταση σήμερα είναι, όμως, αρκετά διαφορετική. Οι πρόσφατες εξελίξεις μας δείχνουν, ότι είναι πιθανό τη στιγμή ανάγκης της η χώρα να βρεθεί απομονωμένη, αν όχι αποκομμένη από τους συνήθεις «ύστατους πιστωτές της». Η αυξημένη όμως θεσμική δύναμη της συγκεντρωτικής «εκτελεστικής προεδρίας» μπορεί να δώσει μεγαλύτερο χώρο κινήσεων ανθεκτικότητα και κυρίως χρόνο στον Ερντογάν στο εσωτερικό. Η ανθεκτικότητα αυτή όμως θα είναι μοναχική και επικίνδυνη για την οικονομία της Τουρκίας, η οποία «νοσεί» έντονα. Οι εξελίξεις είναι ταχείες και το άμεσο μέλλον προβλέπεται τουλάχιστον ενδιαφέρον. Κατά την παρακολούθηση των εξελίξεων αυτών, όμως, δύο πράγματα δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγουν της προσοχής μας:
Πρώτων, η ιστορική προσαρμοστικότητα της τουρκικής οικονομίας στις ανισορροπίες και η χαρακτηριστικότατη ταχύτητα με την οποία ανακάμπτει από τις «καταστροφές της».
Δεύτερον, Η ανάλογη ταχύτητα με την οποία δύνανται να «επισκευαστούν» οι Αμερικανο-τουρκικές σχέσεις, ακόμη και όταν αυτές βρίσκονται στο ναδίρ…

 

 

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

«Πρέπει να μάθουμε γρήγορα αραβικά, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη θρησκεία και να σας τη διδάξουμε εκ νέου»

Ο Πρωθυπουργός της Αιθιοπίας Abiy Ahmed είπε ότι απέφυγε μια προσφορά του πρίγκιπα του Αμπού Ντάμπι, Mohammed bin Zayed, προκειμένου να χτίσει ένα ισλαμικό κέντρο στην ανατολική αφρικανική χώρα, λέγοντάς του ότι είχε «χάσει» τη θρησκεία του.

Ο Ahmed υπενθύμισε τη συζήτηση με τον bin Zayed, ο οποίος θεωρείται de facto κυβερνήτης των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, κατά τη διάρκεια ομιλίας του προς μέλη της αμερικανικής-αιθιοπικής μουσουλμανικής κοινότητας στην αμερικανική πολιτεία της Βιρτζίνια. Συνέχεια ανάγνωση

“Θα σας βοηθήσουμε με πολλά πράγματα, θα σας διδάξουμε”, δήλωσε ο bin Zayed σε μια ιδιωτική συνομιλία με τον Ahmed, ο οποίος είπε ότι απάντησε: “Δεν χρειάζεται να μαθαίνουμε τη θρησκεία από εσάς. “Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να μαθαίνουμε γρήγορα Αραβικά, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη θρησκεία, να τη διδάξουμε και να σας την επιστρέψουμε”.

Όταν ο bin Zayed τον ρώτησε γιατί, ο Ahmed είπε ότι το Ισλάμ είναι για την ειρήνη, σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στη Μέση Ανατολή.

“Έχετε χάσει τη θρησκεία”, δήλωσε ο Ahmed είπε στον πρίγκηπα.

“Το Ισλάμ που δεν μοιάζει με αληθινό Ισλάμ έχει αρχίσει να διαδίδεται ανάμεσα σε εσάς και έχετε ξεχάσει την ειρήνη και πώς να συγχωρέσετε”.

Στην ομιλία του, ο Ahmed ανέφερε ότι μόνο οι αιθίοπες μουσουλμάνοι, που αντιπροσωπεύουν το 40% του πληθυσμού, ξεπερνούν τους μουσουλμάνους των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και των γειτόνων του Κόλπου του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και του Κουβέιτ. Η Αιθιοπία είναι η δεύτερη πολυπληθέστερη χώρα της Αφρικής, με σχεδόν 108 εκατομμύρια κατοίκους.

Ο Ahmed, 41 ετών, γεννήθηκε από μουσουλμάνο πατέρα και χριστιανή μητέρα. Ξεκίνησε μια σειρά άμεσων πολιτικών μεταρρυθμίσεων μετά την ανάληψη της εξουσίας, όπως η απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων και η υπογραφή ειρηνευτικής συμφωνίας με την Ερυθραία, τον βόρειο γείτονα της Αιθιοπίας, μετά από δύο δεκαετίες συγκρούσεων.

Ο Ahmed έφτασε στις ΗΠΑ την Παρασκευή στην πρώτη του επίσκεψη από τότε που ανέλαβε καθήκοντα τον περασμένο Απρίλιο.

Συναντήθηκε με τον Αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Μάικ Πεντς, ο οποίος επαίνεσε τις «ιστορικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες» του Ahmed με στόχο «τη βελτίωση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη μεταρρύθμιση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την ειρήνευση με την Ερυθραία», σύμφωνα με δήλωση του Λευκού Οίκου.

Τα παραπάνω σχόλια του πρωθυπουργού της Αιθιοπίας αντανακλούν μια σειρά από αντιδράσεις κρατών, δρώντων ή επιφανών προσωπικοτήτων ανά τον ισλαμικό κόσμο, οι οποίοι κατηγορούν τις χώρες του Κόλπου για διαφορετική αντιμετώπιση της θρησκείας. Μάλιστα, απόψεις τέτοιου τύπου είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στις ηλικίες έως τα 30-35 έτη στα περισσότερα κράτη της βορείου αλλά και της Κεντρικής Αφρικής

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, και μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Share Button

Νικολάου Νικόλαος, Ερευνητής Κ.Α.Ν.Σ.

Οι Συμφωνίες του Κάμπ Ντεϊβιντ αποτέλεσαν σημείο- τομή για την ιστορία των διεθνών σχέσεων γενικά και για εκείνη της Μέσης Ανατολής ειδικά. Ταυτόχρονα, προκάλεσαν και αμφίσημα συναισθήματα. Συνεπώς, αν η υπογραφή τους από την Αίγυπτο αποτέλεσε προδοσία ή ρεαλιστική απόφαση είναι ένα ερώτημα που μοιραία αναδύεται.

 Το ιστορικό υπόβαθρο

Η μελέτη του ιστορικού υπόβαθρου είναι αναγκαία για την απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε. Το υπόβαθρο αφορά τις αραβο-ισραηλινές σχέσεις και ιδίως εκείνες μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ. Συνέχεια ανάγνωση

Μεταπολεμικά, ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ. Η διακήρυξη της ανεξαρτησίας του έγινε από τον Μπεν Γκουριόν τον Μάιο του 1948. Η δημιουργία ενός σιωνιστικού κράτους εντός των αραβικών εδαφών και ιδίως σε εδάφη που προορίζονταν για ένα παλαιστινιακό κράτος, προκάλεσε την αντίδραση των αραβικών κρατών που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί.

Τον Ιούνιο του 1948 ξέσπασε ο πρώτος αραβο-ισραηλινός πόλεμος. Πρωταγωνιστής ήταν η Αίγυπτος υπό τον βασιλιά Φαρούκ Ι. Διήρκεσε έναν χρόνο και έληξε με μικρά κέρδη για τους Άραβες και με την επιβίωση του κράτους του Ισραήλ. Αυτό που προοικονομήθηκε ήταν ότι η ηγεσία του αντί-ισραηλινού αγώνα θα εδραιωνόταν στα χέρια της Αιγύπτου.

Το 1952 εξαιτίας εσωτερικών παθογενειών του αιγυπτιακού βασιλείου και εξαιτίας της μη ολοκληρωτικής νίκης σε βάρος του Ισραήλ ξέσπασε η επανάσταση των «Ελεύθερων Αξιωματικών». Ένας από τους πρωταγωνιστές ήταν ο Αμπντέλ Νάσσερ. Η επανάσταση είχε ως απόρροια τη κατάρρευση της βασιλείας και την τοποθέτηση στην εξουσία μιας ηγεσίας υπό τους επαναστάτες. Μετά από πολιτικές κόντρες δύο ετών, το 1954, μόνος ηγέτης και πρόεδρος της χώρας αναδείχθηκε ο Νάσσερ.

Ο Νάσσερ τηρούσε πολεμική στάση απέναντι στο Ισραήλ. Ήθελε τη καταστροφή του. Παράλληλα, προώθησε και την ιδέα του παναραβισμού για να ενοποιήσει τους Άραβες ώστε να αναδειχθούν ως συμπαγής οντότητα στο διεθνές σύστημα και να αντιμετωπίσουν τους Ισραηλινούς. Ευθύς εξαρχής ο επανεξοπλισμός του αιγυπτιακού στρατού άρχισε να υλοποιείται. Για τον νέο πρόεδρο η Αίγυπτος θα αναλάμβανε τα ηνία του αντί-ισραηλινού αγώνα.

Η πρώτη αντιπαράθεση με το Ισραήλ ήταν με τη κρίση του Σουέζ ( δεύτερος αραβο-ισραηλινός πόλεμος- 1956). Αν και στο πεδίο της μάχης οι Ισραηλινοί επικράτησαν, σε διπλωματικό επίπεδο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος αναδείχθηκε ο Νάσσερ. Το γόητρο του αυξήθηκε στον αραβικό κόσμο.

Η εξέλιξη όμως των γεγονότων δεν έμελλε να είναι ευτυχής για την αιγυπτιακή πλευρά. Τον Ιούνιο του 1967 ξέσπασε ο τρίτος αραβο-ισραηλινός πόλεμος ή Πόλεμος των Έξι Ημερών. Η συγκέντρωση πολλών στρατευμάτων από το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Συρία και την Ιορδανία στα μεταξύ τους σύνορα οδήγησε σε μια κεραυνοβόλο επίθεση του ισραηλινού στρατού. Εντός τριών ημερών οι αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις είχαν αποδεκατιστεί, ενώ τις υπόλοιπες τρεις την ίδια μοίρα είχαν εκείνες των δύο άλλων αραβικών κρατών. Το πλήγμα για το αιγυπτιακό γόητρο ήταν τεράστιο και η ανεπάρκεια των αραβικών κρατών εμφανέστατη. Η Αίγυπτος απώλεσε τη Λωρίδα της Γάζας και τη χερσόνησο του Σινά. Εδάφη απώλεσαν και οι σύμμαχοι της.

Παρά τον αρνητικό αντίκτυπο της έκβασης του πολέμου, η κυβέρνηση Νάσσερ δεν πτοήθηκε. Αμέσως κήρυξε έναν πόλεμο φθοράς κατά του Ισραήλ. Επί τρία χρόνια, Αιγύπτιοι και Ισραηλινοί είχαν εμπλακεί σε κατά τόπους συγκρούσεις και ενέργειες δολιοφθοράς. Την ίδια στιγμή ο Νάσσερ υποστήριξε και τον αγώνα για ανεξαρτησία των Παλαιστινίων. Το φθινόπωρο του 1970 με τον θάνατο του και την άνοδο στην εξουσία του Ανουάρ Σαντάτ ο πόλεμος έληξε. Από το 1967 έως το 1970 τα οφέλη που προσκόμισε η Αίγυπτος ήταν μηδαμινά. Το εδαφικό status quo δεν μεταβλήθηκε ούτε το Ισραήλ ηττήθηκε, αν και εξουθενώθηκε.

Όμως, ο Σαντάτ δεν εγκατέλειψε τον στόχο της σύγκρουσης με το Ισραήλ, ιδίως τώρα που αιγυπτιακό έδαφος (Σινά) ήταν υπό ξένη κατοχή. Ξεκίνησαν προετοιμασίες και τον Οκτώβριο του  1973 ξέσπασε ο τέταρτος αραβο-ισραηλινός πόλεμος ή Πόλεμος του Γιομ Κιππούρ. Ο αιγυπτιακός στρατός αρχικά αιφνιδίασε τον ισραηλινό και κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου. Μόλις οι Ισραηλινοί συνήλθαν και με την αρωγή των ΗΠΑ αντεπιτέθηκαν, όχι μόνο εκδίωξαν τους Αιγύπτιους από το μεγαλύτερο τμήμα του Σινά, αλλά εισέβαλαν και εντός αιγυπτιακής επικράτειας! Τελικά, με αμερικανική παρέμβαση επετεύχθη εκεχειρία.

Με τη παύση των εχθροπραξιών, ο Σαντάτ αποφάσισε να εστιάσει στην εσωτερική ανασυγκρότηση. Παράλληλα, έκανε γνωστή από το 1975 και μετά τη προθυμία του να διαπραγματευθεί μια συμφωνία ειρήνης με το Ισραήλ. Η στάση του Καϊρου συνέπεσε με την επιδίωξη για αραβο-ισραηλινή ειρήνη του προέδρου Τζίμμυ Κάρτερ. Έτσι, ξεκίνησε ένας γύρος μυστικών συνομιλιών που οδήγησε στην υπογραφή το 1978 των Συμφωνιών Κάμπ Ντέϊβιντ στην Ουάσινγκτον.

Επρόκειτο για δυο πλαίσια συμφωνιών: το ένα αφορούσε τη κατάσταση μεταξύ Παλαιστινίων- Ισραηλινών και το άλλο εκείνη μεταξύ Αιγύπτου- Ισραήλ. Συνοπτικά, ως προς το πρώτο πλαίσιο προέβλεπε τη δημιουργία αυτόνομης παλαιστινιακής διοίκησης στη Γάζα (Δυτική Όχθη), ενώ το μέλλον της Ιερουσαλήμ δεν εξετάστηκε. Ως προς το δεύτερο πλαίσιο, το Σινά επιστράφηκε στην Αίγυπτο υπό καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης και ανοίχθηκε ο δρόμος για διμερή συμφωνία ειρήνης των δύο κρατών. Επίσης, η αμερικανική πλευρά θα κατέβαλε ως ενίσχυση στο αιγυπτιακό δημόσιο ταμείο 2 δις δολάρια το χρόνο. Τις συμφωνίες υπέγραψαν οι Σαντάτ, Μενάχεμ Μπεγκίν και Κάρτερ.

Γιατί η Αίγυπτος να υπογράψει τις συμφωνίες;

Η συμφωνία ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ προκάλεσε αίσθηση. Όμως, δεν ήταν μια ενέργεια χωρίς βάση.

Αρχικά, σε προσωπικό επίπεδο, ο Σαντάτ την ήθελε. Εκείνος δεν ενστερνιζόταν ούτε τα αντί-σιωνιστικά αισθήματα, ούτε και τον παναραβισμό του προκατόχου του. Φυσικά, δεν έπαυε να είναι εθνικιστής. Ήθελε την ανακατάληψη του Σινά. Γι’ αυτό και κήρυξε τον πόλεμο στο Ισραήλ το 1973. Όμως, δεν επεδίωκε την εξόντωσή του. Όντας ρεαλιστής γνώριζε ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Όταν, λοιπόν, οι συγκρούσεις έφτασαν σε τέλμα, αλλά ήταν εμφανές ότι η Αίγυπτος θα λάμβανε τα κατεχόμενα εδάφη της ως αντάλλαγμα για την ειρήνευση, αποσύρθηκε από τη σύρραξη.

Σε επίπεδο εσωτερικής πολιτικής, η διμερής ειρήνευση  ευνοούσε τα σχέδια του Αιγύπτιου προέδρου. Πρώτον, μετά το 1975 άρχισε να υλοποιείται μια στροφή προς τη φιλελεύθερη οικονομία και τον ελεγχόμενο εκδημοκρατισμό (infitah). Η Αίγυπτος ήταν εξουθενωμένη οικονομικά από τις πολύχρονες συγκρούσεις και δεν άντεχε νέο γύρο αντιπαράθεσης. Στο πλαίσιο της εσωτερικής πολιτικής εντάσσεται και η καταπολέμηση του Ισλαμικού Κινήματος στη χώρα. Ο Σαντάτ είχε προσεγγίσει το κίνημα ως αντίβαρο στον κομμουνισμό και τη νασσερική παράταξη. Ωστόσο, εκείνο από το 1977 κατέστη ανεξέλεγκτο και έπρεπε να περιοριστεί. Ακόμα, με τον εκδημοκρατισμό σκόπευε να μεταρρυθμίσει το πολιτικό σύστημα της χώρας. Συνεπώς, μια ειρηνευτική συμφωνία θα επέτρεπε στην αιγυπτιακή κυβέρνηση να ανασυγκροτήσει την οικονομία και το στράτευμα, να βελτιώσει τους θεσμούς, να ασχοληθεί με κοινωνική ζητήματα και να καταπολεμήσει το Ισλαμικό Κίνημα ανεμπόδιστη από εξωτερικές απειλές.

Επιπλέον, σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής ο Σαντάτ είχε αντιληφθεί τη μεταβολή της διεθνούς κατάστασης. Δεν ήταν φίλο-σοβιετικός όπως ο Νάσσερ. Ούτε και φίλο-δυτικός. Όμως, ήταν ρεαλιστής. Γνώριζε την αδυναμία της ΕΣΣΔ και την ισχύ των ΗΠΑ. Εκείνες είχαν βοηθήσει πιο αποτελεσματικά τον σύμμαχό τους σε σχέση με τους Σοβιετικούς. Ταυτόχρονα, ήταν ενήμερος για την ολοένα και μεγαλύτερη υποστήριξη της Μόσχας στο καθεστώς του Χαφίς αλ- Άσσαντ. Επομένως, οι συμφωνίες έδιναν τη δυνατότητα στην βορειοαφρικανική χώρα να προσεγγίσει μια από τις υπερδυνάμεις που κατά την εκτίμηση της ηγεσίας της φαινόταν ότι θα νικούσε στον Ψυχρό Πόλεμο.

Οι αντιδράσεις

Από την άλλη πλευρά, οι συμφωνίες του Κάμπ Ντέϊβιντ προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις. Όσον αφορά τις εξωτερικές σχέσεις της Αιγύπτου εκείνες επηρεάστηκαν αρνητικά. Ο Σαντάτ πρόδωσε τους Άραβες συμμάχους του. Μάλιστα, το ότι αποσύρθηκε από τη σύρραξη την ίδια στιγμή που ο συριακός στρατός επιτέθηκε στον ισραηλινό αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό στους Ισραηλινούς να συντρίψουν τους Σύρους, αρκούσε για να προκαλέσει τη μήνιν του Άσσαντ. Η συμμαχία Αιγύπτου- Συρίας διερράγη. Την ίδια μοίρα είχε και εκείνη με τους Παλαιστινίους. Οι τελευταίοι αισθάνθηκαν προδομένοι. Πλέον, μόνοι τους θα αντιμετώπιζαν τους Ισραηλινούς. Το ότι προβλεπόταν από τις συμφωνίες αυτονομία καθόλου δεν ικανοποιούσε τη παλαιστινιακή κοινή γνώμη που επιθυμούσε ανεξαρτησία. Στο εσωτερικό της χώρας αντιδράσεις προκλήθηκαν από τους ριζοσπάστες ισλαμιστές. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Σαντάτ σύναψε ειρήνη με το Ισραήλ που αποτελούσε εκπρόσωπο του σιωνισμού αρκούσε για να εξαγριώσει την ισλαμική παράταξη. Ήταν εμφανές για εκείνη ότι το κοσμικό κράτος είχε αποτύχει να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του.

Ρεαλισμός ή προδοσία;

Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι απόλυτη και δεν είναι μοναδική. Βασικά είναι και ρεαλιστική ενέργεια και προδοσία- εξαρτάται τη θέαση από την οποία κανείς το εξετάζει. Αναφορικά με την Αίγυπτο ως μονάδα, οι συμφωνίες αποτέλεσαν ρεαλιστική απόφαση. Μόνο έτσι θα μπορούσε η χώρα να αναπτυχθεί εκ νέου και να διεκδικήσει εξέχουσα θέση όχι μόνο στη Μέση Ανατολή, αλλά και στο διεθνές σύστημα.

Ως προς τη πάγια επιδίωξη, δηλαδή την εξαφάνιση του Ισραήλ, που θα επιτυγχανόταν εντός του παναραβισμού,  η ειρηνευτική διαδικασία αποτέλεσε προδοσία. Οι Άραβες- κυρίως Σύροι και Παλαιστίνιοι- θίχτηκαν που το Κάϊρο τους εξέθεσε και εγκατέλειψε τον αγώνα. Βέβαια, οι επόμενες αιγυπτιακές κυβερνήσεις καταδίκαζαν τις ισραηλινές επιθέσεις κατά του παλαιστινιακού λαού, όμως οι καταδίκες προκαλούσαν περισσότερη δυσανασχέτηση παρά λειτουργούσαν υποστηρικτικά. Τίποτα, πλέον, δεν ήταν το ίδιο με το παρελθόν.

Ανεξαρτήτως της απάντησης στο ερώτημα που τέθηκε, οι ειρηνευτικές συμφωνίες  αποτέλεσαν μια τολμηρή ενέργεια για τα τότε δεδομένα. Απέδειξαν, δε, ότι η πολιτική βούληση υπήρχε και μπορούσε να επιβληθεί. Ωστόσο, κάθε ενέργεια έχει και τις συνέπειες της. Μπορεί η Αίγυπτος να σταθεροποιήθηκε εσωτερικά και εξωτερικά, αλλά ο Σαντάτ «πλήρωσε»  τη προδοσία με τη ζωή του. Τον Οκτώβριο του 1981 κατά τη διάρκεια στρατιωτικής παρέλασης στη πρωτεύουσα προς τιμήν των επιτυχιών στον πόλεμο του Γιομ Κιππούρ, ένας ισλαμιστής τον δολοφόνησε. Παρά ταύτα, ο διάδοχος του Χόσνι Μουμπάρακ διατήρησε την ειρηνευτική πολιτική του προκατόχου του με αποτέλεσμα οι συμφωνίες να ισχύουν ακόμα και σήμερα.

 

 

 

 

 

 

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Τον Ιούλιο του 2014, ο Abu Bakr al-Baghdadi, ευρισκόμενος στο τζαμί al-Nuri στη Μοσούλη, κήρυξε το χαλιφάτο του ισλαμικό κράτους στο Ιράκ και τη Συρία. Τον Ιούλιο του 2017 το τζαμί κατακτήθηκε από ιρακινές στρατιωτικές δυνάμεις και ο πρωθυπουργός του Ιράκ Χάιντερ αλ-Αμπάντι γιόρτασε εκείνη την στιγμή ως την κορυφαία νίκη επί του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Συρίας (ISIS).

Εκείνη την εποχή, μετά από σχεδόν τρία χρόνια της κυριαρχίας του Ισλαμικού Κράτους, σημειώθηκαν πολλές προκλήσεις για το ιρακινό κράτος όσον αφορά την ανασυγκρότηση και τη συμφιλίωση. Πώς λειτούργησε το ιρακινό κράτος ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση της Μοσούλης; Συνέχεια ανάγνωση

Η πρόκληση

Η πιο τρομακτική πρόκληση φαίνεται να είναι η συμφιλίωση, ιδίως μεταξύ των εθνοτικών και φυλετικών κοινοτήτων του Ιράκ, και η σχέση τους με το ιρακινό κράτος. Το αποτέλεσμα των εκλογών του Μαΐου του Ιράκ παρέχει κάποια επιφυλακτική αισιοδοξία σε αυτό το θέμα.

Η ανασυγκρότηση είναι μια φυσική πρόκληση. Η ανοικοδόμηση των αστικών κέντρων που είχε προηγουμένως καταλάβει το Ισλαμικό Κράτος (ΙΣ) είναι ιδιαίτερα σημαντική. Με τον τρόπο αυτό, οι εσωτερικά εκτοπισμένοι άνθρωποι θα μπορούν να επιστρέψουν στις εστίες τους και να αισθάνονται απαλλαγμένοι από τις απειλές και τους εκφοβισμούς.

Η συμφιλίωση συνεπάγεται τη μετατροπή των συναισθημάτων μεταξύ των τοπικών πληθυσμών, όπως η αντιμετώπιση των κατηγορουμένων για συνεργασία με το “Ισλαμικό Κράτος”.
Ενώ η ανασυγκρότηση της κεντρικής κυβέρνησης, ιδιαίτερα της Μοσούλης, ήταν ad hoc και αργή, οι τοπικές κοινότητες αποδείχθηκαν πιο ανθεκτικές στην αποκατάσταση των καταστροφικών πόλεων και πόλεων. Στη Μοσούλη, ο καθαρισμός έχει αναληφθεί από εθελοντές ή αυτοχρηματοδοτείται από τους κατοίκους που δέχονται μετρητά.

Αναφορικά με τη συμφιλίωση σε εθνικό επίπεδο, οι κρατικοί θεσμοί οφείλουν να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη με το ιρακινό κοινό. Οι αλλοτριωμένοι Ιρακινοί Κούρδοι και οι Άραβες Σουνίτες φάνηκαν να οπισθοχωρούν έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη Βαγδάτη, εμπιστευόμενοι την τύχη των κοινοτικών ομάδων τους με τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους στο κοινοβούλιο.

Δομικά προβλήματα

Μετά την ήττα του “Ισλαμικού Κράτους”, οι πολιτοφυλακές των Σιιτών κατηγορήθηκαν τόσο από τους Κούρδους όσο και από τους Άραβες Σουνίτες, για σεχταρισμό κατά τη διάρκεια του τριετούς πολέμου, ενώ άλλοι Σιίτες τους είδαν ως απελευθερωτές. Οι ηγέτες της πολιτοφυλακής των Σιιτών δεν λειτουργούν ως στρατιωτικοί διοικητές, αλλά ως πολιτικοί, ενώ μάλιστα μετά το συνασπισμό τους, κατέκτησαν τη δεύτερη θέση στις ιρακινές εκλογές.

Στο πεδίο της μάχης αυτοί οι διοικητές απαίτησαν πειθαρχία και υπακοή από τους μαχητές τους. Στο κοινοβούλιο, θα πρέπει να ασκούν συμβιβασμούς και πειθώ χωρίς την προσφυγή σε όπλα. Όχι μόνο αυτό, αλλά οι διοικητές των πολιτοφυλακών που είναι τώρα πολιτικοί πιθανότατα θα προσπαθήσουν να αναχαιτίσουν τις πολιτοφυλακές τους και να ενθαρρύνουν την ένταξή τους στις εθνικές δυνάμεις ασφαλείας για να διατηρήσουν τη δημόσια εμπιστοσύνη.

Όλες αυτές οι προκλήσεις που προέκυψαν κατά το πρώτο έτος μετά την απελευθέρωση της Μοσούλης εγείρουν το ερώτημα για το πώς η ιρακινή κυβέρνηση θα τακτοποιήσει την επόμενη περίοδο.

Καθώς η πρώτη επέτειος από την πτώση της Μοσούλης περνά, οι νικητές των εκλογών στο Ιράκ δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει για νέο πρωθυπουργό και υπουργικό συμβούλιο. Η νέα ιρακινή κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει ζητήματα πέρα από την ανασυγκρότηση και τη συμφιλίωση και να αντιμετωπίσει τα διαρθρωτικά προβλήματα που είναι ενδημικά στην πολιτική του Ιράκ.

Αρχικά, είναι η διαφθορά. Ο συνασπισμός του θρησκευτικού ηγέτη του Σιίτη Muqtada al-Sadr κέρδισε τις εκλογές, κάνοντας μια προεκλογική εκστρατεία μακριά από σεχταρισμούς και με κεντρικό σύνθημα την εξάλειψη της διαφθοράς.

Κατά τη διάρκεια του τριετούς πολέμου εναντίον του IS, το κοινό διάβαζε ειδήσεις του πολεμικού μετώπου, μετά από μάχες για πόλεις όπως το Τικρίτ, το Ραμάτι, η Φαλλούζα και η Μοσούλη, καθώς οι ιρακινές στρατιωτικές δυνάμεις κατακτούσαν γειτονιά με γειτονιά τις περιοχές. Τώρα οι Ιρακινοί θα ζητήσουν ειδήσεις για μια νέα μάχη, αυτή της εξάλειψης της διαφθοράς.

Παροχή ασφάλειας

Δεύτερον, η νέα ιρακινή κυβέρνηση θα κριθεί με βάση την ικανότητά της να παρέχει ασφάλεια. Μία χρονιά μετά την πτώση της Μοσούλης, λίγες ήταν οι επιθέσεις των τρομοκρατών, με εξαίρεση μια τον Ιανουάριο του 2018, η οποία σκότωσε 38 ανθρώπους στη Βαγδάτη και μια πρόσφατη απαγωγή τον Ιούνιο στην εθνική οδό Βαγδάτης-Κιρκούκ.

Οι ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας θα πρέπει να παραμείνουν σε επαγρύπνηση για την αποτροπή της ανάστασης του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους, ενώ οι μεταρρυθμίσεις και η αναδιάρθρωση των ιρακινών δυνάμεων ασφαλείας θα πρέπει να συνεχιστούν ώστε να λειτουργήσουν ως δύναμη ικανή να προστατεύσει τα σύνορα του Ιράκ με τη Συρία καθώς και να διεξάγει αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις μέσα στο κράτος.

Η τρίτη πρόκληση για τη νέα κυβέρνηση θα είναι να διαχειριστεί το ρόλο των ξένων δυνάμεων που θα επιδιώξουν να επηρεάσουν την εγχώρια πολιτική του Ιράκ.

Η κατάσταση αυτή ίσως αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς οι ΗΠΑ και το Ιράν έχουν επιδιώξει εντάσεις μετά την απόσυρση του Τράμπ από την πυρηνική συμφωνία, η οποία απειλεί να μετατρέψει το Ιράκ σε πεδίο πολέμου δι’ αντιπροσώπων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.

Μια στρατηγική αφήγηση

Αρχικά, σε εθνικό επίπεδο, η νέα ιρακινή κυβέρνηση οφείλει να αναπτύξει μια στρατηγική αφήγηση για το πώς μια πολιτική διαδικασία μπορεί να αντιμετωπίσει τις βασικές συνθήκες που οδήγησαν στην εμφάνιση του “Ισλαμικού Κράτους” κατά πρώτο λόγο, πριν από τέσσερα χρόνια.

Τα ζητήματα αυτά περιλαμβάνουν τη σφυρηλάτηση της εθνικής συνοχής μεταξύ των κακοποιών ελίτ των Σιιτών, των Κουρδικών κομμάτων και των στοιχείων του αραβικού σουνιτικού πολιτικού φάσματος που όλοι αμφισβητούν την εξουσία ενόσω η νέα κυβέρνηση διαμορφώνεται.

Μια τέτοια αφήγηση θα μπορούσε να βασιστεί στα τραύματα της εποχής του πολέμου και της κατοχής του ΙΚ, εγκαθιστώντας κοινό έδαφος μεταξύ όλων των Ιρακινών, πως αυτή η ομάδα δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να καθιερώσει εδαφικό έλεγχο σε οποιοδήποτε μέρος του κράτους.

Δεύτερον, η κυβέρνηση του Ιράκ πρέπει να λάβει υπόψη την επιθυμία του λαού για αξιόπιστη διακυβέρνηση, μακριά από διαφθορά και διαιρέσεις, οι οποίες υπονομεύουν τη διακυβέρνηση και κυρίως, την σταθερή διακυβέρνηση σε εθνικό και δημοτικό επίπεδο.

Τέλος, το ιρακινό κράτος πρέπει να αποδείξει ότι ο πετρελαϊκός του πλούτος δεν θα σπαταληθεί, αλλά αντίθετως, θα χρησιμοποιηθεί για μια βιώσιμη διαδικασία ανασυγκρότησης και θα τονώσει τις ευκαιρίες απασχόλησης.

Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν το “Ισλαμικό Κράτος” κατέλαβε τη Μοσούλη και κήρυξε το χαλιφάτο, υπήρξαν πολλές προβλέψεις που θεωρούσαν ότι το Ιρακινό εθνικό κράτος θα καταρεύσει. Αυτές οι προβλέψεις ήταν πρόωρες. Οι Ιρακινοί προσπαθούν να εξασφαλίσουν την επιβίωση του έθνους τους, παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια τους.

 

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, και μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

1 2 3 12