για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική

Θρησκεια

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Η ισλαμική τρομοκρατία παραμένει ένα ζήτημα παγκόσμιας προβολής και ανησυχίας. Οι κατά καιρούς επιθέσεις που διεξάγονται από ισλαμικές ομάδες ή μεμονωμένους δρώντες στη Δύση αλλά κυρίως στην Κεντρική, Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, οδηγούν στο συμπέρασμα πως η ασύμμετρη αυτή απειλή όχι μόνο παραμένει ισχυρή, αλλά ίσως δεν την έχουμε κατανοήσει όπως θα έπρεπε.

Βέβαια, η δολοφονία αθώων στις οικείες τους, σε τόπους λατρείας ή όταν λειτουργούν τις καθημερινές τους δραστηριότητες, φέρει αναπόφευκτα αίσθημα φόβου, οργής και θλίψης. Τα παραπάνω οδηγούν στο κάλεσμα για τιμωρία ή αντίποινα. Για αυτόν ακριβώς το λόγο η τρομοκρατία είναι ένας φαύλος κύκλος· καταστροφή για τα θύματα, καταστροφή για τους δράστες και αναντίρρητα σοβαρό κόστος για την ανθρωπότητα. Συνέχεια ανάγνωση

Στα ΜΜΕ της Ελλάδας και του εξωτερικού αλλά και σε ορισμένες επιστημονικές μελέτες δυστυχώς, αναπαράγεται η θέση πως το Ισλάμ αποτελεί επιθετική Θρησκεία από “τα πάνω προς τα κάτω”, εννοώντας φυσικά πως η ηγεσία του όλου οικοδομήματος λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να συνεχίζεται η αιματοχυσία. Το ερώτημα που τίθεται, είναι εάν έχουν δοκιμάσει να μετριάσουν το πρόβλημα αυτό οι ίδιοι οι ηγέτες των μουσουλμάνων.

Η αλήθεια είναι διαφορετική. Πολλοί θρησκευτικοί ηγέτες καταδικάζουν τις επιθέσεις αυτές. Μάλιστα, τον Μάιο του 2018, εβδομήντα μουσουλμάνοι κληρικοί από το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και την Ινδονησία[1] εξέδωσαν Fatwa[2] κατά της οιασδήποτε μορφής τρομοκρατίας και βίας. Η καταδίκη αυτή, βασιζόταν στην προσέγγιση πως ο βίαιος εξτρεμισμός αλλά και η τρομοκρατία είναι έννοιες εκ διαμέτρου αντίθετες με τις αρχές του Ισλάμ.

Στον αντίποδα, πολλές άλλες δημόσιες δηλώσεις άλλων κληρικών χαρακτηρίζονται ριζοσπαστικές ή και επιθετικές, και οι πομποί των δηλώσεων αυτών χαρακτηρίζονται τρομοκράτες. Το μείζον πρόβλημα κατά την άποψη του γράφοντος, είναι πως πολλάκις το Ισλάμ αντιμετωπίζεται ως κάτι “ξένο”, ή “άλλο” σε σχέση με τον “Δυτικό κόσμο.” Αυτό δημιουργεί φυσικά την προκατάληψη πως οι μουσουλμάνοι θρησκευτικοί ηγέτες που μιλούν στους πιστούς τους, τρέφουν εχθρικά αισθήματα για τους δυτικούς, ή ακόμη πως σε κάθε ομιλία θρησκευτικού ηγέτη, υποβόσκει ο εξτρεμισμός.

Το παραπάνω, οδηγεί σε μία μοιραία διαίρεση: οι μουσουλμάνοι ηγέτες αντιμετωπίζουν ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα όταν καλούνται να τοποθετηθούν για μια τρομοκρατική επίθεση. Είτε η κοινότητα τους πρέπει να θρηνήσει τα θύματα ως μέρος της βίας που υιοθετείται από ένα μικρό μέρος ριζοσπαστών ιδεολόγων, είτε πρέπει να αισθάνονται το αίσθημα ντροπής που μοιράζονται κοινές πεποιθήσεις στα περισσότερα ζητήματα με αυτούς.

Φυσικά, η καταδίκη μιας βίαιης επίθεσης δεν εξαργυρώνει τα γεγονότα, ούτε δίδει συγχωροχάρτι σε κανέναν. Αντιθέτως, εξακολουθεί να απεικονίζει κάποιον “άλλο” ως αποκλειστικά υπαίτιο. Επιπρόσθετα, ενισχύεται το αίσθημα αδυναμίας των ηγετών κληρικών να ελέγξουν τους πιστούς τους και αναπόφευκτα οδηγεί στην άποψη πως δεν μπορούν να λύσουν τα εσωτερικά τους ζητήματα. Άρα; Χρειάζονται εξωτερική βοήθεια.

Η εμφανής θέληση που εμφανίζουν οι Δυτικοί για διαρκή αρωγή σε κάθε εσωτερικό ζήτημα των μουσουλμάνων, οδηγεί στην περιθωριοποίηση ορισμένων ομάδων, οι οποίες θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να ταχθούν στο άρμα της βιαιότητας.

Μια εναλλακτική πρόταση, θα μπορούσε να είναι η απάντηση των μουσουλμάνων μετά τις βομβιστικές επιθέσεις του Μαραθωνίου της Βοστόνης το 2013. Η κοινότητα της περιοχής, έμεινε μακριά από καταδίκες ή θυματοποίηση, και στάθηκε στην ανάκαμψη και τη θεραπεία τόσο των μουσουλμάνων όσο και των μη. Μια τέτοια πρόταση είναι πράγματι ριζοσπαστική. Αντίθετα με τις πάγιες πρακτικές καταδίκης ή υπέρμετρης ανάγκης για να θεωρηθεί κάποιος θύμα, η προσπάθεια της ανάπτυξης αντανακλαστικών κοινής αντιμετώπισης είναι μια δομή μπορεί να γίνει μάθημα για όλες τις πλευρές. Και μάλιστα, δεν αποτελεί καλύτερη ή χειρότερη πρακτική σε σχέση με άλλες· αυτή η πρακτική λειτουργεί. Και πρέπει να αποτελέσει την εφαλτήριο θεωρία της οριστικής επίλυσης του προβλήματος αυτού.

[1] Ingber, Sasha, “70 Muslim Clerics Issue Fatwa Against Violence And Terrorism,” NPR.org, 11 Μαΐου 2018, https://n.pr/2DMKJgp

[2] Fetwa: η μη δεσμευτική αλλά αξιόπιστη νομική άποψη ή διδακτική ερμηνεία που μπορεί να δώσει ένας σεϊχουλισλάμης, ειδικευμένος νομικός ή μουφτής, σε θέματα που σχετίζονται με τον ισλαμικό νόμο

 

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και μεταπτυχιακός φοιτητής Γεωπολιτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Share Button

Απόδοση στα Ελληνικά: Νικολάου Νικόλαος- Ερευνητής ΚΑΝΣ

Τη Πέμπτη (σ.σ. 21 Φεβρουαρίου) οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις παρέδωσαν περίπου 20 ξένους τζιχαντιστές στις ιρακινές αρχές, εκ των οποίων οι 13 είναι Γάλλοι, που σίγουρα θα δικαστούν στη Βαγδάτη και τους οποίους η Γαλλία δεν έχει τη πρόθεση να επαναπατρίσει.  

Η ανωτέρω εξέλιξη παρουσιάστηκε από τις υπηρεσίες πληροφοριών της Δύσης. Τη Πέμπτη, οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (FDS), οι οποίες μάχονται το ISIS (EI) με την υποστήριξη ενός διεθνούς συνασπισμού, παρέδωσαν περίπου 20 τζιχαντιστές από το εξωτερικό στις ιρακινές αρχές. Μεταξύ εκείνων βρίσκονταν και 13 Γάλλοι. Ένας αριθμός που επιβεβαιώθηκε τη Πέμπτη από τον Μπαρχάμ Σάλεχ, τον Ιρακινό πρόεδρο σε ένα επίσημο ταξίδι του στη Γαλλία. Οι ταυτότητές τους δεν έχουν αποκαλυφθεί για την ώρα.

Αυτή η μεταφορά είναι μέρος μιας μεγάλης ροής αιχμαλώτων. Μαζί με τους ξένους μαχητές, κάπου 260 Ιρακινοί τζιχαντιστές έχουν επίσης παραδοθεί στις αρχές της χώρας τους. Οι Κούρδοι της Συρίας δεν επιθυμούν πλέον να αντιμετωπίσουν αυτούς τους ενοχλητικούς κρατουμένους που συνελήφθησαν τους τελευταίους μήνες και οι οποίοι χρίζουν επιτήρησης και σίτισης καθημερινά. Λίγες μέρες πριν, η διοίκηση της FDS παρέδωσε στη Βαγδάτη μια λίστα με ονόματα για επιβεβαίωση σε μια βάση δεδομένων σε συνεργασία με τις δικαστικές αρχές. Οι τελευταίες αργότερα εξέδωσαν τα απαραίτητα εντάλματα σύλληψης. Συνέχεια ανάγνωση

Για τους Γάλλους που μεταφέρθηκαν, η πιθανότητα να δικαστούν στη Βαγδάτη δεν είναι ανεδαφική. Ερωτηθείς τη Δευτέρα γι’ αυτό το συμβάν, ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν επιθύμησε να κάνει κάποιο σχόλιο, εκτιμώντας ότι η παράδοση των αιχμαλώτων απεκάλυψε «τις στενές διμερείς σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ FDS και Ιράκ». Ο Γάλλος πρόεδρος αμέσως θυμήθηκε ότι « η προξενική προστασία καλύπτει όλους τους Γάλλους στην εθνικότητα» και ότι είναι ευεργετική αν όχι απαραίτητη.

Ανεξάρτητη δικαιοσύνη

Σύμφωνα με μια πηγή των υπηρεσιών ασφαλείας της Γαλλίας με την οποία επικοινώνησε η Liberation, γι αυτούς τους δεκατρείς υπάρχουν ισχυρά ενοχοποιητικά στοιχεία ότι έλαβαν μέρος στις μάχες εντός της ιρακινής επικράτειας και ιδιαίτερα στη Μοσούλη. Εάν η γαλλική διπλωματία έχει συχνά διφορούμενη στάση απέναντι στην επιστροφή τζιχαντιστών που είναι φυλακισμένοι στο Συριακό Κουρδιστάν, αμφιταλαντευόμενη μεταξύ της παραμονής τους στον τόπο σύλληψής τους και στον επαναπατρισμό, το Παρίσι δείχνει για μήνες μια σταθερότητα απέναντι στην ιρακινή δικαιοσύνη: σε χώρα με κυριαρχία, η δικαστική εξουσία ανήκει στη χώρα (αυτή). Το να ξεκινήσει αντιπαράθεση το Παρίσι προκειμένου να αποσύρει τις καταδίκες των 13 Γάλλων φαίνεται μη πιθανό.

Τρεις Γάλλοι ήδη έχουν δικαστεί στη Βαγδάτη. Κάθε φορά το κοινό ήταν ομόφωνο. Τον Απρίλιο του 2018, η 29χρόνη Τζαμίλα Μπουτουτάου καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκιση μετά από δικαστική διαδικασία 20 λεπτών. Τους επόμενους μήνες, στη Μελίνα Μπουχεντίρ 28 χρονών και στη Λαχκέν Γκουεμπούτζ 59 χρονών αποδόθηκε η ίδια ποινή. Οι δύο γυναίκες τώρα είναι φυλακισμένες σε φυλακή στα προάστια της Βαγδάτης σε άθλιες συνθήκες.

Οι Γάλλοι τζιχαντιστές το ξέρουν καλά, αυτοί φοβούνται ότι η θανατική ποινή θα τους επιβληθεί. Απασχολημένο τόσο καιρό με υποθέσεις κατηγορουμένων που η πολεμική τους δράση δεν έχει επίσημα αποδειχτεί, το Ιρακινό Ποινικό Δικαστήριο δεν έχει διστάσει να επιβάλει τη θανατική καταδίκη….. Η μόνη εφικτή προοπτική περισσότερο ή λιγότερο βραχυπρόθεσμα για τους καταδικασμένους: να γίνουν θεατές της μεταφοράς της ποινής τους στο γαλλικό δίκαιο για να εκτίσουν τη ποινή τους σε γαλλικό έδαφος.

Για αρκετούς μήνες, οι κουρδικές αρχές καλούν τις ξένες χώρες να παραλάβουν τους τζιχαντιστές και τις οικογένειές τους. Οι Κούρδοι, αυτή τη στιγμή, κρατάνε ουσιαστικά 800 μαχητές, στη πλειοψηφία τους Ιρακινούς, και πάνω από 2.000 μέλη της οικογένειάς τους- γυναίκες και παιδιά που είναι εγκατεστημένα σε στρατόπεδα στη βορειοανατολική Συρία. Οι αριθμοί δεν είναι οριστικοί. Εκατοντάδες τζιχαντιστές, μερικές φορές συνοδευόμενοι από την οικογένειά τους, έχουν παραδοθεί τις τελευταίες μέρες, μετά τη διαφυγή τους από τον θύλακα του Αλ- Μπακχούζ (νοτιοανατολικά), τελευταίο κομμάτι εδάφους του «χαλιφάτου» του Ισλαμικού Κράτους και δεν έχουν ακόμα καταμετρηθεί.

Ερείπια

«Λοιπόν, καθώς χιλιάδες αλλοδαποί εγκαταλείπουν σε «ερείπια» το χαλιφάτο, το φορτίο που είναι ήδη βαρύ, γίνεται ακόμα πιο βαρύ» δήλωσε τη Κυριακή ο Μουσταφά Μπαλί, εκπρόσωπος τύπου των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων. «Οι φυλακές μας δεν μπορούν να φιλοξενήσουν όλους τους μαχητές. Η διεθνής κοινότητα δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες της» πρόσθεσε ο Αμπντέλ Καρίμ Ομάρ, υπεύθυνος για τις εξωτερικές υποθέσεις της κουρδικής κυβέρνησης.

Η επιτακτικότητα για τους υπεύθυνους των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων να συντρίψουν τους τζιχαντιστές, μεγάλωσε με την ανακοίνωση στο τέλος Δεκεμβρίου της απόσυρσης των Αμερικανών στρατιωτών. Μετά από αρκετές αναβολές, η Ουάσινγκτον, εν τέλει, σιγούρεψε ότι 200 στρατιώτες θα παραμείνουν στη βάση της Ροτζάβα στο συριακό Κουρδιστάν, αντίθετα στους 2.000 που βρίσκονται τώρα, χωρίς να υπάρξει ξεκάθαρη απάντηση για τη διάρκεια της παραμονής τους. Εάν αυτοί κινήσουν να φύγουν, άλλοι στρατιώτες από το εξωτερικό, Γάλλοι και Βρετανοί θα πρέπει να επαναπατριστούν. Οι Κούρδοι φοβούνται μια επίθεση της Τουρκίας ή μια επιστροφή περισσότερο ή λιγότερο διαπραγματεύσιμη στο καθεστώς Άσσαντ. Και στις δύο περιπτώσεις η ασφάλεια των φυλακών όπου οι ξένοι τζιχαντιστές κρατούνται είναι κάθε άλλο παρά εγγυημένη.

Σχολιασμός

Από το άρθρο προκύπτουν σημαντικές πληροφορίες από τις οποίες μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Αρχικά, επιβεβαιώνεται ότι το Ισλαμικό Κράτος ηττάται. Κάποιοι θύλακες έχουν μείνει σε Συρία και Ιράκ και οι οποίοι είναι ζήτημα χρόνου να εξαλειφθούν. Πάντως, από τη στιγμή που μαίνονται ακόμα μάχες, καλό είναι να είμαστε επιφυλακτικοί. Επιπρόσθετα, είναι εμφανές ότι ο κοινός εχθρός (ISIS) έχει συσπειρώσει Σύριους Κούρδους και ιρακινή κυβέρνηση, παρά το ότι τα συμφέροντά τους μπορεί να είναι αντίθετα.

Ακόμα, δεν φαίνεται να απαντάται το μεγαλύτερο ερώτημα: όταν συντριβεί πλήρως στο Ισλαμικό Κράτος στο πεδίο της μάχης, τι θα γίνει με τους μαχητές και τις οικογένειές τους; Είναι αντιληπτό ότι υπάρχουν τρεις επιλογές: η μια αφορά την απορρόφηση τους στις τοπικές κοινωνίες μεταπολεμικά με άλλη ταυτότητα. Αυτό το ενδεχόμενο είναι υπαρκτό, όμως θα προξενήσει τη μήνιν των κοινωνιών και θα λειτουργήσει ως μοχλός για τις κυβερνήσεις να επιβάλλουν αστυνομικό καθεστώς για να εντοπιστούν οι πρώην τζιχαντιστές, ενώ οι οικογένειές τους θα αντιμετωπίσουν διακρίσεις. Η δεύτερη είναι η επιστροφή τους στις πατρίδες προέλευσης τους. Ωστόσο, το πώς θα αντιμετωπιστούν από τους πολίτες των χωρών αυτών, το πώς θα δικαστούν, αν δικαστούν (εγκληματίες ή αιχμάλωτοι πολέμου), το πώς θα ενσωματωθούν στον κοινωνικό κορμό είναι εκκρεμότητες που απασχολούν τους Ευρωπαίους ηγέτες, δεδομένου του ότι μεγάλο μέρος των ανδρών του ISIS κατάγεται από ευρωπαϊκές χώρες. Αναφορικά με τις οικογένειες τους, εκείνες τι καθεστώς θα έχουν αν έρθουν στην Ευρώπη; Θα μπορέσουν να ενταχθούν στη κοινωνία ή θα αντιμετωπιστούν σαν «ξένο σώμα» και θα υποστούν διακρίσεις και χλευασμό σαν συγγενείς τρομοκρατών; Η τρίτη επιλογή αφορά τη παραμονή τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τυχόν μελλοντική δίκη τους από τις δικαστικές αρχές των χωρών που συνελήφθησαν ή/και κρατούνται, δηλαδή της Συρίας και του Ιράκ. Αυτή η επιλογή είναι δυνατόν να προξενήσει μια μικρή ανθρωπιστική κρίση γιατί χιλιάδες γυναικόπαιδα δεν μπορούν μακροπρόθεσμα να επιβιώσουν στις αντίξοες συνθήκες των στρατοπέδων. Παράλληλα, είναι πιθανό με έκτακτα δικαστήρια να αποδοθούν σωρηδόν θανατικές ποινές στους αιχμάλωτους τζιχαντιστές για αντεκδίκηση, πράγμα που θα ανοίξει έναν νέο κύκλο αίματος και ίσως καταδικαστούν και αθώοι.

Ένα ακόμα σοβαρό γεγονός προς εξέτασιν αφορά και την Ευρώπη. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να μελετήσουν ποιά είναι τα αίτια που παρακίνησαν τόσους πολλούς πολίτες της Ε.Ε. να καταταγούν στο Ισλαμικό Κράτος, χιλιόμετρα μακριά από τις πατρίδες τους. Επίσης, πρέπει να εξεταστεί και το γιατί παρόλο που τους προσφέρθηκαν τόσα αγαθά από τα ευρωπαϊκά κράτη, εκείνοι προτίμησαν να ζήσουν με κακουχίες και ακόμα χειρότερα να πλήξουν τις χώρες που τους ανέθρεψαν.

Από το άρθρο φαίνονται και οι αρνητικές συνέπειες μιας αμερικανικής αποχώρησης από τη Συρία. Οι Κούρδοι θα βρεθούν μεταξύ «σφύρας και άκμονος» έχοντας είτε να πολεμήσουν τον τουρκικό στρατό και τους συμμάχους του είτε να ελεγχθούν από το συριακό καθεστώς. Καμία επιλογή δεν τους βοηθά διότι θα πολεμήσουν ή θα διαπραγματευθούν από μειονεκτική θέση, κάτι που πιθανόν να τους στερήσει την αυξημένη αυτονομία. Ταυτόχρονα, η Ουάσινγκτον θα φανεί ότι εγκαταλείπει τους συμμάχους της, οι οποίοι απέδειξαν έμπρακτα τη προσήλωσή τους στην εξάλειψη του κοινού εχθρού, του Ισλαμικού Κράτους. Τυχόν, λοιπόν, αναχώρηση των Αμερικανών θα προκαλέσει νέο γύρο συγκρούσεων. Η «στροφή» της κυβέρνησης Τράμπ μέχρι στιγμής έχει σώσει τους Κούρδους, όμως όλα είναι ρευστά.

[i] Το άρθρο αποτελεί μετάφραση στα ελληνικά. Το πρωτότυπο στα γαλλικά δημοσιεύτηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2019 στην εφημερίδα Liberation γραμμένο από τους Luc Mathieu και Willy Le Devin. Είναι προσβάσιμο στον σύνδεσμο:  https://www.liberation.fr/planete/2019/02/25/irak-ces-jihadistes-francais-que-paris-n-est-pas-presse-de-recuperer_1711532 (ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 26 Φεβρουαρίου 2019, 21:30).

Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰

 Η υπόθεση Brunson, που αναδείχθηκε το τελευταίο χρονικό διάστημα ως μείζον ζήτημα στη διπλωματική διαμάχη Τουρκίας – ΗΠΑ, εξελίχθηκε σε προσωπική αντιπαράθεση των δύο ηγετών, Recep Tayyip Erdogan – Donald Trump, με αλληλοκατηγορίες και σημαντικές οικονομικές κυρώσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, ο πάστορας βρέθηκε στο επίκεντρο της σύγκρουσης και χρησιμοποιήθηκε ως «πιόνι» σε ένα υπό εξέλιξη διπλωματικό παιχνίδι στη βάση των διαρραγεισών σχέσεων των δύο χωρών, προκαλώντας αβεβαιότητα για το κατά πόσο τελικά η απελευθέρωση Brunson θα δώσει ώθηση για ουσιαστική εξομάλυνση των σχέσεών τους.

Η ανωτέρω αβεβαιότητα έγκειται στο γεγονός ότι το διακύβευμα της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης Erdogan – Trump εδράζεται σε άλλες βαθύτερες αιτίες. Το προφανές, βέβαια, είναι ότι και οι δύο ηγέτες ήθελαν να περισώσουν το γόητρό τους, ενώ παράλληλα παρατηρείται απόκλιση στις στρατηγικές επιδιώξεις και τα συμφέροντα των δύο χωρών. Συνέχεια ανάγνωση

Από τη μία πλευρά, ο Τούρκος πρόεδρος που επιδιώκει να αφήσει ένα ισάξιο, αν όχι και ανώτερο, στίγμα από αυτό του Mustafa Kemal Atatürk στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας, ακολούθησε μια άκαμπτη και ανυποχώρητη στάση (σ.σ. μέχρι ενός σημείου) στην υπόθεση Brunson, δείχνοντας ότι δεν υπάρχει καμία βούληση να υποκύψει στις απειλές και στα τελεσίγραφα Trump, προσπαθώντας παράλληλα να λειτουργήσει ως μια μεγάλη «νέο -οθωμανική» περιφερειακή δύναμη με ρόλο και λόγο στις τρέχουσες εξελίξεις. Ο απώτερος, όμως, στόχος του ήταν να χρησιμοποιήσει την κράτηση Brunson ως διπλωματικό «χαρτί» ώστε να ασκήσει πίεση για μια ενδεχόμενη ανταλλαγή με τον Ιεροκήρυκα Fethullah Gülen.

Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump, που στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία στο «όραμα» “η Αμερική να ξαναγίνει μεγάλη”, καθώς και στην υπόσχεση ότι “οι πολιτικές του επιλογές θα προστατεύουν πρώτα και πάνω από όλα τα συμφέροντα των Αμερικανών πολιτών”, επιδίωξε με σθένος την αποφυλάκιση του Andrew Brunson φτάνοντας ακόμη και στο σημείο του οικονομικού «πολέμου» με την Τουρκία, στέλνοντας ταυτόχρονα ένα σαφές μήνυμα «κυριαρχίας».

Το γεγονός ότι δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπόθεση Brunson, την οποία ο Trump την χαρακτήρισε ως «ομηρία», οφείλεται κυρίως στις επικείμενες κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές της 6ης Νοεμβρίου, όπου θα κριθεί ποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα θα έχει υπό τον έλεγχό του το Κογκρέσο, ή με άλλα λόγια αν οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρήσουν την πλειοψηφία τους σε αυτό. Οι Ευαγγελιστές Χριστιανοί, που ανέρχονται σε 55 – 60 εκατομμύρια στις ΗΠΑ, αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της εκλογικής βάσης του Trump. Η αποφυλάκιση Brunson, λοιπόν, δίνει νέα ώθηση στον Trump ώστε να πείσει τους Χριστιανούς ψηφοφόρους να υποστηρίξουν τους Ρεπουμπλικάνους υποψήφιους. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ο Trump υποδεχόμενος τον Αμερικανό πάστορα στο οβάλ γραφείο του είπε επί λέξει «είσαι πολύ σημαντικός για μας».

Υπενθυμίζεται ότι ο 50χρονος Andrew Brunson, που κρατείτο για δύο περίπου χρόνια πριν αποφασιστεί ο κατ’ οίκον περιορισμός του στις 25 Ιουλίου 2018 για λόγους υγείας, απελευθερώθηκε μετά από απόφαση του 2ου Ποινικού Δικαστηρίου που συνεδρίασε στη Σμύρνη  στις 12 Οκτωβρίου 2018. Επρόκειτο για την τέταρτη ακρόαση, ενώ οι μάρτυρες κατηγορίας άλλαξαν τις καταθέσεις τους. Ο πάστορας συνελήφθη τον Οκτώβριο 2016, κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων που ακολούθησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, με τις κατηγορίες για διασύνδεση με το PKK και το δίκτυο του Gülen. Σημειώνεται, επίσης, ότι αν και το δικαστήριο επέβαλε στον Brunson έκτιση ποινής φυλάκισης τριών ετών, ενός μηνός και 15 ημερών, ήρθη  ο κατ’ οίκον περιορισμός και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και τελικά αφέθηκε ελεύθερος καθώς θεωρήθηκε ότι ο χρόνος της ποινής καλύφθηκε από τη διάρκεια προφυλάκισής του.

Εξομάλυνση σχέσεων Τουρκίας – ΗΠΑ μετά την αποφυλάκιση Brunson;

Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσο η απελευθέρωση Brunson θα αποτελέσει εφαλτήριο για ουσιαστική αποκατάσταση των σχέσεων Τουρκίας – ΗΠΑ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι αν και ο Trump το Σάββατο (13/10) ευχαρίστησε, μέσω Twitter, προσωπικά τον Erdogan για την αποφυλάκιση Brunson, έσπευσε να διαψεύσει τα όσα ακούγονται περί μυστικής συμφωνίας με την Τουρκία για χαλάρωση των κυρώσεων (σ.σ. το NBC News και η The Washington Post είχαν αναφερθεί σε συμφωνία στις 11/10), τονίζοντας ότι δεν κάνει συμφωνίες για ομήρους και ότι η αποφυλάκιση μπορεί να οδηγήσει σε καλές ακόμη και εξαιρετικές σχέσεις με την Τουρκία.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ριζικά αντίθετες πολιτικές και συμφέροντα των δύο χωρών που καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την ουσιαστική αποκλιμάκωση της έντασης.

Η στήριξη των ΗΠΑ στους Κούρδους μαχητές της βόρειας Συρίας, το άνοιγμα της Άγκυρας (σ.σ. μέλους του ΝΑΤΟ) στη Ρωσία και το Ιράν και η απόφαση για αγορά του αντιαεροπορικού πυραυλικού συστήματος S-400, η φυλάκιση στις ΗΠΑ του Mehmet Hakan Atilla, στελέχους της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank, που δικαζόταν με την κατηγορία ότι παραβίασε το εμπάργκο σε βάρος του Ιράν, η κράτηση και άλλων Αμερικανών πολιτών και προσωπικού του State Department που εργάζονταν στην Τουρκία, καθώς και η αντιαμερικανική και αντιδυτική ρητορική του Erdogan είναι ορισμένα από τα «αγκάθια» στις σχέσεις των δύο χωρών. Ο Erdogan, μάλιστα, έχει χαρακτηρίσει την απόφαση φυλάκισης του Atilla ως πολιτική επίθεση στην κυβέρνησή του, ενώ ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Mike Pompeo, μετά την αποφυλάκιση Brunson, ζήτησε να «απελευθερωθούν γρήγορα» και οι άλλοι Αμερικανοί πολίτες που βρίσκονται στις τουρκικές φυλακές, δηλώνοντας «…ο Αμερικανός πρόεδρος και το State Department συνεχίζουν να εργάζονται σκληρά για την επιστροφή στην πατρίδα όλων των Αμερικανών ομήρων και όσων αδίκως βρίσκονται φυλακισμένοι και υπό κράτηση».

Όπως αναφέρεται στο Middle East Eye «μετά την απελευθέρωση Brunson ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουν οι δύο χώρες τις πραγματικές διαφορές τους που δεν είναι άλλες από τον έλεγχο του Manbij και το “καυτό” θέμα της αγοράς των S-400».

Συγκεκριμένα, το Manbij έχει αποτελέσει την πηγή έντασης μεταξύ των δύο χωρών από το 2016, όταν οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), υπό την ηγεσία των Κούρδων του YPG, ανέλαβαν τον έλεγχο της πόλης με την υποστήριξη των Αμερικανικών δυνάμεων.

Ταυτόχρονα και παρά τις αντιδράσεις των συμμάχων του ΝΑΤΟ, η Τουρκία αποφάσισε τον Σεπτέμβριο 2017 να αγοράσει τους S-400, προκαλώντας ανησυχίες στις ΗΠΑ, δεδομένου ότι αυτά τα συστήματα είναι ικανά να στοχοποιήσουν και να καταρρίψουν την πλειοψηφία των ΝΑΤΟϊκών πυραύλων, ενώ η Ρωσία θα μπορούσε να συλλέξει πληροφορίες για την τεχνολογία των αμερικανικών α/φών F-35. Επιπρόσθετα, ανησυχία επικρατεί στην Τουρκία ότι πιθανή επέκταση των αμερικανικών κυρώσεων λόγω της αγοράς των S-400, θα μπορούσε να επιδράσει αρνητικά στις δυνατότητες του Τουρκικού Στρατού, δεδομένου ότι τα βαρέα όπλα που χρησιμοποιεί στη Συρία είναι αμερικανικής προέλευσης[1].

Σύμφωνα, όμως, με την «The Jerusalem Post» η απελευθέρωση Brunson θα μπορούσε να βελτιώσει τις σχέσεις των δύο χωρών και μάλιστα σε κομβικό χρονικό  σημείο καθώς μπορεί να συνδεθεί με την πίεση που ασκεί η Τουρκία στο Ριάντ για να δώσει απαντήσεις σχετικά με την εξαφάνιση του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Jamal Khashoggi στις 2 Οκτωβρίου[2].

Υπάρχει «νικητής» στη διαμάχη ErdoganTrump;

Όπως αναφέρει ο Ilhan Tanir[3] η απελευθέρωση Brunson δεν είχε κανένα θετικό αντίκτυπο για τον Erdogan, καθώς έπληξε σοβαρά την αξιοπιστία του ίδιου και της κυβέρνησής του.

Πρώτα απ’ όλα, η κράτηση Brunson «χαρακτήρισε» τη διακυβέρνηση Erdogan ως ένα καθεστώς που «κρατά και χρησιμοποιεί ομήρους», ενώ παράλληλα εξομοιώνεται με καθεστώτα όπως της Βόρειας Κορέας και του Ιράν που έχουν απομονωθεί από τη διεθνή κοινότητα.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι η υπόθεση Brunson έπληξε σοβαρά την τουρκική οικονομία, καθώς τον Αύγουστο 2018 η τουρκική λίρα είχε υποχωρήσει έναντι του δολαρίου περισσότερο από 35% της αξίας της από τις αρχές τους έτους (7 λίρες/δολάριο). Παρά τα μέτρα που έλαβε ο Erdogan, ακόμη και μετά την απελευθέρωση Brunson, δεν φαίνεται να έχουν πεισθεί οι αγορές, με τους επενδυτές να δείχνουν ακόμη ανήσυχοι για την πορεία της οικονομίας της χώρας, ενώ παράλληλα και σύμφωνα με τον Timothy Ash[4] η Τουρκία αναμένεται να φτάσει στα όρια της μέσα σε έξι μήνες το πολύ. Η απελευθέρωση λοιπόν Brunson, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν είχε αξιόλογη θετική επίδραση στην οικονομία της. Άλλωστε, τόσο τα κανάλια όσο και ο Τύπος που πρόσκεινται στο κυβερνών κόμμα (AKP) συνέχισαν να κατηγορούν τον πάστορα ως «πράκτορα» και να θεωρούν Trump και ΗΠΑ εχθρούς (12/10).

Τρίτον, σύμφωνα με τον Henri Barkey[5] η κράτηση Brunson ανέδειξε τη «μεροληψία του δικαστικού συστήματος της Τουρκίας» με αίολες κατηγορίες που βασίζονταν  σε μυστικές μαρτυρίες. Αν λάβει, μάλιστα, κάποιος υπόψη τους διωγμούς και τις μαζικές εκκαθαρίσεις σε όλους τους τομείς, που έγιναν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου με την αιτιολογία των Γκιουλενιστών, κανένας δεν μπορούσε να πιστέψει το κατηγορητήριο κατά του Brunson.

Τέλος, αν και η απελευθέρωση Brunson μπορεί να οδηγήσει σε μια βραχυπρόθεσμη «ανακωχή» στη διπλωματική διαμάχη των δύο χωρών και σε μια σχετική ανακούφιση της τουρκικής αγοράς που έχει ανάγκη από σταθερότητα, το σημείο «κλειδί» είναι οι αρχές Νοεμβρίου όπου λήγει το αμερικανικό εμπάργκο στο Ιράν και όπου τίθεται το ερώτημα αν θα συνεχιστεί αυτή η βελτίωση των σχέσεων[6].

Προς το παρόν φαίνεται να μην συντρέχουν λόγοι που να προκαλούν αισιοδοξία για μια ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών.

 

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

[1] Ece Goksedef, «With Brunson out of jail, US-Turkey relations still face two major hurdles», Middle East Eye, 12/10/2018, https://www.middleeasteye.net/news/brunson-issue-solved-whats-next-434326329

[2] Seth J. Frantzman, «Detained U.S. pastor wins day in court in Turkey», The Jerusalem Post, 12/10/2018,  https://www.jpost.com/International/Detained-US-pastor-wins-day-in-court-in-Turkey-569276

[3] Ο Ilhan Tanir είναι δημοσιογράφος και αναλυτής στην Ουάσιγκτον που έχει καλύψει θέματα πολιτικής των ΗΠΑ και αμερικανοτουρκικές σχέσεις για λογαριασμό τουρκικών εφημερίδων για πάνω από μια δεκαετία

[4] Ο Timothy Ash είναι ανώτερος στρατηγικός αναλυτής των αναδυόμενων αγορών στη Blue Bay Asset Management στο Λονδίνο

[5] Ο Henri Barkey είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Lehigh και από τα ανώτερα μέλη του Council on Foreign Relations για τη Μέση Ανατολή

[6] Ilhan Tanir, «Nine outcomes of Brunson’s release – none of which are positive for Erdoğan», Ahvalnews, 13/10/2018, https://ahvalnews.com/andrew-brunson/nine-outcomes-brunsons-release-none-which-are-positive-erdogan

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

«Πρέπει να μάθουμε γρήγορα αραβικά, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη θρησκεία και να σας τη διδάξουμε εκ νέου»

Ο Πρωθυπουργός της Αιθιοπίας Abiy Ahmed είπε ότι απέφυγε μια προσφορά του πρίγκιπα του Αμπού Ντάμπι, Mohammed bin Zayed, προκειμένου να χτίσει ένα ισλαμικό κέντρο στην ανατολική αφρικανική χώρα, λέγοντάς του ότι είχε «χάσει» τη θρησκεία του.

Ο Ahmed υπενθύμισε τη συζήτηση με τον bin Zayed, ο οποίος θεωρείται de facto κυβερνήτης των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, κατά τη διάρκεια ομιλίας του προς μέλη της αμερικανικής-αιθιοπικής μουσουλμανικής κοινότητας στην αμερικανική πολιτεία της Βιρτζίνια. Συνέχεια ανάγνωση

“Θα σας βοηθήσουμε με πολλά πράγματα, θα σας διδάξουμε”, δήλωσε ο bin Zayed σε μια ιδιωτική συνομιλία με τον Ahmed, ο οποίος είπε ότι απάντησε: “Δεν χρειάζεται να μαθαίνουμε τη θρησκεία από εσάς. “Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να μαθαίνουμε γρήγορα Αραβικά, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη θρησκεία, να τη διδάξουμε και να σας την επιστρέψουμε”.

Όταν ο bin Zayed τον ρώτησε γιατί, ο Ahmed είπε ότι το Ισλάμ είναι για την ειρήνη, σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στη Μέση Ανατολή.

“Έχετε χάσει τη θρησκεία”, δήλωσε ο Ahmed είπε στον πρίγκηπα.

“Το Ισλάμ που δεν μοιάζει με αληθινό Ισλάμ έχει αρχίσει να διαδίδεται ανάμεσα σε εσάς και έχετε ξεχάσει την ειρήνη και πώς να συγχωρέσετε”.

Στην ομιλία του, ο Ahmed ανέφερε ότι μόνο οι αιθίοπες μουσουλμάνοι, που αντιπροσωπεύουν το 40% του πληθυσμού, ξεπερνούν τους μουσουλμάνους των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και των γειτόνων του Κόλπου του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και του Κουβέιτ. Η Αιθιοπία είναι η δεύτερη πολυπληθέστερη χώρα της Αφρικής, με σχεδόν 108 εκατομμύρια κατοίκους.

Ο Ahmed, 41 ετών, γεννήθηκε από μουσουλμάνο πατέρα και χριστιανή μητέρα. Ξεκίνησε μια σειρά άμεσων πολιτικών μεταρρυθμίσεων μετά την ανάληψη της εξουσίας, όπως η απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων και η υπογραφή ειρηνευτικής συμφωνίας με την Ερυθραία, τον βόρειο γείτονα της Αιθιοπίας, μετά από δύο δεκαετίες συγκρούσεων.

Ο Ahmed έφτασε στις ΗΠΑ την Παρασκευή στην πρώτη του επίσκεψη από τότε που ανέλαβε καθήκοντα τον περασμένο Απρίλιο.

Συναντήθηκε με τον Αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Μάικ Πεντς, ο οποίος επαίνεσε τις «ιστορικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες» του Ahmed με στόχο «τη βελτίωση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη μεταρρύθμιση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την ειρήνευση με την Ερυθραία», σύμφωνα με δήλωση του Λευκού Οίκου.

Τα παραπάνω σχόλια του πρωθυπουργού της Αιθιοπίας αντανακλούν μια σειρά από αντιδράσεις κρατών, δρώντων ή επιφανών προσωπικοτήτων ανά τον ισλαμικό κόσμο, οι οποίοι κατηγορούν τις χώρες του Κόλπου για διαφορετική αντιμετώπιση της θρησκείας. Μάλιστα, απόψεις τέτοιου τύπου είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στις ηλικίες έως τα 30-35 έτη στα περισσότερα κράτη της βορείου αλλά και της Κεντρικής Αφρικής

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, και μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Share Button

Νικολάου Νικόλαος- Ερευνητής ΚΑΝΣ
Η Μουσουλμανική Αδελφότητα από τη περίοδο του Γκαμάλ Νάσσερ βρίσκεται υπό διωγμό. Η σύγκρουσή της με τους στρατιωτικούς, που από το 1952 κυβερνάνε την χώρα, την έχει φέρει σε δύσκολη θέση. Πάντα, όμως, επιβίωνε. Με τον Σίσι στην εξουσία, ωστόσο, κατά πόσο θα καταφέρει να ανταπεξέλθει;

Συνέχεια ανάγνωση
1 2 3 9