για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική

Πολιτισμος

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Η ισλαμική τρομοκρατία παραμένει ένα ζήτημα παγκόσμιας προβολής και ανησυχίας. Οι κατά καιρούς επιθέσεις που διεξάγονται από ισλαμικές ομάδες ή μεμονωμένους δρώντες στη Δύση αλλά κυρίως στην Κεντρική, Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, οδηγούν στο συμπέρασμα πως η ασύμμετρη αυτή απειλή όχι μόνο παραμένει ισχυρή, αλλά ίσως δεν την έχουμε κατανοήσει όπως θα έπρεπε.

Βέβαια, η δολοφονία αθώων στις οικείες τους, σε τόπους λατρείας ή όταν λειτουργούν τις καθημερινές τους δραστηριότητες, φέρει αναπόφευκτα αίσθημα φόβου, οργής και θλίψης. Τα παραπάνω οδηγούν στο κάλεσμα για τιμωρία ή αντίποινα. Για αυτόν ακριβώς το λόγο η τρομοκρατία είναι ένας φαύλος κύκλος· καταστροφή για τα θύματα, καταστροφή για τους δράστες και αναντίρρητα σοβαρό κόστος για την ανθρωπότητα. Συνέχεια ανάγνωση

Στα ΜΜΕ της Ελλάδας και του εξωτερικού αλλά και σε ορισμένες επιστημονικές μελέτες δυστυχώς, αναπαράγεται η θέση πως το Ισλάμ αποτελεί επιθετική Θρησκεία από “τα πάνω προς τα κάτω”, εννοώντας φυσικά πως η ηγεσία του όλου οικοδομήματος λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να συνεχίζεται η αιματοχυσία. Το ερώτημα που τίθεται, είναι εάν έχουν δοκιμάσει να μετριάσουν το πρόβλημα αυτό οι ίδιοι οι ηγέτες των μουσουλμάνων.

Η αλήθεια είναι διαφορετική. Πολλοί θρησκευτικοί ηγέτες καταδικάζουν τις επιθέσεις αυτές. Μάλιστα, τον Μάιο του 2018, εβδομήντα μουσουλμάνοι κληρικοί από το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και την Ινδονησία[1] εξέδωσαν Fatwa[2] κατά της οιασδήποτε μορφής τρομοκρατίας και βίας. Η καταδίκη αυτή, βασιζόταν στην προσέγγιση πως ο βίαιος εξτρεμισμός αλλά και η τρομοκρατία είναι έννοιες εκ διαμέτρου αντίθετες με τις αρχές του Ισλάμ.

Στον αντίποδα, πολλές άλλες δημόσιες δηλώσεις άλλων κληρικών χαρακτηρίζονται ριζοσπαστικές ή και επιθετικές, και οι πομποί των δηλώσεων αυτών χαρακτηρίζονται τρομοκράτες. Το μείζον πρόβλημα κατά την άποψη του γράφοντος, είναι πως πολλάκις το Ισλάμ αντιμετωπίζεται ως κάτι “ξένο”, ή “άλλο” σε σχέση με τον “Δυτικό κόσμο.” Αυτό δημιουργεί φυσικά την προκατάληψη πως οι μουσουλμάνοι θρησκευτικοί ηγέτες που μιλούν στους πιστούς τους, τρέφουν εχθρικά αισθήματα για τους δυτικούς, ή ακόμη πως σε κάθε ομιλία θρησκευτικού ηγέτη, υποβόσκει ο εξτρεμισμός.

Το παραπάνω, οδηγεί σε μία μοιραία διαίρεση: οι μουσουλμάνοι ηγέτες αντιμετωπίζουν ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα όταν καλούνται να τοποθετηθούν για μια τρομοκρατική επίθεση. Είτε η κοινότητα τους πρέπει να θρηνήσει τα θύματα ως μέρος της βίας που υιοθετείται από ένα μικρό μέρος ριζοσπαστών ιδεολόγων, είτε πρέπει να αισθάνονται το αίσθημα ντροπής που μοιράζονται κοινές πεποιθήσεις στα περισσότερα ζητήματα με αυτούς.

Φυσικά, η καταδίκη μιας βίαιης επίθεσης δεν εξαργυρώνει τα γεγονότα, ούτε δίδει συγχωροχάρτι σε κανέναν. Αντιθέτως, εξακολουθεί να απεικονίζει κάποιον “άλλο” ως αποκλειστικά υπαίτιο. Επιπρόσθετα, ενισχύεται το αίσθημα αδυναμίας των ηγετών κληρικών να ελέγξουν τους πιστούς τους και αναπόφευκτα οδηγεί στην άποψη πως δεν μπορούν να λύσουν τα εσωτερικά τους ζητήματα. Άρα; Χρειάζονται εξωτερική βοήθεια.

Η εμφανής θέληση που εμφανίζουν οι Δυτικοί για διαρκή αρωγή σε κάθε εσωτερικό ζήτημα των μουσουλμάνων, οδηγεί στην περιθωριοποίηση ορισμένων ομάδων, οι οποίες θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να ταχθούν στο άρμα της βιαιότητας.

Μια εναλλακτική πρόταση, θα μπορούσε να είναι η απάντηση των μουσουλμάνων μετά τις βομβιστικές επιθέσεις του Μαραθωνίου της Βοστόνης το 2013. Η κοινότητα της περιοχής, έμεινε μακριά από καταδίκες ή θυματοποίηση, και στάθηκε στην ανάκαμψη και τη θεραπεία τόσο των μουσουλμάνων όσο και των μη. Μια τέτοια πρόταση είναι πράγματι ριζοσπαστική. Αντίθετα με τις πάγιες πρακτικές καταδίκης ή υπέρμετρης ανάγκης για να θεωρηθεί κάποιος θύμα, η προσπάθεια της ανάπτυξης αντανακλαστικών κοινής αντιμετώπισης είναι μια δομή μπορεί να γίνει μάθημα για όλες τις πλευρές. Και μάλιστα, δεν αποτελεί καλύτερη ή χειρότερη πρακτική σε σχέση με άλλες· αυτή η πρακτική λειτουργεί. Και πρέπει να αποτελέσει την εφαλτήριο θεωρία της οριστικής επίλυσης του προβλήματος αυτού.

[1] Ingber, Sasha, “70 Muslim Clerics Issue Fatwa Against Violence And Terrorism,” NPR.org, 11 Μαΐου 2018, https://n.pr/2DMKJgp

[2] Fetwa: η μη δεσμευτική αλλά αξιόπιστη νομική άποψη ή διδακτική ερμηνεία που μπορεί να δώσει ένας σεϊχουλισλάμης, ειδικευμένος νομικός ή μουφτής, σε θέματα που σχετίζονται με τον ισλαμικό νόμο

 

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και μεταπτυχιακός φοιτητής Γεωπολιτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Share Button

 

Γράφει η : Πέννυ Πιερρινάκου,

Μέλος ερευνητικής ομάδος ΚΑΝΣ

Το Μπαχρέιν αποτελεί συνταγματική μοναρχία, όπου οι πολίτες έχουν περιορισμένη δυνατότητα να εκλέγουν την κυβέρνηση τους ή να αλλάζουν το πολιτικό τους σύστημα. Κυβερνάται από μια σουνιτική βασιλική οικογένεια και ο βασιλιάς Hamad Bin Isa al-Khalifa είναι ο αρχηγός του κράτους. Ο βασιλιάς με τη σειρά του διορίζει το υπουργικό συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται από 26 υπουργούς, με 12 από αυτούς να αποτελούν μέλη της οικογένειας al-Khalifa. Το γεγονός πως στην εξουσία της χώρας βρίσκεται μια σουνιτική οικογένεια, ενώ το 60 με 70 τοις εκατό των πολιτών είναι Σιίτες, κάνει την σεκταριστική βία να σιγοβράζει και την πολιτική ζωή στο Μπαχρέιν ολοένα και πιο πολωμένη.

Συνέχεια ανάγνωση

Οι Σιίτες έχουν επανειλημμένως δηλώσει την αγανάκτηση τους για τη στέρηση βασικών δικαιωμάτων τους, όσον αφορά για παράδειγμα τις παροχές στέγασης, υγείας και εκπαίδευσης. Παράλληλα, είναι σχεδόν αποκλεισμένοι από τις θέσεις εργασίας στους κυβερνητικούς φορείς. Αποκορύφωμα της αγανάκτησής τους ήταν οι μαζικές διαμαρτυρίες του 2011 με σκοπό την πολιτική αλλαγή και απομάκρυνση της μειονοτικής σουνιτικής δυναστείας που κυβερνά το νησιωτικό κράτος του Κόλπου. Η κυβέρνηση των Σουνιτών, όμως, κατάφερε να καταστείλει την – καθοδηγούμενη κυρίως από Σιίτες – φιλοδημοκρατική εξέγερση, βυθίζοντας τη χώρα σε δύο χρόνια πολιτικού αδιεξόδου.
Τη νομοθετική εξουσία στο Μπαχρέιν ασκεί το Κοινοβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από ένα διορισμένο από το βασιλιά ανώτερο στέλεχος, το Συμβουλευτικό Συμβούλιο (Shura) και ένα κατώτερο, το εκλεγμένο από το λαό Συμβούλιο των Αντιπροσώπων, το καθένα με σαράντα έδρες . Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 2002, σαράντα πολίτες εκλέγονται δημοκρατικά στο Συμβούλιο των Αντιπροσώπων σε εκλογές που λαμβάνουν χώρα κάθε 4 χρόνια. Το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων έχει την εξουσία να εξετάζει και να ψηφίζει νομοθεσία που προτείνει ο βασιλιάς ή το υπουργικό συμβούλιο, καθώς επίσης και εξουσίες παρακολούθησης εφαρμογής νόμων.
Στις 24 Νοεμβρίου 2018 έλαβαν χώρα στο Μπαχρέιν εκλογές με ιστορική σημασία. Ο λόγος ήταν η άνευ προηγουμένου αυξημένη συμμετοχή και εκλογή γυναικών, γεγονός που θα μπορούσε να σημάνει τη διεύρυνση της συμμετοχής τους στα κοινά και την εξέλιξή τους σε θέσεις ισχύος. Είναι η πέμπτη φορά, έπειτα από τη δημοσίευση του νέου Συντάγματος το 2002, που διεξάγονται οι εκλογές για το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων στη χώρα. Οι εκλογείς του Μπαχρέιν προσήλθαν στις κάλπες στις 24 Νοεμβρίου 2018 για δεύτερη φορά από τότε που ξέσπασαν οι ταραχές του 2011 . Πριν από τις εκλογές, ωστόσο, ακτιβιστές και μέλη των «απαγορευμένων» κομμάτων της αντιπολίτευσης προέτρεψαν τους ψηφοφόρους σε μποϊκοτάζ, χαρακτηρίζοντας αυτές τις εκλογές ως “φάρσα”. Από την άλλη, ο βασιλιάς Hamad, ο οποίος εξέδωσε το διάταγμα για τις εκλογές κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου στις 11 Σεπτεμβρίου 2018, ενθάρρυνε τους πολίτες να συμμετάσχουν σε “ελεύθερες, δίκαιες και διαφανείς” εκλογές.
Το ιδιαίτερο και πρωτόγνωρο αυτών των εκλογών, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η αυξημένη εκλογή γυναικών, για τα δεδομένα του Μπαχρέιν. Στις πρώτες εκλογές, το 2002, δεν εξελέγη καμία γυναίκα, ενώ το 2006 μόνο μία γυναίκα τα κατάφερε, η Lateefa al-Gaood, η οποία διατήρησε την έδρα της και το 2010, παραμένοντας η μοναδική γυναίκα νομοθέτης. Το 2014 ο αριθμός των εκλεγμένων γυναικών αυξήθηκε στις 3 σε σύνολο των 40 Αντιπροσώπων του Συμβουλίου. Με τον δεύτερο και τελικό γύρο των εκλογών του Νοεμβρίου, αναδείχθηκαν από την ψηφοφορία συνολικά έξι γυναίκες, διπλασιάζοντας τον αριθμό των γυναικών νομοθετών στο μικρό βασίλειο του Κόλπου. “Οι εκλογές του 2018 είναι ιστορικές για το Μπαχρέιν”, δήλωσε ο Mohammed al-Sayed, εκπρόσωπος Τύπου του οργάνωσης Citizens for Bahrein, στο κανάλι ειδήσεων Al Arabiya και συμπλήρωσε λέγοντας πως οι πολίτες του Μπαχρέιν πιστεύουν στην ισότητα των δύο φύλων, αλλά και στον ρόλο των γυναικών στην κοινωνία και την πολιτική.
Γενικότερα, τα ΜΜΕ που ανήκουν στην κυβέρνηση χαιρέτισαν αυτή την αριθμητική αύξηση των γυναικών στο Κοινοβούλιο σε κλίμα ενθουσιασμού. Πολλοί φορείς της χώρας περιγράφουν την εκλογική νίκη των έξι γυναικών ως πηγή υπερηφάνειας. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση της Bahrain’s Businesswomen’s Society, όπου εκπρόσωπός της δήλωσε: « the latest election will be remembered for breaking the glass ceiling». Ο ίδιος ο βασιλιάς Hamad στην ομιλία του κατά την έναρξη της νέας θητείας του κοινοβουλίου, ανέφερε: «Υπογραμμίζουμε τον ηγετικό ρόλο των γυναικών του Μπαχρέιν, που συνέβαλε στη διαμόρφωση του σύγχρονου πολιτικού μας κράτους…» Ενώ μία από τις νικήτριες αυτών των εκλογών, η Fawzia Zainal δήλωσε πως η νίκη της, αποτελεί νίκη έναντι της αντρικής κυριαρχίας και δείχνει ότι οι ψηφοφόροι επέλεξαν ώριμα υποψηφίους σύμφωνα με τις ικανότητές τους. Η ίδια μάλιστα αναδείχθηκε πρόεδρος του Συμβουλίου των Αντιπροσώπων, κάνοντας το Μπαχρέιν την τρίτη αραβική χώρα που έχει μια γυναίκα πρόεδρο στο κοινοβούλιο.
Μέσα στο κλίμα ευφορίας για τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών, έγινε ειδική αναφορά στην ανυπαρξία συστήματος ποσοστώσεων στο εκλογικό σύστημα. Η κυβέρνηση προβάλλει την πεποίθηση ότι οι γυναίκες μπορούν να εκλεγούν χωρίς την ύπαρξη ποσοστώσεων ως εγγύηση της εκπροσώπησής τους. Το Μπαχρέιν δεν διαθέτει σύστημα ποσοστώσεων για την εκπροσώπηση των γυναικών, καθώς πολλοί θεωρούν ότι ένα τέτοιο σύστημα αντιτίθεται στο σύνταγμα της χώρας και τα ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες. Η Γενική Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου για τις Γυναίκες, Ηala Al Ansari , δήλωσε ότι οι γυναίκες του Μπαχρέιν έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη του έθνους ως εκπρόσωποι στο κοινοβούλιο και στα δημοτικά συμβούλια. Ωστόσο, επέμεινε ότι δεν πρέπει να υπάρχει καμία ποσόστωση για την αύξηση του αριθμού των γυναικών στην πολιτική, καθώς κάτι τέτοιο θα σήμαινε παραβίαση του συντάγματος. Ταυτόχρονα, δήλωσε πως δεν υπάρχουν εμπόδια στην συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική και τη δημόσια ζωή. Ένα τέτοιο σύστημα θα παραβίαζε επίσης τις διατάξεις του National Action Charter, δήλωσε επίσης η Al Ansari, αναφερόμενη στο έγγραφο που προωθούσε το 2001 ένα ευρύ φάσμα πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων στο Μπαχρέιν και εγκρίθηκε από το 98,4% των πολιτών σε εθνικό δημοψήφισμα.
Τα επιχειρήματα για τη μη υιοθέτηση συστήματος ποσοστώσεων στο μικρό αραβικό βασίλειο βρίσκουν έδαφος στην παρουσία γυναικών στον τομέα της παραγωγικότητας, εισερχόμενες πλέον σε ανδροκρατούμενα επαγγέλματα, αλλά και της εκπαίδευσης, καθώς ο αριθμός των γυναικών που λαμβάνουν ανώτατη εκπαίδευση έχει αυξηθεί. Επίσης, υπάρχει και το επιχείρημα ότι η πολιτική ζωή πρέπει να βασίζεται σε δίκαιη ανταγωνιστικότητα χωρίς να χρειάζεται να εισαχθούν προσωρινά μέτρα που, όχι μόνο περιορίζουν το δικαίωμα των εκλογέων να επιλέγουν, αλλά αντιμετωπίζουν και τις γυναίκες του Μπαχρέιν ως μειοψηφία. Εκτός αυτών, η Al Ansari τόνισε πως «αρκετές μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες που αναδεικνύονται μέσω του συστήματος ποσοστώσεων, δεν είναι απαραιτήτως οι πιο κατάλληλες για τη δουλειά». Την υποστήριξη των γυναικών στην άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι μπορεί να αναλάβει η κοινωνία πολιτών του Μπαχρέιν, δημιουργώντας προγράμματα ευαισθητοποίησης σχετικά με τη σημασία της συμμετοχής των γυναικών στη δημόσια ζωή.
Η παρουσία εννέα γυναικών στη Shura, εκτός από τις έξι εκλεγμένες στο Συμβούλιο των Αντιπροσώπων, σημαίνει ότι οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν σήμερα το 18,75% του κοινοβουλίου στο Μπαχρέιν για το διάστημα 2018-2022. Μπορεί όμως αυτή η νίκη των γυναικών να σημαίνει ανάπτυξη δημοκρατικών αρχών στη χώρα; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι μάλλον αρνητική, καθώς εκ των πραγμάτων το Μπαχρέιν παραμένει μοναρχία, παρά την εγκαθίδρυση κοινοβουλίου το 2002.
Οι περίπου 500 υποψήφιοι των εκλογών του 2018 προέρχονταν από 20 πολιτικά κόμματα, τα οποία αποτελούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από κυβερνητικούς υποψηφίους. Οι δύο κύριες ομάδες της αντιπολίτευσης, Al Wefaq και η Εθνική Δημοκρατική Δράση (Wa’ad) διαλύθηκαν και τα πρώην μέλη τους είναι αποκλεισμένα από συμμετοχή στις εκλογές ως υποψήφιοι. Συγκεκριμένα, το Al Wefaq, κόμμα σιιτών που είχε την πλειοψηφία στο Συμβούλιο των Αντιπροσώπων, απέσυρε τους 18 βουλευτές του από την Εθνοσυνέλευση κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του 2011 και ζήτησε μποϊκοτάζ στις εκλογές του Νοέμβρη, επικαλούμενο πολιτική περιθωριοποίηση των Σιιτών. Τον Μάιο του 2018, το προηγούμενο κοινοβούλιο του Μπαχρέιν ενέκρινε νόμο που απαγορεύει στα μέλη των διαλυμένων πολιτικών κομμάτων, μεταξύ των οποίων τα Al Wefaq και Wa’ad, να συμμετέχουν στις εκλογές, ενώ τον Οκτώβρη του ίδιου έτους ο Ali Salman, ηγέτης του Al Wefaq, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ του Κατάρ.
Συμπερασματικά, παρά τον αριθμό ρεκόρ των γυναικών στο κοινοβούλιο, με βάση τον οποίο θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η πολιτική ζωή στο Μπαχρέιν αναπτύσσεται, η απαγόρευση ύπαρξης αντιπολίτευσης συρρικνώνει την πολιτική ελευθερία και ταυτόχρονα διαιωνίζει την ανισότητα στη χώρα. Σε καμία περίπτωση το Μπαχρέιν δεν αποτελεί εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς βλέπουμε πως ακόμα και σήμερα οι πληγές του 2011 είναι εμφανείς στην κοινωνία και την πολιτική ζωή. Το νέο κοινοβούλιο, που αποτελείται μόνο από μέλη που στηρίζουν την κυβέρνηση, πέρα από το δύσκολο έργο των οικονομικών μέτρων που πρέπει να ψηφίσει, ίσως αντιμετωπίσειτελικά και ζητήματα νομιμοποίησης μετά την πολιτική καταστολή της αντιπολίτευσης.
Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰

Η μετάβαση στο προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης και η αναγκαιότητα πλέον σχηματισμού προεκλογικών συμμαχιών έχουν οδηγήσει στο ριζικό μετασχηματισμό της τουρκικής πολιτικής σκηνής. Η «ομαδοποίηση» των κομμάτων σε δύο βασικούς πόλους και έναν τρίτο αποτελούμενο από το HDP (σ.σ. θεωρείται «προέκταση» της «Εθνικής Συμμαχίας» λόγω της υποστήριξής του από το CHP), ο απόλυτος έλεγχος των εξουσιών από τον Πρόεδρο, η εξ’ ολοκλήρου μετατροπή της πολιτικής σκηνής σε «one-man show» και η απώλεια της δυναμικής των κομμάτων, συνιστούν το νέο γίγνεσθαι της τουρκικής πολιτικής. Υποστηρίζεται, μάλιστα, ότι η επανεμφάνιση των κομμάτων μόνο σε προεκλογικές περιόδους μοιάζει με το αμερικανικό σύστημα. Συνέχεια ανάγνωση

Καταλυτικό ρόλο για τις ως άνω εξελίξεις και κυρίως για την κοινωνιολογική εμφάνιση της «Λαϊκής Συμμαχίας» έπαιξε το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 το οποίο, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ινστιτούτου Έρευνας GENAR İhsan Aktaş, θεωρήθηκε ως μια οργανωμένη προσπάθεια κατάλυσης της δημοκρατίας που υποστηρίχθηκε και ενθαρρύνθηκε από δυτικές πολιτικές δυνάμεις. Όπως αναφέρει, κινητήρια δύναμη της αντίστασης κατά της προσπάθειας επιβολής στρατιωτικού καθεστώτος αποτέλεσε ο ίδιος ο τουρκικός λαός, γεγονός που ευνόησε το πολιτικό αφήγημα περί ύπαρξης εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών και της αναγκαιότητας δημιουργίας και εδραίωσης ενός πολιτικού άξονα («Λαϊκή Συμμαχία») ικανού να αποτρέπει κάθε είδους προσπάθεια ανατροπής του υφιστάμενου πολιτικού, ακόμη και εδαφικού, γίγνεσθαι. Για το σκοπό αυτό συνενώθηκαν εθνικιστικά και συντηρητικά τμήματα της κοινωνίας, θέτοντας τις εσωτερικές τους διαφορές στην άκρη, με αποτέλεσμα τη δημιουργία της «Λαϊκής Συμμαχίας». Βασικό ζητούμενο αυτής δεν είναι η επίλυση βραχυπρόθεσμων ζητημάτων, αλλά η εξυπηρέτηση ιστορικών συμφερόντων, η συνένωση λαού και κράτους και η αντίσταση κατά παγκόσμιων σχεδίων.
Περαιτέρω, αν και στα σχέδια του κυβερνώντος κόμματος «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» προϋπήρχε η μετάβαση από το κοινοβουλευτικό στο προεδρικό σύστημα, η στήριξή του από τον λαό πριν το αποτυχημένο πραξικόπημα δεν θα ξεπερνούσε το 35%. Μετά, όμως, την 15η Ιουλίου και τη δημιουργία της «Λαϊκής Συμμαχίας», πάνω από το 50% του εκλογικού σώματος υποστήριξε τη μετάβαση στο νέο προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης. Επιπρόσθετα, χάρη στη «Λαϊκή Συμμαχία», το έτερον ήμισυ αυτής (Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος) όχι μόνο κατάφερε να μην κατακερματιστεί και να προστατεύσει τη θεσμική του ταυτότητα, αλλά και να αναδειχθεί σε βασικό πολιτικό κόμμα της τουρκικής πολιτικής .
Εξαιτίας της θεμελιώδους αλλαγής του τουρκικού πολιτικού συστήματος απαιτείται αρκετός χρόνος για την πλήρη κατανόηση της διοικητικής σημασίας του διαρθρωτικού αυτού μετασχηματισμού, καθώς και των μακροπρόθεσμων συνεπειών αυτού, αλλά και των αλλαγών σε κάθε πολιτικό πεδίο, από τη διοικητική δομή του κράτους μέχρι το ρόλο και την κατάσταση των πολιτικών κομμάτων. Η αποδυνάμωση της σημασίας των πολιτικών κομμάτων και η ενίσχυση του ρόλου της προεδρίας και των προεδρικών εκλογών, αλλά και η αναγκαιότητα συμμαχιών με κόμματα που να εξασφαλίζουν τουλάχιστον το 50% των ψήφων για σύσταση κυβέρνησης, συνιστούν κάποιες από τις άμεσες συνέπειες των διαρθρωτικών αλλαγών του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας και της μετάβασης στο προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης.
Αντίστοιχο αντίκτυπο έχει το νέο προεδρικό σύστημα και στις τοπικές εκλογές. Στις δεκαετίες ’80 και ’90, όπου το πολιτικό φάσμα χαρακτηριζόταν από υψηλό βαθμό αποδιοργάνωσης, ένα πολιτικό κόμμα θα μπορούσε εύκολα να αναδείξει δήμαρχο σε μια πόλη, παίρνοντας μόλις το 25% των ψήφων. Για παράδειγμα, το 1994 ο Recep Tayyip Erdoğan κέρδισε στις εκλογές του μητροπολιτικού δήμου της Κων/πολης συγκεντρώνοντας το 25,19%, όταν οι κύριοι ανταγωνιστές του, ο İlhan Kesici (ANAP) και ο Zülfü Livaneli (CHP) έλαβαν 22% και 20%, αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, ένας απροσδόκητος υποψήφιος θα μπορούσε να έχει κερδίσει έναν δήμο, ενώ μια φαινομενικά ασήμαντη αλλαγή στην εκλογική επανευθυγράμμιση θα μπορούσε να είχε αλλάξει τον νικητή των τοπικών εκλογών σε μια συγκεκριμένη πόλη. Μία ημέρα πριν από τις τοπικές εκλογές του 1994, καμία εφημερίδα δεν προέβλεψε τον εκλογικό θρίαμβο του Κόμματος Ευημερίας. H αποδιοργανωμένη, όμως, δομή του πολιτικού φάσματος είχε αφήσει περιθώρια για αποτελέσματα – έκπληξη.
Στις επερχόμενες, όμως, τοπικές εκλογές η οριακή επικράτηση των κομμάτων δεν είναι αρκετή. Η μετάβαση στο προεδρικό σύστημα, αλλά και το γεγονός ότι το διακύβευμα είναι η ενίσχυση ή η αμφισβήτηση αυτού του συστήματος, έχουν οδηγήσει τόσο το κυβερνών κόμμα AKP, όσο και το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης CHP («Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα) να επιδιώκουν την επικράτησή τους, κυρίως στους τρεις σημαντικότερους μητροπολιτικούς δήμους (Κων/πολη, Άγκυρα, Σμύρνη), με αυξημένη πλειοψηφία. Αν ληφθούν, παράλληλα, υπόψη και οι προσπάθειες των άλλων κομμάτων, ιδίως του MHP και του IYI, για διατήρηση ή ενίσχυση της δυναμικής τους, καθίσταται κατανοητό γιατί οι συμμαχίες είναι απαραίτητες στην πολιτική ζωή της χώρας .
Επιπρόσθετα, παρά το κλίμα ανανέωσης που θέλει να δώσει ο Erdoğan μέσα από τις υποψηφιότητες για τις τοπικές εκλογές, τα σημαντικά προβλήματα της κοινωνίας είναι η οικονομία, η εκπαίδευση, η ανεργία και η ασφάλεια. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η οικονομία και η ανεργία θα έχουν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στις τοπικές εκλογές, ενώ η εκπαίδευση και η ασφάλεια θα διαδραματίσουν μικρότερο ρόλο. Η δυσφορία των ψηφοφόρων σχετικά με τις διοικήσεις στους δήμους αφορά περιπτώσεις διαφθοράς, νεποτισμού και ύπαρξης αδικαιολόγητων κερδών που συνδέονται άμεσα με τα προβλήματα της οικονομίας και της ανεργίας. Οι ψηφοφόροι, επομένως, θέλουν μια διοίκηση, ανεξαρτήτως καινούργιων ή παλαιότερων υποψηφίων, που να είναι διαφανής και δίκαιη, παρέχοντας ίσες ευκαιρίες σε όλους. Αυτή η αναγκαιότητα αναδεικνύεται σε μείζονος σημασίας ζήτημα .
Η φιλοπεριβαλλοντική προεκλογική εκστρατεία Erdoğan
Το κυβερνών κόμμα AKP φαίνεται να έχει ολοκληρώσει τη σχεδίαση της στρατηγικής που θα ακολουθήσει ενόψει των τοπικών εκλογών του Μαρτίου. Η εκλογική διακήρυξη, που αναμένεται να ανακοινωθεί από τον Erdoğan στις 19 Ιανουαρίου στην Άγκυρα, επικεντρώνεται στον άνθρωπο, στη διαφάνεια και στον περιβαλλοντισμό, έχοντας ως κύριο σύνθημα «καθαρή κοινωνία, καθαρό περιβάλλον και διοικήσεις με διαφάνεια», ενώ παράλληλα δίδεται έμφαση στην κριτική για την απρογραμμάτιστη αστικοποίηση, τη σπατάλη δημοτικών πόρων και την έλλειψη πρασίνου σε ορισμένες επαρχίες.
Σύμφωνα με τη στρατηγική του κόμματος, τα δημοτικά έργα θα τελούνται με πλήρη διαφάνεια και οι δήμαρχοι δεν θα πρέπει να παρεκκλίνουν από την προγραμματική διακήρυξη. Επιπρόσθετα, θα συσταθεί από το κόμμα μια επιτροπή πειθαρχίας που θα επιθεωρεί τους δήμους σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Τα τελευταία χρόνια το AKP έχει εντείνει τις προσπάθειές του ως προς τις φιλοπεριβαλλοντικές πολιτικές του. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη διακήρυξη για τις προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές της 24ης Ιουνίου, το AKP δεσμεύτηκε για επενδύσεις σε πάρκα και μεγάλους χώρους πρασίνου. Κατά τη διάρκεια ομιλίας του το 2017, ο Erdoğan είχε ασκήσει σφοδρή κριτική στις μεθόδους αστικοποίησης που καταστρέφουν το πράσινο, λέγοντας «κάθε βήμα που ρημάζει το οικοσύστημα, είναι μια καταστροφή. Πρέπει να προχωρήσουμε σε άμεσες παρεμβάσεις».
Στα πλαίσια αυτά ανακοινώθηκε ότι το κόμμα δεν θα ακολουθήσει τις παραδοσιακές μεθόδους προεκλογικής εκστρατείας, αλλά θα προβεί σε εκτεταμένη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Όπως, μάλιστα, δήλωσε ο Erdoğan «εγκαταλείπουμε πλήρως τις μεθόδους εκστρατείας που προκαλούν οπτική και ηχητική ρύπανση. Έχουμε αποφασίσει να ακολουθήσουμε μια εκστρατεία που θα σέβεται το περιβάλλον και τους ανθρώπους», τονίζοντας ότι τα πανό και οι σημαίες θα επιτρέπονται μόνο κοντά σε οργανώσεις του κόμματος και σε εκλογικά κέντρα συντονισμού , ενώ τα μεγάφωνα με προπαγανδιστικά μηνύματα θα παίζουν σε συγκεκριμένες και προγραμματισμένες ώρες. Συγχρόνως, ο Erdoğan κάλεσε και τα άλλα κόμματα να πράξουν το ίδιο.
Να σημειωθεί ότι ο πρώτος περιβαλλοντικός νόμος στην Τουρκία εισήχθη το 1983, ενώ το 1991 ιδρύθηκε το Υπουργείο Περιβάλλοντος, το οποίο στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Υπουργείο Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας. Με την πάροδο του χρόνου έγιναν τροποποιήσεις στη νομοθεσία, με σημαντικότερη το 2006 όπου προστέθηκαν οι όροι «βιώσιμο περιβάλλον» και «αειφόρος ανάπτυξη».
Παρά τις όποιες προσπάθειες του κυβερνώντος κόμματος να τονίσει τις φιλοπεριβαλλοντικές πολιτικές του, το CHP ασκεί δριμεία κριτική κατηγορώντας το για «σφαγή της φύσης». Σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας, πάνω από 5.000 δέντρα θα κοπούν για να κατασκευαστούν 553 βίλες στην περιοχή Beykoz της Κωνσταντινούπολης, σε μια έκταση περίπου 2,5 εκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων δάσους. Επιπρόσθετα, τον Σεπτέμβριο οι τουρκικές αρχές διέταξαν την κοπή εκατοντάδων δέντρων στο κέντρο της Άγκυρας προκειμένου να κατασκευαστεί μουσείο που θα μνημονεύει το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016. Τέλος, περιβαλλοντικές οργανώσεις καταγγέλλουν την οικολογική καταστροφή που έχει προκαλέσει η κατασκευή του τρίτου «φαραωνικού» αεροδρομίου της Κων/πολης (657.000 δέντρα) .

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰

Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για επαναφορά του Όρκου στα σχολεία της Τουρκίας έχει προκαλέσει μια νέα «πολεμική» τόσο σε πολιτικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, ενώ φαίνεται να στηρίζεται σε μια περισσότερο ιδεολογική παρά συνταγματική βάση. Εκλαμβάνεται δε ως μια προσπάθεια επιστροφής στην «Παλιά Τουρκία», μια ορολογία που χρησιμοποιεί το κυβερνών κόμμα AKP, όπου η δικαστική εξουσία ενεργούσε ως θεματοφύλακας του Κεμαλισμού με παρεμβάσεις στην πολιτική. Συνέχεια ανάγνωση

Ο Όρκος πρωτοεισήχθη κατά τη διάρκεια της μονοκομματικής περιόδου, το 1933, και επαναδιατυπώθηκε το 1972 και το 1997. Πρόκειται για έναν επιβαλλόμενο, ακόμη και στα μειονοτικά σχολεία, προσωποκεντρικό όρκο, με σαφείς στόχους την αφομοίωση, ομογενοποίηση και έξαρση του φανατισμού, εκθειάζοντας παράλληλα τον Mustafa Kemal Atatürk. Βάση του Όρκου αποτελεί το ιδεολογικό αφήγημα του Kemal Atatürk «ένα έθνος, ένα κράτος, μια πατρίδα, μια σημαία», ενώ χρησιμοποιείται η φράση που είχε αναφωνήσει κατά τη διάρκεια της ομιλίας του για την 10η επέτειο από την Ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, «πόσο ευτυχισμένος είναι εκείνος που λέει “είμαι Τούρκος”». Τον Όρκο έδιναν καθημερινά οι μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ ακολουθούσαν η έπαρση της σημαίας και η απαγγελία του εθνικού ύμνου.
Σημειώνεται ότι η τελευταία έκδοση του Όρκου (1997) ανέφερε τα ακόλουθα: «Είμαι Τούρκος, ειλικρινής και εργατικός. Η αρχή μου είναι να προστατεύω τον νεότερο, να σέβομαι τον μεγαλύτερο, να αγαπώ την πατρίδα μου και το έθνος μου περισσότερο από τον εαυτό μου. Το ιδανικό μου είναι να εξελιχθώ, να προχωρήσω. Ω Μεγάλε Atatürk! Στο μονοπάτι που εσύ χάραξες, ορκίζομαι να βαδίζω αδιάκοπα για την επίτευξη των στόχων που εσύ έχεις θέσει. Η ύπαρξή μου θα είναι αφιερωμένη στην ύπαρξη της Τουρκίας. Πόσο ευτυχισμένος είναι αυτός που λέει “Είμαι Τούρκος!”».
Μετά από προσφυγή μιας ένωσης καθηγητών, που πρόσκειται στο «Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος» (MHP), κατά της κατάργησης του Όρκου από το υπουργείο Παιδείας, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε την επαναφορά του (Οκτώβριος 2018), προκαλώντας νέες προστριβές στο εσωτερικό της χώρας.
Άμεση ήταν η αντίδραση του Recep Tayyip Erdoğan στην απόφαση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας, δηλώνοντας ότι αυτό ξεπερνά τα όρια των αρμοδιοτήτων του και «δεν λειτουργεί σε αρμονία με το νέο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας». Συνέχισε δε λέγοντας ότι είναι απορίας άξιο ο χρόνος που ελήφθη αυτή η απόφαση, δηλαδή γιατί τώρα και όχι πριν από μερικά χρόνια, με το προηγούμενο σύστημα διακυβέρνησης, κατηγορώντας το ότι «δεν εφαρμόζει το διαχωρισμό των εξουσιών».
Παράλληλα, τόνισε ότι όποιος δεν εφαρμόζει το διαχωρισμό των εξουσιών προσπαθώντας να επαναφέρει αντιδημοκρατικούς θεσμούς, το μόνο που καταφέρνει είναι να εμποδίζει τη βούληση του έθνους. «Αυτή η στρεβλή αντίληψη ανήκει σε πρακτικές που θυμίζουν το παλιό σύστημα». Διευκρίνισε δε, ότι «το Συμβούλιο της Επικρατείας θα πρέπει να υπηρετεί ως “συμβουλευτικό όργανο”. Το προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης δεν χρειάζεται να πάρει συγκατάθεση από αυτό για τα διατάγματα που εκδίδει»(1) .
Από την πλευρά του το MHP υπεραμύνθηκε της απόφασης επαναφοράς του Όρκου, κατηγορώντας το «Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (AKP) ότι υπονομεύει την «Τουρκικότητα» της χώρας. Εκτός, όμως, από το MHP και οι κοσμικοί – εθνικιστές της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης (Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα – CHP) τάχθηκαν υπέρ της επαναφοράς. Επισημαίνεται ότι η κατάργηση του Όρκου είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από εθνικιστικούς κύκλους, καθώς εθεωρείτο ότι με την κατάργηση φαλκιδεύονται τόσο η τουρκική ταυτότητα, όσο και οι μεταρρυθμίσεις του Ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας, Mustafa Kemal Atatürk.
Να σημειωθεί ότι η κατάργηση του Όρκου (2013) συνέπεσε χρονικά με το «άνοιγμα» του Recep Tayyip Erdoğan προς του Κούρδους και την έναρξη σειράς συνομιλιών με τον φυλακισμένο ηγέτη του PKK, Abdullah Öcalan, στο πλαίσιο της «Διαδικασίας Συμφιλίωσης», όπως την κατονόμασε το AKP. Από την πλευρά του, το MHP εξέλαβε την κατάργηση του Όρκου ως μια «παραχώρηση» προς το PKK.
Σύμφωνα με τον İsmet Berkan(2) , η απόφαση επαναφοράς του Όρκου είναι προβληματική για τους εξής λόγους: Πρώτον, το υπουργείο που καταργεί έναν διοικητικό κανονισμό δεν δημιουργεί νέα νομική κατάσταση, γεγονός που σημαίνει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχει λόγο να λάβει απόφαση σχετικά με το θέμα αυτό. Δεύτερον, το Συμβούλιο της Επικρατείας υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του, στηρίζοντας την απόφασή του στην επιχειρηματολογία ότι «δεν υπάρχουν σοβαροί επιστημονικοί λόγοι που να στηρίζουν την απόφαση του υπουργείου Εθνικής Παιδείας να καταργήσει τον Όρκο». Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το δικαστήριο κρίνει την απόφαση του υπουργείου Παιδείας, εξετάζοντας παιδαγωγικούς λόγους και όχι τη νομιμότητα αυτής. Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχει την εξουσία να κρίνει την ορθότητα των διοικητικών αποφάσεων, αλλά να εξετάζει και να επιβλέπει τη νομιμότητα αυτών (3) .
Το ανησυχητικό στο ζήτημα επαναφοράς του καθημερινού Όρκου στα σχολεία, που μοιάζει με τις μιλιταριστικές τελετές, έγκειται στο κατά πόσο πρέπει να είναι υποχρεωτικός στην εκπαίδευση των μαθητών. Για το θέμα αυτό, αξιωματούχοι του AKP επέκριναν την απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας και δήλωσαν ότι το ζήτημα θα επιλυθεί δια της νομίμου οδού. Αξιοσημείωτο δε είναι ότι συντηρητικοί κύκλοι, εθνικιστές με συντηρητικό υπόβαθρο και κριτική στάση απέναντι στον Κεμαλισμό, Κούρδοι, καθώς και φιλελεύθεροι διαμαρτυρήθηκαν για την επαναφορά του Όρκου. Κύρια επιχειρήματα των αντιτιθεμένων είναι ότι ο Όρκος δημιουργεί αποκλεισμό, παραβιάζει την ελευθερία της γνώμης (4) , είναι αντίθετος στην αυτογνωσία και στην αυτοπραγμάτωση των μαθητών επιβάλλοντας συγκεκριμένες αξίες, απομακρύνει τη χώρα από τις προσπάθειες εκδημοκρατισμού και επαναφέρει παλιές πρακτικές όπου η δικαστική εξουσία ενεργούσε ως φύλακας του Κεμαλικού καθεστώτος με παρεμβάσεις στην πολιτική (5) .
Με άλλα λόγια, στην «Παλιά Τουρκία» επικρατούσε μια πλήρης «Δικαστική Κηδεμονία» που ασκούσε απόλυτο έλεγχο στις κυβερνητικές αποφάσεις. Η κυβέρνηση Erdoğan, θέλοντας να εκδημοκρατίσει τη χώρα, προσπάθησε να ανατρέψει αυτές τις πρακτικές που προέρχονταν από Κεμαλικές και κρατικές ομάδες. Το βασικό, λοιπόν, ερώτημα που τίθεται είναι για το εάν μετά τις εκτεταμένες εκκαθαρίσεις, που ακολούθησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, έχουν ανέλθει στο δικαστικό σώμα ομάδες που πρόσκεινται στο MHP και εάν αυτές έχουν την ισχύ να εναντιώνονται στην κυβερνητική πολιτική (6).
Η «σφοδρή» υποστήριξη που έδειξε το MHP και ο ηγέτης του, Devlet Bahçeli, στην επαναφορά του Όρκου, καθώς και οι επικρίσεις του κατά του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης του AKP, Bekir Bozdağ, καθιστούν με σαφήνεια τη στάση του κόμματος σχετικά με το θέμα. O Erdoğan, με τη σειρά του, όχι μόνο υποστήριξε τον Bozdağ έναντι του Bahçeli, αλλά επίσης θέλοντας να τονίσει τις διαφορές του AKP από το MHP δήλωσε ότι «δεν έχουμε άλλον όρκο, εκτός από τον εθνικό μας ύμνο».
Υπενθυμίζεται ότι η επαναφορά του Όρκου αποτέλεσε ένα από τα «αγκάθια» που δεν ξεπεράστηκαν στις προσπάθειες που έγιναν μεταξύ Erdoğan και Bahçeli, ώστε να συνεργαστούν και στις επικείμενες τοπικές εκλογές με βάση τη «Λαϊκή Συμμαχία». Υπό αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, η τελευταία έχει καταστεί εύθραυστη, ενώ ιδιαίτερο ρόλο για το μέλλον της θα διαδραματίσουν τόσο η στάση που θα κρατήσει το MHP κατά τη ψήφιση του προϋπολογισμού 2019, όσο και τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών του Μαρτίου, με τις όποιες αναλύσεις κόστους – οφέλους ακολουθήσουν (7) .
Τέλος, το όλο θέμα φαίνεται ότι θα παραμείνει και μάλιστα για αρκετό χρονικό διάστημα ψηλά στην πολιτική ατζέντα, δεδομένου ότι το υπουργείο Παιδείας έχει προσφύγει κατά της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας σε ανώτερο δικαστήριο.

[1]«President Erdoğan criticizes Council of State for not working in line with new executive system», Hurriyet Daily News, 24/10/18, http://www.hurriyetdailynews.com/president-erdogan-criticizes-council-of-state-for-not-working-in-line-with-new-executive-system-138234

[2]Ο İsmet Berkan υπήρξε Γενικός Διευθυντής στην ημερήσια τουρκική εφημερίδα «Radikal» και τώρα είναι Δημοσιογράφος στη Hurriyet.

[3]İsmet Berkan, «Turkish Politics After the Student Oath Debate», The New TurkeyΟκτώβριος 2018, https://thenewturkey.org/turkish-politics-after-the-student-oath-debate/

[4]M. Erkut Ayvaz, «What’s Really Behind Turkey’s Student Oath Debate?», The New Turkey, Οκτώβριος 2018, https://thenewturkey.org/whats-really-behind-turkeys-student-oath-debate/

[5]Hazal Duran, «Turkey’s Student Oath Becomes a Controversial Issue», The New Turkey, 22/10/18, https://thenewturkey.org/turkeys-student-oath-becomes-a-controversial-issue/

[6]İsmet Berkan, «Turkish Politics After the Student Oath Debate», op.cit.

[7] Ibid

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

«Πρέπει να μάθουμε γρήγορα αραβικά, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη θρησκεία και να σας τη διδάξουμε εκ νέου»

Ο Πρωθυπουργός της Αιθιοπίας Abiy Ahmed είπε ότι απέφυγε μια προσφορά του πρίγκιπα του Αμπού Ντάμπι, Mohammed bin Zayed, προκειμένου να χτίσει ένα ισλαμικό κέντρο στην ανατολική αφρικανική χώρα, λέγοντάς του ότι είχε «χάσει» τη θρησκεία του.

Ο Ahmed υπενθύμισε τη συζήτηση με τον bin Zayed, ο οποίος θεωρείται de facto κυβερνήτης των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, κατά τη διάρκεια ομιλίας του προς μέλη της αμερικανικής-αιθιοπικής μουσουλμανικής κοινότητας στην αμερικανική πολιτεία της Βιρτζίνια. Συνέχεια ανάγνωση

“Θα σας βοηθήσουμε με πολλά πράγματα, θα σας διδάξουμε”, δήλωσε ο bin Zayed σε μια ιδιωτική συνομιλία με τον Ahmed, ο οποίος είπε ότι απάντησε: “Δεν χρειάζεται να μαθαίνουμε τη θρησκεία από εσάς. “Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να μαθαίνουμε γρήγορα Αραβικά, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη θρησκεία, να τη διδάξουμε και να σας την επιστρέψουμε”.

Όταν ο bin Zayed τον ρώτησε γιατί, ο Ahmed είπε ότι το Ισλάμ είναι για την ειρήνη, σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στη Μέση Ανατολή.

“Έχετε χάσει τη θρησκεία”, δήλωσε ο Ahmed είπε στον πρίγκηπα.

“Το Ισλάμ που δεν μοιάζει με αληθινό Ισλάμ έχει αρχίσει να διαδίδεται ανάμεσα σε εσάς και έχετε ξεχάσει την ειρήνη και πώς να συγχωρέσετε”.

Στην ομιλία του, ο Ahmed ανέφερε ότι μόνο οι αιθίοπες μουσουλμάνοι, που αντιπροσωπεύουν το 40% του πληθυσμού, ξεπερνούν τους μουσουλμάνους των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και των γειτόνων του Κόλπου του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και του Κουβέιτ. Η Αιθιοπία είναι η δεύτερη πολυπληθέστερη χώρα της Αφρικής, με σχεδόν 108 εκατομμύρια κατοίκους.

Ο Ahmed, 41 ετών, γεννήθηκε από μουσουλμάνο πατέρα και χριστιανή μητέρα. Ξεκίνησε μια σειρά άμεσων πολιτικών μεταρρυθμίσεων μετά την ανάληψη της εξουσίας, όπως η απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων και η υπογραφή ειρηνευτικής συμφωνίας με την Ερυθραία, τον βόρειο γείτονα της Αιθιοπίας, μετά από δύο δεκαετίες συγκρούσεων.

Ο Ahmed έφτασε στις ΗΠΑ την Παρασκευή στην πρώτη του επίσκεψη από τότε που ανέλαβε καθήκοντα τον περασμένο Απρίλιο.

Συναντήθηκε με τον Αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Μάικ Πεντς, ο οποίος επαίνεσε τις «ιστορικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες» του Ahmed με στόχο «τη βελτίωση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη μεταρρύθμιση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την ειρήνευση με την Ερυθραία», σύμφωνα με δήλωση του Λευκού Οίκου.

Τα παραπάνω σχόλια του πρωθυπουργού της Αιθιοπίας αντανακλούν μια σειρά από αντιδράσεις κρατών, δρώντων ή επιφανών προσωπικοτήτων ανά τον ισλαμικό κόσμο, οι οποίοι κατηγορούν τις χώρες του Κόλπου για διαφορετική αντιμετώπιση της θρησκείας. Μάλιστα, απόψεις τέτοιου τύπου είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στις ηλικίες έως τα 30-35 έτη στα περισσότερα κράτη της βορείου αλλά και της Κεντρικής Αφρικής

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, και μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

1 2 3 7