για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική
Μερσίλεια Αναστασιάδου

Μερσίλεια Αναστασιάδου

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Οι μαζικές διαδηλώσεις που διεξάγονται εδώ και μήνες στην Αλγερία και το Σουδάν έχουν ανανεώσει τις ελπίδες για εκδημοκρατισμό μετά τις εξεγέρσεις του 2011. Θα υπάρξει αναμφίβολα αλλαγή, όπως συμβαίνει σε όλες τις άλλες χώρες που έχουν βιώσει παρατεταμένες διαμαρτυρίες – αλλά το ερώτημα είναι εάν η “αλλαγή” θα είναι όντως πραγματική.

Εάν συμβεί το σενάριο αυτό, πολλοί διαδηλωτές θα είναι βαθιά δυσαρεστημένοι. Οι δημοκρατικές μεταβάσεις δεν παράγουν ταχεία, ριζική αλλαγή, διότι οι μεταρρυθμίσεις σφυρηλατούνται, συνήθως αργά, μέσω συμβιβασμού. Η ριζική αλλαγή συμβαίνει μόνο όταν μια φράξια κατορθώνει να επιβάλει τη βούλησή της στις υπόλοιπες, συχνά μέσω της βίας. Οι βαθιές επαναστάσεις δεν είναι ποτέ ειρηνικές και συνήθως δεν οδηγούν στη δημοκρατία, αλλά σε νέες μορφές αυταρχισμού. Συνέχεια ανάγνωση

Είναι δύσκολο να γενικευτεί σε μία πρόταση το τι θέλουν οι διαδηλωτές στην Αλγερία και το Σουδάν σήμερα ή σε κάποια από τις προηγούμενες αραβικές εξεγέρσεις, επειδή οι διαδηλωτές δεν είναι ένα ομοιογενές μπλοκ. Η δύναμη των αραβικών εξεγέρσεων είναι ότι υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι γνήσια λαϊκά κινήματα – αλλά αυτή είναι και η αδυναμία τους, γιατί σε κάποιο σημείο οι διαδηλώσεις στο δρόμο πρέπει να μετατραπούν σε ένα σχέδιο δράσης που απαιτεί ηγεσία και οργάνωση.

Από τα συνθήματα προκύπτει σαφώς ότι οι διαδηλωτές θέλουν να απομακρυνθεί η παλιά ηγεσία – το καθεστώς, και όχι μόνο λίγοι άνθρωποι στην κορυφή – και να υπάρξει σχηματισμός μιας πολιτικής κυβέρνησης. Επιθυμούν επίσης την αποκατάσταση των κοινωνικοοικονομικών σταθερών. Τέτοιες απαιτήσεις είναι κατανοητές. Όμως, είναι απίθανο να επιτευχθούν μέσω μιας ειρηνικής διαδικασίας – μια χωρίς βία και την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολλών.

Οι ριζοσπαστικές, επαναστατικές μεταρρυθμίσεις είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσουν ισχυρή αντίσταση σε όσους απειλούνται από τις αλλαγές. Οι ισχυρές ελίτ, ιδιαίτερα οι στρατιωτικές και οι υπηρεσίες ασφαλείας, δεν παραδίδονται χωρίς μάχη. Στην Αίγυπτο, όταν η νίκη των ισλαμιστών απειλούσε τη θέση της, η στρατιωτική ελίτ απλώς κατέλαβε τον έλεγχο. Όταν οι ισλαμιστές προσπάθησαν να παραμείνουν στην εξουσία μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου 2013, το αποτέλεσμα ήταν αιματηρή καταπίεση και επιβολή του πιο στρατιωτικού καθεστώτος που είχε ποτέ η Αίγυπτος. Στη Αλγερία τη δεκαετία του 1990, η άρνηση των Ισλαμιστών να παραιτηθούν από την εκλογική τους νίκη και να προσχωρήσουν στον στρατό οδήγησε σε μια δεκαετία βίαιης σύγκρουσης.

Είναι δυνατές οι μεταβάσεις που ακολουθούν μια δημοκρατική πορεία, μέσω διαλόγου μεταξύ όλων των πλευρών και τελικά εκλογών – αλλά έχουν τα δικά τους έξοδα, δεδομένου ότι παράγουν μόνο περιορισμένες αλλαγές. Υπάρχουν πολλές μελέτες για ειρηνικές δημοκρατικές μεταβάσεις στη Λατινική Αμερική, αλλά το πιο ενδιαφέρον παράδειγμα για την αραβική περιοχή είναι αυτό της Τυνησίας, μιας χώρας που γενικά θεωρείται ότι πλησιάζει περισσότερο στη δημοκρατία μετά το 2011.

Η Τυνησία απέφυγε τη βία, την καταστολή και τη στρατιωτική παρέμβαση. Έχει σχηματίσει όλες τις κυβερνήσεις μετά το 2011 μέσω εκλογών και διαπραγματεύσεων. Αλλά είναι επίσης μια χώρα όπου οι νέοι που έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην κίνηση του δρόμου το 2010 και το 2011 απογοητεύονται από την περιορισμένη αλλαγή, αρνούνται να συμμετάσχουν σε εκλογές που δεν αναμένουν να επιφέρουν τις απαραίτητες αλλαγές. Είναι επίσης μια χώρα που έχει δει έναν δυσανάλογα μικρό αριθμό νέων να εντάσσονται στο Ισλαμικό Κράτος ή άλλες φονταμενταλιστικές ομάδες. Η διαδικασία της μεταβατικής δικαιοσύνης – η προσπάθεια να αποσαφηνιστεί η καταχρηστική συμπεριφορά του παλαιού καθεστώτος – ήταν περιορισμένη και βραχύβια.

Η Τυνησία απεικονίζει το κόστος μιας διαδικασίας μετάβασης που ξετυλίγεται μέσα στα όρια μιας δημοκρατικής διαδικασίας. Βεβαίως, δεν ήταν αναπόφευκτο ό, τι συνέβη. Η Επιτροπή Αλήθειας και Αξιοπρέπειας θα μπορούσε να συνεχίσει το έργο της για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και με περισσότερη ενέργεια, παρέχοντας μεγαλύτερη σαφήνεια. Ο νόμος συμφιλίωσης που αποκατέστησε τα διεφθαρμένα μέλη του παλαιού καθεστώτος θα μπορούσε να είναι λιγότερο επιεικής. Αλλά μια βαθιά εκκαθάριση όσων σχετίζονται με το παλαιό καθεστώς θα απαιτούσε ισχυρά μέτρα, ασυμβίβαστα με μια δημοκρατική διαδικασία, φυτεύοντας τους σπόρους ενός νέου αυταρχισμού.

Αυτό είναι το δύσκολο μάθημα από την έκβαση των εξεγέρσεων του 2011 για χώρες όπως η Αλγερία και το Σουδάν: η αλλαγή μπορεί να γίνει με ειρηνικά, δημοκρατικά μέσα, αλλά απαιτεί πολλούς συμβιβασμούς και, ως εκ τούτου, θα είναι ελλιπής και δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που πολλοί ελπίζουν. Οι προσπάθειες να επιφέρουμε πιο ριζικές αλλαγές, τιμωρώντας και αποκλείοντας ένα μεγάλο μέρος της παλιάς ελίτ, δεν είναι δυνατές με δημοκρατικά μέσα, επειδή αυτές οι προσπάθειες προκαλούν μια ισχυρή αντίδραση – μια αντεπανάσταση – που οδηγεί σε βία και καταστολή.

Το ερώτημα για όσους αναζητούν αλλαγή είναι αν θέλουν δημοκρατικές αλλαγές ή ριζικές αλλαγές, διότι οι δύο είναι ασυμβίβαστες.

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και μεταπτυχιακός φοιτητής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Share Button

Του: Νίκου Παναγιωτίδη, Συνεργάτη Κ.Α.Ν.Σ.

H ανακάλυψη μεγάλων ποσοτήτων φυσικού αερίου στη λεκάνη της λεβαντίνης δημιουργεί άριστες προοπτικές για τη συνεργασία όμορων κρατών με στόχο την προαγωγή κοινών συμφερόντων και προσπορισμό κοινού οφέλους. Ωστοσο, από την άλλη, σε μερικές περιπτώσεις επενεργεί ως συντελεστής επίτασης υφιστάμενων διαφωνιών.

Την δεκαετία του 1990 το Ισραήλ αρχισε να υλοποιεί μια νέα στρατηγική τη λεγόμενη             «στροφή προς τη θάλασσα». Ένα νέο στρατηγικό προσανατολισμό αφού το Εβραϊκό Κράτος παραδοσιακά ήταν προσανατολισμένο στην στρατιωτική στρατηγική. Ο λόγος της στροφής του προς τη ναυτική στρατηγική είναι διττός: Από την μια η ανακάλυψη μεγάλων ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ΑΟΖ του και από την άλλη η επεξεργασία συγκεκριμένου σεναρίου στρατιωτικής στρατηγικής με στόχο τη δυνατότητα δεύτερου πυρηνικού πλήγματος εναντίον του Ιράν. Συνέχεια ανάγνωση

Συνολικά το Ισραήλ εκτιμάται ότι διαθέτει 1 τρισεκατομμύριo κυβικά μέτρα  (bcm) στην ΑΟΖ του γεγονός που το καθιστά αυτάρκες σε ενεργειακό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, στην ΑΟΖ του Εβραϊκού Κράτους έχουν ανακαλυφθεί τα ακόλουθα κοιτάσματα: Το 1999 έγινε η ανακάλυψη δύο μικρών κοιτασμάτων των Noa και Mary μεγέθους 30 bcm. Ακολούθως το 2009 ανακαλύφθηκαν το Τamar 246 bcm και το Dalit 7-14 bcm.

To 2010 η κοινοπραξία της Noble με την Delek πρόεβη στην ανακαλύψη του κοιτάσματος Λεβιάθαν με ποσότητες πέραν των 600 bcm. Ακολούθησε το 2012 η ανακάλυψη δυο άλλων κοιτασμάτων (Κarish – Tanin) μεγέθους 80 bcm.

H ανακάλυψη των εν λόγων κοιτασμάτων προσέφερε πλούτο στο Εβραϊκό Κράτος δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενεργειακή αυτάρκεια όσον αφορά τις αναγκες του σε ηλεκτροπαραγωγή, ενώ το καθιστά εξαγωγέα φυσικού αερίου. To 2016 άρχισε τις εξαγωγές φυσικού αερίου στην Ιορδανία, ενώ μελετάται το ενδεχόμενο εξαγωγών σε Παλαιστινιακή Αρχή, Αίγυπτο και Κύπρο.

Ας περάσουμε στην  Κυπριακή (ΚΔ) η οποία  με την ανακάλυψη το 2011 του κοιτάσματος Αφροδίτη μεγέθους 128 bcm εισέρχεται δυναμικά στα  ενεργειακά δρώμενα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ανακοίνωση τον περασμένο Φεβρουάριο των αποτελεσμάτων στον Γλαύκο στο οικόπεδο 10 με εκτιμώμενες ποσότητες 5-8 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια tcf καθιστά την ΚΔ ένα εν δυνάμει περιφερειακό ενεργειακό γίγαντα.

Το ζητούμενο όμως  είναι η οικονομική ισχύς της ΚΔ να προστεθεί στη σωρευτική ισχύ του κράτους και  να μετατραπεί σε περιφερειακή-γεωπολιτική επιρροή με απώτερο στόχο την επίλυση του χρόνιου Kυπριακού Προβλήματος.

Οι ενεργειακές συνέργειες -συμμαχίες της ΚΔ και της Ελλάδας με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Ιορδανία δημιουργούν έναν άξονα αποτροπής των δυνάμεων που υποστηρίζουν το status-quo εναντίον της Τουρκίας η οποία είναι αναθεωρητική δύναμη. Δεν είναι τυχαίο που  το Κατεστημένο Εξωτερικής Πολιτικής σε αυτές τις χώρες προσδιορίζει τις πολιτικές στρατηγικές της Τουρκίας ως απειλή για την ασφάλεια του.

Αγωγός EastMed

H συνεργασία αυτή αποκτά έντονη γεωπολιτική διάσταση με την ιδέα για την κατασκευή του αγωγού EastMed o οποίος θα μεταφέρει το φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου στις ευρωπαϊκές αγορές. Ο αγωγός αποτελεί σημαντικό γεωστρατηγικό εργαλείο και  αν τελικά υλοποιηθεί θα θεσμοποιήσει σε επίσημο επίπεδο τη συνεργασία των δυνάμεων που υποστηρίζουν το status-quo. Οσον αφορά το Ισραήλ, αποτελεί σταθερά στην εξωτερική του πολιτική η συνεργασία με μη αραβικά κράτη και μειονότητες στην προσπάθεια του να αποκτήσει στρατηγικό βάθος και να ξεπεράσει την γεωπολιτική απομόνωση στην περιοχή του.

Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την ενεργειακή ασφάλεια στην περιοχή κατέστη σαφές με την συμμετοχή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην τριμερή Κύπρου- Ελλάδας- Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ στις 20 Μαρτίου. Ως εδώ όλα καλά. Σε επίπεδο προθέσεων έξοχα. Ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση τον πρώτο λόγο δεν το έχουν τα κράτη άλλά οι εταιρείες που θα κληθούν να καταβάλουν και το κόστος για την υλοποίηση του έργου.

Το νεοκλασικό- ρεαλιστικό παράδειγμα που λαμβάνει υπόψη και άλλες ενδοκρατικές μεταβλητές πέραν από τις συστημικές-ενδοπεριφερειακές μπορεί να φωτίσει εν προκειμένω καλύτερα το μεταβαλλόμενο στρατηγικό πεδίο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Επιστρέφοντας στον ΕastMed,  το κόστος του έργου ανέρχεται σε 7-10 δισ. δολάρια, με την ΕΕ να δεσμεύεται να επενδύσει 100 εκ. δολάρια για την διεξαγωγή μελέτης βιωσιμότητας. Εκτός από τα οικονομικά δεδομένα κάποιος πρέπει να λάβει υπόψη και τα τεχνικά χαρακτηριστικά που δημιουργούν επιπρόσθετα ζητήματα για τους επενδυτές, οι οποιοι ενδεχομένως να προτιμήσουν πιο μικρά πρότζεκτς- με λιγότερο ρίσκο- όπως π.χ η εξαγωγή ισραηλινού φυσικού αερίου στην Αίγυπτο.

Ας σημειωθεί ότι ο EastMed θα είναι μήκους 1,900 km με πλάνο την μεταφορά 10 bcm ανα έτος. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί η προσοχή στο γεγονός ότι η αγορά φυσικού αερίου αποτελεί μια συνεχώς μεταβαλλομενη αγορά όπου ισχύουν οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης, οι οποίοι σε τελευταία ανάλυση θα καθορίσουν το αν θα γίνουν οι απαιτούμενες επενδύσεις.Παραθέτοντας ένα παράδειγμα εν είδει ερωτήματος: Θα μπορεί το φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου να ανταγωνιστεί το ρωσικό φυσικό αέριο;

Ενεργειακές Συμμαχίες και Κυπριακό

Από επιστημονικής άποψη το θέμα της αξιοποίησης του φυσικού αερίου ως παράγοντα άσκησης εξωτερικής πολιτικής μπορεί να προσεγγιστεί από δύο οπτικές γωνίες. Η μια άπτεται της ρεαλιστικής θεωρίας διεθνών σχέσεων που θεωρεί ότι τα κοιτάσματα είναι στρατηγικά και επαυξάνουν τη σωρευτική ισχύ του κράτους. Η άλλη η φιλελεύθερη,  θεωρεί ότι το θέμα των υδρογονανθράκων μπορεί να προκαλέσει κίνητρο για ευρύτερες συνεργασίες μεταξύ των κρατών τα οποία στο τέλος της ημέρας θα νιώσουν ικανοποίηση από το διαμερισμό των μελλοντικών οικονομικών μερισμάτων.

Ωστόσο, στην περίπτωση της ΚΔ η ανακάλυψη μεγάλων ποσοτήτων υδρογονανθράκων δεν φαίνεται να λειτουργεί ως κίνητρο για την επίλυση του προβλήματος για δύο πολύ απλούς λόγους. Πρώτον, η Τουρκία και η ΤΚ πλευρά επιθυμούν την από τώρα συμμετοχή τους στην διαδικασία διαμοιρασμού του. Αλλά και αν ακόμα επιλυόταν το συνταγματικό ζήτημα του Κυπριακού Προβλήματος, αλλά και η διεθνής πτυχή του δεν θα τα έβρισκαν στη μοιρασία του…αφού οι ΤΚ έχουν κατά καιρούς εκφράσει θέσεις για εξιμισείας διαμοιρασμό του. Στο όλο σκηνικό προστίθενται και οι συνεχείς απειλές της Τουρκίας με την άσκηση εξαναγκαστικής διπλωματίας και του εκφοβισμού.

Επιπρόσθεται, αν ανατρέξει κάποιος στο ιστορικό αρχείο δεν φαίνεται η ενέργεια να αποτελεί καταλύτη για επίλυση μακροχρόνιων συγκρούσεων. Πιο συγκεκριμένα, η πρόταση του Κλίντον για την κατασκευή αγωγού που θα μετέφερε αζερικό πετρέλαιο διαμέσου του Ναγκόρνο- Καραμπάχ και της Αρμενίας στην Τουρκία, ναυάγησε. Την ίδια κατάληξη είχε η πρόταση για κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου Ιράν- Πακιστάν – Ινδίας, αφού η Ινδία αρνήθηκε να συμμετάσει επικαλούμενη ζητήματα ασφάλειας.

Τότε εγείρεται το ερώτημα τι προσφέρουν οι «ενεργειακές συμμαχίες»; Πρώτα απόλα διασφαλίζουν την ασφάλεια κατά τη διαδικασία εξόρυξης και παραγωγής. Επιπροσθετα, αυξάνουν την διαπραγματευτική ισχυ του κράτους το οποίο μπορεί με μια ορθολογική υψηλή στρατηγική να  το εντάξει στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.

Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως εξάγεται και από την παρούσα ανάλυση, δεν φαίνεται η διαχείριση του θέματος να αποτελεί τον καταλύτη για επίλυση του Κυπριακού Προβλήματος, του οποίου οι προοπτικές επίλυσης υπο το φως των εν λόγω, αλλά και άλλων δεδομένων παραμένουν δυσοίωνες.

 

 

 

Share Button

Του: Σπύρου Ζενεμπίση

Κατά την προηγούμενη χρονιά η τουρκική οικονομία πέρασε μια περίοδο σημαντικής νομισματικής αστάθειας με σαφή χαρακτηριστικά κρίσης. Παρά τους εντυπωσιακούς ρυθμούς μεγέθυνσης που κατεγράφησαν στο τέλος του 2018 (7,4%), την άνοιξη εκείνης της χρονιάς η αξία της τουρκικής λίρας ξεκίνησε να υποχωρεί σε σχέση με το αμερικανικό δολάριο, ενώ το καλοκαίρι η διαδικασία αυτή έλαβε τα χαρακτηριστικά ανεξέλεγκτης διολίσθησης δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στον τουρκικό ιδιωτικό και τραπεζικό και τραπεζικό τομέα, οι οποίοι έπρεπε να εξυπηρετήσουν εξωτερικό χρέος σε πολύ «σκληρότερο» πλέον ξένο νόμισμα. Συνέχεια ανάγνωση

Η Κεντρική Τράπεζα της χώρας, προκειμένου να προσπαθήσει τουλάχιστον να εκπέμψει το μήνυμα πως είναι διατεθειμένη να δράσει υπέρ της νομισματικής σταθερότητας αλλά και υπέρ του θεσμοθετημένου αντιπληθωριστικού ρόλου της, ανέβασε δύο φορές τα επιτόκια. Παρά την αρχική οριακή επιτυχία της πράξης αυτής, οι επιλογές του Προέδρου Ερντογάν σε ρητορικό και θεσμικό επίπεδο συνέβαλαν στην περεταίρω κλιμάκωση της κρίσης, η απόλυτη φάση της οποίας εκδηλώθηκε κατά τα μέσα Αυγούστου.
Από το Σεπτέμβριο της προηγούμενης χρονιάς η κρίση ξεκίνησε να περνά σε μία καινούρια φάση. Ειδικά μετά τις 13/9 και την σημαντική αύξηση των επιτοκίων της Κεντρικής Τράπεζας στο 24%, η λίρα ξεκίνησε να ανακτά την αξία της και η ισοτιμία δολαρίου/λίρας σταθεροποιήθηκε από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι και σήμερα μεσοσταθμικά γύρω στο 5,3. H ισοτιμία αυτή, παρά το γεγονός ότι είναι σημαντικά βελτιωμένη από τις ακραίες τιμές που έλαβε κατά το μήνα Αύγουστο, παραμένει προβληματική για τον τουρκικό ιδιωτικό τομέα.
Ο Ερντογάν και τότε ακόμη αντιτάχθηκε σε επίπεδο ρητορικής τουλάχιστον στην άνοδο των επιτοκίων. Τις μέρες που η Τράπεζα ετοιμαζόταν να προβεί στην περιοριστική νομισματική της κίνηση, ο Ερντογάν επέμενε δυναμικά στην προτίμησή του σε πολιτικές φθηνού χρήματος αποκαλώντας δημόσια τα υψηλά επιτόκια «…εργαλείο εκμετάλλευσης» και συνόδεψε τη δράση της Τράπεζας με μια κατ’ ουσίαν απειλή προς τις νομισματικές αρχές, ότι «αυτή είναι η τελευταία τους ευκαιρία» να διαχειριστούν κατ΄ αυτόν τον τρόπο τη νομισματική πολιτική της χώρας, για να αντιμετωπιστεί η αστάθεια. Παρά το γεγονός όμως ότι ο Πρόεδρος πλέον έχει και θεσμικά πολύ μεγαλύτερη δύναμη να παρέμβει για τη μείωσή των επιτοκίων, δεν το έπραξε και δεν το έχει πράξει και μέχρι και τις 16/01/19, οπότε και συντελέστηκε η πιο πρόσφατη συνεδρίαση της επιτροπής νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας. Τα επιτόκια παραμένουν στο 24%, γεγονός που σηματοδοτεί μάλλον την αποδοχή από τον Ερντογάν της χρήσης της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής, όχι μόνο για τη συγκράτηση δυνητικής διολίσθησης της αξίας του νομίσματος, αν προβεί εκ νέου σε νομισματικές επεκτάσεις, αλλά και για την αντιμετώπιση των σοβαρών πληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία.
Ο μεγάλος και με ακραία μεταβλητότητα πληθωρισμός είναι μαζί μα την προβληματική εξωτερική ανισορροπία της χώρας τα πιο χαρακτηριστικά προβλήματα της οικονομικής ιστορίας της Τουρκίας. Από το καλοκαίρι ο πληθωρισμός άρχισε να ανεβαίνει σταθερά, γεγονός που έκανε την επίδραση της κρίσης ακόμη πιο αισθητή στα πιο φτωχά στρώματα της τουρκικής κοινωνίας. Χαρακτηριστικό του πώς βιώνουν οι οικονομικά πιο αδύναμες τάξεις της Τουρκίας τη νομισματική αστάθεια είναι, ότι οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές ανελαστικών ειδών πρώτης ανάγκης, όπως τα τρόφιμα, ξεπερνά κατά πολύ την μέση τιμή του συνολικού δείκτη τιμών καταναλωτή της οικονομίας.
Ο πληθωρισμός το μήνα Οκτώβριο ξεπέρασε το 24%, αλλά έκτοτε βαίνει σταδιακά οριακά μειούμενος μέχρι και τον Ιανουάριο του ’19. Αυτό δείχνει ότι οι περιοριστικές πολιτικές της Κεντρικής Τράπεζας έχουν κάποια αποτελέσματα. Η σταθεροποίηση όμως του πληθωρισμού (αν δεν πέσει περεταίρω σύντομα χωρίς νέο νομισματικό περιορισμό) στο πολύ υψηλό 20% περίπου, είναι προβληματική για την τουρκική οικονομία ειδικά για τους οικονομικά πιο ευάλωτους Τούρκους. Επίσης, η σταθεροποίηση αυτή δεν συντελείται χωρίς κόστος καθώς οι νομισματικοί περιορισμοί επιφέρουν επιπλέον κόστος στο συνολικό παραγόμενο προϊόν της οικονομίας, οι ρυθμοί μεγέθυνσης του οποίου έχουν βρεθεί ήδη από το προηγούμενο έτος υπό σημαντική πίεση.
Αυτή τη στιγμή η τουρκική οικονομία έχει επέλθει σε μία φάση στασιμότητας, αν όχι μικρής ύφεσης. To γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις μεγάλες πληθωριστικές πιέσεις δημιουργούν ένα νέο πρόβλημα, παρά τη σταθεροποίηση της αξίας του νομίσματος. Η δυσκολία της κατάστασης έγκειται στο γεγονός, ότι τα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους οι νομισματικές αρχές δεν μπορούν να προσπαθήσουν να ανατρέψουν την υφεσιακή δυναμική της οικονομίας, χωρίς να διακινδυνεύσουν ταυτόχρονα νέα διολίσθηση της αξίας του νομίσματος και αύξηση του πληθωρισμού. Αντιστρόφως, δεν είναι ούτε σε θέση να προβούν σε νομισματικούς περιορισμούς, για να μειώσουν περεταίρω τον πληθωρισμό, χωρίς να συμβάλουν στην υφεσιακή δυναμική της τουρκικής οικονομίας.
Σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση και σε επίπεδο επιπτώσεων για τους πολίτες αλλά και σε διαχειριστικό επίπεδο για την ηγεσία ο Ερντογάν φαίνεται να έχει επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα τη αντιμετωπίσει. Παρά την εγνωσμένη προτίμησή του στα χαμηλά, ει δυνατόν μηδενικά επιτόκια, ο Πρόεδρος δείχνει δια των πράξεων του καθ’ όλη την περίοδο αποκλιμάκωσης της κρίσης, ή μάλλον δια της απουσίας αυτών, ότι έχει επιλέξει την αντιπληθωριστικό δρόμο σε αυτό το κατ’ ουσίαν «στασιμοπληθωριστικό σταυροδρόμι».
Καταληκτικά μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι παρά τη σαφή σταθεροποίηση, τα οικονομικά προβλήματα της γειτονικής χώρας έχουν περάσει σε μία καινούρια φάση. Οι κίνδυνοι νέας νομισματικής αστάθειας ελλοχεύουν ακόμα, αλλά εξαρτώνται από τη διάθεση του Ερντογάν να παρέμβει ή όχι στις αντιπληθωριστικές επιλογές της Κεντρικής του Τράπεζας. Κάτι τέτοιο είναι σε θέση να το κάνει πολύ περισσότερο σήμερα απ’ ότι στο παρελθόν, αφού ελέγχει πλήρως, μετά την εκλογή του το καλοκαίρι του 2018, τη σύνθεση της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας. Κάτι τέτοιο βέβαια είναι μάλλον απίθανο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορεί να αποκλειστεί τελείως, δεδομένου του απρόβλεπτου χαρακτήρα του Προέδρου συνδυασμένου με τη σημαντική συγκέντρωση εξουσιών στο πρόσωπό του. Το σοβαρότατο πρόβλημα που παραμένει, όμως, ουσιαστικά ανέγγιχτο μέχρι στιγμής και μπορεί να έχει αποσταθεροποιητικές επιδράσεις στο μέλλον είναι το πεισματικό έλλειμα στο λογαριασμό τρεχουσών συναλλαγών της χώρας. Ας μην ξεχνάμε ,ότι εξαιτίας της ιστορικής εξωτερικής της ανισορροπίας, η χώρα έχει οδηγηθεί συνολικά 16 φορές από το 1961 στο να αναζητήσει τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Share Button

Καζαντζής Γιώργος – Ερευνητής Κέντρο Ανατολικών Σπουδών

Οι πληροφορίες από την Συρία και το Ιράκ ως προς το κουρδικό ζήτημα είναι συνεχείς και καταδεικνύουν ένταση των ζυμώσεων υπογείως αλλά και μέσω επίσημων επαφών. Το κουρδικό ζήτημα έχει ενταχθεί όπως ήταν αναμενόμενο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαπραγματεύσεων μεταξύ περιφερειακών και μεγάλων δυνάμεων.
Η ανακοινωθείσα αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από την Συρία προβληματίζει έντονα τους Κούδους της Συρίας οι οποίοι από καιρό διαβλέπουν εγκατάλειψή τους από τους Αμερικανούς μετά την λήξη των επιχειρήσεων κατά της Daesh. Με μια σειρά δηλώσεων καλούν τους Aμερικανούς να συνεχίσουν την παρουσία τους στα εδάφη της ΒΑ Συρίας που αποτελεί εγγύηση και για τους ίδιους. Συνέχεια ανάγνωση

Χαρακτηριστική η σχετική δήλωση του Mustafa Bali ,εκπροσώπου τύπου του SDF, στον Ιndependent τον Δεκέμβριο του 2018 κατά την οποία, «Υπάρχει σοβαρό ρίσκο η Τουρκία να πραγματοποιήσει τις απειλές της. Υπάρχουν φόβοι μεταξύ των πολιτών για σφαγές και βίαιη μετατώπιση».[1]
Η Τουρκία έχει κινητοποιήσει πολυάριθμη στρατιωτική δύναμη στα σύνορα με την Συρία.
Υπό την απειλή νέας τουρκικής επιχείρησης οι Κούρδοι της Συρίας μη λαμβάνοντας πλέον σαφείς εγγυήσεις από τις ΗΠΑ παρακολουθούν την πορεία των ρωσοτουρκικών επαφών. Η Ρωσία έχει στο παρελθόν προτείνει στους Κούρδους να παραδώσουν τον έλεγχο των εδαφών στον στρατό του Άσαντ προχωρώντας σε έναν συμβιβασμό με τον Σύριο Πρόεδρο[2]. Παράλληλα, η Ρωσία ωθεί την Τουρκία σε συμφωνία με τον Άσαντ εις βάρος των Κούρδων αλλά και των τζιχαντιστών της HTS που δρουν στην Ιντλίμπ. Με τον Αμερικανό Πρόεδρο να ανακοινώνει αποχώρηση των στρατευμάτων ο χρόνος που έχουν τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Κούρδοι της Συρίας να διαλέξουν στρατόπεδο μειώνεται. Η Ρωσία προσφάτως πρότεινε στην Τουρκία συμφωνία με τον Άσαντ και επανενεργοποίηση ουσιαστικώς της Συμφωνίας των Αδάνων του 1998[3]. Σε αυτό το πλαίσιο θα είναι ευθύνη της Συρίας να εξαλείψει από το έδαφός της το PKK και τις όμορες οργανώσεις που συνιστούν απειλή για την Τουρκία, μέσω συνεργασίας φυσικά των δύο χωρών. Δεδομένης της σημασίας που έχει για την Τουρκία η διατήρηση επιρροής στα βόρεια εδάφη της Συρίας όπου επιθυμεί να εγκαταστήσει μέρος του προσφυγικού πληθυσμού που φιλοξενεί είναι εξαιρετικά αμφίβολο πως θα δεχθεί την πρόταση η οποία προφανώς προϋποθέτει πλήρη αναγνώριση του Άσαντ απο την Τουρκία. Όσο παραμένουν βεβαίως οι Κούρδοι στα βόρεια από την Μενμπίτζ μέχρι τη Χασάκα οι τουρκικοί σχεδιασμοί προϋποθέτουν κατά μέτωπο σύγκρουση με τους Κούρδους. Η ζώνη (buffer zone) που πρότειναν οι Αμερικανοί στους Τούρκους το προηγούμενο έτος δεν φαίνεται τουλάχιστον αυτή τη στιγμή πως παραμένει επιλογή. Η αμερικανική πρόταση κατά τις διαβουλεύσεις της πρόσφατης συνδιάσκεψης ασφαλείας στο Μόναχο ήταν οι Ευρωπαίοι να στείλουν στρατό δημιουργώντας μια τέτοια ζώνη ασφαλείας και η Αμερική σε αυτή τη περίπτωση να διατηρήσει μία δύναμη διακοσίων ατόμων στη Συρία[4]. Η πρόταση δεν έγινε δεκτή. Αντιστοίχως ο αραβικός συνασπισμός (κατά άλλους αραβικό ΝΑΤΟ) επίσης αρνήθηκε να εμπλακεί ενεργά στη συριακή επικράτεια. Αν οι Κούρδοι δεχθούν την ρωσική πρόταση και συμφωνήσουν με τον Άσαντ θα έχουν κάνει μια στρατηγική επιλογή μη αναστρέψιμη, που ίσως τους καλύψει από την τουρκική επιθετικότητα αλλά τους αναγκάσει να περιοριστούν εδαφικά αλλά και πολιτικά σε ένα πλαίσιο υπαγωγής του υπό τον Σύριο Πρόεδρο ακόμα και με αυξημένη αυτονομία όχι όμως ίδιου επίπεδου με το βόρειο Ιράκ.
Στο Ιράκ η νεοσχηματηθείσα κυβέρνηση υπό τον Ιρακινό Πρόεδρο Μπαρχάμ Σαλίχ αν και διακηρυκτικά επιχειρεί την απεξάρτηση του ιρακινού κράτους τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από το Ιράν έχει σαφώς ιρανικές επιρροές. Η σύμπραξη του Σαντρ με το πολιτικό σκέλος των σιιτικών οργανώσεων Χασντ έχει θορυβήσει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Οι Αμερικανοί αν αποχωρήσουν απο την Συρία είναι πλέον βέβαιο πως θα ενισχύσουν την παρουσία τους στο Ιράκ. Πληροφορίες κάνουν λόγο για δημιουργία μεγάλης βάσης στο Ιράκ στα συνορα με τη Συρία αποχωρώντας από το Τανφ στο οποίο υπάρχει αμερικανική βάση όπου εκπαιδεύονται Σύροι αντικαθεστωτικοί[5]. Οι Ισραηλινοί διακηρύσσουν πως η μάχη κατά της ιρανικής επέκτασης ίσως χρειαστεί να επεκταθεί πέραν της Συρίας [6]. Οι επαφές Αμερικανών αξιωματούχων με τους Κούρδους της Περιφερειακής Κουρδικής Κυβέρνησης (KRG) ήταν πυκνές το τελευταίο διάστημα. Σημειώνεται πως η KRG διέκοψε προ ολίγων ημερών την παροχή πετρελαίου προς το Ιράν[7], μια κίνηση η οποία έχει σαφώς αμερικανικό πρόσημο.
Μετά από «περιπέτειες» στο ιρακινό Κουρδιστάν τα κουρδικά κόμματα φαίνεται πως είναι πολύ κοντά πλέόν στον σχηματισμό κυβέρνησης. Το KDP παρά το αποτυχημένο δημοψήφισμα για ανεξαρτησία το προηγούμενο έτος που είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια του Κιρκούκ, ενίσχυσε την θέση του. Ζητούμενο μεταξύ του KDP και του PUK παραμένει το ζήτημα του Κιρκούκ. Λαμβάνοντας υπόψιν τις αμερικανικές πιέσεις για σταθερότητα παρά τις συγκρουσιακές σχέσεις KDP και PUK είναι πολύ πιθανό τα δύο κόμματα να συνεργαστούν τελικώς. Βεβαίως η τελική συμφωνία σχετικά με το Κιρκούκ θε έχει ιδιαίτερη αξία αφού η πιθανότητα να επιστρέψει στον έλεγχο κουρδικών σωμάτων ασφαλείας υπερβαίνει τις ενδοκουρδικές διαφορές. Συμφωνα με κουρδικές πηγές υπάρχουν σημαντικές αμερικανικές πιέσεις για μια τελική διευθέτηση του ζητήματος του Κιρκούκ με κυβερνήτη προερχόμενο από το PUK και έλεγχο από τους Κουρδους Πεσμεργκά και τον Ιρακινό στρατό με κοινό κέντρο επιχειρήσεων[8]. Μέχρι και αυτή τη στιγμή (18/02) δεν έχει υπάρξει τελική συμφωνία μεταξύ KDP και PUK για τον πολιτικό έλεγχο του Κιρκούκ και τον τελικό σχηματισμό Κυβέρνησης.
Σε ότι αφορά την παρουσία του PKK στο βόρειο Ιράκ αξίζει προσοχής πως εκτός από τις παραδοσιακές πολυεπίπεδες σχέσεις του KDP με το τουρκικό κράτος που στρέφονταν και κατά του PKK, το δεύτερο κουρδικό κόμμα PUK δαιφαίνεται πως κινείται και αυτό κατά των Κούρδων ανταρτών[9]. Η Τουρκία συνεχίζει πλέον πτήσεις προς την Σουλειμανίγια[10] (το προπύργιο του PUK) και το PUK κατηγορείται πως διώκει το PKK από τα εδάφη που ελέγχει. Φαίνεται πως στο ιρακινό Κουρδιστάν διαμορφώνεται ένα μέτωπο κατά του PKK και από τα δύο κύρια κόμματα κάτι το οποίο πιθανώς αποτελεί αμερικανική και τουρκική απαίτηση προς τους Ιρακινούς Κούρδους.
Ο Τζεμίλ Μπαγίκ ένας εκ των ηγετών του PKK με αφορμή τη συμπλήρωση είκοσι ετών από την αρπαγή Οτζαλάν καλεί τους αντάρτες σε νέο αγώνα κατά του τουρικού κράτους[11]. Παράλληλα οι ΤΕΔ επιχειρούν σε κωμοπόλεις της ΝΑ Τουρκίας εφαρμόζοντας παράλληλα στρατιωτικό νόμο (προσφάτως στη Lice)[12].
Συνοψίζοντας, η κουρδική οντότητα του βορείου Ιράκ έχει εξαιρετικά μεγάλη αξία για την αμερικανική στρατηγική στη Μεσοποταμία και ασκούνται πιέσεις άμβλυνσης των ενδοκουρδικών διαφορών. Οι πολιτικές εξελίξεις στο Ιράκ, διαμορφώνουν μία πραγματικότητα όπου η αναβάθμιση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Το επόμενο διάστημα θα είναι ενδεικτικό της ικανότητας της νέας ιρακινής κυβέρνησης να ισορροπήσει μεταξύ αντίρροπων δυναμικών προερχόμενων κυρίως από το Ιράν και τις ΗΠΑ.
Το ισχυρό ενδεχόμενο αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία προϊδεάζει για συνεννόηση ΗΠΑ-Ρωσίας και κάποιου είδους ανταλλαγή. Οι ρωσικές θέσεις προς τους ισραηλινούς σε σχέση με την απομάκρυνση του Ιράν από τη Συρία σε συνδυασμό με τις παράλληλες προτάσεις των Ρώσων προς Κούρδους και Τουρκία καταδεικνύουν πως η Ρωσία κατανοεί απόλυτα τα όρια των σχέσεων της με την Τουρκία διατηρώντας τις επιλογές της ανοικτές. Η αμερικανική αποχώρηση θα επιταχύνει τις εξελίξεις αναγκάζοντας την Τουρκία να διαλέξει στρατόπεδο. Οι Κούρδοι της Συρίας θα αναγκαστούν επίσης να επιλέξουν ή αναγκαστικά θα οδηγηθούν από τις εξελίξεις.

[1]https://www.independent.co.uk/news/world/middle-east/syria-trump-kurdish-isis-turkey-us-troop-withdrawal-mattis-a8695151.html
‘We used to trust the US’: Syrian Kurds fear Turkish attack after Trump’s troop withdrawal

[2]https://www.themoscowtimes.com/2017/01/26/russian-delegation-proposes-autonomy-for-syrian-kurds
‘Russian Delegation to Syria Proposes Kurdish Autonomy’

[3]https://www.yenisafak.com/en/news/1998-adana-pact-could-solve-turkey-syria-issues-says-russian-fm-3472937
‘1998 Adana pact could solve Turkey-Syria issues, says Russian FM’

[4]https://www.washingtonpost.com/opinions/2019/02/15/us-is-asking-european-countries-deploy-troops-syria/?utm_term=.c29c21dbc948
The U.S. is asking European countries to deploy troops to Syria

[5]https://foreignpolicy.com/2019/01/25/us-considering-plan-to-stay-in-remote-syrian-base-to-counter-iran-tanf-pentagon-military-trump/
‘U.S. Considering Plan to Stay in Remote Syrian Base to Counter Iran’

[6]https://www.jpost.com/Arab-Israeli-Conflict/Israel-might-expand-covert-war-against-Iran-beyond-Syria-in-coming-year-580541
‘WAR AGAINST IRAN BEYOND SYRIA IN COMING YEAR’

[7]https://www.aa.com.tr/en/middle-east/iraq-s-krg-suspends-oil-exports-to-iran/1394795
‘Iraq’s KRG suspends oil exports to Iran’

[8]https://anfenglishmobile.com/features/the-us-plan-for-kirkuk-the-deal-between-puk-and-kdp-32719
‘The US plan for Kirkuk, the deal between PUK and KDP’

[9]http://www.rudaw.net/english/kurdistan/090120194
‘PUK forces shut down PKK-affiliated party office in Garmiyan: report’

[10]http://www.kurdistan24.net/en/news/a7a37d83-1f3a-43da-96b4-c90bb3caf3f8
‘Ban lifted, first Turkish flight in over a year lands in Kurdistan’s Sulaimani’

[11]https://anfenglishmobile.com/features/bayik-our-people-must-start-resistance-everywhere-32638
‘Bayik: Our people must start resistance everywhere’

[12]https://anfenglishmobile.com/kurdistan/military-operation-and-curfew-in-lice-32868
‘Military operation and curfew in Lice’

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Η αστάθεια που υπάρχει αυτή την περίοδο στο Όρος Σινά έχει ρίζες που χρονολογούνται πολύ πριν από τις αραβικές εξεγέρσεις του 2011 και το πραξικόπημα του 2013 που ακολούθησε. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η εξτρεμιστική ομάδα al-Tawhid Wal Jihad η οποία δρούσε στο Σινά, συμμάχησε με την Αλ Κάιντα, διαπράττοντας αρκετές επιθέσεις υψηλού προφίλ σε τουριστικά θέρετρα, επιθέσεις που σκότωσαν δεκάδες ανθρώπους και έγιναν γνωστές σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το κράτος απάντησε με καταστολή και προσπάθησε να καταπνίξει την εξέγερση που φαινόταν να παίρνει διαστάσεις. Όμως, στο χάος που ακολούθησε το 2011, οι ισλαμιστές βρήκαν την κατάλληλη στιγμή για να εκδικηθούν τα χρόνια κακομεταχείρισης στα χέρια της αστυνομίας και του στρατού. Αυτή τη στιγμή, μια άλλη μαχητική ομάδα, η Ansar Bayt al-Maqdis, που προέρχεται από την al-Tawhid Wal Jihad, δημιουργήθηκε. Οι βασικοί της στόχοι είναι αγωγοί αερίου στο Σινά οι οποίοι καταλήγουν στο Ισραήλ και την Ιορδανία. Συνέχεια ανάγνωση

Μετά την ανατροπή του προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι τον Σεπτέμβριο του 2013 και έπειτα από τη σφαγή των διαδηλωτών στο Κάιρο τον μήνα που ακολούθησε, η εξτρεμιστική ομάδα επέστρεψε στο Σινά και με σχεδόν εβδομαδιαίες επιθέσεις συνέχισε το κλίμα τρόμου. Το 2014, η Ansar Bayt al-Maqdis συμμάχησε με το λεγόμενο “Ισλαμικό Κράτος” που δρούσε με επιτυχία εκείνη την εποχή στη Συρία. Μάλιστα, άλλαξε το όνομα της σε “επαρχία Σινά”, ισχυριζόμενη ότι είναι μέρος της επικράτειας του λεγόμενου “Ισλαμικού Κράτους”.

Η Αιγυπτιακή Κυβέρνηση, προσπάθησε να καταστείλει εκ νέου την οργάνωση. Οι εγκατεστημένες μονάδες της Αιγύπτου προσπαθούσαν να ανακόψουν τα κύματα των Ισλαμιστών και να ελέγξουν τις περιοχές στην ευρύτερη περιοχή της χερσονήσου του Σινά. Επιπλέον, το κύμα υπερ-εθνικισμού της Αιγύπτου δημιούργησε την αφήγηση του “Αιγύπτιου Μαχητή”. Μία θρησκευτική, πειθαρχημένη, τακτοποιημένη και “γεννημένη να σκοτώνει” μαχητική μηχανή. Το 2016, το υπουργείο άμυνας κυκλοφόρησε μια ταινία που δείχνει την καθημερινή ζωή ενός Αιγύπτιου στρατιώτη, παρουσιάζοντας τον ως μια απόλυτα εκπαιδευμένη και ικανή μονάδα. Αυτό οδήγησε σε αύξηση των νεοσυλλέκτων, και επιθυμία τους να υπηρετήσουν την πατρίδα τους απέναντι στην ισλαμιστική απειλή.

Ωστόσο πολλοί από τους στρατιώτες που υπηρετούν στο Σινά δεν το επέλεξαν: ήταν ήδη στρατολογημένοι. Σύμφωνα με το σύνταγμα της Αιγύπτου, οι άνδρες ηλικίας 18 έως 30 ετών οφείλουν να υπηρετούν στο στρατό για τουλάχιστον 18 μήνες, ενώ υπάρχει ρύθμιση ενεργής συμμετοχής στο στράτευμα για εννέα ακόμη χρόνια εάν αυτό τους ζητηθεί. Βέβαια, οι νεαροί άνδρες με σοβαρά ιατρικά προβλήματα, όσοι είναι τα μόνο παιδί μιας οικογένειας, αλλά και άτομα με γνωστές ισλαμιστικές/φονταμενταλιστικές τάσεις, απαλλάσσονται.

Οι ισλαμιστές μαχητές εκπαιδεύονται σε μάχες πραγματικού χρόνου, σε τεχνικές ανταρτοπολέμου εντός και εκτός πόλεων αλλά και στην ψυχική/σωματική αντιμετώπιση της ερήμου. Ακόμη εξαιρετικά πιθανή είναι η στρατιωτική εμπειρία στη Γάζα, τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ και τη Λιβύη. Στον αντίποδα, ο κύριος όγκος των δυνάμεων της Αιγύπτου είναι στρατιώτες που έχουν περάσει μόνο 45 ημέρες σε στρατόπεδο νεοσυλλέκτων προκειμένου να εκπαιδευτούν στα βασικά θέματα που ένας στρατιώτης θα κληθεί να αντιμετωπίσει στο πεδίο της μάχης.

Η κατάσταση είναι ακόμη πιο προβληματική. Οι στρατιώτες δεν έχουν δυνατότητα ψυχολογικής βοήθειας, ούτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στις μονάδες που μάχονται στο όρος Σινά αλλά ούτε και την περίοδο που αποστρατεύονται. Αυτό σημαίνει ότι επιστρέφουν πίσω στην κοινωνία και την “κανονικότητα” με κληρονομιά τους εφιάλτες που έζησαν στο πεδίο της μάχης.

Οι Αιγύπτιοι στρατιώτες που υπηρετούν στο Σινά είναι περισσότερο μια δύναμη ανάγκης παρά μια άρτια εξοπλισμένη και εκπαιδευμένη δύναμη. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που αδυνατούν να ελέγξουν την περιοχή, η οποία όσο τα χρόνια περνούν ερημώνει ολοένα και περισσότερο. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι ο εξοπλισμός τους προέρχεται από τη δεκαετία του 1990, την ίδια στιγμή που οι ισλαμιστές πολεμούν με γυαλιά νυχτερινής οράσεως, ένα “όνειρο” για τους Αιγύπτιους στρατιώτες (!).

Πολιτικά, αυτό σημαίνει πως η κακομεταχείριση του στρατεύματος είναι ήσσονος σημασίας απέναντι στην “εντολή”. Αυτή είναι μια ιστορική κουλτούρα που υπάρχει στους ανά χώρα στρατούς. Ωστόσο, όσο μεγάλο ποσοστό των στρατών σε παγκόσμιο επίπεδο λειτουργεί έτσι, άλλο τόσο αυτός ο αναχρονισμός αυξάνει τον αριθμό νεκρών στρατιωτών. Είναι μια ιδεολογική σύγκρουση στον τομέα της πειθαρχίας. Από τη μία κάθε αξιωματικός οφείλει να είναι σκληρός και επιτακτικός για την πραγματοποίηση της “εντολής”. Από την άλλη πλευρά όμως ένας μη εκπαιδευμένος και ελλιπώς εξοπλισμένος στρατός δεν μπορεί να ακολουθήσει με επιτυχία το εκάστοτε πρόσταγμα.

Στην περίπτωση της Αιγύπτου, τα συμπεράσματα είναι συγκεκριμένα. Αρχικά, η χώρα δείχνει προς τους εταίρους της στο εξωτερικό πως έχει έναν αξιόμαχο στρατό, έτοιμο για την αντιμετώπιση κάθε απειλής. Ωστόσο, στον αντίποδα το σχέδιο της για εκκαθάριση των ισλαμιστών από τις περιοχές που ελέγχουν στο όρος Σινά έχει αποτύχει παταγωδώς. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη βασικού εξοπλισμού στο στρατό της και την απαρχαιωμένη τεχνολογία που χρησιμοποιεί. Το μείζον όμως ζήτημα της στρατιωτικής πολιτικής της χώρας είναι η έλλειψη υπομονής όσον αφορά την εκπαίδευση. Οι 45 ημέρες που δίνονται σε κάθε νεοσύλλεκτο προκειμένου να εκπαιδευτεί μοιάζουν με κακόγουστο αστείο. Όσο η κατάσταση αυτή συνεχίζεται, τόσο οι ισλαμιστές του Σινά -βετεράνοι οι περισσότεροι από 2 ή και περισσότερους πολέμους ήδη- θα συνεχίσουν να έχουν τον έλεγχο σημαντικών περιοχών και να αποτελούν παράγοντα περιφερειακής ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή του Όρους Σινά.

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και μεταπτυχιακός φοιτητής Γεωπολιτικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών