Κέντρο Ανατολικών Σπουδών

για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία

Συνέβη σήμερα

Συνέβη σήμερα

Μεγεθύνσεις

Μεγεθύνσεις

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

Προσεγγίσεις

Προσεγγίσεις

Γεωπολιτική

Γεωπολιτική

Η Νέα Φάση της Τουρκικής Νομισματικής Κρίσης

Του: Σπύρου Ζενεμπίση Κατά την προηγούμενη χρονιά η τουρκική οικονομία πέρασε μια περίοδο σημαντικής νομισματικής αστάθειας με σαφή χαρακτηριστικά κρίσης. Παρά ...

Περισσότερο

Σημαντικές εξελίξεις στο Ιρακινό Κουρδιστάν – Σε τεντωμένο σκοινί οι Κούρδοι της Συρίας

Καζαντζής Γιώργος – Ερευνητής Κέντρο Ανατολικών Σπουδών Οι πληροφορίες από την Συρία και το Ιράκ ως προς το κουρδικό ζήτημα είναι ...

Περισσότερο

Οι λόγοι της αδυναμίας της Αιγύπτου να ελέγξει το όρος Σινά

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής* Η αστάθεια που υπάρχει αυτή την περίοδο στο Όρος Σινά έχει ρίζες που χρονολογούνται πολύ πριν από ...

Περισσότερο

Η οικονομική πρόκληση της Συρίας

Νικολάου Νικόλαος- Ερευνητής ΚΑΝΣ Ο εμφύλιος πόλεμος που μαίνεται για οχτώ χρόνια στη Συρία έχει καταβαραθρώσει την οικονομία. Το ΑΕΠ του ...

Περισσότερο

Τουρκία: Μείωση της λαϊκής στήριξης στο AKP – Η επίδραση της οικονομικής κρίσης στις τοπικές εκλογές

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰ Με την Τουρκία να έχει εισέλθει σε προεκλογική περίοδο, μια σειρά από δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ότι η ...

Περισσότερο

Share Button

Του: Σπύρου Ζενεμπίση

Κατά την προηγούμενη χρονιά η τουρκική οικονομία πέρασε μια περίοδο σημαντικής νομισματικής αστάθειας με σαφή χαρακτηριστικά κρίσης. Παρά τους εντυπωσιακούς ρυθμούς μεγέθυνσης που κατεγράφησαν στο τέλος του 2018 (7,4%), την άνοιξη εκείνης της χρονιάς η αξία της τουρκικής λίρας ξεκίνησε να υποχωρεί σε σχέση με το αμερικανικό δολάριο, ενώ το καλοκαίρι η διαδικασία αυτή έλαβε τα χαρακτηριστικά ανεξέλεγκτης διολίσθησης δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στον τουρκικό ιδιωτικό και τραπεζικό και τραπεζικό τομέα, οι οποίοι έπρεπε να εξυπηρετήσουν εξωτερικό χρέος σε πολύ «σκληρότερο» πλέον ξένο νόμισμα. Συνέχεια ανάγνωση

Η Κεντρική Τράπεζα της χώρας, προκειμένου να προσπαθήσει τουλάχιστον να εκπέμψει το μήνυμα πως είναι διατεθειμένη να δράσει υπέρ της νομισματικής σταθερότητας αλλά και υπέρ του θεσμοθετημένου αντιπληθωριστικού ρόλου της, ανέβασε δύο φορές τα επιτόκια. Παρά την αρχική οριακή επιτυχία της πράξης αυτής, οι επιλογές του Προέδρου Ερντογάν σε ρητορικό και θεσμικό επίπεδο συνέβαλαν στην περεταίρω κλιμάκωση της κρίσης, η απόλυτη φάση της οποίας εκδηλώθηκε κατά τα μέσα Αυγούστου.
Από το Σεπτέμβριο της προηγούμενης χρονιάς η κρίση ξεκίνησε να περνά σε μία καινούρια φάση. Ειδικά μετά τις 13/9 και την σημαντική αύξηση των επιτοκίων της Κεντρικής Τράπεζας στο 24%, η λίρα ξεκίνησε να ανακτά την αξία της και η ισοτιμία δολαρίου/λίρας σταθεροποιήθηκε από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι και σήμερα μεσοσταθμικά γύρω στο 5,3. H ισοτιμία αυτή, παρά το γεγονός ότι είναι σημαντικά βελτιωμένη από τις ακραίες τιμές που έλαβε κατά το μήνα Αύγουστο, παραμένει προβληματική για τον τουρκικό ιδιωτικό τομέα.
Ο Ερντογάν και τότε ακόμη αντιτάχθηκε σε επίπεδο ρητορικής τουλάχιστον στην άνοδο των επιτοκίων. Τις μέρες που η Τράπεζα ετοιμαζόταν να προβεί στην περιοριστική νομισματική της κίνηση, ο Ερντογάν επέμενε δυναμικά στην προτίμησή του σε πολιτικές φθηνού χρήματος αποκαλώντας δημόσια τα υψηλά επιτόκια «…εργαλείο εκμετάλλευσης» και συνόδεψε τη δράση της Τράπεζας με μια κατ’ ουσίαν απειλή προς τις νομισματικές αρχές, ότι «αυτή είναι η τελευταία τους ευκαιρία» να διαχειριστούν κατ΄ αυτόν τον τρόπο τη νομισματική πολιτική της χώρας, για να αντιμετωπιστεί η αστάθεια. Παρά το γεγονός όμως ότι ο Πρόεδρος πλέον έχει και θεσμικά πολύ μεγαλύτερη δύναμη να παρέμβει για τη μείωσή των επιτοκίων, δεν το έπραξε και δεν το έχει πράξει και μέχρι και τις 16/01/19, οπότε και συντελέστηκε η πιο πρόσφατη συνεδρίαση της επιτροπής νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας. Τα επιτόκια παραμένουν στο 24%, γεγονός που σηματοδοτεί μάλλον την αποδοχή από τον Ερντογάν της χρήσης της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής, όχι μόνο για τη συγκράτηση δυνητικής διολίσθησης της αξίας του νομίσματος, αν προβεί εκ νέου σε νομισματικές επεκτάσεις, αλλά και για την αντιμετώπιση των σοβαρών πληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία.
Ο μεγάλος και με ακραία μεταβλητότητα πληθωρισμός είναι μαζί μα την προβληματική εξωτερική ανισορροπία της χώρας τα πιο χαρακτηριστικά προβλήματα της οικονομικής ιστορίας της Τουρκίας. Από το καλοκαίρι ο πληθωρισμός άρχισε να ανεβαίνει σταθερά, γεγονός που έκανε την επίδραση της κρίσης ακόμη πιο αισθητή στα πιο φτωχά στρώματα της τουρκικής κοινωνίας. Χαρακτηριστικό του πώς βιώνουν οι οικονομικά πιο αδύναμες τάξεις της Τουρκίας τη νομισματική αστάθεια είναι, ότι οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές ανελαστικών ειδών πρώτης ανάγκης, όπως τα τρόφιμα, ξεπερνά κατά πολύ την μέση τιμή του συνολικού δείκτη τιμών καταναλωτή της οικονομίας.
Ο πληθωρισμός το μήνα Οκτώβριο ξεπέρασε το 24%, αλλά έκτοτε βαίνει σταδιακά οριακά μειούμενος μέχρι και τον Ιανουάριο του ’19. Αυτό δείχνει ότι οι περιοριστικές πολιτικές της Κεντρικής Τράπεζας έχουν κάποια αποτελέσματα. Η σταθεροποίηση όμως του πληθωρισμού (αν δεν πέσει περεταίρω σύντομα χωρίς νέο νομισματικό περιορισμό) στο πολύ υψηλό 20% περίπου, είναι προβληματική για την τουρκική οικονομία ειδικά για τους οικονομικά πιο ευάλωτους Τούρκους. Επίσης, η σταθεροποίηση αυτή δεν συντελείται χωρίς κόστος καθώς οι νομισματικοί περιορισμοί επιφέρουν επιπλέον κόστος στο συνολικό παραγόμενο προϊόν της οικονομίας, οι ρυθμοί μεγέθυνσης του οποίου έχουν βρεθεί ήδη από το προηγούμενο έτος υπό σημαντική πίεση.
Αυτή τη στιγμή η τουρκική οικονομία έχει επέλθει σε μία φάση στασιμότητας, αν όχι μικρής ύφεσης. To γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις μεγάλες πληθωριστικές πιέσεις δημιουργούν ένα νέο πρόβλημα, παρά τη σταθεροποίηση της αξίας του νομίσματος. Η δυσκολία της κατάστασης έγκειται στο γεγονός, ότι τα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους οι νομισματικές αρχές δεν μπορούν να προσπαθήσουν να ανατρέψουν την υφεσιακή δυναμική της οικονομίας, χωρίς να διακινδυνεύσουν ταυτόχρονα νέα διολίσθηση της αξίας του νομίσματος και αύξηση του πληθωρισμού. Αντιστρόφως, δεν είναι ούτε σε θέση να προβούν σε νομισματικούς περιορισμούς, για να μειώσουν περεταίρω τον πληθωρισμό, χωρίς να συμβάλουν στην υφεσιακή δυναμική της τουρκικής οικονομίας.
Σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση και σε επίπεδο επιπτώσεων για τους πολίτες αλλά και σε διαχειριστικό επίπεδο για την ηγεσία ο Ερντογάν φαίνεται να έχει επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα τη αντιμετωπίσει. Παρά την εγνωσμένη προτίμησή του στα χαμηλά, ει δυνατόν μηδενικά επιτόκια, ο Πρόεδρος δείχνει δια των πράξεων του καθ’ όλη την περίοδο αποκλιμάκωσης της κρίσης, ή μάλλον δια της απουσίας αυτών, ότι έχει επιλέξει την αντιπληθωριστικό δρόμο σε αυτό το κατ’ ουσίαν «στασιμοπληθωριστικό σταυροδρόμι».
Καταληκτικά μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι παρά τη σαφή σταθεροποίηση, τα οικονομικά προβλήματα της γειτονικής χώρας έχουν περάσει σε μία καινούρια φάση. Οι κίνδυνοι νέας νομισματικής αστάθειας ελλοχεύουν ακόμα, αλλά εξαρτώνται από τη διάθεση του Ερντογάν να παρέμβει ή όχι στις αντιπληθωριστικές επιλογές της Κεντρικής του Τράπεζας. Κάτι τέτοιο είναι σε θέση να το κάνει πολύ περισσότερο σήμερα απ’ ότι στο παρελθόν, αφού ελέγχει πλήρως, μετά την εκλογή του το καλοκαίρι του 2018, τη σύνθεση της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας. Κάτι τέτοιο βέβαια είναι μάλλον απίθανο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορεί να αποκλειστεί τελείως, δεδομένου του απρόβλεπτου χαρακτήρα του Προέδρου συνδυασμένου με τη σημαντική συγκέντρωση εξουσιών στο πρόσωπό του. Το σοβαρότατο πρόβλημα που παραμένει, όμως, ουσιαστικά ανέγγιχτο μέχρι στιγμής και μπορεί να έχει αποσταθεροποιητικές επιδράσεις στο μέλλον είναι το πεισματικό έλλειμα στο λογαριασμό τρεχουσών συναλλαγών της χώρας. Ας μην ξεχνάμε ,ότι εξαιτίας της ιστορικής εξωτερικής της ανισορροπίας, η χώρα έχει οδηγηθεί συνολικά 16 φορές από το 1961 στο να αναζητήσει τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Share Button

Καζαντζής Γιώργος – Ερευνητής Κέντρο Ανατολικών Σπουδών

Οι πληροφορίες από την Συρία και το Ιράκ ως προς το κουρδικό ζήτημα είναι συνεχείς και καταδεικνύουν ένταση των ζυμώσεων υπογείως αλλά και μέσω επίσημων επαφών. Το κουρδικό ζήτημα έχει ενταχθεί όπως ήταν αναμενόμενο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαπραγματεύσεων μεταξύ περιφερειακών και μεγάλων δυνάμεων.
Η ανακοινωθείσα αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από την Συρία προβληματίζει έντονα τους Κούδους της Συρίας οι οποίοι από καιρό διαβλέπουν εγκατάλειψή τους από τους Αμερικανούς μετά την λήξη των επιχειρήσεων κατά της Daesh. Με μια σειρά δηλώσεων καλούν τους Aμερικανούς να συνεχίσουν την παρουσία τους στα εδάφη της ΒΑ Συρίας που αποτελεί εγγύηση και για τους ίδιους. Συνέχεια ανάγνωση

Χαρακτηριστική η σχετική δήλωση του Mustafa Bali ,εκπροσώπου τύπου του SDF, στον Ιndependent τον Δεκέμβριο του 2018 κατά την οποία, «Υπάρχει σοβαρό ρίσκο η Τουρκία να πραγματοποιήσει τις απειλές της. Υπάρχουν φόβοι μεταξύ των πολιτών για σφαγές και βίαιη μετατώπιση».[1]
Η Τουρκία έχει κινητοποιήσει πολυάριθμη στρατιωτική δύναμη στα σύνορα με την Συρία.
Υπό την απειλή νέας τουρκικής επιχείρησης οι Κούρδοι της Συρίας μη λαμβάνοντας πλέον σαφείς εγγυήσεις από τις ΗΠΑ παρακολουθούν την πορεία των ρωσοτουρκικών επαφών. Η Ρωσία έχει στο παρελθόν προτείνει στους Κούρδους να παραδώσουν τον έλεγχο των εδαφών στον στρατό του Άσαντ προχωρώντας σε έναν συμβιβασμό με τον Σύριο Πρόεδρο[2]. Παράλληλα, η Ρωσία ωθεί την Τουρκία σε συμφωνία με τον Άσαντ εις βάρος των Κούρδων αλλά και των τζιχαντιστών της HTS που δρουν στην Ιντλίμπ. Με τον Αμερικανό Πρόεδρο να ανακοινώνει αποχώρηση των στρατευμάτων ο χρόνος που έχουν τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Κούρδοι της Συρίας να διαλέξουν στρατόπεδο μειώνεται. Η Ρωσία προσφάτως πρότεινε στην Τουρκία συμφωνία με τον Άσαντ και επανενεργοποίηση ουσιαστικώς της Συμφωνίας των Αδάνων του 1998[3]. Σε αυτό το πλαίσιο θα είναι ευθύνη της Συρίας να εξαλείψει από το έδαφός της το PKK και τις όμορες οργανώσεις που συνιστούν απειλή για την Τουρκία, μέσω συνεργασίας φυσικά των δύο χωρών. Δεδομένης της σημασίας που έχει για την Τουρκία η διατήρηση επιρροής στα βόρεια εδάφη της Συρίας όπου επιθυμεί να εγκαταστήσει μέρος του προσφυγικού πληθυσμού που φιλοξενεί είναι εξαιρετικά αμφίβολο πως θα δεχθεί την πρόταση η οποία προφανώς προϋποθέτει πλήρη αναγνώριση του Άσαντ απο την Τουρκία. Όσο παραμένουν βεβαίως οι Κούρδοι στα βόρεια από την Μενμπίτζ μέχρι τη Χασάκα οι τουρκικοί σχεδιασμοί προϋποθέτουν κατά μέτωπο σύγκρουση με τους Κούρδους. Η ζώνη (buffer zone) που πρότειναν οι Αμερικανοί στους Τούρκους το προηγούμενο έτος δεν φαίνεται τουλάχιστον αυτή τη στιγμή πως παραμένει επιλογή. Η αμερικανική πρόταση κατά τις διαβουλεύσεις της πρόσφατης συνδιάσκεψης ασφαλείας στο Μόναχο ήταν οι Ευρωπαίοι να στείλουν στρατό δημιουργώντας μια τέτοια ζώνη ασφαλείας και η Αμερική σε αυτή τη περίπτωση να διατηρήσει μία δύναμη διακοσίων ατόμων στη Συρία[4]. Η πρόταση δεν έγινε δεκτή. Αντιστοίχως ο αραβικός συνασπισμός (κατά άλλους αραβικό ΝΑΤΟ) επίσης αρνήθηκε να εμπλακεί ενεργά στη συριακή επικράτεια. Αν οι Κούρδοι δεχθούν την ρωσική πρόταση και συμφωνήσουν με τον Άσαντ θα έχουν κάνει μια στρατηγική επιλογή μη αναστρέψιμη, που ίσως τους καλύψει από την τουρκική επιθετικότητα αλλά τους αναγκάσει να περιοριστούν εδαφικά αλλά και πολιτικά σε ένα πλαίσιο υπαγωγής του υπό τον Σύριο Πρόεδρο ακόμα και με αυξημένη αυτονομία όχι όμως ίδιου επίπεδου με το βόρειο Ιράκ.
Στο Ιράκ η νεοσχηματηθείσα κυβέρνηση υπό τον Ιρακινό Πρόεδρο Μπαρχάμ Σαλίχ αν και διακηρυκτικά επιχειρεί την απεξάρτηση του ιρακινού κράτους τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από το Ιράν έχει σαφώς ιρανικές επιρροές. Η σύμπραξη του Σαντρ με το πολιτικό σκέλος των σιιτικών οργανώσεων Χασντ έχει θορυβήσει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Οι Αμερικανοί αν αποχωρήσουν απο την Συρία είναι πλέον βέβαιο πως θα ενισχύσουν την παρουσία τους στο Ιράκ. Πληροφορίες κάνουν λόγο για δημιουργία μεγάλης βάσης στο Ιράκ στα συνορα με τη Συρία αποχωρώντας από το Τανφ στο οποίο υπάρχει αμερικανική βάση όπου εκπαιδεύονται Σύροι αντικαθεστωτικοί[5]. Οι Ισραηλινοί διακηρύσσουν πως η μάχη κατά της ιρανικής επέκτασης ίσως χρειαστεί να επεκταθεί πέραν της Συρίας [6]. Οι επαφές Αμερικανών αξιωματούχων με τους Κούρδους της Περιφερειακής Κουρδικής Κυβέρνησης (KRG) ήταν πυκνές το τελευταίο διάστημα. Σημειώνεται πως η KRG διέκοψε προ ολίγων ημερών την παροχή πετρελαίου προς το Ιράν[7], μια κίνηση η οποία έχει σαφώς αμερικανικό πρόσημο.
Μετά από «περιπέτειες» στο ιρακινό Κουρδιστάν τα κουρδικά κόμματα φαίνεται πως είναι πολύ κοντά πλέόν στον σχηματισμό κυβέρνησης. Το KDP παρά το αποτυχημένο δημοψήφισμα για ανεξαρτησία το προηγούμενο έτος που είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια του Κιρκούκ, ενίσχυσε την θέση του. Ζητούμενο μεταξύ του KDP και του PUK παραμένει το ζήτημα του Κιρκούκ. Λαμβάνοντας υπόψιν τις αμερικανικές πιέσεις για σταθερότητα παρά τις συγκρουσιακές σχέσεις KDP και PUK είναι πολύ πιθανό τα δύο κόμματα να συνεργαστούν τελικώς. Βεβαίως η τελική συμφωνία σχετικά με το Κιρκούκ θε έχει ιδιαίτερη αξία αφού η πιθανότητα να επιστρέψει στον έλεγχο κουρδικών σωμάτων ασφαλείας υπερβαίνει τις ενδοκουρδικές διαφορές. Συμφωνα με κουρδικές πηγές υπάρχουν σημαντικές αμερικανικές πιέσεις για μια τελική διευθέτηση του ζητήματος του Κιρκούκ με κυβερνήτη προερχόμενο από το PUK και έλεγχο από τους Κουρδους Πεσμεργκά και τον Ιρακινό στρατό με κοινό κέντρο επιχειρήσεων[8]. Μέχρι και αυτή τη στιγμή (18/02) δεν έχει υπάρξει τελική συμφωνία μεταξύ KDP και PUK για τον πολιτικό έλεγχο του Κιρκούκ και τον τελικό σχηματισμό Κυβέρνησης.
Σε ότι αφορά την παρουσία του PKK στο βόρειο Ιράκ αξίζει προσοχής πως εκτός από τις παραδοσιακές πολυεπίπεδες σχέσεις του KDP με το τουρκικό κράτος που στρέφονταν και κατά του PKK, το δεύτερο κουρδικό κόμμα PUK δαιφαίνεται πως κινείται και αυτό κατά των Κούρδων ανταρτών[9]. Η Τουρκία συνεχίζει πλέον πτήσεις προς την Σουλειμανίγια[10] (το προπύργιο του PUK) και το PUK κατηγορείται πως διώκει το PKK από τα εδάφη που ελέγχει. Φαίνεται πως στο ιρακινό Κουρδιστάν διαμορφώνεται ένα μέτωπο κατά του PKK και από τα δύο κύρια κόμματα κάτι το οποίο πιθανώς αποτελεί αμερικανική και τουρκική απαίτηση προς τους Ιρακινούς Κούρδους.
Ο Τζεμίλ Μπαγίκ ένας εκ των ηγετών του PKK με αφορμή τη συμπλήρωση είκοσι ετών από την αρπαγή Οτζαλάν καλεί τους αντάρτες σε νέο αγώνα κατά του τουρικού κράτους[11]. Παράλληλα οι ΤΕΔ επιχειρούν σε κωμοπόλεις της ΝΑ Τουρκίας εφαρμόζοντας παράλληλα στρατιωτικό νόμο (προσφάτως στη Lice)[12].
Συνοψίζοντας, η κουρδική οντότητα του βορείου Ιράκ έχει εξαιρετικά μεγάλη αξία για την αμερικανική στρατηγική στη Μεσοποταμία και ασκούνται πιέσεις άμβλυνσης των ενδοκουρδικών διαφορών. Οι πολιτικές εξελίξεις στο Ιράκ, διαμορφώνουν μία πραγματικότητα όπου η αναβάθμιση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Το επόμενο διάστημα θα είναι ενδεικτικό της ικανότητας της νέας ιρακινής κυβέρνησης να ισορροπήσει μεταξύ αντίρροπων δυναμικών προερχόμενων κυρίως από το Ιράν και τις ΗΠΑ.
Το ισχυρό ενδεχόμενο αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία προϊδεάζει για συνεννόηση ΗΠΑ-Ρωσίας και κάποιου είδους ανταλλαγή. Οι ρωσικές θέσεις προς τους ισραηλινούς σε σχέση με την απομάκρυνση του Ιράν από τη Συρία σε συνδυασμό με τις παράλληλες προτάσεις των Ρώσων προς Κούρδους και Τουρκία καταδεικνύουν πως η Ρωσία κατανοεί απόλυτα τα όρια των σχέσεων της με την Τουρκία διατηρώντας τις επιλογές της ανοικτές. Η αμερικανική αποχώρηση θα επιταχύνει τις εξελίξεις αναγκάζοντας την Τουρκία να διαλέξει στρατόπεδο. Οι Κούρδοι της Συρίας θα αναγκαστούν επίσης να επιλέξουν ή αναγκαστικά θα οδηγηθούν από τις εξελίξεις.

[1]https://www.independent.co.uk/news/world/middle-east/syria-trump-kurdish-isis-turkey-us-troop-withdrawal-mattis-a8695151.html
‘We used to trust the US’: Syrian Kurds fear Turkish attack after Trump’s troop withdrawal

[2]https://www.themoscowtimes.com/2017/01/26/russian-delegation-proposes-autonomy-for-syrian-kurds
‘Russian Delegation to Syria Proposes Kurdish Autonomy’

[3]https://www.yenisafak.com/en/news/1998-adana-pact-could-solve-turkey-syria-issues-says-russian-fm-3472937
‘1998 Adana pact could solve Turkey-Syria issues, says Russian FM’

[4]https://www.washingtonpost.com/opinions/2019/02/15/us-is-asking-european-countries-deploy-troops-syria/?utm_term=.c29c21dbc948
The U.S. is asking European countries to deploy troops to Syria

[5]https://foreignpolicy.com/2019/01/25/us-considering-plan-to-stay-in-remote-syrian-base-to-counter-iran-tanf-pentagon-military-trump/
‘U.S. Considering Plan to Stay in Remote Syrian Base to Counter Iran’

[6]https://www.jpost.com/Arab-Israeli-Conflict/Israel-might-expand-covert-war-against-Iran-beyond-Syria-in-coming-year-580541
‘WAR AGAINST IRAN BEYOND SYRIA IN COMING YEAR’

[7]https://www.aa.com.tr/en/middle-east/iraq-s-krg-suspends-oil-exports-to-iran/1394795
‘Iraq’s KRG suspends oil exports to Iran’

[8]https://anfenglishmobile.com/features/the-us-plan-for-kirkuk-the-deal-between-puk-and-kdp-32719
‘The US plan for Kirkuk, the deal between PUK and KDP’

[9]http://www.rudaw.net/english/kurdistan/090120194
‘PUK forces shut down PKK-affiliated party office in Garmiyan: report’

[10]http://www.kurdistan24.net/en/news/a7a37d83-1f3a-43da-96b4-c90bb3caf3f8
‘Ban lifted, first Turkish flight in over a year lands in Kurdistan’s Sulaimani’

[11]https://anfenglishmobile.com/features/bayik-our-people-must-start-resistance-everywhere-32638
‘Bayik: Our people must start resistance everywhere’

[12]https://anfenglishmobile.com/kurdistan/military-operation-and-curfew-in-lice-32868
‘Military operation and curfew in Lice’

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Η αστάθεια που υπάρχει αυτή την περίοδο στο Όρος Σινά έχει ρίζες που χρονολογούνται πολύ πριν από τις αραβικές εξεγέρσεις του 2011 και το πραξικόπημα του 2013 που ακολούθησε. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η εξτρεμιστική ομάδα al-Tawhid Wal Jihad η οποία δρούσε στο Σινά, συμμάχησε με την Αλ Κάιντα, διαπράττοντας αρκετές επιθέσεις υψηλού προφίλ σε τουριστικά θέρετρα, επιθέσεις που σκότωσαν δεκάδες ανθρώπους και έγιναν γνωστές σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το κράτος απάντησε με καταστολή και προσπάθησε να καταπνίξει την εξέγερση που φαινόταν να παίρνει διαστάσεις. Όμως, στο χάος που ακολούθησε το 2011, οι ισλαμιστές βρήκαν την κατάλληλη στιγμή για να εκδικηθούν τα χρόνια κακομεταχείρισης στα χέρια της αστυνομίας και του στρατού. Αυτή τη στιγμή, μια άλλη μαχητική ομάδα, η Ansar Bayt al-Maqdis, που προέρχεται από την al-Tawhid Wal Jihad, δημιουργήθηκε. Οι βασικοί της στόχοι είναι αγωγοί αερίου στο Σινά οι οποίοι καταλήγουν στο Ισραήλ και την Ιορδανία. Συνέχεια ανάγνωση

Μετά την ανατροπή του προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι τον Σεπτέμβριο του 2013 και έπειτα από τη σφαγή των διαδηλωτών στο Κάιρο τον μήνα που ακολούθησε, η εξτρεμιστική ομάδα επέστρεψε στο Σινά και με σχεδόν εβδομαδιαίες επιθέσεις συνέχισε το κλίμα τρόμου. Το 2014, η Ansar Bayt al-Maqdis συμμάχησε με το λεγόμενο “Ισλαμικό Κράτος” που δρούσε με επιτυχία εκείνη την εποχή στη Συρία. Μάλιστα, άλλαξε το όνομα της σε “επαρχία Σινά”, ισχυριζόμενη ότι είναι μέρος της επικράτειας του λεγόμενου “Ισλαμικού Κράτους”.

Η Αιγυπτιακή Κυβέρνηση, προσπάθησε να καταστείλει εκ νέου την οργάνωση. Οι εγκατεστημένες μονάδες της Αιγύπτου προσπαθούσαν να ανακόψουν τα κύματα των Ισλαμιστών και να ελέγξουν τις περιοχές στην ευρύτερη περιοχή της χερσονήσου του Σινά. Επιπλέον, το κύμα υπερ-εθνικισμού της Αιγύπτου δημιούργησε την αφήγηση του “Αιγύπτιου Μαχητή”. Μία θρησκευτική, πειθαρχημένη, τακτοποιημένη και “γεννημένη να σκοτώνει” μαχητική μηχανή. Το 2016, το υπουργείο άμυνας κυκλοφόρησε μια ταινία που δείχνει την καθημερινή ζωή ενός Αιγύπτιου στρατιώτη, παρουσιάζοντας τον ως μια απόλυτα εκπαιδευμένη και ικανή μονάδα. Αυτό οδήγησε σε αύξηση των νεοσυλλέκτων, και επιθυμία τους να υπηρετήσουν την πατρίδα τους απέναντι στην ισλαμιστική απειλή.

Ωστόσο πολλοί από τους στρατιώτες που υπηρετούν στο Σινά δεν το επέλεξαν: ήταν ήδη στρατολογημένοι. Σύμφωνα με το σύνταγμα της Αιγύπτου, οι άνδρες ηλικίας 18 έως 30 ετών οφείλουν να υπηρετούν στο στρατό για τουλάχιστον 18 μήνες, ενώ υπάρχει ρύθμιση ενεργής συμμετοχής στο στράτευμα για εννέα ακόμη χρόνια εάν αυτό τους ζητηθεί. Βέβαια, οι νεαροί άνδρες με σοβαρά ιατρικά προβλήματα, όσοι είναι τα μόνο παιδί μιας οικογένειας, αλλά και άτομα με γνωστές ισλαμιστικές/φονταμενταλιστικές τάσεις, απαλλάσσονται.

Οι ισλαμιστές μαχητές εκπαιδεύονται σε μάχες πραγματικού χρόνου, σε τεχνικές ανταρτοπολέμου εντός και εκτός πόλεων αλλά και στην ψυχική/σωματική αντιμετώπιση της ερήμου. Ακόμη εξαιρετικά πιθανή είναι η στρατιωτική εμπειρία στη Γάζα, τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ και τη Λιβύη. Στον αντίποδα, ο κύριος όγκος των δυνάμεων της Αιγύπτου είναι στρατιώτες που έχουν περάσει μόνο 45 ημέρες σε στρατόπεδο νεοσυλλέκτων προκειμένου να εκπαιδευτούν στα βασικά θέματα που ένας στρατιώτης θα κληθεί να αντιμετωπίσει στο πεδίο της μάχης.

Η κατάσταση είναι ακόμη πιο προβληματική. Οι στρατιώτες δεν έχουν δυνατότητα ψυχολογικής βοήθειας, ούτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στις μονάδες που μάχονται στο όρος Σινά αλλά ούτε και την περίοδο που αποστρατεύονται. Αυτό σημαίνει ότι επιστρέφουν πίσω στην κοινωνία και την “κανονικότητα” με κληρονομιά τους εφιάλτες που έζησαν στο πεδίο της μάχης.

Οι Αιγύπτιοι στρατιώτες που υπηρετούν στο Σινά είναι περισσότερο μια δύναμη ανάγκης παρά μια άρτια εξοπλισμένη και εκπαιδευμένη δύναμη. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που αδυνατούν να ελέγξουν την περιοχή, η οποία όσο τα χρόνια περνούν ερημώνει ολοένα και περισσότερο. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι ο εξοπλισμός τους προέρχεται από τη δεκαετία του 1990, την ίδια στιγμή που οι ισλαμιστές πολεμούν με γυαλιά νυχτερινής οράσεως, ένα “όνειρο” για τους Αιγύπτιους στρατιώτες (!).

Πολιτικά, αυτό σημαίνει πως η κακομεταχείριση του στρατεύματος είναι ήσσονος σημασίας απέναντι στην “εντολή”. Αυτή είναι μια ιστορική κουλτούρα που υπάρχει στους ανά χώρα στρατούς. Ωστόσο, όσο μεγάλο ποσοστό των στρατών σε παγκόσμιο επίπεδο λειτουργεί έτσι, άλλο τόσο αυτός ο αναχρονισμός αυξάνει τον αριθμό νεκρών στρατιωτών. Είναι μια ιδεολογική σύγκρουση στον τομέα της πειθαρχίας. Από τη μία κάθε αξιωματικός οφείλει να είναι σκληρός και επιτακτικός για την πραγματοποίηση της “εντολής”. Από την άλλη πλευρά όμως ένας μη εκπαιδευμένος και ελλιπώς εξοπλισμένος στρατός δεν μπορεί να ακολουθήσει με επιτυχία το εκάστοτε πρόσταγμα.

Στην περίπτωση της Αιγύπτου, τα συμπεράσματα είναι συγκεκριμένα. Αρχικά, η χώρα δείχνει προς τους εταίρους της στο εξωτερικό πως έχει έναν αξιόμαχο στρατό, έτοιμο για την αντιμετώπιση κάθε απειλής. Ωστόσο, στον αντίποδα το σχέδιο της για εκκαθάριση των ισλαμιστών από τις περιοχές που ελέγχουν στο όρος Σινά έχει αποτύχει παταγωδώς. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη βασικού εξοπλισμού στο στρατό της και την απαρχαιωμένη τεχνολογία που χρησιμοποιεί. Το μείζον όμως ζήτημα της στρατιωτικής πολιτικής της χώρας είναι η έλλειψη υπομονής όσον αφορά την εκπαίδευση. Οι 45 ημέρες που δίνονται σε κάθε νεοσύλλεκτο προκειμένου να εκπαιδευτεί μοιάζουν με κακόγουστο αστείο. Όσο η κατάσταση αυτή συνεχίζεται, τόσο οι ισλαμιστές του Σινά -βετεράνοι οι περισσότεροι από 2 ή και περισσότερους πολέμους ήδη- θα συνεχίσουν να έχουν τον έλεγχο σημαντικών περιοχών και να αποτελούν παράγοντα περιφερειακής ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή του Όρους Σινά.

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και μεταπτυχιακός φοιτητής Γεωπολιτικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Share Button

Νικολάου Νικόλαος- Ερευνητής ΚΑΝΣ
Ο εμφύλιος πόλεμος που μαίνεται για οχτώ χρόνια στη Συρία έχει καταβαραθρώσει την οικονομία. Το ΑΕΠ του συριακού κράτους συρρικνώθηκε δραματικά και πλέον με τον Συριακό Αραβικό Στρατό να αποκαθιστά την εξουσία του καθεστώτος Άσσαντ στο εσωτερικό, γεννάται η ανάγκη της πολυδάπανης ανοικοδόμησης της χώρας. Η συριακή κυβέρνηση το αντιλαμβάνεται αυτό και επιδιώκει να αποκαταστήσει την οικονομία.
Αρχικά, στο εσωτερικό η συριακή κυβέρνηση αποσκοπεί να εκμεταλλευτεί την ιδιωτική πρωτοβουλία ώστε να πραγματοποιηθούν επενδύσεις. Δεν είναι τυχαίο που παρέχει κίνητρα σε Σύρους επιχειρηματίες για να δραστηριοποιηθούν εντός της χώρας. Επίσης, με σειρά άλλων μέτρων σκοπεύει να ενισχύσει τη θέση της συριακής λίρας τυπώνοντας ήδη από πέρυσι νέα νομίσματα για να τα διοχετεύσει στην αγορά. Όμως, εξαιτίας της μη οριστικής παύσης των εχθροπραξιών και της μη πλήρους αποκατάστασης της κυριαρχίας του καθεστώτος σε όλη την επικράτεια, δεν υπάρχουν και πολλά να κάνει η κυβέρνηση. Συνέχεια ανάγνωση

Αντίθετα, όσον αφορά την οικονομική διπλωματία, η δραστηριοποίηση της συριακής κυβέρνησης είναι αξιοσημείωτη. Αρχικά, ενισχύει τους δεσμούς της με το Ιράν. Στα τέλη Ιανουαρίου 2019 ο Ιρανός αντιπρόεδρος συναντήθηκε με τον Σύριο πρωθυπουργό και υπογράφηκαν 11 συμφωνίες και MoU’s. Εκείνες, αφορούσαν επενδύσεις Ιρανών σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τις υποδομές, τον πολιτισμό και τη στέγαση, συνεργασία στον τραπεζικό τομέα και γενικότερα εδραιώθηκε μια μακροχρόνια οικονομική συνεργασία.
Η συριακή πλευρά βρίσκεται σε επαφή και με την ιορδανική. Η Ιορδανία ενδιαφέρεται για την ανοικοδόμηση της Συρίας. Οι ευκαιρίες που παρουσιάζονται για επενδύσεις στον κατασκευαστικό είναι σημαντικές, ενώ οι πρώτες ύλες που παράγονται στη χώρα μπορούν να εξαχθούν στη γείτονα. Επίσης, μέσω του λιμανιού της Ακάμπα μπορεί η ιορδανική επικράτεια να λειτουργήσει ως «πύλη» για την εισαγωγή στη Συρία διάφορων αγαθών. Ήδη, αντιπροσωπείες από τα δύο κράτη έχουν συναντηθεί για να κανονίσουν τη τυχόν μελλοντική συνεργασία τους. Σημαντικός λόγος που η ιορδανική κυβέρνηση αποσκοπεί στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση είναι το ότι ο προϋπολογισμός θα ελαφρυνθεί, αφού δεν θα διοχετεύονται ποσά για τη περίθαλψη των Σύρων προσφύγων.
Μια επιπλέον χώρα που επιθυμεί να βοηθήσει τη Συρία και με την οποία το καθεστώς έχει καλές σχέσεις είναι η Λευκορωσία. Ο υπουργός εξωτερικών της χώρας δήλωσε ότι επιθυμεί το κράτος του να συμβάλλει στην ανοικοδόμηση της αραβικής χώρας και ότι σέβεται την εδαφική ακεραιότητα της. Παράλληλα, σε συνάντηση με τον Σύρο πρέσβη στο Μινσκ αποφασίστηκε η διεξαγωγή ενός διμερούς πολιτικού διαλόγου.
Σημαντική εξέλιξη που αποδεικνύει την επιτυχία της συριακής οικονομικής διπλωματίας είναι και το γεγονός ότι τα ΗΑΕ επιθυμούν να συμβάλουν με τη σειρά τους στην ανασυγκρότηση του αραβικού κράτους. Δεν είναι περίεργο που επιδιώκουν να επαναλειτουργήσει η πρεσβεία τους στη Δαμασκό, ενώ συριακή επιχειρηματική αντιπροσωπεία είχε συνομιλίες με άλλους Άραβες επιχειρηματίες για επενδύσεις σε τομείς γεωργίας, υποδομών και τουρισμού. Μάλιστα, από πλευράς Σύρων επιχειρηματιών υπάρχει ενημέρωση για τις επενδυτικές εγγυήσεις που δίδει το καθεστώς. Επιπρόσθετα, το συριακό ενδιαφέρον στρέφεται και στη πράσινη ανάπτυξη.

Επίλογος
Είναι εμφανές ότι το συριακό καθεστώς οδεύοντας προς τη λήξη της σύρραξης σκοπεύει να εδραιώσει καλές σχέσεις και σχέσεις συνεργασίας με πολλές χώρες ώστε να διευκολυνθεί στο δύσκολο έργο της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης. Η ανάγκη για τέτοιες ενέργειες είναι μεγαλύτερη αν συνυπολογιστεί ότι η Δύση με προμάχους την Ε.Ε. και τις Η.Π.Α. ετοιμάζεται να εφαρμόσει νέες κυρώσεις που θα πλήξουν ολικά την αραβική χώρα.
Τα μέτρα, συνεπώς, που λαμβάνει η κυβέρνηση αφορούν και το εσωτερικό και την οικονομική διπλωματία και μέχρι στιγμής έχουν αποδώσει καλά. Υπάρχουν πολλές χώρες, μεταξύ αυτών και οι BRICS, που επιδιώκουν να δραστηριοποιηθούν οικονομικά στη μεταπολεμική συριακή επικράτεια.
Τέλος, στο ερώτημα αν η Συρία αποτελεί χώρα η οποία προσφέρει επενδυτικές ευκαιρίες, η απάντηση είναι ναι. Ωστόσο, το ρίσκο θα μειωθεί στο άμεσο μέλλον που αναμένεται, εκτός σοβαρού απρόοπτου γεγονότος, να τερματιστεί η σύγκρουση. Δεν είναι περίεργο που όσες προσπάθειες γίνονται, αφορούν το άμεσο μέλλον και όχι το παρόν.

Ενδεικτικές πηγές
Channel News Asia, Syria and Iran sign “strategic” economic agreement, 29 January 2019, https://www.channelnewsasia.com/news/world/syria-and-iran-sign–strategic–economic-agreement-11178330 (access: 10 February 2019).
Sarah Diaa, Gulf News, Syria in talks with UAE investors to rebuild economy after war, 2o January 2019, https://gulfnews.com/business/syria-in-talks-with-uae-investors-to-rebuild-economy-after-war-1.61560455 (access: 14 February 2019).
Belarusian Telegraph Agency, Belarus ready to help restore Syrian economy, 09 January 2019, https://eng.belta.by/politics/view/belarus-ready-to-help-restore-syrian-economy-117825-2019/ (access: 14 February 2019).
Samaha Nour, European Council on Foreign Relations, The economic war in Syria: why Europe risks losing, 11 February 2019, https://www.ecfr.eu/article/commentary_the_economic_war_on_syria_why_europe_risks_losing (access: 15 February 2019).
TheNational, Jordanians pin hopes on rebuilding opportunities in Syria, 11 February 2019, https://www.thenational.ae/business/economy/jordanians-pin-hopes-on-rebuilding-opportunities-in-syria-1.825444 (access: 15 February 2019).
Maysam Bizaet, Al- Monitor, Race for reconstruction heats up as Syrian war winds down, 01 February 2019, https://www.al-monitor.com/pulse/originals/2019/02/iran-syria-cooperation-economic-agreements-trade-jahangiri.html (access: 15 February 2019).
Suleiman al- Khalidi, Angus McDowall, 02 October 2017, Reuters, Hard choices for Syrian industrialists in ruins of Aleppo, https://www.reuters.com/article/us-mideast-crisis-syria-economy-insight/hard-choices-for-syrian-industrialists-in-ruins-of-aleppo-idUSKCN1C71B8
Νικόλαος Νικολάου, Η επόμενη μέρα στη Συρία: η πρόκληση της οικονομικής ανάκαμψης, Κέντρο Ανατολικών Σπουδών, 08 Φεβρουαρίου 2018, http://www.kans.gr/%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B7-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%83%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B7-%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7/ (access: 15 February 2019).

Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰

Με την Τουρκία να έχει εισέλθει σε προεκλογική περίοδο, μια σειρά από δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ότι η οικονομική αναταραχή, που προκλήθηκε από την πρωτοφανή ένταση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και τροφοδοτήθηκε από τη νομισματική κρίση το περασμένο καλοκαίρι, αποτελεί έναν από τους πλέον βασικούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα των εκλογών. Παρά τα λαϊκίστικα μέτρα που έχει λάβει ο Erdoğan ενόψει των τοπικών εκλογών, η οικονομία αναδεικνύεται ως το υπ’ αριθμ. 1 πρόβλημα που απασχολεί τους ψηφοφόρους, με πάνω από το 50% των ερωτηθέντων να θεωρεί ότι δεν θα υπάρξει ανάκαμψη στο άμεσο μέλλον, ενώ την ίδια στιγμή επικρατεί προβληματισμός για το τι θα συμβεί μετά τις εκλογές. Συνέχεια ανάγνωση

Συγκεκριμένα, δύο πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι οικονομικές δυσκολίες θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα των εκλογών, με την κατάσταση της οικονομίας και την ανεργία να βρίσκονται στην κορυφή της λίστας των βασικών προβλημάτων των πολιτών. Επιπρόσθετα και σύμφωνα με τις έρευνες, παρατηρείται μείωση της λαϊκής στήριξης προς το κυβερνών κόμμα AKP. Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι για το αν το κυβερνών κόμμα καταφέρει να μετατοπίσει την προσοχή των πολιτών σε άλλα ζητήματα, εκτός της οικονομίας, αλλά και αν θα καταφέρει να αντισταθμίσει την απώλεια ψήφων με την υποστήριξη του MHP.
Στην πρώτη δημοσκόπηση που διεξήχθη από την PİAR στα μέσα Ιανουαρίου, η οικονομία, η ανεργία και οι πρόσφυγες της Συρίας αποτέλεσαν τις τρεις κορυφαίες απαντήσεις στο ερώτημα για το «ποιο είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Τουρκίας». Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 34,5% χαρακτήρισε την οικονομία ως το κυριότερο πρόβλημα της χώρας, ενώ ακολουθεί η ανεργία με 14,6%. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το ζήτημα των προσφύγων της Συρίας έφτασε για πρώτη φορά ψηλά στη λίστα, με το 12,6% των ερωτηθέντων να το χαρακτηρίζουν ως το σημαντικότερο πρόβλημα.
Παράλληλα, στο ερώτημα για το αν πιστεύουν ότι η οικονομία θα επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα βραχυπρόθεσμα, το 58,9% απάντησε όχι, το 26,4% ναι και το 14,7% δεν ξέρω/ δεν απαντώ.
Οι ερωτηθέντες απάντησαν επίσης για το ποιο κόμμα θα υποστήριζαν εάν οι κοινοβουλευτικές εκλογές διεξάγονταν την επόμενη Κυριακή. Μετά την αναγωγή του 13,8% των αναποφάσιστων, το ΑΚΡ έλαβε 35% (πολύ χαμηλότερο από το 42,56% που συγκέντρωσε στις εκλογές του 2018), ενώ ακολουθούν: CHP 25,9%, MHP 13,6%, IYI 12,1% και HDP 11%.
Η δεύτερη δημοσκόπηση, που διεξήχθη από την Optimar στα τέλη Δεκεμβρίου με αρχές Ιανουαρίου, κατέληξε σε παρόμοια αποτελέσματα. Ο επικεφαλής της εταιρείας, Hilmi Daşdemir, δήλωσε στο Sputnik ότι τα οικονομικά προβλήματα βρίσκονται στην κορυφή των ανησυχιών του εκλογικού σώματος. Όπως ανέφερε «σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, το 35% πιστεύει ότι η οικονομία είναι το πιο σημαντικό πρόβλημα και το 27% η ανεργία. Με άλλα λόγια, τα ζητήματα που άπτονται της οικονομίας αποτελούν προτεραιότητα για το 62% του λαού».
Η έρευνα της Optimar επίσης αντικατοπτρίζει μια μείωση της λαϊκής υποστήριξης προς το AKP. Σε ερώτηση για το ποιο κόμμα θα ψήφιζαν στις τοπικές εκλογές της 31ης Μαρτίου, το 32,5% των ερωτηθέντων εξέφρασε την υποστήριξή του προς το ΑΚΡ. Το κυβερνών κόμμα ακολουθήθηκε από το CHP με 20,4%, το IYI με 5,5%, το MHP και το HDP με 5,4% το καθένα και το ισλαμικό κόμμα Saadet με 1%. Το 1,2% επέλεξε «άλλα κόμματα», ενώ το 27% δήλωσε ότι παραμένει αναποφάσιστο.
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των ερευνών, ο εκπρόσωπος του CHP Faik Oztrak δήλωσε: «οι άνθρωποι βιώνουν την οικονομική κρίση με την ραγδαία άνοδο των τιμών. Εκτιμούμε ότι η οικονομική συρρίκνωση θα επηρεάσει τις επιλογές των ψηφοφόρων», ενώ σημείωσε ότι η Τουρκία δεν έχει πλέον άφθονη εισροή ξένων κεφαλαίων και φθηνού σκληρού νομίσματος και παρομοίασε τα μέτρα της κυβέρνησης με την «ασπιρίνη» που έχουν ως στόχο τη διατήρηση της οικονομίας μέχρι τις εκλογές.
Να σημειωθεί ότι πριν λίγο καιρό στην κορυφή της λίστας με τις σημαντικότερες ανησυχίες του λαού βρισκόταν η «τρομοκρατία». Σε έρευνα του 2017 που διεξήχθη από το Κέντρο Τουρκικών Σπουδών του πανεπιστημίου Kadir Has της Κων/πολης, διαπιστώθηκε ότι το 29% των Τούρκων θεωρούσαν την «τρομοκρατία» ως το πιο σημαντικό θέμα της χώρας, ενώ ακολουθούσε η καταπολέμηση των Γκιουλενιστών με 18,1% και η ανεργία με 17% .
Σύμφωνα με έρευνα της İpsos η ανησυχία της οικονομικής κρίσης ξεπέρασε κατά πολύ το φόβο της τρομοκρατίας, με το 59% να θεωρεί την οικονομία ως το μεγαλύτερο πρόβλημα. Παράλληλα, το ένα τρίτο των καταναλωτών δήλωσε ότι η αγοραστική του δύναμη μειώθηκε σημαντικά, ενώ το 20% ότι χρειάζεται και δεύτερη δουλειά. Οι υπερωρίες και η ανάγκη για πρόσθετες εργασίες διπλασιάστηκαν σε σχέση με το παρελθόν, ενώ η έρευνα αποκάλυψε ότι το 37% των καταναλωτών χρειάζεται να περιορίσει τις δαπάνες του .
Ο ηγέτης της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης (CHP), Kemal Kılıçdaroğlu, τόνισε κι αυτός με τη σειρά του ότι η οικονομία της Τουρκίας επιδεινώνεται, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα έχει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα πληθωρισμού στον κόσμο. «Είχαν υποσχεθεί ότι ο πληθωρισμός θα μειωνόταν σε μονοψήφιο αριθμό, αλλά έφθασε στα επίπεδα του 2004…. Οι πολίτες δεν μπορούν να ψωνίσουν», σχολιάζοντας ταυτόχρονα ότι το AKP κατηγορούσε εμπόρους και αγρότες για την αύξηση των τιμών. Δεν παρέλειψε δε να αναφερθεί στη ραγδαία άνοδο των τιμών στα τρόφιμα, η οποία έφτασε σε ορισμένες περιπτώσεις το 155% και το 231%. «Όταν υπάρχουν εκατομμύρια ανέργων σε μια χώρα, δεν θα υπάρξει ειρήνη» είπε, σημειώνοντας ότι η παραγωγή στην Τουρκία έχει σημειώσει μεγάλη πτώση και ότι ολόκληρα εργοστάσια στα νοτιοανατολικά της χώρας έχουν κλείσει .
Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία, οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 6,43% τον Ιανουάριο σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, ενώ η ετήσια αύξηση ήταν 30,7%. Τον περασμένο μήνα, οι τιμές των φρέσκων λαχανικών και φρούτων αυξήθηκαν 29,7%, ενώ η ετήσια άνοδος για τα προϊόντα αυτά ήταν 64%. Ταυτόχρονα, τον Ιανουάριο ο πληθωρισμός των τροφίμων έφθασε στο ανώτατο επίπεδο της τελευταίας 20ετίας .
Επιπρόσθετα, η αναταραχή και το σοκ που προκλήθηκαν από την κρίση του περασμένου καλοκαιριού είχαν σαν άμεσα αποτελέσματα τη μεγάλη πτώση του κατασκευαστικού και βιομηχανικού τομέα ( δύο από τους τομείς που αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις της οικονομίας), λόγω αφενός μεν της αισθητής μείωσης της ζήτησης και αφετέρου της μείωσης της παραγωγής. Συνέπεια αυτών ήταν ότι μέχρι τον Οκτώβριο 2018 οι απολύσεις στον κατασκευαστικό τομέα έφτασαν τις 170.000 και στο βιομηχανικό τις 40.000, με τάση για περαιτέρω απολύσεις το 2019 και κυρίως μετά τις εκλογές. Όπως, λοιπόν, προβλέπεται η επιδείνωση του κοινωνικού κόστους της κρίσης θα επηρεάσει και τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών .

Αναλυτικά η δημοσκόπηση της PİAR
Η έρευνα έλαβε χώρα από 13 – 19 Ιανουαρίου 2019. Το ποσοστό σφάλματος έχει υπολογιστεί σε +/- 1,8%.
Διεξήχθη σε 26 επαρχίες με τηλεφωνική συνέντευξη 9.298 συμμετεχόντων.
Συμμετείχαν 51,6% άνδρες και 48,4% γυναίκες.
Η έρευνα έδειξε ότι η οικονομική κρίση έχει σαφώς επηρεάσει, ενώ αν γινόντουσαν εκλογές την περίοδο της δημοσκόπησης το AKP θα συγκέντρωνε 7% λιγότερες ψήφους συγκριτικά με τις εκλογές της 24ης Ιουνίου.
Αυτοί που συμμετείχαν στην έρευνα ανέφεραν ότι τα πλέον σημαντικά προβλήματα είναι με σειρά προτεραιότητας η οικονομία, η ανεργία και οι πρόσφυγες της Συρίας.
Στην έρευνα το 17,6% ήταν από 18 – 24 ετών.
20,5% μεταξύ 25 – 34 ετών
34,6% μεταξύ 35 – 44 ετών
19,9% μεταξύ 45 – 54 ετών
11,8% μεταξύ 55 – 64 ετών
5,6% από 65 ετών και πάνω.
Μορφωτικό επίπεδο συμμετεχόντων
21,9% επίπεδο δημοτικού
19,1% επίπεδο γυμνασίου
37,4% επίπεδο λυκείου
21,6% τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
Με αναγωγή των αναποφάσιστων ψήφων, τα κόμματα συγκεντρώνουν τα ακόλουθα ποσοστά στο σύνολο:
35% AKP
25,9% CHP
13,6% MHP
12,1% IYI
11,00% HDP
2,4% Άλλο
Σε σύγκριση της PİAR με τα αποτελέσματα των γενικών εκλογών της 24ης Ιουνίου, προκύπτει ότι τη μεγαλύτερη πτώση έχει το AKP με 7,6 μονάδες, ενώ το HDP είναι μείον 0,7 μονάδες:
AKP από 42,6% υπάρχει μείωση 7,6 μονάδων, δηλ. 35%
CHP από 22,6% υπάρχει αύξηση 3,3 μονάδων και φτάνει στο 25,9%
MHP από 11,1% υπάρχει αύξηση 2,5 μονάδων και φτάνει στο 13,6%
IYI από 9,9% ανεβαίνει 2,2 μονάδες και φτάνει στο 12,1%
HDP από 11,7% μειώνεται κατά 0,7 μονάδες και φτάνει στο 11%
Άλλο 2,4%

Τα τρία πλέον σημαντικά προβλήματα:
Οικονομία 34,5%
Ανεργία 14,6%
Πρόσφυγες της Συρίας 12,6%

Στην ερώτηση αν πιστεύουν ότι η οικονομία θα επανέλθει στα κανονικά επίπεδα σύντομα:
Το 58,9% είπε όχι
Το 26,4% είπε ναι
Δεν ξέρω/ Δεν απαντώ 14,7%

Στο ζήτημα της παραίτησης Yildirim από την κοινοβουλευτική του θέση:
Το 50,5% συμφωνεί με την παραίτηση
Το 38,1% υποστήριξε ότι δεν είναι απαραίτητο
Δεν ξέρω/ Δεν απαντώ 11,4%

Στο ερώτημα του κατά πόσο εμπιστεύονται το δικαστικό σύστημα:
Το 62,8% δεν το εμπιστεύονται
Το 29,5% το εμπιστεύονται

Στο ερώτημα του κατά πόσο εμπιστεύονται τα ΜΜΕ:
Το 81,7% δεν τα εμπιστεύονται
Το 9,2% τα εμπιστεύονται

Στο ερώτημα του κατά πόσο είναι επαρκές το εκπαιδευτικό σύστημα στην Τουρκία:
Το 67% είπε όχι
Το 17,7% είπε ναι

Επιπρόσθετα, ο πρόεδρος της PİAR Kadir Atalay δήλωσε μεταξύ άλλων ότι το 50% των ψηφοφόρων του MHP δεν θα ψήφιζε για το AKP.

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα δημοσκόπηση της PİAR αφορά στην Άγκυρα, όπου ο Mansur Yavaş φαίνεται ότι αποκτά διαφορά, συγκεντρώνοντας ψήφους τόσο από το ΑΚΡ, όσο και από το MHP.
Η έρευνα έλαβε χώρα από τις 31 Ιανουαρίου – 2 Φεβρουαρίου και συμμετείχαν 1890 άτομα.
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, όπου το ποσοστό απόκλισης είναι +/- 1,8%, ο υποψήφιος του CHP Mansur Yavaş προηγείται με 41,7% έναντι 35,8% του υποψηφίου του AKP Mehmet Özhaseki.
Το 13,7% όσων δήλωσαν ότι ψήφισαν για το AKP στις γενικές εκλογές της 24ης Ιουνίου 2018, θα ψηφίσουν για τον υποψήφιο του CHP Mansur Yavaş στις τοπικές εκλογές στις 31ης Μαρτίου, ενώ το 40% όσων στήριξαν το MHP φαίνεται ότι θα υποστηρίξουν τον υποψήφιο του CHP.
Ταυτόχρονα, η έρευνα κατέδειξε ότι ακόμη και αν υπολογιστούν οι αναποφάσιστοι ο Özhaseki είναι πολύ δύσκολο να υπερκαλύψει τη διαφορά που έχει δημιουργηθεί.
Επιπλέον, στην ερώτηση «ποιος κερδίζει στο μητροπολιτικό δήμο της Άγκυρας», το 65,4% απάντησε Mansur Yavaş. Σύμφωνα με την PİAR τα αποτελέσματα αυτά αποτελούν ένδειξη ότι η Εθνική Συμμαχία έχει κερδίσει την ψυχολογική υπεροχή στην Άγκυρα.
Συγκεκριμένα, στην ερώτηση «ποιον υποψήφιο θα ψηφίσετε για το μητροπολιτικό δήμο της Άγκυρας», ο Mansur Yavaş συγκέντρωσε 41,7%, ο Mehmet Özhaseki 35,8%, Άλλος 2,4%, Αναποφάσιστοι 20,1%.
Στο ζήτημα για το ποια είναι η τάση των ψηφοφόρων των AKP και MHP, η έρευνα έδειξε τα ακόλουθα:
Από τους ψηφοφόρους που στήριξαν το AKP στις εκλογές της 24ης Ιουνίου, το 72% θα ψηφίσει τον Mehmet Özhaseki, το 13,7% τον Mansur Yavaş, το 11% δήλωσε αναποφάσιστο και το 3,3% ότι δεν θα ψηφίσει.
Από τους ψηφοφόρους που στήριξαν το MHP στις εκλογές της 24ης Ιουνίου, το 40,3% επιλέγει Mehmet Özhaseki, το 40,1% τον Mansur Yavaş, 9,1% αναποφάσιστοι και 10,5% δεν θα ψηφίσουν.
Στην ερώτηση «σύμφωνα με εσάς ποιος υποψήφιος θα κερδίσει στο μητροπολιτικό δήμο της Άγκυρας: το 65,4% δήλωσε Mansur Yavaş, το 25,3% Mehmet Özhaseki και το 9,3% αναποφάσιστοι .

Ο Kadir Atalay στην ερώτηση για το αν βλέπει μια διαφορετική τάση από τις προηγούμενες γενικές και τοπικές εκλογές, κάτι που μπορεί να θεωρηθεί έκπληξη, ανέφερε ότι «η οικονομική κρίση δεν υπήρξε ποτέ τόσο εμφανής. Ναι, πριν από τις εκλογές της 24ης Ιουνίου σημειώθηκε σοβαρή οικονομική επιδείνωση, αλλά η βάση του Erdoğan τον είχε εμπιστευτεί και του έδωσε άλλη μια ευκαιρία. Πρέπει επίσης να προσθέσω ότι η πόλωση έχει φτάσει σε ανώτατο όριο. Η συνεχής αλλαγή του υπεύθυνου για την κρίση έχει μειώσει σημαντικά την εμπιστοσύνη προς τον πρόεδρο. Το κυβερνών κόμμα συνέδεσε την οικονομική κρίση με το παιχνίδι των «εξωτερικών δυνάμεων» και τώρα κατηγορεί τις εσωτερικές δυνάμεις, όπως τους εμπόρους, τα μαγαζιά και τους παραγωγούς. Η άρνηση της κρίσης και η συνεχής αλλαγή αυτών των υπευθύνων υπονομεύουν σοβαρά την αξιοπιστία του Προέδρου Erdoğan. Γι’ αυτό και παρατηρείται επιτάχυνση στην απώλεια ψήφων. Αυτοί που εξακολουθούν να τον υποστηρίζουν προέρχονται από χαμηλά εισοδηματικά και μορφωτικά επίπεδα σε περιοχές που το AKP εξακολουθεί να είναι ισχυρό, και που ούτως ή άλλως δεν έχουν επηρεαστεί ακόμη ιδιαίτερα από την οικονομική κρίση. Αν, όμως, κοπούν οι κοινωνικές παροχές θα αλλάξει και εκεί η κατάσταση».
Ο Atalay, επίσης, αναφέρθηκε στην Κων/πολη και την Άγκυρα. Όπως είπε στην Κων/πολη καθοριστικό ρόλο παίζει το HDP, το οποίο και αποφάσισε να μην κατεβάσει υποψήφιο. «Αν και η κατάσταση δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη, φαίνεται ότι η συμμαχία AKP – MHP θα επικρατήσει στο μητροπολιτικό δήμο, ενώ αρκετές περιοχές της Κων/πολης που βρίσκονται στα χέρια του AKP θα περάσουν στην αντιπολίτευση». Στην ερώτηση δε για το που προβλέπει να υποστεί το AKP τη μεγαλύτερη απώλεια, ο Atalay απάντησε στην Άγκυρα, όπου σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις της εταιρείας ο Yavaş προηγείται 6 – 7 μονάδες.
Σημείωσε, παράλληλα, ότι στην τελευταία τους έρευνα το 50% των ψηφοφόρων του MHP είπαν «όχι» στην ερώτηση για το αν θα στηρίξουν υποψήφιους του AKP, ενώ το 30% είπε «ναι». Όπως ανέφερε ο Atalay «τα άτομα αυτά έχουν μετατοπιστεί από το AKP προς το MHP. Αν αποφασίσουν να ψηφίσουν τώρα για την Εθνική Συμμαχία, αυτό μπορεί να επηρεάσει τις επόμενες γενικές εκλογές, καθώς μπορούν να μετατραπούν σε ένα μόνιμο εκλογικό σώμα της Εθνικής Συμμαχίας. Γι’ αυτό και είναι κρίσιμοι» .
Τέλος, ενδιαφέρουσα είναι και η παρατήρηση του Γενικού Διευθυντή της εταιρείας Optimar, Hilmi Daşdemir, ο οποίος εξηγώντας τα υψηλά ποσοστά των αναποφάσιστων (σε έρευνα της Optimar για το σύνολο οι αναποφάσιστοι φτάνουν το 27%), αναφέρει ότι το δύσκολο είναι τα κόμματα που συμμετέχουν στις συμμαχίες να πείσουν την εκλογική τους βάση. Για παράδειγμα, στην περίπτωση του MHP έχει εκφραστεί η ενόχληση για τη μη δίκαιη κατανομή των επαρχιών και περιφερειών, ενώ διατυπώνονται και κάποιες επικρίσεις για ορισμένους υποψήφιους που δεν είναι πλήρως αποδεκτοί από αυτούς .
⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, μέλος της ερευνητικής ομάδας του Κέντρου Ανατολικών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

1 2 3 149