για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική

Ιστορια

Share Button

Δρ. Νικόλαος Παναγιωτίδης, Διευθυντής ΓΕΩΠΑΜΕ

Η μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδος βρίσκει το Ηνωμένο Βασίλειο αποδυναμωμένο αναφορικά με τους συντελεστές ισχύος του προς αναζήτηση ρόλου στις μεταπολεμικές εξελίξεις. Δεν είναι πια μεγάλη δύναμη αν και οι ηγέτες του δεν θέλουν να το συνειδητοποιήσουν. Διαχρονικά οι Βρετανοί ηγέτες πίστευαν ότι η χώρα τους είναι μια δύναμη παγκόσμιου βεληνεκούς οχι μια ηπειρωτική ευρωπαϊκή.

Σε ένα παράλληλο επίδεδο- αλλά απόλυτα σχετιζόμενο με τις δυσμενείς επιπτώσεις του Πολέμου- στη γηραία ηπειρο λαμβάνουν χώρα κοσμογονικές εξελίξεις που πυροδοτούν το φαινόμενο της ευρωπαϊκης ολοκλήρωσης. Το σχέδιο του Γάλλου ΥΠΕΞ Σιουμαν (Ιούνιο 1950) δια του οποίου επιχειρείται να τεθούν υπό μια υπερεθνική Ανώτατη Αρχή  οι βιομηχανίες άνθρακα και χαλυβα της Δυτικής Γερμανίας και της Γαλλίας,  αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα για την δημιουργία της Ευρωπαϊκης Ένωσης, η οποία εξελικτικά μέσα από μια διαδικασία συνθηκών και διεργασιών πήρε τη σημερινή της μορφή. Σκοπός η εξάλειψη του γαλλογερμανικού ανταγωνισμού και της απειλής για ένα νέο πόλεμο. Συνέχεια ανάγνωση

Η  Βρετανία ουσιαστικά ποτέ δεν πίστεψε ολοκληρωτικά στο φαινόμενο της ευρωπαϊκης ολοκλήρωσης και καθόλη τη διάρκεια του ήταν με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω από αυτή. Η ειδική σχέση που απολάμβανε με τις ΗΠΑ και η ηγετική της θεση στον χώρο της Κοινοπολιτείας της έδιδαν μια άλλη οπτική για το ενοποιητικό εγχείρημα.

Συνεχίζοντας να έχει μια σειρά ιδεοληψιών για τη θέση  της στο μεταπολεμικό διεθνές σύστημα και το «ειδικό βάρος» που η ίδια απένειμε στον εαυτό της αρνείται να συμμετάσχει στα αρχικά στάδια της συνεργασίας των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Απορρίπτει το εγχείρημα Σιουμάν προτάσσοντας τον εντονο σκεπτικισμό της για μεταβίβαση εθελούσιας εξουσίας σε υπερεθνικούς οργανισμούς, κάτι που ισχύσε καθόλη τη διάρκεια παραμόνης της στην ΕΕ. Η ίδια ευρωσκεπτικιστική λογική επικρατεί και κατά τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ).

Διαβλέποντας η Βρετανία ότι η άρνηση της εγκυμονούσε συγκεκριμένους κινδυνους για τα οικονομικά της συμφέροντα πρωτοστάτησε στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθερων Συναλλαγών το 1960 μαζί με άλλα έξι κράτη. Ωστόσο, επρόκειτο για ενα οργανισμό μειωμένων προσδοκιών που δεν ευοδώθηκαν.

Επανατοποθετούμενοι θετικά ως προς την διαδικασία ολοκλήρωσης οι Βρετανοί θα υποβάλουν αίτηση το 1962 για είσοδο στην ΕΟΚ. Ο Γάλλος Πρόεδρος Ντε Γκολ θα θέσει βέτο το 1963 ένεκα διαφωνιών για τους όρους εισδοχής της Βρετανίας και λογω των φιλοαμερικανικών δεσμών της. Σε γεωπολιτικό επίπεδο οι Γάλλοι ανησυχούσαν ότι τυχόν είσοδος των Βρετανών στην κοινότητα θα υπονόμευε την γαλλο-γερμανική προσέγγιση.

Θα ακολουθήσει δεύτερο γαλλικο βέτο το 1968, αλλά η αποχώρηση Ντε Γκολ από την εξουσία το 1969 άνοιξε το δρόμο για την ένταξη της Βρετανίας στην κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1973.

Η Βρετανία συνεχίζει να αναπτύσει και να ακολουθεί μια suis generis πορεία εντός της ΕΕ εμφανές στοιχείο και από την άρνηση της να ενταχθεί στην ζώνη Σένκεν και στην Ευρωζώνη. Αν και επιθυμεί τα οικονομικά κυρίως οφέλη που προκύπτουν από την ιδιότητα της ως κράτος –μέλος της Ένωσης αρνείται να καταβάλει το τίμημα.

Εστιάζοντας στις πιο πρόσφατες εξελίξεις, η οικονομική κρίση που εκκολάφθηκε στις ΗΠΑ το 2008  και διαχύθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωζώνη ανατροφοδότησε τον εντονο ευρωσκεπτικισμό των Βρετανών πολιτικών που ήθελαν να δουν την έξοδο του ΗΒ από την ΕΕ.    Πολιτικοί όπως ο Ντειβιντ Κάμερον, ο νυν πρωθυπουργός Μπορις Τζόνσον και ο Ναιτζελ Φαρατζ ηγέτης του Βρετανικού Κόμματος Ανεξαρτησιας βγήκαν μπροστά με διάφορα επιχειρήματα εναντίον της ΕΕ και των Πολιτικών της. Προεξέχουσα θέση στην φαρέτρα τους είχε το αντιμεταναστευτικό χαρτί: Πόσο καιρό η Βρετανία θα επωμίζεται το βάρος της μεταναστευσης στη χώρα από την καθημαγμένη οικονομικά ΕΕ για πολιτικές που η ίδια δεν συνενούσε; Η νίκη των Τόρις το 2015 έδωσε την ευκαιρία στον Ντειβιντ Καμερον να υλοποιήσει την προεκλογική του δέσμευση για την διενέργεια δημοψηφίσματος.

Τον Ιούνιο του 2016 ο βρετανικός λαός με 52 τοις εκατό υπέρ και 48 εναντιον ψήφισαν την έξοδο τους από την Ένωση. Από την πλευρά της η ΕΕ αναγκάστηκε να ενεργοποιήσει το  άρθρο 50, το οποίο θεσπίστηκε για πρώτη φορά με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας (2007).

Ολοι έχουμε δει στους τηλεοπτικούς δέκτες  το «σίριαλ» και τη σοβούσα εδω και τριάμιση χρόνια πολιτική κρίση που προκαλούσε στην πολιτική σκηνή της Βρετανίας το Brexit, καθώς και τα προβλήματα που αυτό δημιούργησε στις σχέσεις Βρετανίας –ΕΕ. Δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε και στο θέμα του λεγόμενου backstop, της ρήτρας για την αποφυγή σκληρών συνόρων μεταξύ του Ιρλανδικού Κράτους και της Βόρειας Ιρλανδία, έξέλιξη που αποτελεί ένα εν δυνάμει δυναμίτη για τη συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1988, η οποία τερμάτισε την εικοσαετή ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών στην Βόρεια Ιρλανδία.

Η λαϊκή ετυμηγορία που έφερε τον Μπόρις Τζόνσον στην εξουσία τον Δεκέμβριο με αυτοδύναμη κυβέρνηση του δίδει το περιθώριο να υλοποιήσει το Brexit έως τις 31 Ιανουαρίου. Ωστόσο, η μετα Βrexit εποχή  μπορεί να μην είναι τόσο ρόδινη για τους Βρετανούς.

 

Share Button

Υποψήφιος Διδάκτορας: Μιχαήλ-Εμμανουήλ Δημάκας

 Εισαγωγή

Με την κατάρρευση του διπολικού συστήματος που αποτελούσε το βασικό χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι εξωτερικές παράμετροι οι οποίες σχετίζονται με την πολιτική, την οικονομία και την ασφάλεια δέχτηκαν σοβαρές μετατροπές. Όλα τα κράτη, βάσει της θέσης που κατέχουν στο διεθνές σύστημα, είτε ως υπερδυνάμεις, είτε ως μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις, είτε ως μικρά κράτη στη νέα διεθνή πολιτική συγκυρία που δημιούργησε η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, τα αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουν τη διεθνή τους θέση. Όμως οι συγκυριακές πολιτικές της μοναδικής υπερδύναμης που υπάρχει μετά την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ., δηλαδή των Η.Π.Α., είναι εκείνες που αναγκάζουν το σύνολο των χωρών, μεταξύ των οποίων και την Τουρκία, να προσαρμόσουν το περιφερειακό τοπίο δράσης τους και την εξωτερική τους πολιτική. Το κενό ισχύος ωστόσο, που δημιουργείται στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, μετά τη διάλυση του παλαιού διεθνοπολιτικού σκηνικού όπου διακυβεύονται μεγάλα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, η Τουρκία εμφανίζεται να είναι έτοιμη να το καλύψει. Δίνεται έτσι, η ευκαιρία στην Τουρκία για αναζωογόνηση του τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού.[1] Συνέχεια ανάγνωση

Η Μέση Ανατολή αποτελεί για την Τουρκία ένα δεύτερο γεωπολιτικό χώρο δράσης και αναβάθμισης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ειδικότερα, ο Πόλεμος του Κόλπου έδωσε στην Τουρκία  διά του προέδρου της Turgut Özal τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τη διεθνή συγκυρία και να οδηγήσει τη χώρα στο ενεργό πρωταγωνιστικό προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής. Εντούτοις, εκείνο που καθόρισε την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας στο χώρο της Μέσης Ανατολής τόσο κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου όσο και κατά την εισβολή των συμμάχων στο Ιράκ ήταν το Κουρδικό Ζήτημα το οποίο θεωρείται ακόμη και σήμερα ως «σοβαρός αποσταθεροποιητικός παράγοντας».

Στην προοπτική δημιουργίας ενός αυτόνομου κουρδικού κράτους που θα έθετε σε κίνδυνο τα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της Τουρκίας στην περιοχή, η Τουρκία δείχνει διστακτική στην άμεση σύμπραξή της με τις Η.Π.Α. στην περίπτωση του Κόλπου έστω κι αν αυτή η στάση της ξεπεράστηκε με την αποφασιστικότητα του  Turgut Özal, ενώ στην περίπτωση της εισβολής στο Ιράκ η θέση της είναι αρνητική. Στη βάση λοιπόν των νέων γεωπολιτικών δεδομένων που δημιουργεί η κατάρρευση του Ανατολικού Συνασπισμού αλλά και με σημείο αναφοράς το Κουρδικό Ζήτημα, θα επιχειρηθεί μια προσέγγιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής κατά τις δύο κρίσιμες χρονικές συγκυρίες, του Πολέμου του Κόλπου το 1991 και του Πολέμου του Ιράκ το 2003.

Οι Σχέσεις Τουρκίας-Ιράκ (1980-1990)

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 η κυβέρνηση του Turgut Özal προσπαθούσε να διατηρήσει τις καλές σχέσεις της με το Ιράκ, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί έπειτα από την κατάργηση του Συμφώνου της Βαγδάτης.[2] Εξάλλου, προσπαθούσε να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με την ιρακινή κυβέρνηση, ανεξάρτητα από την πολιτική που ακολουθούσε και να μην λαμβάνει θέση στις διαμάχες μεταξύ των κρατών της Μέσης Ανατολής. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η Τουρκία διατήρησε αυστηρή ουδετερότητα κατά τη διάρκεια του Πολέμου Ιράκ-Ιράν,[3] προκειμένου να εκμεταλλευτεί τη διαρκώς αυξανόμενη επιρροή απέναντι στις δύο εμπόλεμες χώρες και να αποκομίσει οικονομικά οφέλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι χάρη στον πόλεμο, τόσο το Ιράν όσο και το Ιράκ έγιναν δύο χώρες άμεσα εξαρτημένες από την Τουρκία, και συγκεκριμένα από τη δυνατότητα της Τουρκίας να πραγματοποιεί εύκολα εισαγωγές και εξαγωγές στον Αραβικό Κόλπο, πράγμα το οποίο ήταν ιδιαίτερα δύσκολο εκείνη την περίοδο.

Εν τω μεταξύ, η μόνη ουσιαστική διαφορά μεταξύ Τουρκίας και Ιράκ ήταν το ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων του Ευφράτη, ο οποίος πηγάζει από τα τουρκικά εδάφη και καταλήγει στο Ιράκ και τη Συρία, χώρες των οποίων η ύδρευση εξαρτάται άμεσα από τον ποταμό.

Ωστόσο, η κοινή εναντίωση τόσο της Τουρκίας όσο και του Ιράκ απέναντι στις αποσχιστικές τάσεις του Κουρδιστάν, ήταν η βασική αρχή της συνεργασίας μεταξύ των δύο κρατών. Κατά τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του 1980, το ένοπλο κίνημα των Κούρδων, του οποίου ηγείτο ο αρχηγός του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν[4] (ΡΚΚ) Abdullah Öcalan άρχισε να παίρνει μεγάλες διαστάσεις και να εξαπολύει επιθέσεις εναντίον των Τούρκων πολιτών αλλά και του Τουρκικού Στρατού. Η Τουρκία απάντησε στις επιθέσεις των Κούρδων ανταρτών πραγματοποιώντας επιχειρήσεις καταστολής εξεγέρσεων. Την ίδια στιγμή, οι Κούρδοι του Ιράκ, εκμεταλλευόμενοι την ένοπλη διαμάχη μεταξύ Ιράν-Ιράκ, πραγματοποιούσαν εξεγέρσεις εναντίον της Βαγδάτης, ενώ το Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα[5] (KDP) του οποίου ηγέτης ήταν ο Masoud Barzani, γιος του Mustafa Barzani, συνεργαζόταν με τις Ιρανικές δυνάμεις καταλαμβάνοντας συνοριακές θέσεις το 1983. Μέχρι το 1985, η κουρδική εξέγερση είχε αρχίσει να αποδυναμώνεται λόγω του ότι ο αρχηγός  της Πατριωτικής Ένωσης του Κουρδιστάν[6] (PUK), Jalal Talabani, αρνήθηκε να συνδράμει τον αγώνα του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος (KDP) και συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με την Κυβέρνηση Saddam Hussein. Εντούτοις, στα μέσα του 1985 εγκατέλειψε αυτή του την τακτική και αποφάσισε να λάβει μέρος στον αντιστασιακό αγώνα των Κούρδων κατά του Ιράκ. Έτσι, για πρώτη φορά Τουρκία και Ιράκ βρέθηκαν ταυτόχρονα αντιμέτωπες με την κουρδική εξέγερση.

To 1988 οι ιρανικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Halabja,[7] πόλη που βρισκόταν στο Ιρακινό Κουρδιστάν, προκαλώντας ανησυχία στην Τουρκία ότι θα καταλάμβαναν και το Kirkuk. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, το Ιράκ πραγματοποίησε επιχείρηση ανακατάληψης της Halabja[8] χρησιμοποιώντας χημικά όπλα και ανάγκασε το Ιράν να αποδεχθεί την κατάπαυση του πυρός.[9]

Όπως ήταν λογικό, η βίαιη καταστολή των κουρδικών εξεγέρσεων στο Βόρειο Ιράκ και η καταστροφή 800 και πλέον κουρδικών χωριών δημιούργησε πλήθος προσφύγων. Τουλάχιστον 250.000 Κούρδοι πρόσφυγες κατέφυγαν στο Κεντρικό και Νότιο Ιράκ. Τον Αύγουστο του 1988, το Ιράκ εξαπέλυσε νέα επίθεση με χημικά όπλα εναντίον των Κούρδων που κατοικούσαν στα σύνορα Τουρκίας-Ιράκ, με αποτέλεσμα οι Κούρδοι πρόσφυγες να καταφύγουν στο Ιράν και όταν αυτό έκλεισε τα σύνορά του, στράφηκαν μαζικά στα τουρκικά σύνορα. Η Άγκυρα αντιμετώπισε ένα σοβαρό δίλημμα. Από τη μια πλευρά η διεθνής κοινότητα ασκούσε πιέσεις στην Τουρκία να δεχθεί τους Κούρδους πρόσφυγες, ενώ από την άλλη πλευρά η τουρκική κοινή γνώμη διατηρούσε αρνητική στάση απέναντι στους Κούρδους λόγω της οκταετούς διαμάχης της Τουρκίας με το ΡΚΚ. Αρχικά, η Τουρκία διεμήνυσε πως τα σύνορά της με το Ιράκ είχαν κλείσει και πως οι πρόσφυγες που είχαν εισβάλει στα τουρκικά σύνορα είχαν επιστραφεί στο Ιράκ. Αργότερα όμως, έπειτα από τις διεθνείς πιέσεις, η Τουρκία αναγκάστηκε να δεχθεί τους Κούρδους πρόσφυγες.[10]

To Ιράκ ζήτησε άδεια από την Τουρκία να ασκήσει το δικαίωμα «ταχείας επέμβασης»[11] στα τουρκικά εδάφη, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του 1984.[12] Παρόλο που η Τουρκία είχε ασκήσει τρεις φορές κατά το παρελθόν το δικαίωμα «ταχείας επέμβασης» στο έδαφος του Ιράκ εναντίον των Κούρδων, απέρριψε το αίτημα του Ιράκ, έπειτα από τις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας. Η Τουρκία, παρότι διεμήνυσε ότι οι Κούρδοι επρόκειτο να αφοπλισθούν προκειμένου να μην προβούν σε καμία εχθρική πράξη εναντίον του Ιράκ, το Ιράκ κατήργησε το πρωτόκολλο.[13]

Τελικά, τον Σεπτέμβρη του 1988 η Τουρκία δέχτηκε 63.000 Κούρδους πρόσφυγες, οι οποίοι διέμεναν σε 12 χωριστούς καταυλισμούς στη Νοτιοανατολική  Ανατολία.[14] Παρά το γεγονός ότι βρέθηκε αντιμέτωπη με μια προσφυγική κρίση, η Τουρκία σταμάτησε πλέον να βλέπει τους Κούρδους του Ιράκ ως εχθρούς. Σύμφωνα με δήλωση του Güneş Taner, ο Turgut Özal άρχισε πλέον να βλέπει τον Ιρακινό δικτάτορα Saddam Hussein ως έναν αιμοσταγή δικτάτορα, ο οποίος καταστρατηγούσε τα ανθρώπινα δικαιώματα και πίστευε ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα χημικά του όπλα ακόμα και εναντίον της Τουρκίας.

Ήταν εμφανές ότι η αρνητική στάση της Τουρκίας ως προς το αίτημα «ταχείας επέμβασης» του Ιράκ, καθώς και η προϋπάρχουσα διαφορά των δύο χωρών στο ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων του Ευφράτη, οδήγησε για πρώτη φορά τις σχέσεις τους σε αδιέξοδο. Οι δύο χώρες, έπειτα από χρόνια συνεργασία μεταξύ τους, οδηγούνταν σε διαμάχη πριν από την ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ.[15]

 Η Στάση της Τουρκίας Κατά τη Διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου (1991)-Συνέπειες

Είναι γνωστό ότι η εν γένει πολιτική της Τουρκικής Δημοκρατίας, ενώ υπήρχε η Σοβιετική Ένωση, καθοδηγείτο από το δόγμα «ειρήνη στη χώρα, ειρήνη στον κόσμο», το οποίο είχε υιοθετήσει ο ιδρυτής της, Mustafa Kemal Atatürk. Η διάλυση όμως της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία οδήγησε στην ανεξαρτησία των τουρκόφωνων δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας, έδωσε στο στρατιωτικό και διπλωματικό κατεστημένο της Άγκυρας νέες δυνατότητες για την άσκηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ειδικότερα, η σύγκρουση στα Βαλκάνια[16] αφύπνισε τις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας προς τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων.

Ωστόσο, η μεταψυχροπολεμική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας αλλά και ο τουρκικός γεωστρατηγικός σχεδιασμός της προς την Κεντρική Ασία γίνεται αντικείμενο αυστηρής κριτικής από τον ακαδημαϊκό Ahmet Davutoğlu,[17] ο οποίος υπογραμμίζει την «ανετοιμότητα της Τουρκίας να ανταποκριθεί στα δεδομένα της μεταψυχροπολεμικής εποχής», εφόσον δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το τέλος του «στατικού διεθνούς διπολικού συστήματος» και τη δημιουργία ενός «δυναμικού πολύπλευρου διεθνούς συστήματος», ώστε να προσαρμόσει αναλόγως τις στρατηγικές και την εξωτερική πολιτική της.[18]

Με δεδομένη λοιπόν την «ανετοιμότητά» της να διαμορφώσει μια νέα εξωτερική πολιτική, η Τουρκία δεν μπόρεσε, μετά την αλλαγή που επήλθε, να ασκήσει ή να διεκδικήσει κάποιο ρόλο στην ιστορική αυτή πρόκληση. Και ενώ οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί γιόρταζαν την ιστορική νίκη του συστήματος των δυτικών αξιών, η Τουρκία βρισκόταν στο περιθώριο. Βέβαια εν μέρει δικαιολογείται η στάση αυτή της Τουρκίας έναντι της αλλαγής που επήλθε δεδομένου ότι η Ε.Σ.Σ.Δ. παρέμενε ως εξωτερική απειλή για την Τουρκία μέχρι την πλήρη κατάρρευσή της στα τέλη του 1991. Έτσι, ο διαρκής χαρακτήρας της απειλής από τη σοβιετική υπερδύναμη προς την Τουρκία καθιστούσε αναγκαίο το συνεχιζόμενο σεβασμό προς τη Μόσχα, μια πρακτική αντίθετη με εκείνη των Η.Π.Α. και των Δυτικοευρωπαίων.

Η στάση αυτή της Τουρκίας σε ό,τι αφορά την υφιστάμενη αυτή αλλαγή σε συνδυασμό με τη διάλυση μεγάλου μέρους της στρατιωτικής υποδομής του ΝΑΤΟ,[19] αφού έπαψε να υφίσταται η απειλή πολέμου από την Ανατολή, δικαιολογεί την όποια διστακτικότητα για πανηγυρισμούς. Διαπιστώνεται έτσι η έλλειψη δυτικής αλληλεγγύης προς την Τουρκία η οποία εκδηλώνεται με διαφορετικές ενέργειες και πρακτικές. Η εισβολή όμως του  Saddam Hussein στο Κουβέιτ και η προσάρτησή του στο Ιράκ αποτέλεσαν μια πρόκληση τόσο στα διεθνώς ισχύοντα, όσο και στην ίδια τη διεθνή τάξη. Η αντιμετώπιση μιας επιθετικής δύναμης, εν προκειμένω του Ιράκ, που τολμούσε να αναθεωρεί τα δεδομένα 40 ετών σε μια περιοχή υψηλής στρατηγικής αξίας, ήταν μία έγκαιρη υπενθύμιση της χρησιμότητας που είχε η στρατηγική συνεργασία μεταξύ των μελών της δυτικής συμμαχίας.

Η νέα αυτή πρόκληση, της εισβολής δηλαδή του Ιράκ στο Κουβέιτ, ήταν η λιγότερο επιθυμητή για την Τουρκία και αυτό διότι η κρίση εκδηλώθηκε στη Μέση Ανατολή, μια περιοχή που ήταν τυπικά εκτός ορίων, ώστε να μπορεί η Τουρκία να διαδραματίσει ένα ξεκάθαρο ρόλο μέσα στην οργάνωση και να παρακολουθήσει με ικανοποίηση τα μέλη της δυτικής συμμαχίας να συμφωνούν μεταξύ τους. Τα νέα δεδομένα επιβάρυναν την Τουρκία με διάφορες περιπλοκές. Η πρώτη περιπλοκή ήταν ότι η κρίση διαδραματίστηκε σε μια περιοχή όπου η Τουρκία είχε διατηρήσει προηγουμένως το δικαίωμα να διαχωρίζει τα τοπικά της συμφέροντα από εκείνα της συμμαχίας. Ειδικότερα, μετά την ταπεινωτική κατάρρευση της Συνθήκης της Βαγδάτης, η Τουρκία είχε διαχωρίσει τις στρατηγικές-συμμαχικές υποχρεώσεις της από τις περιφερειακές σχέσεις στη Μέση Ανατολή. Δεύτερον, ο Πόλεμος του Κόλπου πραγματοποιήθηκε σε μια περιοχή στην οποία η κυρίαρχη τάξη αλλά και η κοινή γνώμη της Τουρκίας έβλεπαν με επιφύλαξη την οποιαδήποτε εμπλοκή, λόγω και των οδυνηρών εμπειριών στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η προοπτική λοιπόν να χυθεί τουρκικό αίμα στην άμμο της Αραβίας ήταν κάτι το οποίο ο τουρκικός λαός ενστικτωδώς απέρριπτε. Μια τρίτη περιπλοκή δημιουργούσε η προσοδοφόρα οικονομική σχέση της Τουρκίας με το Ιράκ, η οποία είχε καλλιεργηθεί και σφυρηλατηθεί στη διάρκεια του πολέμου της χώρας αυτής με το Ιράν. Όμως, η Τουρκία δεν δίστασε πολύ να συμπαραταχθεί με το σύνολο των χωρών που τάσσονταν υπέρ της αντιπαράθεσης με το Ιράκ.

Η ιδιαίτερη σπουδή της Τουρκίας να στηρίξει τις διεθνείς κυρώσεις που επιβλήθηκαν στο Ιράκ και να διαδραματίσει πρωταρχικό ρόλο στην εφαρμογή τους αποτέλεσε κύριο μέλημα του τότε Τούρκου Προέδρου Turgut Özal. Διότι χωρίς την άμεση και σαφή απόφασή του να κλείσει τους δύο αγωγούς πετρελαίου του Ιράκ που διασχίζουν την Τουρκία, η Σαουδική Αραβία πιθανότατα να ήταν διστακτική σε αντίστοιχη ενέργεια με τον αγωγό IPSA-2[20] που από το Ιράκ καταλήγει στο σταθμό Yanbu[21] στην Ερυθρά Θάλασσα. Τέτοιου είδους αποφάσεις ήταν κρίσιμες για τη στάση της σαουδαραβικής ηγεσίας να επιτρέψει ή όχι στις Η.Π.Α. να χρησιμοποιήσουν το βασίλειό της ως βάση στρατιωτικής δράσης για την εκδίωξη των Ιρακινών από το Κουβέιτ, γεγονός που δε θα μπορούσε να εξασφαλιστεί με την επίκληση των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας.[22] Όμως, η απόφαση αυτή του Özal εφαρμόζεται μόνο στο ξεκίνημα της κρίσης, διότι στη συνέχεια υποχρεώθηκε να λάβει υπ’ όψιν τις εσωτερικές παρεμβάσεις και κυρίως την κοινή γνώμη η οποία ήταν αντίθετη με το ενδεχόμενο ανάπτυξης τουρκικών δυνάμεων στον Κόλπο. Για το λόγο αυτό η Τουρκία δεν έστειλε έστω και συμβολική δύναμη στρατιωτών να συμμετάσχει στο Διεθνή Συνασπισμό,[23] περιοριζόμενη μόνο να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση από τις Η.Π.Α. των κοινών αεροπορικών βάσεων για την πραγματοποίηση πτήσεων για το βομβαρδισμό στρατιωτικών στόχων του Ιράκ, τον Ιανουάριο του 1991.

 Εικόνα 1: «Η Επιχείρηση Καταιγίδα της Ερήμου»

 

Πηγή: www.researchgate.net.

 Αν και η Τουρκία λόγω των προκαταλήψεων της κοινής γνώμης δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί πλήρως τις πολιτικές ευκαιρίες, εντούτοις η κρίση του Ιράκ-Κουβέιτ, της έδωσε τη δυνατότητα μιας σημαντικής επιτυχίας, κυρίως ως προς την επιβεβαίωση της γεωστρατηγικής υπεροχής της στην περιοχή. Παρόλο που η Κρίση του Κόλπου παγώνει την υποστήριξη των Η.Π.Α. προς την Τουρκία σε μια μεταβατική περίοδο του διεθνούς συστήματος, για την πλειοψηφία των Τούρκων η κρίση αυτή δημιουργεί ένα αίσθημα απογοήτευσης που αγγίζει τα όρια της δυσφορίας, αφού αντιμετωπίζεται «σαν μια παρτίδα πόκερ που έπαιξε ο Özal, χωρίς όμως να αποδώσει τα αναμενόμενα». Σε γενικές γραμμές, η Κρίση του Κόλπου, υπήρξε μια χαμένη ευκαιρία της Τουρκίας ώστε να προσδεθεί σε μια νέα, βασισμένη σε συγκεκριμένους κανόνες αλληλεγγύη, μεταξύ συμμάχων οι οποίοι είχαν συνεργαστεί κατά τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου.[24]

Διαφορετική όμως φαίνεται η προσέγγιση την οποία επιχειρεί ο καθηγητής Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματα του Πολέμου του Κόλπου για την Τουρκία. Κατά την άποψή του, βραχυπρόθεσμα αλλά και μεσοπρόθεσμα, η κρίση και η συνολική εμπλοκή της Τουρκίας στον Πόλεμο του Κόλπου, υπήρξε γι’ αυτήν «ευεργετική, τόσο στο οικονομικό και πολιτικό-διπλωματικό όσο και στο ευρύτερο γεωπολιτικό επίπεδο», ενώ κατ’ αρχήν έδειξε να επιτυγχάνει και τον άλλο στόχο που είχε θέσει η πολιτική ηγεσία για «στρατηγική αναβάθμιση και νέο ρόλο της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή». Ακόμα τα κέρδη της αποτυπώθηκαν τόσο σε οικονομική βοήθεια, ύψους 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που έλαβε από τις ανεπτυγμένες χώρες, Γερμανία, Ιαπωνία, Η.Π.Α., αραβικές χώρες,  ως αποζημίωση για αντίστοιχες απώλειες που είχε λόγω της εμπλοκής της στην κρίση, καθώς και στον εμπορικό αλλά κυρίως στο στρατιωτικό τομέα εφόσον ανταμείφθηκε με την προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων, αξίας 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ανάλογα ήταν τα οφέλη της και στο διπλωματικό επίπεδο, αφού με παρέμβαση των Η.Π.Α., αναθερμάνθηκαν οι ελπίδες της Άγκυρας για αναβάθμιση των σχέσεών της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες κατέληξαν το 1995 στη συμφωνία για πλήρη τελωνειακή σύμβαση. 

Στα αρνητικά βέβαια της πολιτικής που ακολουθήθηκε από την Τουρκία στον Πόλεμο του Κόλπου εντάσσεται η αδυναμία της να επιτύχει έναν από τους κύριους στρατηγικούς της στόχους, δηλαδή να αποκτήσει ρόλο ηγεμόνα στην περιοχή.[25]

 

Εικόνα 2: «Οι Συμμαχικές Επιχειρήσεις στον Πόλεμο του Κόλπου»

Πηγή: kc-johnson.com/history-3445-gulfwar.

Η Στάση της Τουρκίας Κατά τη Διάρκεια του Πολέμου στο Ιράκ (2003)-Συνέπειες

 Το Βόρειο Ιράκ αποτελούσε πάντα για την Τουρκία σημείο αναφοράς το οποίο καθόριζε την εκάστοτε εξωτερική πολιτική της, τόσο στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 αλλά και αργότερα, μέχρι και σήμερα. Το πρόβλημα, πιεστικό και ακανθώδες, αναγκάζει την Τουρκία σε προσεκτικές διπλωματικές κινήσεις τις οποίες προσαρμόζει ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες, τόσο στη συγκεκριμένη όσο και στην ευρύτερη περιοχή. Η κατάσταση στο Βόρειο Ιράκ, μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, παρουσίαζε μια σειρά από δυσκολίες για την Τουρκία. Το γεγονός ότι η Τουρκία μετείχε στην Επιχείρηση Παροχή Βοήθειας ΙΙ (OPC 2) [26]  με αντικειμενικό σκοπό να κρατήσει μακριά από τα βόρεια της χώρας τις Ιρακινές δυνάμεις, προστατεύοντας έτσι τους Ιρακινούς Κούρδους μέσω της επιβολής μιας ζώνης στην οποία απαγορεύονταν οι πτήσεις βορείως του 36ου παραλλήλου, οδήγησε εν τέλει τους Ιρακινούς Κούρδους σε μια de facto κυριαρχία του Βορείου Ιράκ.[27]

Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν να δημιουργηθεί ένα πολιτικό κενό στο βόρειο τμήμα του Ιράκ, λόγω υποχώρησης του ιρακινού κράτους με αποτέλεσμα το τμήμα αυτό να χρησιμοποιείται από το ΡΚΚ ως εφαλτήριο για αντάρτικες επιχειρήσεις στη νοτιοανατολική περιοχή της Τουρκίας.[28]

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου η Τουρκία είχε μια μοναδική «δεύτερη ευκαιρία» να παρουσιαστεί ως ο στρατηγικός παράγοντας σταθερότητας που θα αναζητούσε η Δύση για την αντιμετώπιση των ασύμμετρων απειλών της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η Τουρκική Δημοκρατία μπορούσε να αποτελέσει ένα μοντέλο μίμησης για το σταδιακό εκδημοκρατισμό των αραβοϊσλαμικών κοινωνιών που αποτελούσαν τις βάσεις εκκίνησης της AlQaeda.[29] Οι Η.Π.Α., διά του Υφυπουργού Άμυνας Paul Wolfowitz, εξέφρασαν σαφώς στο Διεθνές Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου[30] το 2002 την αμερικανική υποστήριξη στο τουρκικό παράδειγμα ισλαμικής δημοκρατίας, λέγοντας ότι «έχουμε έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ, την Τουρκία, που αποτελεί υπόδειγμα για τις προσδοκίες του μουσουλμανικού κόσμου, όσον αφορά στη δημοκρατική διαδικασία και την ευημερία». Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η επικεφαλής της αμερικανικής κυβέρνησης Madeleine Albright, υπογραμμίζοντας τη γεωπολιτική θέση και το γεωστρατηγικό ρόλο της Τουρκίας.

Σαφής επίσης είναι η υποστήριξη των Η.Π.Α. στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά όμως τις προσπάθειες των Αμερικανών για υποστήριξη της Τουρκικής Δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα στη συγκεκριμένη κρίσιμη χρονική συγκυρία της εισβολής στο Ιράκ και παρά την υποστήριξη τόσο της πολιτικής όσο και της στρατιωτικής ηγεσίας σχετικά με την ανάπτυξη 62.000 αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στα εδάφη της Τουρκίας, ήταν το τουρκικό κοινοβούλιο που τελικά απαγόρευσε, με απόφασή του την 1η Μαρτίου 2003, τη διπλωματική συμπαράταξη της Άγκυρας με τις Η.Π.Α. σε ένα τόσο ζωτικής σημασίας θέμα για την Υπερδύναμη. Το ίδιο το κοινοβούλιο αποφάσισε να αγνοήσει ακόμα και τη σαφή προτροπή του στρατεύματος για μια δεύτερη ψηφοφορία, την 5η Μαρτίου 2003, που θα ικανοποιούσε το αμερικανικό αίτημα ανοίγματος ενός βορείου μετώπου.

Το κόστος για την Τουρκία στον οικονομικό αλλά κυρίως στο γεωπολιτικό τομέα ήταν μεγάλο, αφού δεν έλαβε την οικονομική βοήθεια των 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων που της είχε υποσχεθεί η Washington, ενώ απώλεσε το ειδικό στρατιωτικό βάρος που είχε ως θεματοφύλακας των γεωπολιτικών τετελεσμένων του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου.[31]

Όπως αναφερθήκαμε στην αρχή του κεφαλαίου, το Ιράκ αποτελούσε σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, αφού αυτή συνδέεται με τα θεμελιώδη συμφέροντα της στο χώρο αυτό. Με την απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου να αρνηθεί ουσιαστικά τη συμμετοχή της Τουρκίας στην επιχείρηση Συμμαχικού Συνασπισμού εναντίον του Ιράκ, διατυπώνονται οι φόβοι που υπήρχαν αναφορικά με το αποτέλεσμα της συμμαχικής επέμβασης στο Ιράκ, τον Μάρτιο του 2003.[32]

Οι φόβοι αυτοί διατυπώνονται σαφέστατα στο «Ειδικό Υπόμνημα» (Special Report) του Αμερικανικού Ινστιτούτου Ειρήνης,[33] σύμφωνα με το οποίο: «Η επιχείρηση του συνασπισμού, επικεφαλής του οποίου ήταν οι Η.Π.Α., στο Ιράκ άλλαξε τα θεμελιώδη συμφέροντα της Τουρκίας σε αυτό, τα οποία έχουν 4 πτυχές: 1) Πρόληψη της διαίρεσης του Ιράκ κατά μήκος διαχωριστικών ή εθνικών γραμμών, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα ανεξάρτητο ή συνομόσπονδο κουρδικό κράτος, υποστηρίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο φιλοδοξίες για δημιουργία παρόμοιας οντότητας από τον εκτεταμένο κουρδικό πληθυσμό της Τουρκίας. 2) Προστασία της Τουρκμενικής μειονότητας[34] η οποία διαμένει στο Βόρειο Ιράκ. 3) Εξόντωση του ΡΚΚ και του Τουρκοκουρδικού Επαναστατικού Κινήματος, το οποίο έχει αναζητήσει καταφύγιο στο Βορειοανατολικό Ιράκ μετά την ήττα του το 1991. 4) Πρόληψη της εμφανίσεως, ενός ενδεχομένως εχθρικού μη δημοκρατικού ζηλωτιστικού Ιρακινού κράτους».

Σε άλλο σημείο του «Ειδικού Υπομνήματος» συσχετίζονται οι τουρκικοί φόβοι με τη συμπεριφορά της έναντι της αγγλοαμερικανικής επέμβασης και τονίζονται τα προβλήματα που η συμπεριφορά αυτή δημιούργησε στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις  λέγοντας: «Οι τουρκικοί προβληματισμοί αντανακλούν τη βαθιά ανησυχία που τρέφει η Τουρκία αναφορικώς με τον αντίκτυπο που θα είχε η κουρδική ανεξαρτησία ή μια ισχυρή αυτονομία στο Ιράκ στο δικό της εγχώριο κουρδικό πληθυσμό. Έχοντας απορρίψει το αίτημα των Η.Π.Α. να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο κατά του Ιράκ, η Τουρκία ευρέθη με περιορισμένη επιρροή στο Ιράκ και δεν γνωρίζει πως θα μπορέσει να διαμορφώσει την μελλοντική πορεία των γεγονότων. Οι Τούρκοι αντιλαμβάνονται ότι οι Κούρδοι του Ιράκ έχουν αποκτήσει προνομιακή θέση ως αποτέλεσμα της άνευ όρων υποστηρίξεώς τους για την ανατροπή του καθεστώτος του Saddam Hussein στο Ιράκ και την κατάληψη της χώρας από τις δυνάμεις των συμμάχων».

Από αυτό προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας δεν θα έχει ευχάριστες εξελίξεις εξαιτίας της συγκεκριμένης στάσης της στην αγγλοαμερικανική επέμβαση. Οι σχέσεις της Τουρκίας με τις Η.Π.Α., έχουν υποστεί πλήγματα «παρά την αμοιβαία επιθυμία τους για ένα ενωμένο, ευημερούν και δημοκρατικό ιρακινό κράτος το οποίο θα μπορέσει να λειτουργήσει στο μέλλον ως αντίπαλο δέος έναντι του Ιράν. Γενικότερα, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις έχουν διαρραγεί λόγω της ελλείψεως κατανοήσεως και εμπιστοσύνης, οι οποίες προκαλούνται κυρίως από την έλλειψη συμφωνίας αναφορικώς με τις μελλοντικές εξελίξεις στο Ιράκ». Σαφής, όπως προκύπτει, η διαφορά αντιλήψεων μεταξύ Άγκυρας και Washington στο κουρδικό ζήτημα η οποία συνίσταται στην αντιμετώπιση της αυτονομίας και ανεξαρτησίας των κουρδικών πληθυσμών του Βορείου Ιράκ, γεγονός που επιθυμούν μεν οι Η.Π.Α. αλλά όχι η Άγκυρα.[35]

Eικόνα 3: «Οι Ζώνες Απαγόρευσης Πτήσεων στο Ιράκ» 

Πηγή: en.wikipedia.org. 

Συμπέρασμα

 Ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά αποτελέσματα του τερματισμού του Ψυχρού Πολέμου ήταν η εξαφάνιση της στρατηγικής ισορροπίας μεταξύ των υπερδυνάμεων, Η.Π.Α. και Ε.Σ.Σ.Δ., που λειτουργούσε ως ένα ελεγκτικό εργαλείο. Η διάλυση της ευρασιατικής ηπειρωτικής δύναμης, δηλαδή της Ε.Σ.Σ.Δ., δημιούργησε ένα σοβαρό πεδίο δράσης για τις γειτονικές περιφερειακές δυνάμεις αλλά και τα μικρά περιφερειακά κέντρα ισχύος στις εγκαταλελειμμένες περιοχές. Στη βάση των νέων δεδομένων τόσο οι κυρίαρχες δυνάμεις των Η.Π.Α. ως μοναδική πλέον παγκόσμια δύναμη αλλά και οι περιφερειακές αντίστοιχα, όπως η Τουρκία, αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τη νέα στρατηγική της εξωτερικής τους πολιτικής. Για τις Η.Π.Α. η νέα τάξη πραγμάτων υπήρξε η βασική έννοια μιας νομιμοποιητικής ρητορικής κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου και απέκτησε έναν ειδικό χώρο λειτουργίας στο πλαίσιο αυτό.

Τα φοβικά σύνδρομα που διακατείχαν την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας αλλά κυρίως την κοινή γνώμη στην προοπτική δημιουργίας ενός αυτόνομου κουρδικού κράτους, οδήγησε το τουρκικό κοινοβούλιο στην αρνητική απόφαση για εξυπηρέτηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων να επέμβουν στο Ιράκ μέσω των τουρκικών εδαφών. Όσο κι αν η απόφαση αυτή είχε μεγάλες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες για την Τουρκία αφού απώλεσε το «ειδικό στρατιωτικό της βάρος» ως θεματοφύλακας του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου και ταυτόχρονα διατάραξε τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, επικράτησε η πολιτική της άρνησης ανεξαρτήτως των συνεπειών που είχε για την ίδια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Τουρκία ενήργησε με γνώμονα τη διατήρηση του status quo που βασίζεται στην ισορροπία νερού/πετρελαίου και που εν τέλει εκφράζει μια παραδοσιακή εξωτερική πολιτική.

Εικόνα 4: «Η Εισβολή των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Ιράκ (2003)»

Πηγή: www.socialstudies.com.

Βιβλιογραφία

  1. Hale, William, Turkey, the US and Iraq, Middle East Institute at SOAS, London, 2007.
  2. Oran, Baskin, Turkish Foreign Policy, 1919-2006 Facts and Analyses with Documents, trans. Mustafa Akşin, The University of Utah Press, Salt Lake City, 2010.
  3. Regan, Geoffrey, Μάχες που Άλλαξαν την Ιστορία 50 Αποφασιστικές Μάχες σε 2.500 Χρόνια Πολέμων, Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2007.
  4. Robins, Philip, Turkey and the Middle East, Printer Publishers Limited, New York, 1991.
  5. Γιαλλουρίδης, Χριστόδουλος, Η Τουρκία στον 21ο Αιώνα Ο Μακρύς Δρόμος προς την Ευρώπη, Εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα, 2004.
  6. Μάζης, Ιωάννης, Θ., Η Γεωπολιτική της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και η Τουρκία, Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη.
  7. Νταβούτογλου, Αχμέτ, Το Στρατηγικό Βάθος Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010.
  8. Πάπυρος Larousse Το Παπυράκι, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 2003.
  9. Ρόμπινς, Φίλιπ, Στρατός και Διπλωματία Η Τουρκική Εξωτερική Πολιτική από την Έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα, 2004.

 

Ηλεκτρονικές Πηγές

 

  1. wikipedia.org.
  2. www.kc-johnson.com/history-3445-gulfwar.
  3. quran.com.
  4. www.researchgate.net.
  5. www.socialstudies.com.
  6. www.thekurdishproject.org.

 

  • MSc: «Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές».

[1]. Βλ. Αχμέτ Νταβούτογλου, Το Στρατηγικό Βάθος Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, μτφ. Νικόλαος Ραπτόπουλος, επιμ. Νεοκλής Σαρρής, (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010), σελ.296.

[2]. Το Σύμφωνο της Βαγδάτης ή CENTO (Central Τreaty Organization: Οργάνωση Χωρών Κεντρικού Συμφώνου) ήταν οργανισμός αμοιβαίας ασφάλειας στον οποίο συμμετείχαν το Ιράν, η Μεγάλη Βρετανία, το Πακιστάν και η Τουρκία. Τροποποιήθηκε το 1959 και διαλύθηκε το 1979. Βλ. Πάπυρος Larousse Το Παπυράκι, (Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 2003), σελ.828.

[3]. Η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών διήρκησε από το 1980 έως το 1988.

  1. Το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν ιδρύθηκε το 1974 ως μια μαρξιστική-λενινιστική επαναστατική ομάδα που αποτελείται κατά κύριο λόγο από Κούρδους της Τουρκίας. Επειδή η κυβέρνηση της Τουρκίας έχει αρνηθεί στους Κούρδους βασικά πολιτικά, πολιτιστικά και γλωσσικά δικαιώματα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 το PKK δραστηριοποιήθηκε πέρα ​​από ανταρτικές, επαναστατικές κινήσεις στην ύπαιθρο χώρα και σε πράξεις αστικής τρομοκρατίας στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος στην νοτιοανατολική Τουρκία, όπου υπάρχει κυρίως κουρδικός πληθυσμός. Βλ. PKK: The Kurdistan Worker’s Party, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

[5]. Το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν σχηματίστηκε το 1946 υπό την αρχηγία του Mullah Mustafa-al-Barzani στην κατεχόμενη, από τη Σοβιετική Ένωση, περιοχή του Βόρειου Ιράν την οποία και ονόμασε Δημοκρατία του Mahabad. Ήταν ανάγκη να οργανωθούν τα 30 εκατομμύρια των Κούρδων, του μεγαλύτερου έθνους χωρίς κρατική οντότητα της Μέσης Ανατολής, οι οποίοι ζουν ως μειονοτικοί πληθυσμοί την Τουρκία, στο Ιράκ και στο Ιράν διεκδικώντας αυτονομία και ανεξαρτησία. Βλ. Kurdish Democratic Party, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

[6]. Η Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν σχηματίστηκε στο Ιράκ, όπου όλες οι λειτουργίες της κεντρικής κυβέρνησης εκτελούνταν από τοπικούς διοικητές, επί το πλείστον Κούρδους,  στα τέλη του 1970 υπό την αρχηγία του  Jalal Talabani. Υποστηρικτές του ήταν κυρίως αστικοί πληθυσμοί και ριζοσπάστες. Τοπικό κοινοβούλιο και τοπική διοίκηση εξελέγησαν το 1992 αλλά οι έριδες μεταξύ Κούρδων και ιρακινών πολιτικών σχηματισμών της περιοχής, καθώς και μεταξύ του PUK και του  KDP εμπόδισαν την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλίου το οποίο συνήλθε για τελευταία φορά τον Μάιο του 1995. Βλ. Patriotic Union of Kurdistan, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

 

[7]. Εννοούμε την Επιχείρηση Al-Anfal. Al-Anfal («Λάφυρα Πολέμου») ονομάζεται η επιχείρηση γενοκτονίας κατά των Κούρδων του Βορείου Ιράκ που εξαπέλυσε από το 1986 έως το 1989 το καθεστώς Saddam Hussein με σκοπό τη μαζική εξόντωσή τους. Ονομάστηκε έτσι από την 8η σούρα του Κορανίου που υπόσχεται την τιμωρία της φωτιάς σ’ αυτόν που αθέτησε τις υποσχέσεις του στο Θεό και τον Προφήτη Του. Για περαιτέρω πληροφορίες βλέπε Surah AlAnfal, διαθέσιμο στο: www.quran.com.

[8]. Πόλη του Ιρακινού Κουρδιστάν και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας.

[9]. Βλ. William Hale, Turkey, the US and Iraq, (Middle East Institute at SOAS, London, 2007), σελ.32-36.

[10]. Βλ. Philip Robins, Turkey and the Middle East, (Printer Publishers Limited, New York, 1991), σελ.67-69.

[11]. Ταχεία Επέμβαση (hot pursuit): Είναι νομικός όρος που περιγράφει το μέσω διεθνών συνθηκών καθιερωμένο δικαίωμα, εκ μέρους οργάνων επιβολής του νόμου να επεμβαίνουν με ταχύτητα εκτός της περιοχής δικαιοδοσίας και δικαιοπραξίας τους προκειμένου να συλλάβουν εγκληματίες ή να προλάβουν ζητήματα ασφαλείας. Βλ. Hot Pursuit, διαθέσιμο στο: www.merriam-webster.com.

[12]. Turkey-Iraq Security Protocol.

[13]. Baskın Oran, Turkish Foreign Policy, 1919-2006 Facts and Analyses with Documents, trans. Mustafa Akşin, (The University of Utah Press, Salt Lake City, 2010), σελ.603-604.

[14]. Τουρκικά: Güneydoğu Anadolu Bölgesi. Μια από τις επτά γεωγραφικές περιοχές της Τουρκίας. Οι υπόλοιπες έξι είναι οι εξής: i) Περιοχή Μαρμαρά (Marmara Bölgesi), ii) Περιοχή Αιγαίου (Ege Bölgesi), iii) Περιοχή Μεσογείου (Akdeniz Bölgesi), iv) Περιοχή Μαύρης Θάλασσας (Karadeniz Bölgesi), v) Περιοχή Κεντρικής Ανατολίας (İç Anadolu Bölgesi), vi) Περιοχή Ανατολικής Ανατολίας (Doğu Anadolu Bölgesi).

[15]. Βλ. William Hale, Turkey…, ό.π., σελ.38.

[16]. Εννοούμε τον Πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας (1991-95).

[17]. Τούρκος πολιτικός, ακαδημαϊκός και διπλωμάτης. Έχει διατελέσει πρωθυπουργός της Τουρκικής Δημοκρατίας από τις 28/8/2014 έως τις 24/5/2016.

[18]. Βλ. Ιωάννης Θ. Μάζης, Η Γεωπολιτική της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής και η Τουρκία, (Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2008), σελ.68-72.

[19]. Νοrth Αtlantic Τreaty Οrganizatiοn (Ελληνικά: Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου ή Ατλαντική Συμμαχία). Σύμφωνο συμμαχίας στο οποίο συμμετέχουν διάφορες χώρες με σκοπό τη διασφάλιση της αμοιβαίας και συλλογικής ασφάλειάς τους. Βλ. Πάπυρος…, ό.π., σελ.1200.

 

[20]. Iraqi Pipeline in Saudi Arabia (IPSA). Είναι ένα σύστημα αγωγών πετρελαίου, δυναμικότητας 1,65 εκατομμυρίων βαρελιών, που ρέει από τα σύνορα του Ιράκ, δια μέσου της Σαουδικής Αραβίας, στο λιμάνι Al-Mu’ajjiz στην Ερυθρά θάλασσα αλλά βρίσκεται εκτός λειτουργίας από τον Πόλεμο του Κόλπου.

[21]. Yanbu’ al Bahr: Λιμάνι της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα. Ανήκει στην επαρχία Al Madinah.

[22]. Το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας είναι ένας κλάδος της εκτελεστικής εξουσίας των Η.Π.Α., υπεύθυνο για να συντονίζει την πολιτική σε θέματα εθνικής ασφαλείας. Συχνά τίθεται επικεφαλής του ένας σύμβουλος εθνικής ασφαλείας και στελεχώνεται από ανώτερους αξιωματούχους από το στρατό, τη διπλωματία,  την αντικατασκοπεία, την εφαρμογή του νόμου και άλλα κυβερνητικά σώματα.

[23]. Ο Διεθνής Συνασπισμός αποτελείτο από τα εξής κράτη: Αφγανιστάν, Μπαχρέιν, Μπανγκλαντές, Τσεχοσλοβακία, Αίγυπτος, Γαλλία, Κουβέιτ, Μαρόκο, Ομάν, Νίγηρας, Πακιστάν, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Σενεγάλη, Συρία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μεγάλη Βρετανία και Η.Π.Α.. Η Γερμανία και η Ιαπωνία προσέφεραν οικονομική υποστήριξη και οπλισμό αντί για απευθείας πολεμική βοήθεια. Βλ. Geoffrey Regan, Οι Μάχες που Άλλαξαν την Ιστορία 50 Αποφασιστικές Μάχες σε 2.500 Χρόνια Πολέμων, (Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2007), σελ.218.

[24]. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός και Διπλωματία Η Τουρκική Εξωτερική Πολιτική από την Έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, (Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα, 2004), σελ.35-41.

[25]. Βλ. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, Η Τουρκία στον 21ο Αιώνα Ο Μακρύς Δρόμος προς την Ευρώπη, (Εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα, 2004), σελ.215-223.

[26]. Η Επιχείρηση Operation Provide Comfort II, ήταν μια επίδειξη δύναμης για να αποτρέψει νέες επιθέσεις Ιρακινών εναντίον Κούρδων. Ξεκίνησε στις 24 Ιουλίου του 1991, είχε περιορισμένη αποστολή με ανθρωπιστικές μόνο πτυχές και έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1996. Ενώ πολεμικά αεροσκάφη των  Η.Π.Α. περιπολούσαν στον ουρανό πάνω από το Βόρειο Ιράκ επιβάλλοντας ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, η Πολεμική Αεροπορία και τα αεροσκάφη ανεφοδιασμού μετέφεραν στρατεύματα και εξοπλισμό για την υποστήριξη αυτών των συνεχιζόμενων επιχειρήσεων.

[27]. O Necmettin Erbakan είχε χαρακτηρίσει την Επιχείρηση Παροχή Βοήθειας ΙΙ ως «μια νέα πρακτική των Σεβρών». Βλ. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός…, ό.π., σελ.136.

[28]. Βλ. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός…, ό.π., σελ.43.

[29]. Διεθνές τρομοκρατικό δίκτυο που ιδρύθηκε από τον Osama bin Laden στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Επιδιώκει να απαλλαγούν οι μουσουλμανικές χώρες από τη βέβηλη επιρροή της Δύσης και να αντικαταστήσει τις κυβερνήσεις τους με φονταμενταλιστικά ισλαμικά καθεστώτα.

[30]. International Security Conference in Munich.

[31]. Βλ. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, Η Τουρκία…, ό.π., σελ.225-233.

[32]. Επιχείρηση Ελευθερίας του Ιράκ (Operation Iraqi Freedom).

[33]. United States Institute of Peace (USIP).

[34]. Τουρκμένιοι ή Τουρκομάνοι: Λαός, ογουζικής καταγωγής που κατοικεί κυρίως στο Ιράκ. Είναι σουνίτες μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα και ομιλούν μια γλώσσα της τουρκικής ομάδας, την Τουρκμενική.

[35]. Βλ. Ιωάννης Θ. Μάζης, Η Γεωπολιτική…, ό.π., σελ.204-207.

Share Button

Του: Δρος. Νικόλα Παναγιωτίδη

Διευθυντού GEOPAME, Επιστημονικού Συνεργάτου Κέντρου Ανατολικών Σπουδών

Eισαγωγή

Η επανεκλογή του Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκική Προεδρία τον τον Ιούνιο του 2018 τον κατέστησε τον απόλυτο κυρίαρχο στο τουρκικό πολιτικό σύστημα, όπως άλλωστε ήταν και η πολιτική στοχευση του.

Κατακτώντας πλέον τις ενισχυμένες εξουσίες που υιοθετήθηκαν από το λαϊκό δημοψήφισμα του Απριλίου 2017, είναι έτοιμος – όπως  πολλάκις ανέφερε  – να συνεχίσει όχι μόνο με την εσωτερική μεταμόρφωση της Τουρκίας αλλά και με τον εξωτερικό προσανατολισμό του τουρκικού κράτους. Όπως έχουν επισημάνει πολλοί αναλυτές[1] το νέο προεδρικό σύστημα θέτει σε προεξέχουσα ηγεμονική θέση και ρόλο το πόστο του προέδρου της Τουρκικής  Δημοκρατίας.

Στην ουσία, το νέο πολιτικό σύστημα παραβιάζει μια παλιά αρχή της πολιτικής, τον διαχωρισμό των εξουσιών[2] που κωδικοποίησε ο Γάλλος φιλόσοφος Montesquieu κατά τη διάρκεια του Διαφωτισμού,[3] η οποία θεωρείται ως ο κύριος πυλώνας των σύγχρονων φιλελεύθερων δημοκρατικών πολιτικών συστημάτων. Δεν είναι μυστικό ότι ο Ερντογάν τάσσεται ενάντια στον διαχωρισμό των εξουσιών.  Ο ίδιος περιέγραψε τον διαχωρισμό των εξουσιών ως ” το κύριο εμπόδιο στη διακυβέρνηση του κράτους που εμποδίζει την εισαγωγή νέων υπηρεσιών προς όφελος του λαού.”[4] Συνέχεια ανάγνωση

Πιο συγκεκριμένα, ο Τούρκος πρόεδρος είναι πλέον σε θέση να να παρεμβαίνει σε όλο το φάσμα των κρατικών εξουσιών, από  τα δικαστήρια μέχρι τη νομοθετική λειτουργία, ενώ είναι σε θέση να εκδίδει διατάγματα και να παρακάμψει το κοινοβούλιο, ειδικά σε  θέματα εξωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, από το νέο πολιτικό σύστημα  απουσιάζουν τα απαιτούμενα “checks and balances”οδηγώντας σε υπερβολική συγκέντρωση εξουσιών για τη θέση του Προέδρου.

Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε κυρίως με την  εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, καθώς όπως θα δούμε πιο κάτω δυνητικά θα επηρεάσει πολλά κράτη της Εγγύς Ανατολής αλλά και την Ελλάδα και την Κύπρο στην Ανατολική Μεσόγειο. Ενα και πλέον χρόνο μετά την εκλογή του Ταγίπ Ερντογάν έχουν δωθεί τα πρώτα «δειγματα γραφής» τα οποία μας βοηθούν να αποκρυσταλλώσουμε καλύτερη εικόνα για την τουρκική εξωτερική πολιτική.

Η ανάλυση εμπίπτει στην ρεαλιστική σχολή σκέψης συνδυάζοντας δύο σημαντικά ρεύματα των Διεθνών Σχέσεων  του νεορεαλισμού[5] και του νεοκλασικού ρεαλισμού.[6]

Όπως κατέδειξε η προϊούσα σύγκρουση Τουρκίας- ΗΠΑ με αφορμή το θέμα της κράτησης και ζητούμενης από τις ΗΠΑ απελευθέρωσης του Αμερικανού πάστορα Άντριου Μπράνσον[7] οι τουρκικές κυβερνητικές δράσεις συναντούν προσκόμματα  από τις δράσεις-αντιδράσεις τις υπερδύναμης, τα οποία  θα πρέπει να προσπελάσει η Τουρκία. Η Άγκυρα αναγκάστηκε να ενδώσει στην οικονομική πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών και να απελευθερώσει τον πάστορα Μπράνσον τον Οκτώβριο του 2018. Η κρίση στις σχέσεις μεταξύ των δύο συμμάχων έχει ενταθεί λόγω της αποφάσης της Άγκυρας να προχωρήσει με την αγορά των αντιπυραυλικών συστημάτων S-400 από την Ρωσία. Ωστόσο, παρά τις τριβές στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας οι δυο Νατοϊκοί σύμμαχοι δεν έχουν διαρρήξει τις σχέσεις τους.

Πολιτικό Ισλαμ και Εξωτερική Πολιτική

Το νεο-οθωμανικό όραμα του Ερντογάν και των ομοϊδεατών του στο κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ΑΚP για την περιοχή του είναι ασυμβίβαστο με το διεθνές δίκαιο, καθώς επιδιώκει να αναθεωρήσει το νομικό και πολιτικό status quo στην περιοχή. Πιο συγκεκριμένα, ο Ερντογάν και άλλοι Τούρκοι αξιωματούχοι, έχουν πολλές φορές αμφισβητήσει την κυριαρχία πολλών ελληνικών νησιών.[8]

Όπως διαφάνηκε από την  μέχρι τώρα  θητεία του Ερντογάν στην προεδρία – με τις ενισχυμένες της εξουσίες  – τα νέα δεδομένα προοιωνίζονται περαιτέρω αστάθεια στην περιοχή.

Ο Ερντογάν θα συνεχίσει να δρα με βάση τα ιδεολογικά θεωρήματα του πρώην υπουργού Εξωτερικών και πρώην πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου.[9] Συγκεκριμένα, η θεωρία του “στρατηγικού βάθους”[10] θεωρείται  η πολιτική βίβλος των ισλαμιστών στην Τουρκία. Το προαναφερθέν θεωρητικό υπόβαθρο σε συνδυασμό με τη θεωρία του Ευρασιανισμού επηρεάζουν και κατευθύνουν την τουρκική εξωτερική πολιτική. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν πληροφορίες ότι μετά το αποτυχημένο πράξικοπημα του Ιουλίου του 2016 άτομα που εμφορούνται από αντιαμερικανισμό και είναι υποστηρικτές του Ευρασιανισμού εχουν καταλάβει θέσεις στους κρατικούς θεσμούς.[11]

H Toυρκία φιλοδοξεί να καταστήσει την Τουρκία το επίκεντρο της περιοχής της λόγω του ιδιαίτερου “ιστορικού, γεωγραφικού και πολιτιστικού βάρους” ως διάδοχο κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[12] Από αυτή την άποψη, επιθυμεί να καταστεί παγκόσμιος πόλος εξουσίας[13] και όχι μόνο μια περιφερειακή δύναμη. Εκτός από τη στρατιωτική της δύναμη, ένα άλλο εργαλείο στη διάθεση της Άγκυρας είναι η προβολή της λεγόμενης μαλακής ίσχυος (soft power) στους απανταχού μουσουλμάνους είτε της Εγγύς Ανατολής, της Ασίας ή της Αφρικής.[14] Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι οι ισλαμιστές θεωρούν το  Ισλάμ ανώτερο από το δυτικό τρόπο ζωής σε διάφορα επίπεδα (ιδεολογικό, ηθικό, πολιτισμικό)[15] και γι’ αυτό το λόγο είναι καχύποπτοι έναντι της Δύσης την οποία κατηγορούν για υποκρισία, αλαζονεία και ιμπεριαλισμό. Οι αντιλήψεις αυτές της πολιτικής ελίτ στην Τουρκία αναπόδραστα την επηρεάζουν στον τρόπο που ασκεί την εξωτερική της πολιτική.

 Σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ

Ο Ερντογάν θα συνεχίσει να προβάλλει τον εαυτό του ως πρόμαχο και προστάτη των απανταχού μουσουλμάνων και ιδιαίτερα του παλαιστινιακού κινήματος της Χαμάς στη Γάζα, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ, δύο σύμμαχες χώρες  μέχρι το 2010, όταν το επεισόδιο Mavi Marmara διατάραξε τις σχέσεις τους.

Τα συγκλίνοντα οικονομικά συμφέροντα έφεραν τις ισραηλινοτουρκικές σχέσεις σε μια πορεία συμφιλίωσης υπογράφοντας και σχετική συμφωνία τον Ιούνιο του 2016, αλλά τα τραγικά περιστατικά στη Γάζα τον περασμένο Μάιο (2018) προκάλεσαν εντάσεις για άλλη μια φορά τις διμερείς τους σχέσεις.

Οι δύο χώρες ανακάλεσαν τους πρεσβευτές τους, ενώ Βενιαμήν Νετανιάχου και Ταγίπ Ερντογάν αλληλοδιαπληκτίστηκαν για το πιο είναι το πιο «φασιστικό κράτος» η Τουρκία ή το Ισραήλ.[16]  Το όλο σκηνικό όπως εκτυλίχθηκε με φόντο τις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις κατέδειξε για ακόμη μια φορά ότι την πρωτοκαθεδρία στην εξωτερική πολιτική των κρατών έχουν τα θέματα ασφάλειας με την οικονομία να έπεται.[17]

Σε συνέντευξη του στην εφημερίδα Καθημερίνη[18] τον Φεβρουάριο του 2016 ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Γιούβαλ Στάινιτζ δεν είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο κατασκευής δεύτερου αγωγού που θα μεταφέρει ισραηλινό φυσικό αέριο προς την Τουρκία. Όπως είχε αναφέρει χαρακτηριστικά το «Ισραήλ ως μικρή χώρα θα καταναλώσει το 50 τοις εκατό του φυσικού του αερίου και το άλλο θα το εξάγει προς την Αίγυπτο και την Τουρκία».

Ωστόσο η σύγκλιση οικονομικών συμφερόντων μεταξύ των δύο κρατών που εκφράστηκε με την επιθυμία του Ισραήλ να εξάγει μέρος του φυσικού αερίου του προς την Τουρκία, αλλά και η συμφωνία συμφιλίωσης το 2016 δεν στάθηκε ικανή να επανασυγκολλήσει την εμπιστοσύνη μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβιβ, η οποία δεν προβλέπεται να επανακτηθεί σύντομα ή για να το θέσουμε διαφορετικά όσο ο Ταγιπ Ερντογάν βρίσκεται στο πηδάλιο της εξουσίας.

 Ελληνοτουρκικές σχέσεις και Κυπριακό Πρόβλημα

Όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ο  τουρκικός στρατηγικός επεκτατικός στόχος να αποκτήσει η Άγκυρα  «ζωτικό χώρο» εις βάρος της Ελλάδας θα συνεχίσει να δημιουργεί τριβές  στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, ενώ ο τουρκικός αναθεωρητισμός που εκδηλώνεται δια στόματος του Ταγίπ Ερντογάν-αλλά και άλλων Τούρκων αξιωματούχων- όσον αφορά τη Συνθήκη της Λωζάννης και οι συχνές τουρκικές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου θα συνεχίσουν να αποτελούν μεταβλητή που θα είναι ευεπίφορη σε αστάθεια και επικείμενη κλιμάκωση.

Το ευφυολόγημα του Τούρκου Προέδου ότι «τα νόμικά σύνορα μεταξύ Ελλάδας… και Τουρκίας είναι διαφορετικά από τα σύνορα της καρδιάς του» δείχνει ξεκάθαρα ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική κινείται προς επεκτατικές και αναθεωρητικές κατευθύνσεις.

Πρέπει σε αυτό το σημείο να υπογραμμίσουμε ότι η Τουρκία ποτέ δεν αποδέχτηκε την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα.[19] Αυτό το γεγονός  αποτελεί μια από τις αιτίες που τροφοδοτεί τον τουρκικό αναθεωρητισμό  εις βάρος της κυριαρχίας των ελληνικών νησιών.

Πιο αναλυτικά, από την οπτική του διεθνούς δικαίου οι θέσεις της Τουρκίας είναι διαμετρικά αντίθετες από αυτές της Ελλάδας. Η Άγκυρα δεν αναγνωρίζει υφαλοκρηπίδα στα νησιά του Αιγαίου και στην ΚΔ- αλλά ούτε και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ)- θεωρώντας τα εξάρσεις του βυθού που επικάθεινται στην δική της υφαλοκρηπίδα.[20] Επιστρατεύει δε άλλα ανύποστατα επιχειρήματα όπως το γεγονός ότι το Αιγαίο αποτελεί ημίκλειστη θάλασσα που πρέπει να εφαρμοστούν ειδικοί κανόνες που αποκλείνουν από το διεθνές δίκαιο.

Την ίδια ώρα, η απειλή εναντίον της Ελλάδας με Casus Belli σε περίπτωση που επεκτείνει η Αθήνα τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ προστίθεται στο όλο λανθάνον συγκρουσιακό των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Εστιάζοντας κυρίως στο Κυπριακό Πρόβλημα σε μια περίοδο όπου γίνεται προσπάθεια να υπάρξει συμφωνία για τους όρους αναφοράς, θεωρούμε απίθανο ο Τούρκος ηγέτης να κάνει οποιαδήποτε ειλικρινή κίνηση προς την επίλυση του προβλήματος. Η τουρκική εμμονή με τη διατήρηση εγγυητικών δικαιωμάτων και στρατού στην Κύπρο[21] εξατμίζει κάθε ελπιδοφόρα προοπτική προς μια βιώσιμη και δίκαιη λύση του προβλήματος. Επιπλέον, όπως θα δούμε και πιο κάτω ο τουρκικός εκβιασμός-εξαναγκασμός στην  ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας στέλλει τα ανάλογα μηνύματα στην ελληνική πλευρά για τις προθέσεις και την ποιότητα λύσης που η Τουρκία επιδιώκει.

Επιπρόσθετα, κατά την άποψη μας οι εντάσεις στις σχέσεις ΗΠΑ- Τουρκίας επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο την προοπτική να ασκηθούν πιέσεις από την υπερδύναμη προς όφελος της Κύπρου.[22]

Η  Άγκυρα θα συνεχίσει την εξαναγκαστική της στρατηγική[23] που εκφράζεται με απειλές προς την Κυπριακή Δημοκρατία σχετικά με τα δικαιώματα της τελευταίας στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη στη Μεσόγειο. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2018, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου επανήλθε στην τακτική των απειλών[24] προειδοποιώντας τους Ελληνοκύπριους για το θέμα των υδρογονανθράκων ότι «εάν πιστεύουν ακόμα ότι δεν έχουν κάτι να χάσουν, κάνουν λάθος». Απειλές εξακόντισε και εναντίον των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην κυπριακή ΑΟΖ λέγοντας ότι «κανένα ξένο κράτος, εταιρεία ή όχημα δεν μπορεί να πραγματοποιήσει μη εγκεκριμένη ερευνητική ή επιστημονική δράση στην τουρκική υφαλοκρηπίδα και τις θαλάσσιες περιοχές που βρίσκονται πάνω της» και ανακοινώνει τουρκικές έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο»

Η απόφαση της Τουρκίας να στείλει δυο γεωτρύπανα τον  «Πορθητή»,[25] ανοικτά της Πάφου (δυτικά του Ακάμα)  και το Γιαβούζ ανατολικά ανοικτά της χερσονήσου της Καρπασίας, τα οποία  προέβησαν σε διενέργεια γεωτρητικών δραστηριοτήτων συνιστά κατάφωρη παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της ΚΔ. Ειδικά η δεύτερη γεώτρηση στα δυτικά του νησιού πραγματοποιήθηκε εντός των χωρικών υδάτων της ΚΔ.[26]

Καταληκτικα, σε αυτή την ενότητα ας σημειώσουμε ότι αποτελεί στρατηγικό στόχο της Τουρκίας εντασσόμενο στην υψηλή της στρατηγική η εξισορρόπηση της υπεροχής του ελληνικού ναυτικού σε συνδυασμό με τη συνεχή αμφισβήτη της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίου,[27] ενώ υποτάσσει την παράνομη κατοχή της Κύπρου στις ευρύτερες γεωστρατηγικές της βλέψεις αφού θεωρεί ότι χωρίς τον έλεγχο της νήσου[28] δεν μπορεί να ασκήσει παγκόσμια αλλά ούτε και περιφερειακή πολιτική.

Συνδυαστικά με  τα όσα εκτέθηκαν παρπάνω, πρέπει κάποιος να εστιάσει στο τουρκικό ιδεολόγημα περί « Γαλάζιας Πατρίδας», το οποίο αποτελεί το κυριότερο όχημα του τουρκικου αναθεωρητισμού εις βάρος της Ελλάδας και της ΚΔ. Οπως έχουμε αναφέρει ήδη η Τουρκία δεν αναγνωρίζει υφαλοκρηπίδα στα νησιά του Αιγαίου και στην Κύπρο. Θεωρεί δε ότι τα  τεμάχια 1-4-5-7-8 και 9 ως μέρος της δικής της υφαλοκρηπίδας. Με την ίδια λογική αρνείται ότι το σύμπλεγμα του Καστελορίζου/Μεγίστης είναι το σημείο που τέμνονται οι ελληνική με την ΑΟΖ της ΚΔ. Αρα λοιπόν, με τη λογική της Άγκυρας η «Γαλάζια Πατρίδα» είναι ένας ενιαίος γεωπολιτικά χώρος τον οποίον πρέπει να ηγεμονεύσει εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, «απδίδοντας» στα νησιά μόνο δικαίωμα αιγιαλίτιδας ζώνης και όχι υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ.Σύμφωνα με χάρτες που παρουσίασε εμφανίζει την τουρκική υφαλοκρηπίδα μέχρι την Κρήτη!

 Παραβίαση της Κυριαρχίας της Συρίας

Ο τουρκικός στρατός με τις επιχειρήσεις «Ασπίδα του Ευφράτη-Αύγουστο 2016» και   «Κλάδος Ελαίας- Ιανουάριο 2018» παραβίασε τη συριακή κυριαρχία, επικαλούμενος ανησυχίες για τις πολιτικές βλέψεις των Κούρδων στη  Βόρεια Συρία για απόκτηση διευρυμένης αυτονομίας  στα όρια του συριακού κράτους. Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι με την πάροδο του χρόνου τα στρατηγικά σχέδια της Τουρκίας θα αποτελέσουν πηγή τριβών με τη Δαμασκό, την Μόσχα και άλλους τοπικούς και περιφερειακούς δρώντες. Η επίθεση του συριακού στρατού με την υποστήριξη της Ρωσίας στην Ιντλίμπ τον περασμένο Αύγουστο, οι μάχες με τους αντικαθεστωτικούς σε αποσταση αναπνοής από τουρκικά παρατηρητήρια στην περιοχή και απειλές της Τουρκίας εναντίον του καθεστώτος Άσαντ είναι ενδεικτικές του εκρηκτικού μείγματος που δημιουργείται στην περιοχή.

Επιπλέον, οι τουρκικές ενέργειες στη Συρία δημιουργούν υποψίες για τις προθέσεις της. Τι σχεδιάζει να κάνει η Τουρκία στη Συρία; Θα αφήσει την περιοχή που κατέλαβε ή σκοπεύει να μείνει; Πολλοί αναλυτές σημειώνουν ότι η Άγκυρα χρησιμοποιεί πολιτικές νεοαποικιακού χαρακτήρα στη βόρεια Συρία. Έχει ήδη δημιουργήσει τρία πανεπιστήμια και σχεδιάζει να ανοίξει άλλο στην πόλη Αλ-Μπαμπ,[29] την οποία ο τουρκικός στρατός κατέλαβε κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Ασπίδα του Ευφράτη (Αύγουστος 2016-Μάρτιος 2017).

Ένα σημαντικό ερώτημα είναι τι θα συμβεί με όλα αυτά τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στη Συρία; Εάν ο Συρος Πρόεδρος Bashar al-Assad αναλάβει τον έλεγχο αυτών των περιοχών, τα πανεπιστήμια θα τεθούν υπό τον έλεγχο της Συριακής Κυβέρνησης;

Επιπρόσθετα, η αντίθεση της Τουρκίας στα σχέδια του Σύρου Προέδρου Μπασιάρ Αλ Ασαντ για ανακατάληψη της Ιντλίμπ ενδεχόμενα να την φέρουν σε σύγκρουση με τη Ρωσία, η οποία ευνοεί την επιχειρήση του συριακού στρατού.

Ας  περάσουμε τώρα στο άλλο καυτό ζήτημα, αυτό των αμερικανοτουρκικών σχέσεων που έχουν περιέλθει στο χειρότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών.

Αμερικανοτουρκικές σχέσεις:Οριστικό διαζύγιο ή επανασυγκόλληση;

Οι αμερικανο-τουρκικές σχέσεις επιδεινώθηκαν σταδιακά από το 2002 όταν ανέλαβε την εξουσία στην Τουρκία το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ). Ωστόσο, οι δύο πλευρές ουδέποτε θεώρησαν ότι εγκατέλειψαν την επίσημη συμμαχική τους σχέση τους, ως μέλη του Οργανισμού  Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ). Το Κουρδικό Ζήτημα στη βόρεια Συρία αποτελεί ένα συνεχές αγκάθι που διαταράζει συχνά τις σχέσεις μεταξύ των δύο συμμάχων, επειδή οι μαχητές των Κούρδων ήταν οι βασικοί εταίροι των ΗΠΑ επί του εδάφους για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους (ISIS).

Οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών το 2018 περιήλθαν στο ναδίρ ένεκα της παρατεταμένης άρνησης της Τουρκίας να απελευθερώσει τον Αμερικανό πάστορα που ήταν υπό κράτηση στην Τουρκία με κατηγορίες για υπόθαλψη τρομοκρατικής οργάνωσης.[30]

Όσον αφορά το Κουρδικό, η Άγκυρα συνεχίζει να έχει έντονη ανησυχια για τα αυτονομιστικά σχέδια των Κούρδων στη Βόρεια Συρία, καθώς φοβάται ότι τυχόν εξελίξεις εκεί θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν αποσχιστικές τάσεις στη νοτιοανατολική Τουρκία, όπου κατοικούν περίπου 10 εκατομμύρια Κούρδοι.

Η συνάντηση του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μαικ Πομπέο με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών Μεβλουτ Τσαβούσόγλου τον  Ιούνιο του 2018 και η ανακοίνωση ενός Οδικού Χάρτη[31] για την αποχώρηση των Κούρδων από τη συριακή πόλη Μανμπιτζ στη Βόρεια Συρια δεν φαίνεται να έχει επιλύσει τις μεταξύ τους διαφορές για το όλο ζήτημα.

Η συνεχής πίεση που ασκούσε η Άγκυρα επι των ΗΠΑ παίζοντας το χαρτί της απειλής επέμβασης του τουρκικού στρατού ανατολικά του Ευφράτη, όπου βρίσκονται οι Κούρδοι-κύριοι σύμμαχοι των Αμερικανών στον αγώνα κατα του ISIS-oδήγησε σε μια σύμφωνία για τη δημιουργία “Ζώνης Ασφαλείας” στη Βόρεια Συρία. Ωστόσο, μεταξύ άλλων, οι ασάφειες που περιβάλλουν το βάθος της ζώνης αυτής, αλλά και άλλες λεπτομέρειες για το θέμα δημιουργούν ερωτηματικά αν τελικά θα εφαρμοστεί η συμφωνία. Αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα και ενδεχόμενα να αποτελέσει εστία  τριβών και έντασεων σε περιφερειακό επίπεδο.[32]

Επίσης η πρόθεση της Άγκυρας να μεταφέρει  σε μια περιοχή με αμιγείς κουρδικούς πληθυσμούς Σύρους πρόσφυγες αν γίνει πράξη θα δημιουργήσει αναταραχή στη Βόρεια Συρία. Πάντως, παρά τη συμφωνία, η απειλή επέμβασης του τουρκικού στρατού δεν φαίνεται να εκλείπει,[33]γεγονός που καταδεικνύει τη διαιώνιση αρκετών διαφωνιών για το επίμαχο θέμα.

Σε κάθε περίπτωση οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις  κινούνται σε αχαρτογράφητα νερά παρά την προσπάθεια να εξευρεθεί ένας κοινός παρονομαστής κατανόησης σε διάφορα πεδία. Την ίδια ωρα, οι διεθνείς  επενδυτές  δείχνουν ακόμη ανήσυχοι για την πορεία της τουρκικής οικονομίας. Οι ΗΠΑ πάντως είναι σε θέση να επιβάλουν κυρώσεις εναντιον της Τουρκίας και να την πειθαρχήσουν σε περίπτωση που ανακύψουν εκ νέου διαφορές που είναι αγεφύρωτες. Αυτό δεικνύει η υπόθεση του Αμερικανού πάστορα Μπράνσον.

Υπενθυμίζουμε ότι ο Τραμπ είχε λάβει αποφάσεις για οικονομικές κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας- με σκοπό τον εξαναγκασμό της και την επιβολή της αμερικανικής βούλησης επί της Άγκυρας που όπως φαίνεται τελικά απέδωσε, αφού τελικά ο πάστορας απελευθερώθηκε τον Οκτώβριο του 2018. Η Τουρκία είχε κατηγορήσει τότε την  Ουάσιγκτον για οικονομικό πόλεμο έναντίον της Τουρκίας.[34]

Τα οικονομικά μέτρα που έλαβε τότε ο Πρόεδρος Τραμπ είχαν κλονίσει την παραπαίουσα τουρκική οικονομία,[35] η οποία ακόμη ταλανίζεται από τη συνεχή πτώση της αξίας της τουρκικής λίρας  έναντι του δολαρίου, υψηλό πληθωρισμό της τάξεως του 17 % και από άλλα δομικά προβλήματα, όπως ανισορροπίες στο ισοζύγιο τρεχουσων συναλλαγών. Eξόχως ανησυχητικό για την Άγκυρα είναι το γεγονός ότι η τουρκική οικονομία που βρίσκεται στη χειρότερη της θέση τα τελευταία 100 χρόνια είναι πλέον μη «επενδύσιμη» σύμφωνα με αναλυτές.[36]

Συμπεράσματα

Η δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει η τουρκική οικονομία  θέτει συγκεκριμένα όρια στις στρατηγικές βλέψεις της Τουρκίας καθώς όλα αυτά τα χρόνια επιχείρησε να μετατρέψει την αύξουσα οικονομικη της ισχύ σε πολιτική και στρατηγική επιρροή, κάτι που όμως δεν μπορεί να συνεχιστεί με τα σημερινά οικονομικά δεδομενα.

Υπάρχει έντονη ασυμμετρία μέσων- σκοπών,[37] με την ψαλίδα να ανοίγει ακόμη περισσότερο υπονομεύοντας την ισχύ του τουρκικού κράτους.[38]  Από την οπτική της διεθνούς πολιτικής οικονομίας όπως- θα σημείωνε ο  Robert Gilpin- το ισχύον πολιτικό status quo δεν μπορεί να συνεχίστει  ή για να το θέσουμε διαφορετικά  οι στρατηγικές βλέψεις της ανερχόμενης Τουρκίας[39] για να καταστεί υπολογίσιμη  περιφερειακή, και όχι μόνο, δύναμη δεν μπορούν να μετουσιωθούν σε χειροπιαστά στρατηγικά αποτελέσματα καθώς υπονομεύονται εκ των ένδον  δεδομένης της κάκιστης οικονομικής θέσης που περιήλθε η τουρκική οικονομία, για να μην αναφερθούμε και στις αντι-ηγεμονικές συσπειρώσεις στην περιοχή από τον άξονα Ελλάδος- Κύπρου Αιγύπτου- Ισραήλ.

Από την πλευρά του, το αμερικανικό Κογκρέσο απέβαλε την Τουρκία από το πρόγραμμα της αγοράς των μαχητικών F-35 επειδή η Άγκυρα αψήφισε τις απειλές να μην προχωρήσει στην παραλαβή των ρωσικών αντιπυραυλικών συστημάτων S-400. Επίσης, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο επιβολής και άλλων μέτρων στο εγγύς μέλλον.[40]

Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι υπήρξε διαχρονικό στοιχείο-σταθερά της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής η τάση-δυνατότητα να ασκεί πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και να μπορεί να απο-ευθυγραμμίζεται από τη Νατοϊκή συμμαχία, αφού ένεκα της γεωπολιτικής της θέσης αποτελεί σημαντικό «γεωπολιτικό άξονα»[41] στην Μέση Ανατολή, η συμπεριφορά του οποίου μπορεί να αλλάξει την περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων.

Πιο συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 1964 μετά την περιβόητη επιστολή του Αμερικανού Προέδρου Τζόνσον προς τον Τούρκο ομόλογο του Ίνονου- δια της οποίας τον απέτρεπε από το να διενεργήσει εισβολή στο νησί λόγω επικείμενης ανάμειξης της ΕΣΣΔ- η Τουρκία προσέγγισε την τότε ΕΣΣΔ,[42] ενώ μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 και το Αμερικανικό εμπάρκο που της επιβλήθηκε το 1975 έκλεισε όλες τις αμερικανικές βάσεις στη χώρα.

Τέλος, οι  σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση[43] χαρακτηρίζονται από αρνητικό πρόσημο. Οι συνομιλίες σχετικά με την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ σταματησαν ουσιαστικά λόγω των μεγάλων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016.

Σχεδόν 20 χρόνια μετά τη Διάσκεψη Κορυφής του Ελσίνκι (1999), όταν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έδωσε στην Τουρκία το καθεστώς υποψήφιας χώρας για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι διαπραγματεύσεις έχουν σταματήσει. Ενδεικτικό των κακών σχέσεων ΕΕ- Τουρκίας είναι η ψήφιση από το Ευρωκοινοβουλίο τον Νοέμβριο του 2016 του παγώματος των τουρκικών ενταξιακών, ενώ τον Ιουλίο του 2017 υιοθέτησε ψήφισμα που καλούσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις εθνικές κυβερνήσεις να αναστείλουν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία.Το Ευρωκοινοβούλιο καταδίκασε σθεναρά τις παραβιάσεις του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία. Ωστόσο πρόκειται για δύο μη δεσμευτικές αποφάσεις.

Συγκεκριμένα οικονομικά και γεωοικονομικά συμφέροντα και για τις δύο πλευρές δεν έχουν ακόμη εκτροχιάσει την πορεία ένταξης της Άγκυρας στην ΕΕ, αλλά το νεο-οθωμανικό όραμα του Ερντογάν για την τουρκική εξωτερική πολιτική δεν το εγγυάται αυτό για το μέλλον.

Συμπερασματικά, η επανεκλογή Ερντογάν τον Ιούνιο του 2018 δεν φαίνεται να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ομαλοποίηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων γενικότερα και τη δημιουργία εκείνων των προοπτικών που θα οδηγήσουν σε επίλυση του Κυπριακου Προβλήματος.

Τουναντίον, οι μέχρι τώρα εξελίξεις  καταδεικνύουν ότι ο Ταγίπ Ερντογάν ως απόλυτος κυρίαρχος του τουρκικού πολιτικού συστήματος θα συνεχίσει την πολιτική της αμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, αλλά και την τακτική του εξαναγκασμού και εκφοβισμού εναντίον της ΚΔ όσον αφορά την ενάσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της στην ΑΟΖ της.

Στην εγγύς περιφέρεια της Τουρκίας θα συνεχίσει την εφαρμογή επεκτατικών-αναθεωρητικών στρατηγικών με  στόχο να καταστεί η Τουρκία περιφερειακή ηγεμονική δύναμη φέρνοντας σε συγκρουση την Άγκυρα με άλλες περιφερειακές δυνάμεις, όπως το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Αναμένουμε να δούμε που θα οδηγήσει η πρωτοφανής ένταση στις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ. Αν και η Άγκυρα απειλεί με μετατόπιση των συμμαχικών της δεσμεύσεων προς Ανατολάς δεν πιστεύουμε ότι θα υλοποιήσει την απειλή της. Πρέπει να ληφθεί υπόψη στην ανάλυση η μεταβλητή των δύο ηγεσιών στην Τουρκία και στις ΗΠΑ αφού ο χαρακτήρας των δύο αυτών ηγετών  (Τραμπ και Ερντογάν) επηρεάζει τον τρόπο δράσης τους στην εξωτερική πολιτική. Συναφώς, τίθενται τα εξής ερωτάματα: Αν ηγείτο του τουρκικού κράτους ένας πιο μετριοπαθής ηγέτης θα είχαν πάρει αυτή την συγκρουσιακή ροπή οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις; Εάν δεν ήταν ο Τραμπ ο Πρόεδρος των ΗΠΑ πως θα δρούσε η Αμερική στις διεθνείς στις σχέσεις, ανεξάρτητα αν η μεταβλητή της παγκόσμιας ισχύος παρέμενε η ίδια;

Πέραν των περιορισμών που θέτει στις τουρκικές πολιτικές στρατηγικές  η κατανομή της παγκόσμιας και περιφερειακής ισχύος, η διάρθρωση του πολυπολικού διεθνούς συστήματος δημιουργεί και ευκαιρίες για το τουρκικό κράτος, τις οποίες ο Ερντογάν σπεύδει να εκμεταλλευτεί. Η ρωσοτουρκική συμπραξη αυτό καταδεικνύει.  Από την πλευρά της, η Ρωσία δεν έχει τίποτα να χάσει τουναντίον έχει να κερδίσει από τις εντάσεις στις σχέσεις ΗΠΑ- Τουρκίας, καθώς όπως προαναφέραμε  υπάρχουν γεωπολιτικοί λόγοι- όπως π.χ η αποδυνάμωση του ΝΑΤΟ- που ευνοούν τη συνεργασία Ρωσίας- Τουρκίας εις βάρος των δυτικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Επιπλέον υπάρχει έντονη οικονομική-εμπορική αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο χωρών, ενώ η ρωσική εταιρεία πυρηνικής ενέργειας Rosatom ανέλαβε την κατασκευή του πρώτου πυρηνικού σταθμού σε τουρκικό έδαφος.

Εν είδει καταληκτικού σχολίου θα μπορούσε να γίνει μια στρατηγική πρόβλεψη: Η τουρκική οικονομική κατάσταση μπορεί να αποτελέσει την «Αχίλλειο πτέρνα» του τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού αφού είναι αμφίβολο αν οι βλέψεις Ερντογάν για το “Project 2023”[44] ή την ένταξη της Τουρκίας στην G-10, αλλλα και γενικότερα οι τουρκικές φιλοδοξίες για την μετατροπή της Τουρκίας σε ενα ισχυρο ηγεμονικό περιφερειακό πόλο εξουσίας, με απήχηση στους απανταχού μουσουλμανικούς πληθυσμούς, μπορεί να μετουσιωθούν σε χειροπιαστό στρατηγικό αποτέλεσμα.

Εν είδει γενικότερου και καταληκτικού συμπεράσματος, οι φακός μέσα από τον οποίο αντικρίζει η τουρκική ηγεσία τις ελληνοτουρικές σχέσεις και το Κυπριακό Πρόβλημα εν γένει δεν δημιουργία περιθώρια αισιοδοξίας για επίλυση του χρονίζοντος Κυπριακού Προβλήματος καθώς η έννοια της επιβολής της ηγεμονικής ειρήνης που επιδιώξει η Άγκυρα μέσω μια συμφωνίας είναι ασυμβίβαστη με τα παρόντα διεθνή και ευρωπαϊκά θέσμια, αλλά και τον αγώνα των Κυπρίων για μια  βιώσιμη και δίκαιη-έστω υπό τις περιστάσεις- λύση του Κυπριακού.

Πηγές-Βιβλιογραφία

Αλιβιζάτος, Νικος.  Το πολίτευμα που οραματίζεται ο Ερντογάν, Η Καθημερινή, 12.03.17, http://www.kathimerini.gr/900073/opinion/epikairothta/politikh/to-politeyma-poy-oramatizetai-o-erntogan

Αρσονιάδης, Βασίλειος. Η Υψηλή Στρατηγική της Τουρκίας και η Σχέση της με τη Θεωρια του    « Στρατηγικού Βάθους».Αθήνα: Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2018.

Γιαλλουρίδης, Χριστόδουλος-  Λαγγίδης, Αφεντούλης. Μετακεμαλισμός. Αθήνα: Εκδόσεις Σιδέρη, 2010.

Κολιόπουλος, Kωνσταντίνος. Η Στρατηγική Σκέψη: Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητας, 2008.

Ροζάκης, Χρίστος. “Το Διεθνές Νομικό Καθεστώς του Αιγαίου και η Ελληνοτουρκική Κρίση.” Στο Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, 1923-1987. Αθήνα: Εκδόσεις Γνώση, 1991.

Παναγιωτίδης, Νίκος. 1964-1984 To Kυπριακό στη Διεθνή Πολιτική: Οι Μεγάλες Δυνάμεις και τα  Πολλά Πρόσωπα του Αγγλο-Αμερικανικού Ηγεμονισμού. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, 2015.

Παναγιωτίδης, Νίκος. Αιγαίο και Κύπρος στη σκιά του τουρκικού αναθεωρητισμού, Κέντρο Ανατολικών Σπουδών, 7 Μαρτίου 2018, διαθέσιμο από http://www.kans.gr/αιγαίο-και-κύπρος-στη-σκιά-του-τουρκικ/

Πεσμαζόγλου, Στέφανος. Ευρώπη- Τουρκία: Ιδεολογία και Ρητορία, Βιβλίο Δεύτερο. Αθηνα: Εκδόσεις Θεμέλιο, 1993.

Πλατιάς, Αθανάσιος. Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική στο Θουκιδίδη. Αθήνα: Εστία, 2000.

Φουντεδάκη, Πηνελόπη. Το τουρκικό πολίτευμα: Το χωλό δημοκρατικό πρότυπο και οι θεσπισμένες παρεκκλίσεις του.Αθήνα: Εκδόσεις Αν. Ν. Σακουλα, 2002.

Brzezinski, Ζbigniew. Η Μεγάλη Σκακιέρα: Η Αμερικανική Υπεροχή και οι Γεωστρατηγικές της Επιταγές.Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 1998.

Davutoglu, Ahmet. Στρατηγικό Βάθος: Η Θέση της Τουρκίας στον Κόσμο. Αθήνα: Εκδοσεις Ποιοτητα, 2010.

Εurasianism in Turkey, Hurriet Daily News, http://www.hurriyetdailynews.com/opinion/william-armstrong/eurasianism-in-modern-turkey-113224

Gilpin, Robert. Πόλεμος και Αλλαγή στη Διεθνή Πολιτική.Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα, 2004.

Gonul, Tol. A Syria Safe Zone Will Create More Problems Than It Solves.The National Interest, 12.9.19, https://nationalinterest.org/blog/middle-east-watch/syria-safe-zone-will-create-more-problems-it-solves-72961

 

McNauhgton, Νeil.  Success in Politics.London: Ηοdder Education, 2001.

Mearsheimer, John. The Tragedy of Great Power Politics.New York: W.W. Norton Company, 2002.

Panayiotides, Nicos. Pastor Brunson case sours US-Turkey relations again, AsiaTimes, The  July 30 2018, διαθέσιμο από, http://www.atimes.com/the-pastor-brunson-case-sours-us-turkey-relations-again/

Sterling, Jeniffer-Folker, “Neoclassical realism and identity: peril despite profit across the Taiwan Strate, ” in Neoclassical Realism, the State and Foreign Policy  ed. Steven E. Lobell, Norrin Ripsman and Jeffrey Taliafero.Cambridge: Cambridge University Press, 2009)

Seligman, Lara. Despite Syria ‘Safe Zone,’ Kurdish Leader Fears Threat from Turkey. Foreign Policy, 23/9/2019, https://foreignpolicy.com/2019/09/23/in-syrian-safe-zone-kurdish-leader-sees-threat-from-turkey-ilham-ahmed-interview-syria/?fbclid=IwAR21M-QW9xChXWhgnVuLvlxQBtfY6HSf-oqiRObKiQ941qY8Q_Rl2LQOW_0

Tim, Dunne- Schmitt, Βrian. Realism, in the Globalization of World Politics: Αn Introduction to International Relations. Oxford:  Oxford University Press, 2017.

Waltz, Kenneth. Theory of International Poltics (California: Αddison-Wesley Publishing:1979).

[1] Nίκος Αλιβιζάτος, Το πολίτευμα που οραματίζεται ο Ερντογάν, Η Καθημερινή, 12.03.17, διαθέσιμο από http://www.kathimerini.gr/900073/opinion/epikairothta/politikh/to-politeyma-poy-oramatizetai-o-erntogan

[2] Φυσικά εδώ κάποιος μπορεί να αντιτάξει ότι ουδέποτε στην Τουρκία υπήρξε αυστηρή διάκριση- διαχωρισμός των εξουσιών μιας και το ιδιότυπο σύνταγμα του 1982-το οποίο απέβλεπε στην ενδυνάμωση της εκτελεστικής εξουσίας- ήταν απόρροια της  δικτατορίας του στρατηγού Κενάν Εβρέν- ο οποίος μεταπήδησε στην Προεδρία της Τουρκίας- ενώ  η χώρα ήταν διαχρονικά στη σκιά των συνεχών παρεμβάσεων του στρατού στην πολιτική διεργασία διαμέσου του πανίσχυρου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας. Ο αντίλογος σε αυτό είναι ότι εφόσον η χώρα επιθυμεί να εισέλθει στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει το πολιτικό της σύστημα- το οποίο έχει μετατραπεί σε Προεδρική Δημοκρατία- να προσομοιάζει με αυτά των δυτικών χωρών, μελών της ΕΕ. Ειδικά για το σύνταγμα του 1982 βλ. Πηνελόπη Φουντεδάκη, Το τουρκικό πολίτευμα: Το χωλό δημοκρατικό πρότυπο και οι θεσπισμένες παρεκκλίσεις του (Αθήνα: Εκδόσεις Αν. Ν. Σακουλα), 220-287.

[3] Neil McNauhgton,  Success in Politics (London: Ηοdder Education, 2001), 473-474.

[4] Hurriet Daily News, December 18 2012, διαθέσιμο από, http://www.hurriyetdailynews.com/separation-of-powers-an-obstacle-says-erdogan-37052

[5] Για τη νεορεαλιστική θεωρία βλ. Kenneth Waltz, Theory of International Poltics (California: Αddison-Wesley Publishing:1979). Βλ. επίσης, John J. Mearsheimer, The Tragedy of Great Power Politics (New York: W.W. Norton Company, 2002)

[6]  Ο Νεοκλασσικός Ρεαλισμός χωρίς να παραβλέπει τη σημαντική επίδραση που εχει η δομή του διεθνους συστήματος (κατανομή δύναμης) στη συμπεριφορά των κρατών εισάγει και κάποιες άλλες μεταβλητές όπως η ηγεσία ενός κράτους, αλλά και ζητήματα που άπτονται της ενδοκρατικής τάξης πραγμάτων σε μια προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ της δομικής προσέγγισης (νεορεαλισμός) και των προσεγγισεων που εστιάζουν στο επίπεδο του κράτους ή της ηγεσίας (κλασσικός ρεαλισμός) βλ.Tim Dunne-Brian Schmitt, Realism, in the Globalization of World Politics: Αn Introduction to International Relations (Oxford:  Oxford University Press, 2017),  108-109.

[7] Nicos Panayiotides, Pastor Brunson case sours US-Turkey relations again, AsiaTimes, The  July 30 2018, διαθέσιμο από, http://www.atimes.com/the-pastor-brunson-case-sours-us-turkey-relations-again/

[8] Αναλυτικά για την τουρκική στρατηγική βλ. Νίκος Παναγιωτίδης,  Αιγαίο και Κύπρος στη σκιά του τουρκικού αναθεωρητισμού, Κέντρο Ανατολικών Σπουδών, 7 Μαρτίου 2018, διαθέσιμο από http://www.kans.gr/αιγαίο-και-κύπρος-στη-σκιά-του-τουρκικ/

[9] Σημαντικό στοιχείο για την ανάλυση ειδικά υπό την οπτική γωνία του νεοκλασσικού ρεαλισμού παρουσιάζουν οι διασπαστικές τάσεις στο ΑKP. Συγκεκριμένα ο πρωην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος του ΑΚP παραπέμπεται σε πειθαρχική επιτροπή με την εισήγηση για διαγραφή. Ο Α. Νταβούτογλου διαφώνησε με προσωπικές επιλογές του Ερντογάν να παύσει τρεις Κούρδους δημάρχους στη Νοτιανατολική Τουρκία, αλλά και για την αποφαση του Ερντογάν να επαναληφθούν οι δημοτικές εκλογές στην Κωνσταντινούπολη. Αποστάσεις απο τον Ερντογάν παίρνει και ο πρώην υπουργός Οικονομικών και Εξωτερικών  Αλι Μπαμπατζιάν, ο οποίος φημολογείται ότι θα δημιουργήσει νέο κόμμα με τον τέως πρόεδρο Απντουλλαχ Γκιούλ.

[10] Ahmet Davutoglu, Στρατηγικό Βάθος: Η Θέση της Τουρκίας στον Κόσμο (Αθήνα: Εκδοσεις Ποιοτητα, 2010)

[11] Εurasianism in Turkey, Hurriet Daily News, http://www.hurriyetdailynews.com/opinion/william-armstrong/eurasianism-in-modern-turkey-113224

[12]  Ενώ οι κεμαλιστές θεωρούσαν ότι η ισχύς της Τουρκίας απέρρεε από την προεξέχουσα περιφερειακή θέση της Τουρκίας  και πως αυτή η θέση μπορούσε να φανεί χρήσιμη για τα δυτικά συμφέροντα, οι ισλαμιστές εκτιμούν ότι το ισλαμικο-οθωμανικό υπόβαθρο της δίνει τα εχέγγυα για τη δημιουργία ενός τόξου διευρυμένης επιρροής με επίκεντρο την Τουρκία η οποία αναβιβάζεται πλέον σε υπερ-περιφερειακή δύναμη. Βλ. Κωνσταντίνος  Φίλης, Τουρκία, Ισλαμ, Ερντογαν (Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδόπουλος Α.Ε, 2017), 39-40.

[13] Βασίλειος Αρσονιάδης, Η Υψηλή Στρατηγική της Τουρκίας και η Σχέση της με τη Θεωρια του                            « Στρατηγικού Βάθους» (Αθήνα: Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2018 ), 140.

[14] Βλ. Φίλης, οπ.π. 50. Η Τουρκία αύξησε την διπλωματική της εκπροσώπηση σε χώρες της Αφρικής και απέκτησε από το 2005 το καθεστώς του παρατηρητή στην Αφρικανική Ένωση. Επιπλέον αύξησε τις επενδύσεις της στην αφρικανική ήπειρο.

[15] Στο ίδιο, 30.

[16] Νέος λεκτικός πόλεμος Ερντογάν-Νετανιάχου για το πιο φασιστικό κράτος, Riknews,  24.7.18, διαθέσιμο από http://www.riknews.com.cy/index.php/news/diethni/item/68975-neos-frastikos-polemos-erntogan-netaniaxou#

[17] Στις διεθνείς σχέσεις είναι σύνηθες το φαινόμενο κράτη που δεν έχουν καλές σχέσεις και θεωρούν  ως απειλή τις στρατηγικές του άλλου κράτους να συνεχίσουν να συναλλάσσονται σε οικονομικό-εμπορικό επίπεδο. Σε αυτό το μοτίβο σχέσεων εμπίπτει το παράδειγμα των σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας-Ταιβάν. Βλ.Jennifer Sterling-Folker, “Neoclassical realism and identity: peril despite profit across the Taiwan Strate, ” in Neoclassical Realism, the State and Foreign Policy  ed. Steven E. Lobell, Norrin Ripsman and Jeffrey Taliafero (Cambridge: Cambridge University Press, 2009) , 99-139.

[18] Σταθμός μεταποίησης αερίου στην Κύπρο, Καθημερινή (έντυπη έκδοση), 7 Φεβρουαρίου 2017  Συνέντευξη Γιούβαλ Στάινιτζ στον Αθανάσιο Ελλις.

[19] Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης- Αφεντούλης Λαγγίδης, Μετακεμαλισμός (Αθήνα: Εκδόσεις Σιδέρη, 2010), 105.

[20] Αναλυτικά για τα ζητήματα αυτά βλ. Χρίστος Ροζάκης,  Το Διεθνές Νομικό Καθεστώς του Αιγαίου και η Ελληνοτουρκική Κρίση, στο Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, 1923-1987 ( Αθήνα: Εκδόσεις Γνώση, 1991), 312-331.

[21] H Κυπριακή Δημοκρατία ζητάει ολική αποχώρηση του τουρκικού στρατού και άρση των κατ’ισχυρισμών εγγυητικών δικαιωμάτων της Τουρκίας. Αποδέχεται εγγυήσεις μόνο από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υπαγόμενες κάτω από το κεφάλαιο 7 του Χάρτη του Διεθνούς Οργανισμού. Αντίθετα η Τουρκία εμμένει σε εγγυήσεις και διάτηρηση στρατευμάτων στην Κύπρο. Στην Διάσκεψη για την Κύπρο στο Κραν Μοντάνα τον Ιούλιο του 2017 της Ελβετίας ο Τούρκος ΥΠΕΞ Τσαβούσογλου απέρριψε κατηγορηματικά την συμπερίληψη ρήτρας ολικής αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων σε συγκεκριμένη ημερομηνία (Sunset Clause), επιμένοντας σε ρήτρα αναθεώρησης (review clause) μετά από την πάροδο 15 χρόνων όταν και εφόσαν το θέμα θα επανεξεταζόταν.Ανέφερε δε ότι αποτελεί όνειρο από το οποίο πρέπει να ξυπνήσουν οι Ελληνοκύπριοι, η θέση τους για μηδέν στρατό, μηδέν εγγυήσεις.

[22] Η κρίση ΗΠΑ- Τουρκίας επηρεάζει και το Κυπριακό, Philenews, 19.8.2018, διαθέσιμο από, http://www.philenews.com/eidiseis/politiki/article/569638/i-krisi-ipa-toyrkias-epireazei-kai-to-kypriako

[23]  H Τουρκία μετέρχεται διαχρονικά εναντίον της ΚΔ τη στρατηγική του εξαναγκασμού- εκβιασμού, δηλαδή εξακοντίζει απειλές για χρήση στρατιωτικής βίας, με απώτερο στόχο την μεταβολή της κρατικής συμπεριφοράς του αδύναμου κράτους (ΚΔ). Tον Φεβρουάριο του 2018 τουρκικά πολεμικά πλοία παρεμπόδισαν το  γεωτρύπανο «Saipem 12000» να διενεργήσει γεώτρηση στο τεμάχιο 3 της κυπριακής ΑΟΖ για λογαριασμό της ιταλικής εταιρείας ΕΝΙ. Για την στρατηγική του εκβιασμού, Βλ.  John Mearsheimer, 152-153.

[24] Νέες προειδοποιήσεις για υδρογονάνθρακες στα κυπριακά οικόπεδα από Τσαβούσογλου, Riknews, 1.9.2018, διαθέσιμο από, http://www.riknews.com.cy/index.php/news/politiki/item/70673-nees-proeidopoiiseis-gia-ydrogonanthrakes-sta-kypriaka-oikopeda-apo-tsavoysoglou

[25] Η Τουρκία στέλνει τον…«Πορθητή» στην Κύπρο, 31.5.18. News.gr, διαθέσιμο από, https://www.news.gr/kosmos/article/1127945/i-tourkia-stelni-ton-porthiti-stin-kipro.html

[26] Έντονη ανακοίνωση Προεδρίας για γεώτρηση «Γιαβούζ», 8.7.19 philenews, http://www.philenews.com/eidiseis/politiki/article/737568/entoni-anakoinosi-proedrias-ga-gotrisi-gaboyz

[27] Αρσονιάδης, 148.

[28] Στο ίδιο. Σε γεωστρατηγικό επίπεδο ο στόχος της Τουρκίας είναι η έντονη δρατηριοποίηση της στο στο γεωπολιτικό σύμπλοκο (Εύξεινος Πόντος- Αιγαίο – Ανατολική Μεσόγειος), ενώ σε επίπεδο θαλάσσιας πολιτικής η αυξήση της  πολιτικής και οικονομική επιρροή της  στο Αιγαίο-Αδριατική και Σουέζ- Ερυθρά Θάλασσα.

[29] Al-Monitor, June 24 18, Turkey cultivating ever-deeper roots in Syrian territory, διαθέσιμο από, https://www.al-monitor.com/pulse/originals/2018/06/turkey-syria-turkish-university-in-al-bab.html

[30] Τα 6+2 μέτωπα του Ερντογάν με τον Τραμπ και η λύση, 11.8.2018, Crisis Monitor, διαθέσιμο από https://crisismonitor.gr/2018/08/11/ta-6-2-metopa-toy-erntogan-me-ton-tramp-kai-i-lysi/

[31] Παραμένουν τα αγκάθια παρά τη συνάντηση Τσαβούσογλου Πομπέο, Sigmalive, 5.6.18, διαθέσιμο από, http://www.sigmalive.com/news/international/512397/paramenoun-tagkathia-para-ti-synantisi-tsavousogloupompeo

[32] Gonul Tol, A Syria Safe Zone Will Create More Problems Than It Solves, The National Interest, 12.9.19, https://nationalinterest.org/blog/middle-east-watch/syria-safe-zone-will-create-more-problems-it-solves-72961

[33] Lara Seligman, Despite Syria ‘Safe Zone,’ Kurdish Leader Fears Threat from Turkey, Foreign Policy, 23/9/2019, https://foreignpolicy.com/2019/09/23/in-syrian-safe-zone-kurdish-leader-sees-threat-from-turkey-ilham-ahmed-interview-syria/?fbclid=IwAR21M-QW9xChXWhgnVuLvlxQBtfY6HSf-oqiRObKiQ941qY8Q_Rl2LQOW_0

[34]  Σε  μια ομολογουμένως αιχμηρή ανακοίνωση της Τουρκικής Προεδρίας αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι ΗΠΑ στοχοθετούν ένα σύμμαχο τους στο ΝΑΤΟ στο πλαίσιου του παγκόσμιου οικονομικου πολέμου που διεξάγουν. Προστίθεται ότι η πολιτική που ασκεί η Ουάσιγκτον έρχετει σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές και αξίες του Συμφώνου του Οργανισμού του Βορείου Ατλαντικού.Sigmalive, 23.8.2018, Αιχμηρή ανακοίνωση Τουρκίας κατά ΗΠΑ για «οικονομικό πόλεμο», διαθέσιμο από http://www.sigmalive.com/news/international/525742/aixmiri-anakoinosi-tourkias-kata-hpa-gia-oikonomiko-polemo

[35] Γιατί πέφτει η τουρκική λίρα: Ο ρόλος του Ερντογάν και οι δομικές αδυναμίες, Skai.gr, 13.8.2018, διαθέσιμο από http://www.skai.gr/news/finance/article/380771/giati-peftei-i-tourkiki-lira-o-rolos-tou-erdogan-kai-oi-domikes-adunamies/

[36] Μετά την κατάρρευση του τηλεπικοινωνιακού κολοσσού (Τurk Telecom) της χώρας αναμένονται και άλλες μεγάλες επιχειρήσεις και οργανισμοί να τεθούν υπό καθεστώς χρεοκοπίας. Theodora iliadi, Euronews, 31.8.2018, διαθέσιμο από, http://gr.euronews.com/2018/08/31/gkremizetai-h-tourkiki-oikonomia

[37] Aσυμμετρία μέσων-σκοπών στην Υψηλή Στρατηγική ενός κράτους οδηγεί σε υπερεξάπλωση και στρατηγικές ήττες. Βλ. Κωνσταντίνος Κολιόπουλος, Η Στρατηγική Σκέψη: Από την Αρχαιότητα έως σήμερα (Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητας, 2008) 57-65.

[38]  Δεδομένου ότι οι διαθέσιμοι πόροι ενός κράτους δεν είναι απεριόριστοι πρέπει να υπάρχουν όρια στους πολιτικοστρατηγικούς στόχους της Τουρκίας, ειδάλλως  όλος ο στρατηγικός σχεδιασμός κινδυνεύει να καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος. Για το θέμα της υπερεξάπλωσης (overextension) Βλ. Αθανάσιος Πλατιάς, Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική στο Θουκιδίδη (Αθήνα: Εστία, 2000), 85 Εστιάζοντας ειδικά στην τουρκική στρατηγική, είτε ο Ταγίπ Ερντογάν θα αναγκαστεί να θέσει πιο υλοποιήσιμους και ρεαλιστικούς στόχους στην εξωτερική πολιτική του ή θα οδηγηθεί σε μεγάλες περιπέτειες.

[39]  Για  τη συνεχή πολιτική αλλαγή στις διεθνείς σχέσεις υπό την οπτική της οικονομικής θεωρίας και πως αυτή εκδηλώνεται με την αέναη άνοδο και  πτώση των μεγάλων δυνάμεων βλ. Robert Gilpin, Πόλεμος και Αλλαγή στη Διεθνή Πολιτική (Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα, 2004).

[40] Sanctions ‘still in play’ for Turkey over S-400, warns US diplomat,  Defense News, 13.9.2019. https://www.defensenews.com/global/europe/2019/09/13/sanctions-still-in-play-for-turkey-state-official-warns/

[41] Σύμφωνα με τον Ζbigniew Brzezinski γεωπολιτικοί άξονες είναι τα κράτη των οποίων « η σημασία τους δεν προέρχεται από τη δύναμη ή τα κίνητρα τους, αλλά από την ευαίσθητη θέση και τις συνέπειες τις οποίες έχει η δυνητικά ευάλωτη κατάσταση τους στη συμπεριφορά των γεωστρατηγικών παικτών, των κρατών δηλαδή που μπορούν να ασκήσουν δύναμη ή επιρροή πέραν των συνόρων τους». Οταν έγραψε το βιβλίο ο Brzesinski  πριν δύο δεκαετίες είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η Τουρκία μπορεί να χαρακτηριστεί και ως γεωστρατηγικός παίκτης « που αρχίζει να ασκεί σε κάποιο βαθμό επιρροή στην Κασπία- Κεντρική Ασία λόγω της συρρίκνωσης της Ρωσσίας. Είκοσι χρόνια μετά τις διαπιστώσεις Brzezinski η Άγκυρα με τη νεο-οθωμανική στρατηγική της επιχειρεί να ασκήσει επιρροή πέραν των συνόρων της. Αλλά στις μέρες μας υλοποιεί ενισχυμένη στρατηγική συνεργασία όχι με μια φθίνουσα Ρωσία, αλλά με μια δύναμη που επαναδραστηριοποιείται ως σημαντικός γεωστρατηγικός παίκτης σε παγκόσμιο επίπεδο Βλ. Ζbigniew Brzezinski,  Η Μεγάλη Σκακιέρα: Η Αμερικανική Υπεροχή και οι Γεωστρατηγικές της Επιταγές (Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 1998), 78-92.

[42] Αναλυτικότερα βλ. Νίκος Παναγιωτίδης,  1964-1984 To Kυπριακό στη Διεθνή Πολιτική: Οι Μεγάλες Δυνάμεις και τα  Πολλά Πρόσωπα του Αγγλο-Αμερικανικού Ηγεμονισμού (Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, 2015), 71-75.

[43] Το 1963 Τουρκία και ΕΕ υπέγραψαν  Συμφωνία Σύνδεσης, ενώ το 1987 η Τουρκία υπέβαλε αίτηση για πλήρη ένταξη στην ΕΕ. Το 1996 τέθηκε σε ισχύ η Συμφωνία Τελωνειακής Ενωσης Τουρκίας- ΕΕ. Αναλυτικά για την απαρχή και την εξέλιξη των ευρωτουρκικών σχέσεων βλ. Στέφανος Πεσμαζόγλου, Ευρώπη- Τουρκία: Ιδεολογία και Ρητορία, Βιβλίο Δεύτερο (Αθηνα: Εκδόσεις Θεμέλιο, 1993)

[44] Επιδίωξη του Ερντογάν είναι να βρίσκεται στην εξουσία το 2023 (100 μετά την ίδρυση της Τουρκικής  Δημοκρατίας) και να την οδηγήσει σε πλήρη εσωτερικό μετασχηματισμό αλλά και να την καταστήσει ισχυρή περιφερειακή δύναμη και πολο ισχύος με απήχηση στους απανταχού μουρσουλμάνους και στον αραβικό κόσμο γενικότερα.

 

 

Share Button

    Νικολάου Νικόλαος- Ερευνητής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών.

Το Τρίτο Ράϊχ στην προσπάθειά του να επιβληθεί δεν μπορούσε να παραβλέψει την περιοχή της Μέσης Ανατολής. Μεταξύ άλλων προσπάθησε να προσεταιριστεί τον αραβικό πληθυσμό προκειμένου να πολεμήσει στο πλευρό της Βέρμαχτ. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η δημιουργία ενός αραβικού στρατιωτικού σώματος ονόματι Ελεύθερη Αραβική Λεγεώνα.

Ήδη στην Συρία από την άνοιξη του 1941 είχε σχηματιστεί μία επιχειρησιακή μονάδα υπό τον αξιωματικό της Βέρμαχτ Χέλμουτ Φέλλμυ η οποία απέτυχε να αντιμετωπίσει τους Βρετανούς στο Ιράκ την περίοδο αυτή. Το θέρος του ίδιου έτους, η βάση της μονάδας άλλαξε. Αιτία ήταν η απώλεια από την γαλλική φιλοναζιστική κυβέρνηση της Συρίας και του Λιβάνου από τους Συμμάχους. Η μονάδα μεταστάθμευσε στην Ελλάδα στο Σούνιο. Συνέχεια ανάγνωση

Η αρχή για την δημιουργία της ανωτέρω λεγεώνας βρίσκεται στο φθινόπωρο του 1941. Ο Μεγάλος Μουφτής της Ιερουσαλήμ Haj Μωχάμμεντ Αμίν αλ- Χουσαϊνί[i] επισκέφθηκε τον Αδόλφο Χίτλερ στο Βερολίνο. Στην μακρά συνομιλία τους έγιναν ξεκάθαρες οι προθέσεις τους. Ο μεν Μουφτής αναφέρθηκε στους κοινούς εχθρούς των δύο ανδρών (Εβραίοι, Βρετανοί, Γάλλοι, Σοβιετικοί), πρότεινε μία αραβική εξέγερση για την υπονόμευση της βρετανικής εξουσίας στην περιοχή, την δημιουργία ενός αραβικού στρατιωτικού σώματος ενώ ζήτησε από τον Φύρερ μία δημόσια δήλωση ότι επιθυμεί εξουδετέρωση εβραϊκού στοιχείου. Από την άλλην, ο Χίτλερ δεν προθυμοποιήθηκε για μία αραβική εξέγερση, επιβεβαίωσε την ύπαρξη κοινών εχθρών και το μίσος του προς τον σιωνισμό και επίσης δεν ηταν αρνητικός στην συγκρότηση ενός τέτοιου σχηματισμού.

Γιατί όμως να δεχτεί κάτι τέτοιο; Η απάντηση είναι ότι με την δημιουργία μιάς τέτοιας μονάδας θα μπορούσε να την χρησιμοποιήσει κατά των Άγγλων είτε στην Μέση Ανατολή είτε στην Βόρειο Αφρική. Επίσης, θα υπονόμευε εκ των έσω την βρετανική εξουσία, θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση στα πετρέλαια της περιοχής ενώ θα αναπληρώνονταν οι απώλειες των Γερμανών στρατιωτών. Αυτό εξηγεί γιατί δεν αντιμετωπίστηκαν οι Άραβες ως κατώτερα όντα. Ο αλ- Χουσαϊνί Αμίν ξεκίνησε με γερμανική υποστήριξη να στρατολογεί Άραβες που βρίσκονταν στην Γερμανία σε στρατόπεδα αιχμαλώτων που είχαν υπηρετήσει στον βρετανικό και γαλλικό στρατό. Ταυτόχρονα, με την αρωγή της υπηρεσίας κατασκοπίας του Ραϊχ την Abwehr στράφηκε προς τον μουσουλμανικό κόσμο προπαγανδίζοντας ότι μια νίκη του Άξονα θα οδηγούσε στο τέλος της αποικιοκρατίας συνεπώς οι Άραβες έπρεπε να συμμετάσχουν στο κίνημα « Ελεύθερη Αραβία».

Ο πρώτος πυρήνας της Λεγεώνας σχηματίστηκε στην Γερμανία και θα εφοδιαζόταν με στολές και οπλισμό του γερμανικού στρατού. Διοικητικά θα υπαγόταν στην Ανώτατη Διοίκηση των Waffen SS υπό τον Χάϊνριχ Χίμμλερ με επίσης επικεφαλής τον Μεγάλο Μουφτή. Ο τελευταίος συχνά επιθεωρούσε την μονάδα και προέτρεπε τους Λεγεωνάριους να πολεμήσουν στο όνομα του Αλλάχ.

Η γερμανική προπαγάνδα είχε τέτοια επιτυχία όμως που το 1942 η Λεγεώνα δεν απαρτιζόταν μόνο από Άραβες αλλά και από άλλους μουσουλμάνους που προέρχονταν από την Ινδία και τα Βαλκάνια μέχρι το Μαρόκο.Τι ώθησε όμως αυτούς τους ανθρώπους να καταταγούν σε μία μονάδα των SS; Αρχικά, η επιτυχημένη όπως προαναφέθηκε γερμανική προπαγάνδα που επιδέξια εκμεταλλεύτηκε τον αραβικό εθνικισμό και τα φιλικά αισθήματα μέρους των μουσουλμάνων για «ιερό»πόλεμο κατά δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Επιπλέον, πολλοί Άραβες αλλά και μουσουλμάνοι ήθελαν κάποιο μισθό και η κατάταξή τους τους τον εξασφάλιζε. Άλλοι, διέπονταν από αντι-σιωνιστικά αισθήματα και ήθελαν να σταματήσουν την εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη που είχε ξεκινήσει από το 1916.

Κατά την παραμονή της στην ελληνική επιικράτεια,η Ελεύθερη Αραβική Λεγεώνα δεν προχώρησε ούτε σε ευρείες εκκαθαριστικές ενέργειες ούτε και σε βιαιοπραγίες. Κυρίως, τα καθήκοντά της ήταν υποστηρικτικά και αστυνομικά. Ακόμα, αποτέλεσε την εφέδρεια από την οποία αντλούνταν έμψυχο και άψυχο δυναμικό για διοχέτευσή τους σε άλλα μέτωπα. Δεν είναι περίεργο που άνδρες της Λεγεώνας στελέχωσαν σχηματισμούς της Βέρμαχτ και των SS στο ρωσικό μέτωπο, στις αντι-ανταρτικές επιχειρήσεις στα Βαλκάνια και στην Παλαιστίνη.

Το φθινόπωρο του 1942 οι Αμερικανοί για να βοηθήσουν τον βρετανικό στρατό που πολέμαγε το D.A.K.( Γερμανικό Εκστρατευτικό Σώμα Αφρικής) αποβιβάστηκαν στο Μαρόκο στα πλαίσια της επιχείρησης « Torch». Αφού έκαμψαν την αντίσταση των Γάλλων στρατιωτών που ήταν πιστοί στην κυβέρνηση του Βισύ προωθήθηκαν προς την Τυνησία. Πλέον, το D.A.K. κινδύνευε με περικύκλωση και εξολόθρευση αφού από δυτικά βρισκόταν ο αμερικανικός στρατός και από ανατολικά ο βρετανικός. Η Γερμανική Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση διέταξε την Λεγεώνα να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να σταλεί στην Τυνησία. Καθήκον της θα ήταν η τήρηση της τάξης, η εφεδρική υποστήριξη, η στρατολόγηση νέων μελών και η φύλαξη των στρατοπέδων συγκέντρωσης Τυνήσιων Εβραίων. Παρά το ότι ανταποκρίθηκε στα καθήκοντά της, το γερμανικό σώμα Βορείου Αφρικής δεν κατάφερε να επικρατήσει και αναγκάστηκε είτε να παραδοθεί είτε να μεταφερθεί στην Σικελία και στην Ιταλία.

Το καλοκαίρι του 1943 η Λεγεώνα επέστρεψε στην Ελλάδα και στρατωνίστηκε στο Λαύριο. Ταυτόχρονα, ο ραδιοφωνικός σταθμός της εξέπεμπε απο το Σούνιο μηνύματα προπαγάνδας υπέρ των Αράβων. Όμως, εξαιτίας απωλειών και λιποταξιών, πλέον, το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών της αποτελούνταν από Βερβέρους Άραβες μεταξύ των οποίων ήταν  και πολλοί Αφρικανοί. Η Ελεύθερη Αραβική Λεγεώνα συμμετείχε στην πάταξη του εθνικού αντιστασιακού αγώνα από την Βοιωτία μέχρι και την Πελοπόννησο. Πέραν της καταδίωξης ανταρτικών σωμάτων ενεπλάκη σε βιαιοπραγίες και καταστροφές όπως στο χωριό της Κουκουβίστας στην Φωκίδα το Πάσχα του 1944.

Τελικά, την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων απο το ελληνικό έδαφος τον Σεπτέμβριο του 1944 ακολούθησε και η Λεγεώνα. Έκτοτε, δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για την κατάληξή της. Από τις λίγες πληροφορίες που υπάρχουν ένα τμήμα της συνέχισε τον πόλεμο στην κεντρική Ευρώπη  μέχρι τον Απρίλιο του 1945 ενώ ένα άλλο απλά επέστρεψε στις εστίες του ή διεσπάρη στις ευρωπαϊκές χώρες. Με την λήξη της σύρραξης στην Ευρώπη τον Μάϊο του 1944 η Ελεύθερη Αραβική Λεγεώνα διαλύθηκε και επίσημα. Με την ήττα του Άξονα, ο Μεγάλος Μουφτής εγκατέλειψε την Ιερουσαλήμ και αφίχθη στην Γαλλία. Μάλιστα, κατάφερε να γλυτώσει και την παραπομπή του στην Δίκη της Νυρεμβέργης.                                               

 

                                                             Αντί επιλόγου

Η ίδρυση και η δράση της Ελεύθερης Αραβικής Λεγεώνας αποτελούν μία δυσσάρεστη πτυχή στην αραβική και μουσουλμανική ιστορία. Όχι μόνο έδωσαν αφορμή να κατηγορείται τμήμα των αραβικών πληθυσμών ως φιλοναζιστικό αλλά και η μαχητική αξία της μονάδας ήταν περιορισμένη. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ανώτεροι και ανώτατοι Γερμανοί αξιωματικοί δεν την είχαν και σε ιδιαίτερη εκτίμηση. Όμως θεωρούνταν ότι εξυπηρετούσε τα γερμανικά σχέδια και μοιραία διαλύθηκε με την πτώση της χιτλερικής Γερμανίας.

 

[i] Αποκαλείτο αλλιώς και «Φύρερ» των Αράβων. Καταγόμενος από επιφανή οικογένεια έλαβε καλή μόρφωση και έγινε μουφτής στην Παλαιστίνη (Ιερουσαλήμ). Την δεκαετία τυ 1920 με την πρώτη εμφάνιση αραβικού εθνικισμού διοργάνωσε διάφορες διαδηλώσεις κατά των Βρετανών ενώ όντας Μεγάλος Μουφτής έλαβε μέρος στο ιρακινό πραξικόπημα του 1941 που ανέτρεψε την φιλοβρετανική κυβέρνηση στην χώρα. Όντας έντονη προσωπικότητα δεν άργησε να γίνει ο ικανός συνεργάτης του Χίτλερ για ζητήματα Μέσης Ανατολής. Φημολογείται ότι εκείνος έπεισε τον εθνικοσοσιαλιστή ηγέτη να εφαρμόσει το σχέδιο της «Τελικής Λύσης». Επιβίωσε του πολέμου, κατέφυγε στην Γαλλία αλλά συνελήφθη. Μετά από κάποια επεισόδια επέστρεψε στην Παλαιστίνη αλλά εξαιτίας της αραβο-ισραηλινής σύγκρουσης αναγκάστηκε να καταφύγει στην Βηρυτό όπου και πέθανε το 1974. Θάφτηκε εκεί αφού οι ισραηλινές αρχές αρνήθηκαν να τον θάψουν στην Ιερουσαλήμ όπως επιθυμούσε.

 

                                                 Πηγές- Βιβλιογραφία

 

American Christian Palestine Community, The Arab war effort: a documented account, (Νέα Υόρκη: American Christian Palestine Community, 1946).

 

Dalin, David, G., Rothmann, John F., Dershowitz, Alan M., Icon of Evil: Hitler’s Mufti and the rise of radical Islam, (Νιου Τζέρσε: Transaction Publishers, 2009).

 

Kubin, Burry, Schwanitz, Wolfang G., Nazis, Islamists and the making of the modern Middle East, (Κοννέκτικατ: Yale University Press,2014).

 

Kaiser, David, 22 October 2015, «What Hitler and the Grand Mufti really said», Time, http://time.com/4084301/hitler-grand-mufi-1941/ (πρόσβαση στις 10 Δεκεμβρίου 2017).

 

Matar, Philip, The Mufti of Jerusalem: Al- Hajj al- Husayni and the Palestinian national movement, (Νέα Υόρκη: Columbia University Press, 1992).

 

Roy, John, Cairo to Damascus, (Carlson Press, 2008).

 

Trigg, Jonathan, Hitler’s jihadis: Muslim volunteers of the Waffen SS, (Κλαουζεστερσαϊρ: History Press, 2011).

 

Wien, Peter, Arab nationalism: the politics of history and culture in the Middle East, (Άμπινγκτον: Routledge, 2017).

 

Σημαντική ήταν η συμβολή του διαδικτυακού μπλογκ viotiastory.blogspot.gr όπου στο λήμμα με τίτλο Άραβες μισθοφόροι των Ναζί στην Ελλάδα κατά την διάρκεια της Κατοχής 1941-1944: η περίπτωση της Καλοσκοπής Φωκίδας όπως την διηγείται ο Τάκης Λάππας, παρουσιάζει τμήματα του βιβλίου του σημαντικού και πολυβραβευμένου Βοιωτού λογοτέχνη, συγγραφέα, λαογράφου και ιστοριοδίφη Τάκη Λάππα. Το βιβλίο τιτλοφορείται « Ματοβαμμένες δάφνες της Ρούμελης: αγώνες- θυσίες 1941-1944» και περιγράφει την καταστροφή του χωριού από γερμανικά τμήματα συμπεριλαμβανομένων και ανδρών απο την Ελεύθερη Αραβική Λεγεώνα. Για περισσότερα βλέπε http://viotiastory.blogspot.gr/2008/03/1941-1944.html (πρόσβαση στις 10 Δεκεμβρίου 2017).

Share Button

Η μαύρη σημαία του Ισλαμικού Κράτους αποτελεί σημείο αναφοράς τα τελευταία έτη, καθότι είναι συνυφασμένη με τους αποκεφαλισμούς, τις επιθέσεις αυτοκτονίας και εν γένει τον Τζιχάντ στη Συρία και το Ιράκ.
Η μαύρη αυτή σημαία με τα λευκά γράμματα, απεικονίζει τη Shahada . Στο άνω μέρος της σημαίας φαίνεται μια ισλαμική δήλωση-πίστη στην ενότητα του Αλλάχ και την αποδοχή του Μωάμεθ ως μοναδικού Προφήτη του. Το λευκό πλαίσιο στο κάτω μέρος, εικονίζει την υποτιθέμενη σφραγίδα του Μωάμεθ. Η σφραγίδα δείχνει σε λευκό κύκλο τη φράση ¨Ο Μωάμεθ είναι ο Προφήτης του Αλλάχ¨.

Συνέχεια ανάγνωση