για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική

Διεθνης Πολιτικη

Share Button

Της: Μαρίνας Γκαραβέλα, Βοηθού Ερευνήτριας, ΚΑΝΣ

Μετά την επιτυχημένη έκβαση των εκλογών του 2019 ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης συνέχισαν την ακάθεκτη επεκτατική πορεία τους στα εδάφη του άμεσου ενδιαφέροντός τους. Η τακτική τους αυτή ήταν και είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιδιαίτερης ιδεολογίας της Τουρκίας περί ειρηνικής επίλυσης των προβλημάτων που θίγουν τα συμφέροντα τους. Ο πρόεδρος Ερντογάν σε δήλωση του εξέφρασε την πεποίθηση του πως: « Τα συμφέροντα και οι κίνδυνοι για την Τουρκία ξεκινούν πολύ πέρα από τα σύνορα της».

Παρά την εισβολή στη Συρία, τα προβλήματα με τους εκατομμύρια πρόσφυγες, την προκλητική και αδιόρθωτη στάση στο Αιγαίο και έπειτα στην Ανατολική Μεσόγειο, το «Μνημόνιο Συνεργασίας» με τη Λιβύη ( το οποίο δίνει απλόχερα στην Τουρκία το ¼ της έκτασης που επιδιώκει να αποκτήσει) και την αντίδραση των γειτονικών της κρατών,  τη διεθνή κατακραυγή (ορισμένων χωρών) για αντιδημοκρατική και αντινατοϊκή συμπεριφορά, τα αποτελέσματα από τις  πρόσφατες δημοσκοπήσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας έδειξαν ότι ο Ερντογάν παραμένει ο πιο δημοφιλής πολιτικός της χώρας. Συνέχεια ανάγνωση

Αυτή η ανάδειξη προκάλεσε, εύλογα, την απορία σχετικά με το πόσο ανεκτικός μπορεί να είναι ο τουρκικός λαός σε καταπάτηση διεθνών συνθηκών και δικαιωμάτων εξαιτίας της στήριξης του στο πρόσωπο του Τούρκου Προέδρου.

Τα ποσοστά της χώρας που επιθυμούσαν μια ένοπλη εισβολή στη Συρία ήταν περιορισμένα ενώ σύμφωνα με δημοσκοπήσεις πάνω από το 49.7% τάσσεται κατά της ανάμειξης της Τουρκίας στη Λιβύη. Οι δηλώσεις πατριωτισμού του Ερντογάν περί προστασίας τούρκων απόγονων που ζουν στη Λιβύη φάνηκε να μην έχουν την απήχηση που αναμενόταν αφού πολλά διεθνή μέσα επικοινωνίας ανέφεραν μεταξύ άλλων πως η Άγκυρα πήγε στη Λιβύη για να μείνει, όπως έκανε και με τη Συρία.

Όλα τα ήδη αναφερόμενα φαίνεται να βρίσκονται κάτω από την «ομπρέλα» του νέου Αμυντικού Δόγματος που διέπει την πολιτική σκηνή της Τουρκίας και ακούει στο όνομα «Γαλάζια Πατρίδα». είναι η μεγάλη απόδειξη των επεκτατικών βλέψεων του Ερντογάν εφόσον ο χάρτης που απεικονίζει το στόχο του Τούρκου προέδρου αφόρα μεγάλες εκτάσεις που δεν ανήκουν στην Τουρκία, χερσαίες και  θαλάσσιες εκτάσεις συν  ό,τι τις αφορά (θαλάσσιες ζώνες, υφαλοκρηπίδα, ορυκτός πλούτος- υδρογονάνθρακες).

Το Μνημόνιο συνεργασίας, η αγορά των αντιπυραυλικών συστημάτων από τη Ρωσία παρά τις αντιρρήσεις, τις προειδοποιήσεις και τους εκφοβισμούς, που έπεσαν στο κενό, από την πλευρά των Η.Π.Α., η εισβολή στη Συρία στο όνομα της ειρήνης και της δημοκρατίας, οι απειλές για μελλοντικές γεωτρήσεις σε θάλασσα που δεν υπόκειται στη δικαιοδοσία της γειτονικής χώρας, είναι γεγονότα που επιβεβαιώνουν την αποφασιστικότητα του Ερντογάν να επιτύχει τους στόχους του και να αναδείξει την Τουρκία κυρίαρχη δύναμη στο διεθνές σκηνικό.

Λέγεται πως οι σωστότερες λέξεις για τον χαρακτηρισμό του Τούρκου προέδρου είναι τα επίθετα: εμμονικός και επικίνδυνος. Η εμμονή του να ανακηρυχτεί διάδοχος του Μουσταφά Κεμάλ και επομένως εθνοπατέρας είναι αυτό που τον παρακινεί να μη διστάζει, να διακινδυνεύει και να «δοκιμάζει» την ανοχή της διεθνούς κοινότητας. Είναι αυτοί οι ισχυρισμού που οδήγησαν στο τέλος του 2019 πολιτικούς αντιπάλους του Ερντογάν (που κάποτε ανήκαν στο δυναμικό του AKP),  να δημιουργήσουν τα δικά τους πολιτικά κόμματα με σκοπό να του εναντιωθούν και να συσπειρώσουν όσους δεν επιθυμούν να είναι μέρος των κινήσεων και αποφάσεων του Ερντογάν.

Σε τέσσερα χρόνια από τώρα, στην επέτειο των 100 χρόνων ανεξαρτησίας της τουρκικής δημοκρατίας ο Ερντογάν επιθυμεί να «παρουσιάσει» μια Τουρκία ισχυρότατη οικονομικά, επενδυτικά αλλά κυρίως, και πάνω από όλα, εδαφικά. Στη σκέψη του, αυτό είναι το κύριο συστατικό της επιτυχίας  και της αφοσίωσης που κατέκτησε ο  Κεμάλ και αυτό είναι το σημείο που θα επιδιώξει την ταύτιση με τον ιδρυτή της τουρκικής δημοκρατίας. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές και πολύ σύντομα θα συμπληρώσουν το πάζλ της συλλογικής δράσης του κόμματος του AKP και των υποστηρικτών του.

 

 

 

 

Share Button

Δρ. Νικόλαος Παναγιωτίδης, Διευθυντής ΓΕΩΠΑΜΕ

Η μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδος βρίσκει το Ηνωμένο Βασίλειο αποδυναμωμένο αναφορικά με τους συντελεστές ισχύος του προς αναζήτηση ρόλου στις μεταπολεμικές εξελίξεις. Δεν είναι πια μεγάλη δύναμη αν και οι ηγέτες του δεν θέλουν να το συνειδητοποιήσουν. Διαχρονικά οι Βρετανοί ηγέτες πίστευαν ότι η χώρα τους είναι μια δύναμη παγκόσμιου βεληνεκούς οχι μια ηπειρωτική ευρωπαϊκή.

Σε ένα παράλληλο επίδεδο- αλλά απόλυτα σχετιζόμενο με τις δυσμενείς επιπτώσεις του Πολέμου- στη γηραία ηπειρο λαμβάνουν χώρα κοσμογονικές εξελίξεις που πυροδοτούν το φαινόμενο της ευρωπαϊκης ολοκλήρωσης. Το σχέδιο του Γάλλου ΥΠΕΞ Σιουμαν (Ιούνιο 1950) δια του οποίου επιχειρείται να τεθούν υπό μια υπερεθνική Ανώτατη Αρχή  οι βιομηχανίες άνθρακα και χαλυβα της Δυτικής Γερμανίας και της Γαλλίας,  αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα για την δημιουργία της Ευρωπαϊκης Ένωσης, η οποία εξελικτικά μέσα από μια διαδικασία συνθηκών και διεργασιών πήρε τη σημερινή της μορφή. Σκοπός η εξάλειψη του γαλλογερμανικού ανταγωνισμού και της απειλής για ένα νέο πόλεμο. Συνέχεια ανάγνωση

Η  Βρετανία ουσιαστικά ποτέ δεν πίστεψε ολοκληρωτικά στο φαινόμενο της ευρωπαϊκης ολοκλήρωσης και καθόλη τη διάρκεια του ήταν με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω από αυτή. Η ειδική σχέση που απολάμβανε με τις ΗΠΑ και η ηγετική της θεση στον χώρο της Κοινοπολιτείας της έδιδαν μια άλλη οπτική για το ενοποιητικό εγχείρημα.

Συνεχίζοντας να έχει μια σειρά ιδεοληψιών για τη θέση  της στο μεταπολεμικό διεθνές σύστημα και το «ειδικό βάρος» που η ίδια απένειμε στον εαυτό της αρνείται να συμμετάσχει στα αρχικά στάδια της συνεργασίας των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Απορρίπτει το εγχείρημα Σιουμάν προτάσσοντας τον εντονο σκεπτικισμό της για μεταβίβαση εθελούσιας εξουσίας σε υπερεθνικούς οργανισμούς, κάτι που ισχύσε καθόλη τη διάρκεια παραμόνης της στην ΕΕ. Η ίδια ευρωσκεπτικιστική λογική επικρατεί και κατά τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ).

Διαβλέποντας η Βρετανία ότι η άρνηση της εγκυμονούσε συγκεκριμένους κινδυνους για τα οικονομικά της συμφέροντα πρωτοστάτησε στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθερων Συναλλαγών το 1960 μαζί με άλλα έξι κράτη. Ωστόσο, επρόκειτο για ενα οργανισμό μειωμένων προσδοκιών που δεν ευοδώθηκαν.

Επανατοποθετούμενοι θετικά ως προς την διαδικασία ολοκλήρωσης οι Βρετανοί θα υποβάλουν αίτηση το 1962 για είσοδο στην ΕΟΚ. Ο Γάλλος Πρόεδρος Ντε Γκολ θα θέσει βέτο το 1963 ένεκα διαφωνιών για τους όρους εισδοχής της Βρετανίας και λογω των φιλοαμερικανικών δεσμών της. Σε γεωπολιτικό επίπεδο οι Γάλλοι ανησυχούσαν ότι τυχόν είσοδος των Βρετανών στην κοινότητα θα υπονόμευε την γαλλο-γερμανική προσέγγιση.

Θα ακολουθήσει δεύτερο γαλλικο βέτο το 1968, αλλά η αποχώρηση Ντε Γκολ από την εξουσία το 1969 άνοιξε το δρόμο για την ένταξη της Βρετανίας στην κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1973.

Η Βρετανία συνεχίζει να αναπτύσει και να ακολουθεί μια suis generis πορεία εντός της ΕΕ εμφανές στοιχείο και από την άρνηση της να ενταχθεί στην ζώνη Σένκεν και στην Ευρωζώνη. Αν και επιθυμεί τα οικονομικά κυρίως οφέλη που προκύπτουν από την ιδιότητα της ως κράτος –μέλος της Ένωσης αρνείται να καταβάλει το τίμημα.

Εστιάζοντας στις πιο πρόσφατες εξελίξεις, η οικονομική κρίση που εκκολάφθηκε στις ΗΠΑ το 2008  και διαχύθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωζώνη ανατροφοδότησε τον εντονο ευρωσκεπτικισμό των Βρετανών πολιτικών που ήθελαν να δουν την έξοδο του ΗΒ από την ΕΕ.    Πολιτικοί όπως ο Ντειβιντ Κάμερον, ο νυν πρωθυπουργός Μπορις Τζόνσον και ο Ναιτζελ Φαρατζ ηγέτης του Βρετανικού Κόμματος Ανεξαρτησιας βγήκαν μπροστά με διάφορα επιχειρήματα εναντίον της ΕΕ και των Πολιτικών της. Προεξέχουσα θέση στην φαρέτρα τους είχε το αντιμεταναστευτικό χαρτί: Πόσο καιρό η Βρετανία θα επωμίζεται το βάρος της μεταναστευσης στη χώρα από την καθημαγμένη οικονομικά ΕΕ για πολιτικές που η ίδια δεν συνενούσε; Η νίκη των Τόρις το 2015 έδωσε την ευκαιρία στον Ντειβιντ Καμερον να υλοποιήσει την προεκλογική του δέσμευση για την διενέργεια δημοψηφίσματος.

Τον Ιούνιο του 2016 ο βρετανικός λαός με 52 τοις εκατό υπέρ και 48 εναντιον ψήφισαν την έξοδο τους από την Ένωση. Από την πλευρά της η ΕΕ αναγκάστηκε να ενεργοποιήσει το  άρθρο 50, το οποίο θεσπίστηκε για πρώτη φορά με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας (2007).

Ολοι έχουμε δει στους τηλεοπτικούς δέκτες  το «σίριαλ» και τη σοβούσα εδω και τριάμιση χρόνια πολιτική κρίση που προκαλούσε στην πολιτική σκηνή της Βρετανίας το Brexit, καθώς και τα προβλήματα που αυτό δημιούργησε στις σχέσεις Βρετανίας –ΕΕ. Δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε και στο θέμα του λεγόμενου backstop, της ρήτρας για την αποφυγή σκληρών συνόρων μεταξύ του Ιρλανδικού Κράτους και της Βόρειας Ιρλανδία, έξέλιξη που αποτελεί ένα εν δυνάμει δυναμίτη για τη συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1988, η οποία τερμάτισε την εικοσαετή ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών στην Βόρεια Ιρλανδία.

Η λαϊκή ετυμηγορία που έφερε τον Μπόρις Τζόνσον στην εξουσία τον Δεκέμβριο με αυτοδύναμη κυβέρνηση του δίδει το περιθώριο να υλοποιήσει το Brexit έως τις 31 Ιανουαρίου. Ωστόσο, η μετα Βrexit εποχή  μπορεί να μην είναι τόσο ρόδινη για τους Βρετανούς.

 

Share Button

Γαλάνη Δέσποινα-Δανάη

Εντός των πρώτων μηνών του 2019 (Φεβρουάριος – Απρίλιος) η Δούμα (Κάτω Βουλή της Ομοσπονδιακής Συνέλευσης της Ρωσίας) ενέκρινε τον νόμο για τη δημιουργία εγχώριου ίντερνετ, γνωστό ως RuNet. Αξίζει να σημειωθεί ότι ψηφίστηκε μόνο από το κόμμα Ενωμένη Ρωσία, που κατέχει την πλειοψηφία των εδρών της Δούμας. Ο νόμος, γνωστός ως “sovereign internet law”, εγκρίθηκε από τον Πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Βλαδίμηρο Πούτιν, την 1η Μαΐου του 2019 και κοινοποιήθηκε αμέσως. Συνέχεια ανάγνωση

Ο νόμος προβλέπει, πως όλοι οι εγχώριοι πάροχοι ίντερνετ υποχρεούνται να εγκαταστήσουν λογισμικό παρακολούθησης στα σημεία σύνδεσης της Ρωσίας με τον παγκόσμιο ιστό, με την διαδικασία να έχει αρχίσει από τον Σεπτέμβρη. Το λογισμικό αυτό επιτρέπει την συλλογή, έλεγχο, ανάλυση και φιλτράρισμα των πληροφοριών που εισέρχονται στη χώρα. Οι αρμόδιες αρχές θα ελέγχουν τις πληροφορίες και θα είναι σε θέση να μπλοκάρουν συγκεκριμένες διευθύνσεις περιορίζοντας το περιεχόμενο που μπορούν να έχουν πρόσβαση οι χρήστες. Το ίδιο θα ισχύσει για τα δεδομένα που οι χρήστες εισάγουν στο διαδίκτυο, τα οποία θα ελέγχονται προτού βγουν εκτός χώρας. Μέχρι το 2021 προβλέπεται να έχουν δημιουργηθεί κρατικά DNS (Domain Name System), που θα χρησιμοποιηθούν μόνο σε περιπτώσεις που θα αξιολογηθούν από την κυβέρνηση ως κρίση. Σημαντικός είναι ο ρόλος του watchdog, Roskomnadzor, σύστημα επίβλεψης με πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που εισέρχονται και εξέρχονται από τη χώρα.

Αξίζει να αναφερθούν και άλλα μέτρα θεσπισμένα από την κυβέρνηση με σκοπό τον περιορισμό της ελευθερίας στο διαδίκτυο. Κάποια από αυτά είναι η ποινικοποίηση των fake news και της δημοσίευσης αρνητικών σχολίων για τις αρχές, η απαγόρευση χρήσης εφαρμογών όπως το Telegram, DailyΜotion και LinkedΙn. Πιο πρόσφατη εξέλιξη αποτελεί η ψήφιση νόμου που χαρακτηρίζει bloggers, δημοσιογράφους και απλούς χρήστες του διαδικτύου ως ξένους πράκτορες σε περίπτωση που αναπαράγουν αναρτήσεις φορέων που χαρακτηρίζονται από το κράτος ως “ξένοι”. Μια δήλωση του Πούτιν, που άπτεται του πλαισίου των περιορισμών, είναι αυτή που αναφέρεται στην αντικατάσταση της “αναξιόπιστης” Wikipedia από μια αντίστοιχη ρωσικής προέλευσης εγκυκλοπαίδεια για αξιόπιστη ενημέρωση, εγχείρημα που φημολογείται ότι θα κοστίσει 30 εκατομμύρια δολάρια.

Ο νόμος, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως αμυντικό μέτρο, όπως προβλεπόταν, τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου του 2019 και από τότε, όπως έχει επιβεβαιωθεί από κρατικές αρχές, έχουν γίνει δοκιμές που ελέγχουν την λειτουργία του συστήματος, χωρίς όμως να έχουν κοινοποιηθεί τα αποτελέσματα. Μέχρι την 1η Απριλίου του 2020, την τελευταία μέρα υποβολής τροποποιήσεων για το νόμο, θα γίνονται επαναλαμβανόμενες δοκιμές του συστήματος, ενώ μετά το πέρας της προθεσμίας θα γίνεται τουλάχιστον μία ανά έτος, έτσι ώστε να ελέγχεται η λειτουργικότητα και η εντιμότητα του συστήματος σε περίπτωση κρίσης. Οι δοκιμές θα πραγματοποιούνται σε ομοσπονδιακό ή σε περιφερειακό επίπεδο.

Σύμφωνα με τους νομοθέτες, στόχος είναι η αποκοπή της Ρωσίας από τους παγκόσμιους server σε περίπτωση επίθεσης στον κυβερνοχώρο, ενώ αποβλέπει επίσης στην άμεση ανταπόκριση της Ρωσίας σε περίπτωση που κάποια Δυτική χώρα της απαγορεύσει πρόσβαση στο διαδίκτυο. Πιθανή αφορμή για την προσήλωση στην εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου αποτελεί η δήλωση Τραμπ σχετικά με τη στρατηγική των ΗΠΑ στον κυβερνοχώρο, αν και ο Πούτιν έχει δηλώσει ότι δεν θεωρεί πολύ πιθανή την πραγματοποίηση κυβερνοεπίθεσης των ΗΠΑ κατά της Ρωσίας, και πως ο τομέας του διαδικτύου αποτελεί τομέα στον οποίο η Ρωσία πρέπει να ανεξαρτητοποιηθεί.

Οι κριτικοί αυτής της καινοτομίας κάνουν λόγο για απειλή της ελευθερίας στο διαδίκτυο, αφού το μέτρο αυξάνει τον κυβερνητικό έλεγχο στην ροή των πληροφοριών, δίνοντας νομιμοποιητική βάση στην εκτεταμένη παρακολούθηση του πληθυσμού από κρατικές υπηρεσίες. Η κυβέρνηση κατηγορείται ότι θέλει να επιβάλει στο διαδίκτυο καθεστώς όπως αυτό που ισχύει στην ρωσική τηλεόραση, με μοναδικό σκοπό την διατήρηση του καθεστώτος και τον περιορισμό των αναταραχών, αποτέλεσμα των αυταρχικών πρακτικών της Μόσχας. Όπως είναι φυσικό, εκτεταμένες αντιδράσεις έχουν προκληθεί, με την μορφή διαδηλώσεων. Σύμφωνα με έρευνα του φορέα VTsIOM που διεξάχθηκε τον Απρίλιο, μόλις το 23% τάσσεται υπέρ του εγχώριου δικτύου ίντερνετ ενώ το 52% κατά.

Ο αντίλογος δικαιολογεί την ύπαρξη του νόμου, δίνοντάς του αμυντική χροιά, καθώς θα προστατεύσει το κράτος σε περίπτωση κυβερνοεπίθεσης ή σε περίπτωση που μία χώρα αρνηθεί στην Ρωσία την πρόσβαση στο διαδίκτυο. Ακόμη όπως γίνεται φανερό και από ορισμένες δηλώσεις του Πούτιν, η εξάρτηση από δυτικού τύπου καινοτομίες στον συγκεκριμένο τομέα είναι κάτι το οποίο καθιστά τη Ρωσία εξαρτώμενη από τη Δύση, καθιστώντας εύλογη την επιθυμία ανεξαρτησίας στον τομέα.

Αυτή η εξέλιξη δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη, αφού αποτελεί κομμάτι μιας σειράς μέτρων που περιορίζουν όχι μόνο την ελευθερία στο διαδίκτυο αλλά και την ελευθερία της έκφρασης. Η αύξηση του κυβερνητικού ελέγχου στην ροή των πληροφοριών ενδέχεται να προκαλέσει ακόμη πιο εκτεταμένες αντιδράσεις όταν πραγματοποιηθεί πλήρης εφαρμογή του νόμου. Πάντως, οφείλεται να μην παραβλεφθούν οι λόγοι ασφάλειας που επικαλείται η κυβέρνηση και οι αρμόδιοι για την εφαρμογή του μέτρου. Μία χώρα όπως η Ρωσία με πολιτικές που δεν γίνονται αποδεκτές σε διεθνές επίπεδο, κινδυνεύει να γίνει υποδοχέας κυρώσεων από τρίτα κράτη. Επίσης, η θέσπιση επιθετικής πολιτικής στον τομέα του κυβερνοχώρου  από τις ΗΠΑ, είναι αναμενόμενο να μην αφήνει αμέτοχη την Ρωσία, η οποία οφείλει να λάβει προληπτικά μέτρα για να μην βρεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων.

Συμπερασματικά, παρά τους αδιαμφισβήτητους περιορισμούς βασικών ελευθεριών που θέτει ο νόμος σε βασικές ελευθερίες, πρέπει να ληφθούν υπόψιν οι λόγοι ασφάλειας όπως έχουν διατυπωθεί από την κυβέρνηση. Ούτως ή αλλιώς, η ύπαρξη της μιας συνθήκης δεν αναιρεί την ύπαρξη της άλλης. Αξίζει να σημειωθεί πως η έλλειψη ορισμού για το τι θα συνιστά “κρίση” που θα οδηγεί στην αποκοπή από τους παγκόσμιους server, συνιστά κενό που αφήνει περιθώριο για αυθαιρεσίες και καταχρήσεις του όρου.

Ερωτήματα που προκύπτουν από τα παραπάνω είναι αν Ρωσία θα καταφέρει εν τέλει να ανταπεξέλθει στην επιτυχή ολοκλήρωση του εγχειρήματος δημιουργώντας ένα αξιόπιστο και λειτουργικό δίκτυο, άξιο να ενεργοποιηθεί σε περίπτωση κρίσης, και τι επιδράσεις θα έχει στην δημοτικότητα του Πούτιν και την επιβίωση του καθεστώτος αποτελώντας σταθεροποιητικό ή αποσταθεροποιητικό παράγοντα. Αποτελεί ζήτημα που χρήζει μελέτης και παρακολούθησης των εξελίξεων και της κατάστασης όπως θα διαμορφωθεί μετά την καταληκτική ημερομηνία των τροποποιήσεων, που πιθανώς θα γίνει προσθήκη και άλλων αυστηρότερων μέτρων. Η πιθανή επιτυχία του εγχειρήματος θα παρουσιάσει ενδιαφέρον όχι μόνο σε εγχώριο, αλλά και σε διεθνές επίπεδο, καθώς μικρότερες χώρες μπορεί να παραδειγματιστούν από την ενέργεια της Ρωσίας και να εφαρμόσουν παρόμοιες τεχνικές.

Πηγές:

Business Standard. (2019). Putin signs law that allows Russian authorities to isolate internet. [online] Available at: https://www.business-standard.com/article/pti-stories/putin-signs-controversial-internet-law-119050200041_1.html[Accessed 5 Dec. 2019].

Bremmer, I. (2019). The Quick Read About… Russia’s New Internet Law. [online] Time. Available at: https://time.com/5578737/the-quick-read-about-russias-new-internet-law/ [Accessed 5 Dec. 2019].

Daws, R. (2019). Russia seeks to replace Wikipedia as it accelerates “sovereign internet” plans. [online] Telecom Tech News. Available at: https://www.telecomstechnews.com/news/2019/dec/04/russia-replace-wikipedia-sovereign-internet-plans/ [Accessed 5 Dec. 2019]

Defenseworld.net. (2019). Russia to commence “Sovereign Internet” Project from November. [online] Available at: https://www.defenseworld.net/news/25554/Russia_to_commence____Sovereign_Internet____Project_from_November#.XejsjugzaM8 [Accessed 5 Dec. 2019].

Duma.gov.ru. (2019). № 608767-7 В архиве. [online] Available at: https://sozd.duma.gov.ru/bill/608767-7 [Accessed 5 Dec. 2019].

 

Ivanko, I. (2019). Majority of Russians Oppose ‘Sovereign Internet’ Bill – Poll – The Moscow Times. [online] The Moscow Times. Available at: https://www.themoscowtimes.com/2019/04/29/majority-of-russians-oppose-sovereign-internet-bill-study-a65419 [Accessed 25 Nov. 2019]

 

Jay, J. (2019). Russia’s Sovereign Internet Law set to isolate Internet traffic. [online] Teiss. Available at: https://www.teiss.co.uk/russias-sovereign-internet-law/ [Accessed 5 Dec. 2019].

‌Moon, M. (2019). Russia’s “sovereign internet” law takes effect. [online] Engadget. Available at: https://www.engadget.com/2019/11/02/russia-sovereign-internet-law-takes-effect/ [Accessed 5 Dec. 2019].

Meduza.io. (2019). Russian lawmakers pass first draft of Internet-isolation legislation. [online] Available at: https://meduza.io/en/news/2019/02/12/russian-lawmakers-pass-first-draft-of-internet-isolation-legislation  [Accessed 27 Nov. 2019]

 

Randall, I. (2019). Russia ‘to start testing new internal version of the web’. [online] Mail Online. Available at: https://www.dailymail.co.uk/sciencetech/article-7613205/Russia-start-testing-new-internal-version-web-amid-fears-widespread-censorship.html [Accessed 25 Nov. 2019]

 

Reuters Editorial. (2019). Russian lawmakers approve second reading of “sovereign” Internet bill. [online] Available at: https://www.reuters.com/article/us-russia-internet-bill/russian-lawmakers-approve-second-reading-of-sovereign-internet-bill-idUSKCN1RN0UX  [Accessed 5 Dec. 2019].

Rondeaux, C. (2019). Why Russia’s Attempt to Create Its Own Tightly Controlled Internet Could Backfire. [online] Worldpoliticsreview.com. Available at: https://www.worldpoliticsreview.com/articles/28313/why-russia-s-attempt-to-create-its-own-tightly-controlled-internet-could-backfire [Accessed 5 Dec. 2019].

‌Russia laws ban “disrespect” of government and “fake news.” (2019). BBC News. [online] 7 Mar. Available at: https://www.bbc.com/news/world-europe-47488267 [Accessed 5 Dec. 2019].

Simes, D. (2019). Russian Law Allowing Gov’t to Disconnect From the Global Internet Takes Effect. [online] CNSNews.com. Available at: https://www.cnsnews.com/article/international/dimitri-simes/russian-law-allowing-govt-disconnect-global-internet-takes [Accessed 25 Nov. 2019]

 

‌‌The Moscow Times. (2019). Russia’s New ‘Foreign Agent’ Law, Explained. [online] Available at: https://www.themoscowtimes.com/2019/12/02/russias-new-foreign-agent-law-explained-a68311  [Accessed 5 Dec. 2019].

Share Button

Του Γιώργου Φράγκου, Υποψήφιος Διδάκτορας – Ερευνητής ΚΑΝΣ.

Το Ιράν, από το 1979 και έπειτα, αποτελεί στρατηγικό αντίπαλο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Μέχρι σήμερα ο συνασπισμός ΗΠΑ-Ισραήλ-Σαουδικής Αραβίας είναι κοινωνός αυτής της θέσης και την αναπαράγει σταθερά. Όμως οι προσπάθειες του συνασπισμού για απομόνωση του Ιράν σε Συρία και Υεμένη απέτυχαν, ενώ ούτε οι οικονομικές κυρώσεις αποδίδουν τους προσδοκώμενους καρπούς. Αφού λοιπόν απέτυχαν σε αυτές τις προσπάθειες, προσπαθούν να πλήξουν το Ιράν μέσω μιας φιλικά διακείμενης χώρας προς αυτό και μέρος του περίφημου «Σιιτικού Άξονα», το Ιράκ.

Τους τελευταίους μήνες λαμβάνουν χώρα αναταραχές στο Ιράκ. Αρχικά οι διαδηλώσεις είχαν δίκαια αιτήματα του λαού, τα οποία πηγάζουν από εσωτερικά προβλήματα όπως η διαφθορά και το αναποτελεσματικό, πλέον, πολιτικό σύστημα των ποσοστώσεων. Όμως, αυτές οι νόμιμες διαμαρτυρίες χρησιμοποιούνται από εξωτερικούς δρώντες με την προοπτική να εξελιχθούν σε πραξικόπημα. Αυτές οι προσπάθειες έχουν σαν τον απώτερο σκοπό να πλήξουν τις Hashd al Shaabi, μια οργάνωση η οποία υποστηρίζεται από το Ιράν και την κυβέρνηση της χώρας. Συνέχεια ανάγνωση

Κατά την διάρκεια των διαδηλώσεων υπήρχαν αναφορές για ελεύθερους σκοπευτές ακροβολισμένους σε ταράτσες, οι οποίοι πυροβολούσαν αδιακρίτως προς τους διαδηλωτές αλλά και τις δυνάμεις καταστολής. Μια αναδρομή στην ιστορία θα μας θυμίσει πως παρόμοιες τακτικές είχαν συμβεί και στο πραξικόπημα εναντίον του Τσάβες, στη Βενεζουέλα το 2002. Αρκετοί αξιωματούχοι της κυβέρνησης στο Ιράκ έχουν αναφερθεί, αρκετό καιρό πριν το ξέσπασμα των αναταραχών, σε προσπάθειες υποκίνησης εξέγερσης εναντίον της κυβέρνησης και στην ύπαρξη πολλών συνεργατών των ΗΠΑ στο Ιράκ. Αυτό ίσως να εξηγεί και την κίνηση της ιρακινής κυβέρνησης να καθαιρέσει τον δημοφιλή αξιωματικό Abdul Wahab Al-Saadi (υποστηρίζεται πως διατηρεί στενές σχέσεις με τον στρατό των ΗΠΑ) από τη θέση του ως διοικητή των Ιρακινών Αντιτρομοκρατικών Δυνάμεων (ICTS) χωρίς αιτιολόγηση.

Επίσης, παρατηρείται μεγάλη έξωθεν επιρροή και στο συντονισμό των διαδηλώσεων μέσω social media. Αναλυτές, όπως ο Δρ. Marc Owen Jones, υπολογίζουν πως στις εκστρατείες επιρροής στα social media (κυρίως μέσω Twitter) περίπου το 20% των λογαριασμών πιθανότατα είναι ψεύτικοι. Πολλοί από αυτούς του λογαριασμούς δημιουργήθηκαν μόλις στις αρχές Οκτωβρίου, δεν έχουν καθόλου δεδομένα θέσης και δημιουργήθηκαν ή/και χρησιμοποιούνται από iPhones (ένα μοντέλο κινητού τηλεφώνου που οι αναλυτές αμφιβάλλουν κατά πόσο είναι δημοφιλές στους μέσους Ιρακινούς πολίτες).

Παράλληλα η κατάσταση είναι τεταμένη και στα δυτικά της χώρας και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή Anbar. Η εν λόγω περιοχή έχει μεγάλη στρατηγική σημασία για τη πρόσβαση στη Συρία και την διατήρηση του Σιιτικού Άξονα. Ελέγχεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από στρατιωτικές ομάδες σιιτών φίλα προσκείμενων στο Ιράν, οι οποίες αποτελούν την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στην περιοχή. Στην Anbar υπάρχουν και δυνάμεις των ΗΠΑ με 5000 στρατιώτες σε δύο βάσεις, οι οποίες είναι οι μόνες που μπορούν αντιπαραταχθούν στις σιιτικές ομάδες. Παράλληλα η ισραηλινή αεροπορία χτυπάει συνεχώς θέσεις των σιιτικών στρατιωτικών ομάδων, γεγονός που έχει δημιουργήσει ένταση στην περιοχή και μια ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια επιβολής αυτών των ομάδων. Την ίδια στιγμή αμερικανικές πηγές αναφέρουν πως το Ιράν διοχετεύει βαλλιστικούς πυραύλους μικρής εμβέλειας στο Ιράκ προκειμένου να ισχυροποιήσει την θέση του.

Μένει να δούμε κατά πόσο θα είναι πετυχημένη η προσπάθεια του αντί-ιρανικού συνασπισμού να επιφέρει πλήγμα στο Ιράν μέσω μιας αλλαγής καθεστώτος στο Ιράκ ή αν θα αποτύχει για μια ακόμη φορά. Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν πρόκειται να σταματήσει η προσπάθεια περιορισμού του Ιράν, καθώς εκτός από το Ιράκ παρόμοια γεγονότα παρουσιάζονται και στον Λίβανο. Μην ξεχνάμε όμως, πως η αντίστοιχη προσπάθεια στη Συρία, ασχέτως τελικής έκβασης, είχε σαν αποτέλεσμα ένα μακροχρόνιο και αιματηρό εμφύλιο πόλεμο.

Share Button

Υποψήφιος Διδάκτορας: Μιχαήλ-Εμμανουήλ Δημάκας

 Εισαγωγή

Με την κατάρρευση του διπολικού συστήματος που αποτελούσε το βασικό χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι εξωτερικές παράμετροι οι οποίες σχετίζονται με την πολιτική, την οικονομία και την ασφάλεια δέχτηκαν σοβαρές μετατροπές. Όλα τα κράτη, βάσει της θέσης που κατέχουν στο διεθνές σύστημα, είτε ως υπερδυνάμεις, είτε ως μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις, είτε ως μικρά κράτη στη νέα διεθνή πολιτική συγκυρία που δημιούργησε η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, τα αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουν τη διεθνή τους θέση. Όμως οι συγκυριακές πολιτικές της μοναδικής υπερδύναμης που υπάρχει μετά την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ., δηλαδή των Η.Π.Α., είναι εκείνες που αναγκάζουν το σύνολο των χωρών, μεταξύ των οποίων και την Τουρκία, να προσαρμόσουν το περιφερειακό τοπίο δράσης τους και την εξωτερική τους πολιτική. Το κενό ισχύος ωστόσο, που δημιουργείται στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, μετά τη διάλυση του παλαιού διεθνοπολιτικού σκηνικού όπου διακυβεύονται μεγάλα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, η Τουρκία εμφανίζεται να είναι έτοιμη να το καλύψει. Δίνεται έτσι, η ευκαιρία στην Τουρκία για αναζωογόνηση του τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού.[1] Συνέχεια ανάγνωση

Η Μέση Ανατολή αποτελεί για την Τουρκία ένα δεύτερο γεωπολιτικό χώρο δράσης και αναβάθμισης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ειδικότερα, ο Πόλεμος του Κόλπου έδωσε στην Τουρκία  διά του προέδρου της Turgut Özal τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τη διεθνή συγκυρία και να οδηγήσει τη χώρα στο ενεργό πρωταγωνιστικό προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής. Εντούτοις, εκείνο που καθόρισε την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας στο χώρο της Μέσης Ανατολής τόσο κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου όσο και κατά την εισβολή των συμμάχων στο Ιράκ ήταν το Κουρδικό Ζήτημα το οποίο θεωρείται ακόμη και σήμερα ως «σοβαρός αποσταθεροποιητικός παράγοντας».

Στην προοπτική δημιουργίας ενός αυτόνομου κουρδικού κράτους που θα έθετε σε κίνδυνο τα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της Τουρκίας στην περιοχή, η Τουρκία δείχνει διστακτική στην άμεση σύμπραξή της με τις Η.Π.Α. στην περίπτωση του Κόλπου έστω κι αν αυτή η στάση της ξεπεράστηκε με την αποφασιστικότητα του  Turgut Özal, ενώ στην περίπτωση της εισβολής στο Ιράκ η θέση της είναι αρνητική. Στη βάση λοιπόν των νέων γεωπολιτικών δεδομένων που δημιουργεί η κατάρρευση του Ανατολικού Συνασπισμού αλλά και με σημείο αναφοράς το Κουρδικό Ζήτημα, θα επιχειρηθεί μια προσέγγιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής κατά τις δύο κρίσιμες χρονικές συγκυρίες, του Πολέμου του Κόλπου το 1991 και του Πολέμου του Ιράκ το 2003.

Οι Σχέσεις Τουρκίας-Ιράκ (1980-1990)

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 η κυβέρνηση του Turgut Özal προσπαθούσε να διατηρήσει τις καλές σχέσεις της με το Ιράκ, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί έπειτα από την κατάργηση του Συμφώνου της Βαγδάτης.[2] Εξάλλου, προσπαθούσε να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με την ιρακινή κυβέρνηση, ανεξάρτητα από την πολιτική που ακολουθούσε και να μην λαμβάνει θέση στις διαμάχες μεταξύ των κρατών της Μέσης Ανατολής. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η Τουρκία διατήρησε αυστηρή ουδετερότητα κατά τη διάρκεια του Πολέμου Ιράκ-Ιράν,[3] προκειμένου να εκμεταλλευτεί τη διαρκώς αυξανόμενη επιρροή απέναντι στις δύο εμπόλεμες χώρες και να αποκομίσει οικονομικά οφέλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι χάρη στον πόλεμο, τόσο το Ιράν όσο και το Ιράκ έγιναν δύο χώρες άμεσα εξαρτημένες από την Τουρκία, και συγκεκριμένα από τη δυνατότητα της Τουρκίας να πραγματοποιεί εύκολα εισαγωγές και εξαγωγές στον Αραβικό Κόλπο, πράγμα το οποίο ήταν ιδιαίτερα δύσκολο εκείνη την περίοδο.

Εν τω μεταξύ, η μόνη ουσιαστική διαφορά μεταξύ Τουρκίας και Ιράκ ήταν το ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων του Ευφράτη, ο οποίος πηγάζει από τα τουρκικά εδάφη και καταλήγει στο Ιράκ και τη Συρία, χώρες των οποίων η ύδρευση εξαρτάται άμεσα από τον ποταμό.

Ωστόσο, η κοινή εναντίωση τόσο της Τουρκίας όσο και του Ιράκ απέναντι στις αποσχιστικές τάσεις του Κουρδιστάν, ήταν η βασική αρχή της συνεργασίας μεταξύ των δύο κρατών. Κατά τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του 1980, το ένοπλο κίνημα των Κούρδων, του οποίου ηγείτο ο αρχηγός του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν[4] (ΡΚΚ) Abdullah Öcalan άρχισε να παίρνει μεγάλες διαστάσεις και να εξαπολύει επιθέσεις εναντίον των Τούρκων πολιτών αλλά και του Τουρκικού Στρατού. Η Τουρκία απάντησε στις επιθέσεις των Κούρδων ανταρτών πραγματοποιώντας επιχειρήσεις καταστολής εξεγέρσεων. Την ίδια στιγμή, οι Κούρδοι του Ιράκ, εκμεταλλευόμενοι την ένοπλη διαμάχη μεταξύ Ιράν-Ιράκ, πραγματοποιούσαν εξεγέρσεις εναντίον της Βαγδάτης, ενώ το Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα[5] (KDP) του οποίου ηγέτης ήταν ο Masoud Barzani, γιος του Mustafa Barzani, συνεργαζόταν με τις Ιρανικές δυνάμεις καταλαμβάνοντας συνοριακές θέσεις το 1983. Μέχρι το 1985, η κουρδική εξέγερση είχε αρχίσει να αποδυναμώνεται λόγω του ότι ο αρχηγός  της Πατριωτικής Ένωσης του Κουρδιστάν[6] (PUK), Jalal Talabani, αρνήθηκε να συνδράμει τον αγώνα του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος (KDP) και συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με την Κυβέρνηση Saddam Hussein. Εντούτοις, στα μέσα του 1985 εγκατέλειψε αυτή του την τακτική και αποφάσισε να λάβει μέρος στον αντιστασιακό αγώνα των Κούρδων κατά του Ιράκ. Έτσι, για πρώτη φορά Τουρκία και Ιράκ βρέθηκαν ταυτόχρονα αντιμέτωπες με την κουρδική εξέγερση.

To 1988 οι ιρανικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Halabja,[7] πόλη που βρισκόταν στο Ιρακινό Κουρδιστάν, προκαλώντας ανησυχία στην Τουρκία ότι θα καταλάμβαναν και το Kirkuk. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, το Ιράκ πραγματοποίησε επιχείρηση ανακατάληψης της Halabja[8] χρησιμοποιώντας χημικά όπλα και ανάγκασε το Ιράν να αποδεχθεί την κατάπαυση του πυρός.[9]

Όπως ήταν λογικό, η βίαιη καταστολή των κουρδικών εξεγέρσεων στο Βόρειο Ιράκ και η καταστροφή 800 και πλέον κουρδικών χωριών δημιούργησε πλήθος προσφύγων. Τουλάχιστον 250.000 Κούρδοι πρόσφυγες κατέφυγαν στο Κεντρικό και Νότιο Ιράκ. Τον Αύγουστο του 1988, το Ιράκ εξαπέλυσε νέα επίθεση με χημικά όπλα εναντίον των Κούρδων που κατοικούσαν στα σύνορα Τουρκίας-Ιράκ, με αποτέλεσμα οι Κούρδοι πρόσφυγες να καταφύγουν στο Ιράν και όταν αυτό έκλεισε τα σύνορά του, στράφηκαν μαζικά στα τουρκικά σύνορα. Η Άγκυρα αντιμετώπισε ένα σοβαρό δίλημμα. Από τη μια πλευρά η διεθνής κοινότητα ασκούσε πιέσεις στην Τουρκία να δεχθεί τους Κούρδους πρόσφυγες, ενώ από την άλλη πλευρά η τουρκική κοινή γνώμη διατηρούσε αρνητική στάση απέναντι στους Κούρδους λόγω της οκταετούς διαμάχης της Τουρκίας με το ΡΚΚ. Αρχικά, η Τουρκία διεμήνυσε πως τα σύνορά της με το Ιράκ είχαν κλείσει και πως οι πρόσφυγες που είχαν εισβάλει στα τουρκικά σύνορα είχαν επιστραφεί στο Ιράκ. Αργότερα όμως, έπειτα από τις διεθνείς πιέσεις, η Τουρκία αναγκάστηκε να δεχθεί τους Κούρδους πρόσφυγες.[10]

To Ιράκ ζήτησε άδεια από την Τουρκία να ασκήσει το δικαίωμα «ταχείας επέμβασης»[11] στα τουρκικά εδάφη, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του 1984.[12] Παρόλο που η Τουρκία είχε ασκήσει τρεις φορές κατά το παρελθόν το δικαίωμα «ταχείας επέμβασης» στο έδαφος του Ιράκ εναντίον των Κούρδων, απέρριψε το αίτημα του Ιράκ, έπειτα από τις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας. Η Τουρκία, παρότι διεμήνυσε ότι οι Κούρδοι επρόκειτο να αφοπλισθούν προκειμένου να μην προβούν σε καμία εχθρική πράξη εναντίον του Ιράκ, το Ιράκ κατήργησε το πρωτόκολλο.[13]

Τελικά, τον Σεπτέμβρη του 1988 η Τουρκία δέχτηκε 63.000 Κούρδους πρόσφυγες, οι οποίοι διέμεναν σε 12 χωριστούς καταυλισμούς στη Νοτιοανατολική  Ανατολία.[14] Παρά το γεγονός ότι βρέθηκε αντιμέτωπη με μια προσφυγική κρίση, η Τουρκία σταμάτησε πλέον να βλέπει τους Κούρδους του Ιράκ ως εχθρούς. Σύμφωνα με δήλωση του Güneş Taner, ο Turgut Özal άρχισε πλέον να βλέπει τον Ιρακινό δικτάτορα Saddam Hussein ως έναν αιμοσταγή δικτάτορα, ο οποίος καταστρατηγούσε τα ανθρώπινα δικαιώματα και πίστευε ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα χημικά του όπλα ακόμα και εναντίον της Τουρκίας.

Ήταν εμφανές ότι η αρνητική στάση της Τουρκίας ως προς το αίτημα «ταχείας επέμβασης» του Ιράκ, καθώς και η προϋπάρχουσα διαφορά των δύο χωρών στο ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων του Ευφράτη, οδήγησε για πρώτη φορά τις σχέσεις τους σε αδιέξοδο. Οι δύο χώρες, έπειτα από χρόνια συνεργασία μεταξύ τους, οδηγούνταν σε διαμάχη πριν από την ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ.[15]

 Η Στάση της Τουρκίας Κατά τη Διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου (1991)-Συνέπειες

Είναι γνωστό ότι η εν γένει πολιτική της Τουρκικής Δημοκρατίας, ενώ υπήρχε η Σοβιετική Ένωση, καθοδηγείτο από το δόγμα «ειρήνη στη χώρα, ειρήνη στον κόσμο», το οποίο είχε υιοθετήσει ο ιδρυτής της, Mustafa Kemal Atatürk. Η διάλυση όμως της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία οδήγησε στην ανεξαρτησία των τουρκόφωνων δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας, έδωσε στο στρατιωτικό και διπλωματικό κατεστημένο της Άγκυρας νέες δυνατότητες για την άσκηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ειδικότερα, η σύγκρουση στα Βαλκάνια[16] αφύπνισε τις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας προς τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων.

Ωστόσο, η μεταψυχροπολεμική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας αλλά και ο τουρκικός γεωστρατηγικός σχεδιασμός της προς την Κεντρική Ασία γίνεται αντικείμενο αυστηρής κριτικής από τον ακαδημαϊκό Ahmet Davutoğlu,[17] ο οποίος υπογραμμίζει την «ανετοιμότητα της Τουρκίας να ανταποκριθεί στα δεδομένα της μεταψυχροπολεμικής εποχής», εφόσον δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το τέλος του «στατικού διεθνούς διπολικού συστήματος» και τη δημιουργία ενός «δυναμικού πολύπλευρου διεθνούς συστήματος», ώστε να προσαρμόσει αναλόγως τις στρατηγικές και την εξωτερική πολιτική της.[18]

Με δεδομένη λοιπόν την «ανετοιμότητά» της να διαμορφώσει μια νέα εξωτερική πολιτική, η Τουρκία δεν μπόρεσε, μετά την αλλαγή που επήλθε, να ασκήσει ή να διεκδικήσει κάποιο ρόλο στην ιστορική αυτή πρόκληση. Και ενώ οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί γιόρταζαν την ιστορική νίκη του συστήματος των δυτικών αξιών, η Τουρκία βρισκόταν στο περιθώριο. Βέβαια εν μέρει δικαιολογείται η στάση αυτή της Τουρκίας έναντι της αλλαγής που επήλθε δεδομένου ότι η Ε.Σ.Σ.Δ. παρέμενε ως εξωτερική απειλή για την Τουρκία μέχρι την πλήρη κατάρρευσή της στα τέλη του 1991. Έτσι, ο διαρκής χαρακτήρας της απειλής από τη σοβιετική υπερδύναμη προς την Τουρκία καθιστούσε αναγκαίο το συνεχιζόμενο σεβασμό προς τη Μόσχα, μια πρακτική αντίθετη με εκείνη των Η.Π.Α. και των Δυτικοευρωπαίων.

Η στάση αυτή της Τουρκίας σε ό,τι αφορά την υφιστάμενη αυτή αλλαγή σε συνδυασμό με τη διάλυση μεγάλου μέρους της στρατιωτικής υποδομής του ΝΑΤΟ,[19] αφού έπαψε να υφίσταται η απειλή πολέμου από την Ανατολή, δικαιολογεί την όποια διστακτικότητα για πανηγυρισμούς. Διαπιστώνεται έτσι η έλλειψη δυτικής αλληλεγγύης προς την Τουρκία η οποία εκδηλώνεται με διαφορετικές ενέργειες και πρακτικές. Η εισβολή όμως του  Saddam Hussein στο Κουβέιτ και η προσάρτησή του στο Ιράκ αποτέλεσαν μια πρόκληση τόσο στα διεθνώς ισχύοντα, όσο και στην ίδια τη διεθνή τάξη. Η αντιμετώπιση μιας επιθετικής δύναμης, εν προκειμένω του Ιράκ, που τολμούσε να αναθεωρεί τα δεδομένα 40 ετών σε μια περιοχή υψηλής στρατηγικής αξίας, ήταν μία έγκαιρη υπενθύμιση της χρησιμότητας που είχε η στρατηγική συνεργασία μεταξύ των μελών της δυτικής συμμαχίας.

Η νέα αυτή πρόκληση, της εισβολής δηλαδή του Ιράκ στο Κουβέιτ, ήταν η λιγότερο επιθυμητή για την Τουρκία και αυτό διότι η κρίση εκδηλώθηκε στη Μέση Ανατολή, μια περιοχή που ήταν τυπικά εκτός ορίων, ώστε να μπορεί η Τουρκία να διαδραματίσει ένα ξεκάθαρο ρόλο μέσα στην οργάνωση και να παρακολουθήσει με ικανοποίηση τα μέλη της δυτικής συμμαχίας να συμφωνούν μεταξύ τους. Τα νέα δεδομένα επιβάρυναν την Τουρκία με διάφορες περιπλοκές. Η πρώτη περιπλοκή ήταν ότι η κρίση διαδραματίστηκε σε μια περιοχή όπου η Τουρκία είχε διατηρήσει προηγουμένως το δικαίωμα να διαχωρίζει τα τοπικά της συμφέροντα από εκείνα της συμμαχίας. Ειδικότερα, μετά την ταπεινωτική κατάρρευση της Συνθήκης της Βαγδάτης, η Τουρκία είχε διαχωρίσει τις στρατηγικές-συμμαχικές υποχρεώσεις της από τις περιφερειακές σχέσεις στη Μέση Ανατολή. Δεύτερον, ο Πόλεμος του Κόλπου πραγματοποιήθηκε σε μια περιοχή στην οποία η κυρίαρχη τάξη αλλά και η κοινή γνώμη της Τουρκίας έβλεπαν με επιφύλαξη την οποιαδήποτε εμπλοκή, λόγω και των οδυνηρών εμπειριών στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η προοπτική λοιπόν να χυθεί τουρκικό αίμα στην άμμο της Αραβίας ήταν κάτι το οποίο ο τουρκικός λαός ενστικτωδώς απέρριπτε. Μια τρίτη περιπλοκή δημιουργούσε η προσοδοφόρα οικονομική σχέση της Τουρκίας με το Ιράκ, η οποία είχε καλλιεργηθεί και σφυρηλατηθεί στη διάρκεια του πολέμου της χώρας αυτής με το Ιράν. Όμως, η Τουρκία δεν δίστασε πολύ να συμπαραταχθεί με το σύνολο των χωρών που τάσσονταν υπέρ της αντιπαράθεσης με το Ιράκ.

Η ιδιαίτερη σπουδή της Τουρκίας να στηρίξει τις διεθνείς κυρώσεις που επιβλήθηκαν στο Ιράκ και να διαδραματίσει πρωταρχικό ρόλο στην εφαρμογή τους αποτέλεσε κύριο μέλημα του τότε Τούρκου Προέδρου Turgut Özal. Διότι χωρίς την άμεση και σαφή απόφασή του να κλείσει τους δύο αγωγούς πετρελαίου του Ιράκ που διασχίζουν την Τουρκία, η Σαουδική Αραβία πιθανότατα να ήταν διστακτική σε αντίστοιχη ενέργεια με τον αγωγό IPSA-2[20] που από το Ιράκ καταλήγει στο σταθμό Yanbu[21] στην Ερυθρά Θάλασσα. Τέτοιου είδους αποφάσεις ήταν κρίσιμες για τη στάση της σαουδαραβικής ηγεσίας να επιτρέψει ή όχι στις Η.Π.Α. να χρησιμοποιήσουν το βασίλειό της ως βάση στρατιωτικής δράσης για την εκδίωξη των Ιρακινών από το Κουβέιτ, γεγονός που δε θα μπορούσε να εξασφαλιστεί με την επίκληση των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας.[22] Όμως, η απόφαση αυτή του Özal εφαρμόζεται μόνο στο ξεκίνημα της κρίσης, διότι στη συνέχεια υποχρεώθηκε να λάβει υπ’ όψιν τις εσωτερικές παρεμβάσεις και κυρίως την κοινή γνώμη η οποία ήταν αντίθετη με το ενδεχόμενο ανάπτυξης τουρκικών δυνάμεων στον Κόλπο. Για το λόγο αυτό η Τουρκία δεν έστειλε έστω και συμβολική δύναμη στρατιωτών να συμμετάσχει στο Διεθνή Συνασπισμό,[23] περιοριζόμενη μόνο να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση από τις Η.Π.Α. των κοινών αεροπορικών βάσεων για την πραγματοποίηση πτήσεων για το βομβαρδισμό στρατιωτικών στόχων του Ιράκ, τον Ιανουάριο του 1991.

 Εικόνα 1: «Η Επιχείρηση Καταιγίδα της Ερήμου»

 

Πηγή: www.researchgate.net.

 Αν και η Τουρκία λόγω των προκαταλήψεων της κοινής γνώμης δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί πλήρως τις πολιτικές ευκαιρίες, εντούτοις η κρίση του Ιράκ-Κουβέιτ, της έδωσε τη δυνατότητα μιας σημαντικής επιτυχίας, κυρίως ως προς την επιβεβαίωση της γεωστρατηγικής υπεροχής της στην περιοχή. Παρόλο που η Κρίση του Κόλπου παγώνει την υποστήριξη των Η.Π.Α. προς την Τουρκία σε μια μεταβατική περίοδο του διεθνούς συστήματος, για την πλειοψηφία των Τούρκων η κρίση αυτή δημιουργεί ένα αίσθημα απογοήτευσης που αγγίζει τα όρια της δυσφορίας, αφού αντιμετωπίζεται «σαν μια παρτίδα πόκερ που έπαιξε ο Özal, χωρίς όμως να αποδώσει τα αναμενόμενα». Σε γενικές γραμμές, η Κρίση του Κόλπου, υπήρξε μια χαμένη ευκαιρία της Τουρκίας ώστε να προσδεθεί σε μια νέα, βασισμένη σε συγκεκριμένους κανόνες αλληλεγγύη, μεταξύ συμμάχων οι οποίοι είχαν συνεργαστεί κατά τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου.[24]

Διαφορετική όμως φαίνεται η προσέγγιση την οποία επιχειρεί ο καθηγητής Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματα του Πολέμου του Κόλπου για την Τουρκία. Κατά την άποψή του, βραχυπρόθεσμα αλλά και μεσοπρόθεσμα, η κρίση και η συνολική εμπλοκή της Τουρκίας στον Πόλεμο του Κόλπου, υπήρξε γι’ αυτήν «ευεργετική, τόσο στο οικονομικό και πολιτικό-διπλωματικό όσο και στο ευρύτερο γεωπολιτικό επίπεδο», ενώ κατ’ αρχήν έδειξε να επιτυγχάνει και τον άλλο στόχο που είχε θέσει η πολιτική ηγεσία για «στρατηγική αναβάθμιση και νέο ρόλο της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή». Ακόμα τα κέρδη της αποτυπώθηκαν τόσο σε οικονομική βοήθεια, ύψους 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που έλαβε από τις ανεπτυγμένες χώρες, Γερμανία, Ιαπωνία, Η.Π.Α., αραβικές χώρες,  ως αποζημίωση για αντίστοιχες απώλειες που είχε λόγω της εμπλοκής της στην κρίση, καθώς και στον εμπορικό αλλά κυρίως στο στρατιωτικό τομέα εφόσον ανταμείφθηκε με την προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων, αξίας 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ανάλογα ήταν τα οφέλη της και στο διπλωματικό επίπεδο, αφού με παρέμβαση των Η.Π.Α., αναθερμάνθηκαν οι ελπίδες της Άγκυρας για αναβάθμιση των σχέσεών της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες κατέληξαν το 1995 στη συμφωνία για πλήρη τελωνειακή σύμβαση. 

Στα αρνητικά βέβαια της πολιτικής που ακολουθήθηκε από την Τουρκία στον Πόλεμο του Κόλπου εντάσσεται η αδυναμία της να επιτύχει έναν από τους κύριους στρατηγικούς της στόχους, δηλαδή να αποκτήσει ρόλο ηγεμόνα στην περιοχή.[25]

 

Εικόνα 2: «Οι Συμμαχικές Επιχειρήσεις στον Πόλεμο του Κόλπου»

Πηγή: kc-johnson.com/history-3445-gulfwar.

Η Στάση της Τουρκίας Κατά τη Διάρκεια του Πολέμου στο Ιράκ (2003)-Συνέπειες

 Το Βόρειο Ιράκ αποτελούσε πάντα για την Τουρκία σημείο αναφοράς το οποίο καθόριζε την εκάστοτε εξωτερική πολιτική της, τόσο στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 αλλά και αργότερα, μέχρι και σήμερα. Το πρόβλημα, πιεστικό και ακανθώδες, αναγκάζει την Τουρκία σε προσεκτικές διπλωματικές κινήσεις τις οποίες προσαρμόζει ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες, τόσο στη συγκεκριμένη όσο και στην ευρύτερη περιοχή. Η κατάσταση στο Βόρειο Ιράκ, μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, παρουσίαζε μια σειρά από δυσκολίες για την Τουρκία. Το γεγονός ότι η Τουρκία μετείχε στην Επιχείρηση Παροχή Βοήθειας ΙΙ (OPC 2) [26]  με αντικειμενικό σκοπό να κρατήσει μακριά από τα βόρεια της χώρας τις Ιρακινές δυνάμεις, προστατεύοντας έτσι τους Ιρακινούς Κούρδους μέσω της επιβολής μιας ζώνης στην οποία απαγορεύονταν οι πτήσεις βορείως του 36ου παραλλήλου, οδήγησε εν τέλει τους Ιρακινούς Κούρδους σε μια de facto κυριαρχία του Βορείου Ιράκ.[27]

Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν να δημιουργηθεί ένα πολιτικό κενό στο βόρειο τμήμα του Ιράκ, λόγω υποχώρησης του ιρακινού κράτους με αποτέλεσμα το τμήμα αυτό να χρησιμοποιείται από το ΡΚΚ ως εφαλτήριο για αντάρτικες επιχειρήσεις στη νοτιοανατολική περιοχή της Τουρκίας.[28]

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου η Τουρκία είχε μια μοναδική «δεύτερη ευκαιρία» να παρουσιαστεί ως ο στρατηγικός παράγοντας σταθερότητας που θα αναζητούσε η Δύση για την αντιμετώπιση των ασύμμετρων απειλών της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η Τουρκική Δημοκρατία μπορούσε να αποτελέσει ένα μοντέλο μίμησης για το σταδιακό εκδημοκρατισμό των αραβοϊσλαμικών κοινωνιών που αποτελούσαν τις βάσεις εκκίνησης της AlQaeda.[29] Οι Η.Π.Α., διά του Υφυπουργού Άμυνας Paul Wolfowitz, εξέφρασαν σαφώς στο Διεθνές Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου[30] το 2002 την αμερικανική υποστήριξη στο τουρκικό παράδειγμα ισλαμικής δημοκρατίας, λέγοντας ότι «έχουμε έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ, την Τουρκία, που αποτελεί υπόδειγμα για τις προσδοκίες του μουσουλμανικού κόσμου, όσον αφορά στη δημοκρατική διαδικασία και την ευημερία». Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η επικεφαλής της αμερικανικής κυβέρνησης Madeleine Albright, υπογραμμίζοντας τη γεωπολιτική θέση και το γεωστρατηγικό ρόλο της Τουρκίας.

Σαφής επίσης είναι η υποστήριξη των Η.Π.Α. στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά όμως τις προσπάθειες των Αμερικανών για υποστήριξη της Τουρκικής Δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα στη συγκεκριμένη κρίσιμη χρονική συγκυρία της εισβολής στο Ιράκ και παρά την υποστήριξη τόσο της πολιτικής όσο και της στρατιωτικής ηγεσίας σχετικά με την ανάπτυξη 62.000 αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στα εδάφη της Τουρκίας, ήταν το τουρκικό κοινοβούλιο που τελικά απαγόρευσε, με απόφασή του την 1η Μαρτίου 2003, τη διπλωματική συμπαράταξη της Άγκυρας με τις Η.Π.Α. σε ένα τόσο ζωτικής σημασίας θέμα για την Υπερδύναμη. Το ίδιο το κοινοβούλιο αποφάσισε να αγνοήσει ακόμα και τη σαφή προτροπή του στρατεύματος για μια δεύτερη ψηφοφορία, την 5η Μαρτίου 2003, που θα ικανοποιούσε το αμερικανικό αίτημα ανοίγματος ενός βορείου μετώπου.

Το κόστος για την Τουρκία στον οικονομικό αλλά κυρίως στο γεωπολιτικό τομέα ήταν μεγάλο, αφού δεν έλαβε την οικονομική βοήθεια των 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων που της είχε υποσχεθεί η Washington, ενώ απώλεσε το ειδικό στρατιωτικό βάρος που είχε ως θεματοφύλακας των γεωπολιτικών τετελεσμένων του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου.[31]

Όπως αναφερθήκαμε στην αρχή του κεφαλαίου, το Ιράκ αποτελούσε σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, αφού αυτή συνδέεται με τα θεμελιώδη συμφέροντα της στο χώρο αυτό. Με την απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου να αρνηθεί ουσιαστικά τη συμμετοχή της Τουρκίας στην επιχείρηση Συμμαχικού Συνασπισμού εναντίον του Ιράκ, διατυπώνονται οι φόβοι που υπήρχαν αναφορικά με το αποτέλεσμα της συμμαχικής επέμβασης στο Ιράκ, τον Μάρτιο του 2003.[32]

Οι φόβοι αυτοί διατυπώνονται σαφέστατα στο «Ειδικό Υπόμνημα» (Special Report) του Αμερικανικού Ινστιτούτου Ειρήνης,[33] σύμφωνα με το οποίο: «Η επιχείρηση του συνασπισμού, επικεφαλής του οποίου ήταν οι Η.Π.Α., στο Ιράκ άλλαξε τα θεμελιώδη συμφέροντα της Τουρκίας σε αυτό, τα οποία έχουν 4 πτυχές: 1) Πρόληψη της διαίρεσης του Ιράκ κατά μήκος διαχωριστικών ή εθνικών γραμμών, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα ανεξάρτητο ή συνομόσπονδο κουρδικό κράτος, υποστηρίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο φιλοδοξίες για δημιουργία παρόμοιας οντότητας από τον εκτεταμένο κουρδικό πληθυσμό της Τουρκίας. 2) Προστασία της Τουρκμενικής μειονότητας[34] η οποία διαμένει στο Βόρειο Ιράκ. 3) Εξόντωση του ΡΚΚ και του Τουρκοκουρδικού Επαναστατικού Κινήματος, το οποίο έχει αναζητήσει καταφύγιο στο Βορειοανατολικό Ιράκ μετά την ήττα του το 1991. 4) Πρόληψη της εμφανίσεως, ενός ενδεχομένως εχθρικού μη δημοκρατικού ζηλωτιστικού Ιρακινού κράτους».

Σε άλλο σημείο του «Ειδικού Υπομνήματος» συσχετίζονται οι τουρκικοί φόβοι με τη συμπεριφορά της έναντι της αγγλοαμερικανικής επέμβασης και τονίζονται τα προβλήματα που η συμπεριφορά αυτή δημιούργησε στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις  λέγοντας: «Οι τουρκικοί προβληματισμοί αντανακλούν τη βαθιά ανησυχία που τρέφει η Τουρκία αναφορικώς με τον αντίκτυπο που θα είχε η κουρδική ανεξαρτησία ή μια ισχυρή αυτονομία στο Ιράκ στο δικό της εγχώριο κουρδικό πληθυσμό. Έχοντας απορρίψει το αίτημα των Η.Π.Α. να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο κατά του Ιράκ, η Τουρκία ευρέθη με περιορισμένη επιρροή στο Ιράκ και δεν γνωρίζει πως θα μπορέσει να διαμορφώσει την μελλοντική πορεία των γεγονότων. Οι Τούρκοι αντιλαμβάνονται ότι οι Κούρδοι του Ιράκ έχουν αποκτήσει προνομιακή θέση ως αποτέλεσμα της άνευ όρων υποστηρίξεώς τους για την ανατροπή του καθεστώτος του Saddam Hussein στο Ιράκ και την κατάληψη της χώρας από τις δυνάμεις των συμμάχων».

Από αυτό προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας δεν θα έχει ευχάριστες εξελίξεις εξαιτίας της συγκεκριμένης στάσης της στην αγγλοαμερικανική επέμβαση. Οι σχέσεις της Τουρκίας με τις Η.Π.Α., έχουν υποστεί πλήγματα «παρά την αμοιβαία επιθυμία τους για ένα ενωμένο, ευημερούν και δημοκρατικό ιρακινό κράτος το οποίο θα μπορέσει να λειτουργήσει στο μέλλον ως αντίπαλο δέος έναντι του Ιράν. Γενικότερα, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις έχουν διαρραγεί λόγω της ελλείψεως κατανοήσεως και εμπιστοσύνης, οι οποίες προκαλούνται κυρίως από την έλλειψη συμφωνίας αναφορικώς με τις μελλοντικές εξελίξεις στο Ιράκ». Σαφής, όπως προκύπτει, η διαφορά αντιλήψεων μεταξύ Άγκυρας και Washington στο κουρδικό ζήτημα η οποία συνίσταται στην αντιμετώπιση της αυτονομίας και ανεξαρτησίας των κουρδικών πληθυσμών του Βορείου Ιράκ, γεγονός που επιθυμούν μεν οι Η.Π.Α. αλλά όχι η Άγκυρα.[35]

Eικόνα 3: «Οι Ζώνες Απαγόρευσης Πτήσεων στο Ιράκ» 

Πηγή: en.wikipedia.org. 

Συμπέρασμα

 Ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά αποτελέσματα του τερματισμού του Ψυχρού Πολέμου ήταν η εξαφάνιση της στρατηγικής ισορροπίας μεταξύ των υπερδυνάμεων, Η.Π.Α. και Ε.Σ.Σ.Δ., που λειτουργούσε ως ένα ελεγκτικό εργαλείο. Η διάλυση της ευρασιατικής ηπειρωτικής δύναμης, δηλαδή της Ε.Σ.Σ.Δ., δημιούργησε ένα σοβαρό πεδίο δράσης για τις γειτονικές περιφερειακές δυνάμεις αλλά και τα μικρά περιφερειακά κέντρα ισχύος στις εγκαταλελειμμένες περιοχές. Στη βάση των νέων δεδομένων τόσο οι κυρίαρχες δυνάμεις των Η.Π.Α. ως μοναδική πλέον παγκόσμια δύναμη αλλά και οι περιφερειακές αντίστοιχα, όπως η Τουρκία, αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τη νέα στρατηγική της εξωτερικής τους πολιτικής. Για τις Η.Π.Α. η νέα τάξη πραγμάτων υπήρξε η βασική έννοια μιας νομιμοποιητικής ρητορικής κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου και απέκτησε έναν ειδικό χώρο λειτουργίας στο πλαίσιο αυτό.

Τα φοβικά σύνδρομα που διακατείχαν την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας αλλά κυρίως την κοινή γνώμη στην προοπτική δημιουργίας ενός αυτόνομου κουρδικού κράτους, οδήγησε το τουρκικό κοινοβούλιο στην αρνητική απόφαση για εξυπηρέτηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων να επέμβουν στο Ιράκ μέσω των τουρκικών εδαφών. Όσο κι αν η απόφαση αυτή είχε μεγάλες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες για την Τουρκία αφού απώλεσε το «ειδικό στρατιωτικό της βάρος» ως θεματοφύλακας του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου και ταυτόχρονα διατάραξε τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, επικράτησε η πολιτική της άρνησης ανεξαρτήτως των συνεπειών που είχε για την ίδια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Τουρκία ενήργησε με γνώμονα τη διατήρηση του status quo που βασίζεται στην ισορροπία νερού/πετρελαίου και που εν τέλει εκφράζει μια παραδοσιακή εξωτερική πολιτική.

Εικόνα 4: «Η Εισβολή των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Ιράκ (2003)»

Πηγή: www.socialstudies.com.

Βιβλιογραφία

  1. Hale, William, Turkey, the US and Iraq, Middle East Institute at SOAS, London, 2007.
  2. Oran, Baskin, Turkish Foreign Policy, 1919-2006 Facts and Analyses with Documents, trans. Mustafa Akşin, The University of Utah Press, Salt Lake City, 2010.
  3. Regan, Geoffrey, Μάχες που Άλλαξαν την Ιστορία 50 Αποφασιστικές Μάχες σε 2.500 Χρόνια Πολέμων, Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2007.
  4. Robins, Philip, Turkey and the Middle East, Printer Publishers Limited, New York, 1991.
  5. Γιαλλουρίδης, Χριστόδουλος, Η Τουρκία στον 21ο Αιώνα Ο Μακρύς Δρόμος προς την Ευρώπη, Εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα, 2004.
  6. Μάζης, Ιωάννης, Θ., Η Γεωπολιτική της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και η Τουρκία, Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη.
  7. Νταβούτογλου, Αχμέτ, Το Στρατηγικό Βάθος Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010.
  8. Πάπυρος Larousse Το Παπυράκι, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 2003.
  9. Ρόμπινς, Φίλιπ, Στρατός και Διπλωματία Η Τουρκική Εξωτερική Πολιτική από την Έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα, 2004.

 

Ηλεκτρονικές Πηγές

 

  1. wikipedia.org.
  2. www.kc-johnson.com/history-3445-gulfwar.
  3. quran.com.
  4. www.researchgate.net.
  5. www.socialstudies.com.
  6. www.thekurdishproject.org.

 

  • MSc: «Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές».

[1]. Βλ. Αχμέτ Νταβούτογλου, Το Στρατηγικό Βάθος Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, μτφ. Νικόλαος Ραπτόπουλος, επιμ. Νεοκλής Σαρρής, (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010), σελ.296.

[2]. Το Σύμφωνο της Βαγδάτης ή CENTO (Central Τreaty Organization: Οργάνωση Χωρών Κεντρικού Συμφώνου) ήταν οργανισμός αμοιβαίας ασφάλειας στον οποίο συμμετείχαν το Ιράν, η Μεγάλη Βρετανία, το Πακιστάν και η Τουρκία. Τροποποιήθηκε το 1959 και διαλύθηκε το 1979. Βλ. Πάπυρος Larousse Το Παπυράκι, (Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 2003), σελ.828.

[3]. Η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών διήρκησε από το 1980 έως το 1988.

  1. Το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν ιδρύθηκε το 1974 ως μια μαρξιστική-λενινιστική επαναστατική ομάδα που αποτελείται κατά κύριο λόγο από Κούρδους της Τουρκίας. Επειδή η κυβέρνηση της Τουρκίας έχει αρνηθεί στους Κούρδους βασικά πολιτικά, πολιτιστικά και γλωσσικά δικαιώματα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 το PKK δραστηριοποιήθηκε πέρα ​​από ανταρτικές, επαναστατικές κινήσεις στην ύπαιθρο χώρα και σε πράξεις αστικής τρομοκρατίας στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος στην νοτιοανατολική Τουρκία, όπου υπάρχει κυρίως κουρδικός πληθυσμός. Βλ. PKK: The Kurdistan Worker’s Party, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

[5]. Το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν σχηματίστηκε το 1946 υπό την αρχηγία του Mullah Mustafa-al-Barzani στην κατεχόμενη, από τη Σοβιετική Ένωση, περιοχή του Βόρειου Ιράν την οποία και ονόμασε Δημοκρατία του Mahabad. Ήταν ανάγκη να οργανωθούν τα 30 εκατομμύρια των Κούρδων, του μεγαλύτερου έθνους χωρίς κρατική οντότητα της Μέσης Ανατολής, οι οποίοι ζουν ως μειονοτικοί πληθυσμοί την Τουρκία, στο Ιράκ και στο Ιράν διεκδικώντας αυτονομία και ανεξαρτησία. Βλ. Kurdish Democratic Party, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

[6]. Η Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν σχηματίστηκε στο Ιράκ, όπου όλες οι λειτουργίες της κεντρικής κυβέρνησης εκτελούνταν από τοπικούς διοικητές, επί το πλείστον Κούρδους,  στα τέλη του 1970 υπό την αρχηγία του  Jalal Talabani. Υποστηρικτές του ήταν κυρίως αστικοί πληθυσμοί και ριζοσπάστες. Τοπικό κοινοβούλιο και τοπική διοίκηση εξελέγησαν το 1992 αλλά οι έριδες μεταξύ Κούρδων και ιρακινών πολιτικών σχηματισμών της περιοχής, καθώς και μεταξύ του PUK και του  KDP εμπόδισαν την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλίου το οποίο συνήλθε για τελευταία φορά τον Μάιο του 1995. Βλ. Patriotic Union of Kurdistan, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

 

[7]. Εννοούμε την Επιχείρηση Al-Anfal. Al-Anfal («Λάφυρα Πολέμου») ονομάζεται η επιχείρηση γενοκτονίας κατά των Κούρδων του Βορείου Ιράκ που εξαπέλυσε από το 1986 έως το 1989 το καθεστώς Saddam Hussein με σκοπό τη μαζική εξόντωσή τους. Ονομάστηκε έτσι από την 8η σούρα του Κορανίου που υπόσχεται την τιμωρία της φωτιάς σ’ αυτόν που αθέτησε τις υποσχέσεις του στο Θεό και τον Προφήτη Του. Για περαιτέρω πληροφορίες βλέπε Surah AlAnfal, διαθέσιμο στο: www.quran.com.

[8]. Πόλη του Ιρακινού Κουρδιστάν και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας.

[9]. Βλ. William Hale, Turkey, the US and Iraq, (Middle East Institute at SOAS, London, 2007), σελ.32-36.

[10]. Βλ. Philip Robins, Turkey and the Middle East, (Printer Publishers Limited, New York, 1991), σελ.67-69.

[11]. Ταχεία Επέμβαση (hot pursuit): Είναι νομικός όρος που περιγράφει το μέσω διεθνών συνθηκών καθιερωμένο δικαίωμα, εκ μέρους οργάνων επιβολής του νόμου να επεμβαίνουν με ταχύτητα εκτός της περιοχής δικαιοδοσίας και δικαιοπραξίας τους προκειμένου να συλλάβουν εγκληματίες ή να προλάβουν ζητήματα ασφαλείας. Βλ. Hot Pursuit, διαθέσιμο στο: www.merriam-webster.com.

[12]. Turkey-Iraq Security Protocol.

[13]. Baskın Oran, Turkish Foreign Policy, 1919-2006 Facts and Analyses with Documents, trans. Mustafa Akşin, (The University of Utah Press, Salt Lake City, 2010), σελ.603-604.

[14]. Τουρκικά: Güneydoğu Anadolu Bölgesi. Μια από τις επτά γεωγραφικές περιοχές της Τουρκίας. Οι υπόλοιπες έξι είναι οι εξής: i) Περιοχή Μαρμαρά (Marmara Bölgesi), ii) Περιοχή Αιγαίου (Ege Bölgesi), iii) Περιοχή Μεσογείου (Akdeniz Bölgesi), iv) Περιοχή Μαύρης Θάλασσας (Karadeniz Bölgesi), v) Περιοχή Κεντρικής Ανατολίας (İç Anadolu Bölgesi), vi) Περιοχή Ανατολικής Ανατολίας (Doğu Anadolu Bölgesi).

[15]. Βλ. William Hale, Turkey…, ό.π., σελ.38.

[16]. Εννοούμε τον Πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας (1991-95).

[17]. Τούρκος πολιτικός, ακαδημαϊκός και διπλωμάτης. Έχει διατελέσει πρωθυπουργός της Τουρκικής Δημοκρατίας από τις 28/8/2014 έως τις 24/5/2016.

[18]. Βλ. Ιωάννης Θ. Μάζης, Η Γεωπολιτική της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής και η Τουρκία, (Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2008), σελ.68-72.

[19]. Νοrth Αtlantic Τreaty Οrganizatiοn (Ελληνικά: Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου ή Ατλαντική Συμμαχία). Σύμφωνο συμμαχίας στο οποίο συμμετέχουν διάφορες χώρες με σκοπό τη διασφάλιση της αμοιβαίας και συλλογικής ασφάλειάς τους. Βλ. Πάπυρος…, ό.π., σελ.1200.

 

[20]. Iraqi Pipeline in Saudi Arabia (IPSA). Είναι ένα σύστημα αγωγών πετρελαίου, δυναμικότητας 1,65 εκατομμυρίων βαρελιών, που ρέει από τα σύνορα του Ιράκ, δια μέσου της Σαουδικής Αραβίας, στο λιμάνι Al-Mu’ajjiz στην Ερυθρά θάλασσα αλλά βρίσκεται εκτός λειτουργίας από τον Πόλεμο του Κόλπου.

[21]. Yanbu’ al Bahr: Λιμάνι της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα. Ανήκει στην επαρχία Al Madinah.

[22]. Το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας είναι ένας κλάδος της εκτελεστικής εξουσίας των Η.Π.Α., υπεύθυνο για να συντονίζει την πολιτική σε θέματα εθνικής ασφαλείας. Συχνά τίθεται επικεφαλής του ένας σύμβουλος εθνικής ασφαλείας και στελεχώνεται από ανώτερους αξιωματούχους από το στρατό, τη διπλωματία,  την αντικατασκοπεία, την εφαρμογή του νόμου και άλλα κυβερνητικά σώματα.

[23]. Ο Διεθνής Συνασπισμός αποτελείτο από τα εξής κράτη: Αφγανιστάν, Μπαχρέιν, Μπανγκλαντές, Τσεχοσλοβακία, Αίγυπτος, Γαλλία, Κουβέιτ, Μαρόκο, Ομάν, Νίγηρας, Πακιστάν, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Σενεγάλη, Συρία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μεγάλη Βρετανία και Η.Π.Α.. Η Γερμανία και η Ιαπωνία προσέφεραν οικονομική υποστήριξη και οπλισμό αντί για απευθείας πολεμική βοήθεια. Βλ. Geoffrey Regan, Οι Μάχες που Άλλαξαν την Ιστορία 50 Αποφασιστικές Μάχες σε 2.500 Χρόνια Πολέμων, (Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2007), σελ.218.

[24]. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός και Διπλωματία Η Τουρκική Εξωτερική Πολιτική από την Έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, (Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα, 2004), σελ.35-41.

[25]. Βλ. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, Η Τουρκία στον 21ο Αιώνα Ο Μακρύς Δρόμος προς την Ευρώπη, (Εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα, 2004), σελ.215-223.

[26]. Η Επιχείρηση Operation Provide Comfort II, ήταν μια επίδειξη δύναμης για να αποτρέψει νέες επιθέσεις Ιρακινών εναντίον Κούρδων. Ξεκίνησε στις 24 Ιουλίου του 1991, είχε περιορισμένη αποστολή με ανθρωπιστικές μόνο πτυχές και έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1996. Ενώ πολεμικά αεροσκάφη των  Η.Π.Α. περιπολούσαν στον ουρανό πάνω από το Βόρειο Ιράκ επιβάλλοντας ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, η Πολεμική Αεροπορία και τα αεροσκάφη ανεφοδιασμού μετέφεραν στρατεύματα και εξοπλισμό για την υποστήριξη αυτών των συνεχιζόμενων επιχειρήσεων.

[27]. O Necmettin Erbakan είχε χαρακτηρίσει την Επιχείρηση Παροχή Βοήθειας ΙΙ ως «μια νέα πρακτική των Σεβρών». Βλ. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός…, ό.π., σελ.136.

[28]. Βλ. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός…, ό.π., σελ.43.

[29]. Διεθνές τρομοκρατικό δίκτυο που ιδρύθηκε από τον Osama bin Laden στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Επιδιώκει να απαλλαγούν οι μουσουλμανικές χώρες από τη βέβηλη επιρροή της Δύσης και να αντικαταστήσει τις κυβερνήσεις τους με φονταμενταλιστικά ισλαμικά καθεστώτα.

[30]. International Security Conference in Munich.

[31]. Βλ. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, Η Τουρκία…, ό.π., σελ.225-233.

[32]. Επιχείρηση Ελευθερίας του Ιράκ (Operation Iraqi Freedom).

[33]. United States Institute of Peace (USIP).

[34]. Τουρκμένιοι ή Τουρκομάνοι: Λαός, ογουζικής καταγωγής που κατοικεί κυρίως στο Ιράκ. Είναι σουνίτες μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα και ομιλούν μια γλώσσα της τουρκικής ομάδας, την Τουρκμενική.

[35]. Βλ. Ιωάννης Θ. Μάζης, Η Γεωπολιτική…, ό.π., σελ.204-207.