για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική

Τουρκία

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Ο Φαγέζ αλ-Σάρατζ είναι ο πρόεδρος του Προεδρικού Συμβουλίου της Λιβύης, θέση η οποία αντιστοιχεί στο αξίωμα του πρωθυπουργού και ως εκ τούτου είναι ο ηγέτης της προσωρινής κυβέρνησης που ιδρύθηκε στην Τρίπολη τον Μάρτιο του 2016 έπειτα από τη συμφωνία Skhirat. Επί του παρόντος, η κυβέρνησή Σάρατζ συμμετέχει σε μια μάχη για τον έλεγχο της Τρίπολης που ξεκίνησε στις αρχές του δεύτερου τρίμηνου του 2019, μετά την επίθεση που ξεκίνησε ο στρατηγός Χαλίφα Χαφτάρ.

Ο Σάρατζ γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1960 και ήταν μέλος μιας πλούσιας οικογένειας με τουρκικές καταβολές. Θα μπορούσε μάλιστα να ειπωθεί ότι η δύναμη και το κύρος της οικογένειας του ήταν αξιοσημείωτες, όντας από τις σημαντικότερες σε ολόκληρη την πόλη, καθώς πολλοί από τους προγόνους του ήταν γαιοκτήμονες. Επιπλέον, ο πατέρας του μελλοντικού πρωθυπουργού της Λιβύης, μετά την ανεξαρτησία της χώρας το 1952, κατείχε αρκετά κυβερνητικά αξιώματα καθώς ήταν κοντά στον τότε βασιλιά βασιλιά Ιντρίς.

Χάρη στην κατάσταση της οικογένειάς του, ο Σάρατζ κατάφερε να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο Αρχιτεκτονική. Αποφοίτησε το 1982 και εργάστηκε σε πολλές σημαντικές αρχιτεκτονικές εταιρείες αλλά και ως σύμβουλος σημαντικών υπουργείων. Στη δεκαετία του 1990 ο Σάρατζ ήταν επίσης μέλος πολλών επιτροπών που διορίστηκαν για την κατάρτιση μελετών πολλών δημόσιων έργων που πραγματοποιήθηκαν την εποχή του Μουαμάρ Καντάφι.

Μέχρι το 2011, το έτος της πτώσης του Καντάφι, οι πολιτικές σχέσεις του Σάρατζ με το καθεστώς αφορούσαν κυρίως τεχνικές συμβουλές σε υπουργούς και άλλα μέλη του κυβερνητικού μηχανισμού. Ο ίδιος, εισήλθε στην πολιτική αρένα μετά το τέλος της εποχής του Καντάφι όταν το όνομά του άρχισε να κυκλοφορεί ως υποψηφίου νέου ηγέτη για μια σειρά από λόγους, μεταξύ των οποίων ήταν η καλή φήμη της οικογένειάς ανάμεσα στις δομές εξουσίας που συγκρότησαν το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο στην Τρίπολη. Το 2014 εξελέγη ανεξάρτητος πολιτευτής στην Τρίπολη καταλαμβάνοντας μια από τις έδρες στο κοινοβούλιο, το οποίο, αδυνατώντας να συνεδριάσει στη Βεγγάζη, η οποία ήταν κατειλημμένη από ισλαμιστικές πολιτοφυλακές, άλλαξε έδρα, συνεδριάζοντας στην ανατολική πόλη του Τομπρούκ.

Τον Οκτώβριο του 2015, ο Σάρατζ προτάθηκε, ως πιθανός υποψήφιος για να ηγηθεί μιας νέας κυβέρνησης ικανής να θέσει τέρμα στις διαφορές μεταξύ των δυτικών και ανατολικών τμημάτων της χώρας. Μάλιστα, την υποψηφιότητα στήριξε και ο τότε ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ στη Λιβύη, Μπερναντίνο Λεόν. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, η συμφωνία Skhirat δημιούργησε ένα Προεδρικό Συμβούλιο που αποτελείτο από εννέα μέλη με επικεφαλής τον Σάρατζ. Ανέλαβε επίσης τα καθήκοντα του αρχηγού κράτους και διορίστηκε για να σχηματίσει νέα κυβέρνηση εντός 30 ημερών. Εν τω μεταξύ, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αναγνώρισε ομόφωνα τον Σάρατζ ως τον μοναδικό αρχηγό κράτους της Λιβύης.

Η Κυβέρνηση που συστάθηκε από τον Σάρατζ τον Ιανουάριο του 2016, ωστόσο, δεν έλαβε την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου στο Τομπρούκ και η ίδια μοίρα έτυχε και στο δεύτερο εκτελεστικό όργανο που παρουσιάστηκε τον Μάρτιο του 2016. Ωστόσο, ο Σάρατζ ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά του στις 30 Μαρτίου ως ο νέος Λίβυος πρωθυπουργός παρόλο που δεν αναγνωρίστηκε από την περιοχή της Κυρηναϊκής. Αρχικά, τα γραφεία του βρίσκονταν για λόγους ασφαλείας εντός ναυτικής βάσης στο λιμάνι της Τρίπολης.

Μία από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης Σάρατζ ήταν να ζητήσει διεθνή υποστήριξη για την απομάκρυνση του λεγόμενου “Ισλαμικού Κράτους” από την Σίρτη. Στην πόλη γέννησης του Καντάφι, οι τζιχαντιστικές πολιτοφύλακες κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα μικρό χαλιφάτο σύμφωνα με αυτό που συνέβαινε στη Συρία και το Ιράκ. Τον Αύγουστο του 2016, ο συνασπισμός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ βομβάρδισε τη Σίρτη και άλλες περιοχές της Λιβύης που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του λεγόμενου “Ισλαμικού Κράτους” μετά από αίτημα που υπέβαλε η κυβέρνηση. Η Ιταλία έχτισε επίσης ένα νοσοκομείο στη Μισράτα και ανέπτυξε 300 στρατιώτες για την επιχείρηση “Ιπποκράτης”.

Η Μισράτα ήταν ο προμαχώνας των πιο σημαντικών πολιτοφυλακών που, υποστηριζόμενοι από την αμερικανική αεροπορία, κατάφεραν εξ ονόματος της κυβέρνησης Σάρατζ να διώξουν τους ισλαμιστές από τη Σίρτη. Όπως μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό όμως, ο πρωθυπουργός της Λιβύης δεν είχε τις δικές του στρατιωτικές δυνάμεις με αποτέλεσμα να είναι υποχρεωμένος να βασιστεί σε μια μυριάδα πολιτοφυλακών, η πλειονότητα των οποίων ήταν από τη Μισράτα, για τον έλεγχο της περιοχής.

Ταυτόχρονα, στα ανατολικά της Λιβύης, ο στρατηγός Χαλίφα Χαφτάρ κατέκτησε ένα μεγάλο μέρος της Κυρηναϊκής, με τις δυνάμεις του να δίνουν στην πολεμική επιχείρηση το όνομα «Επιχείρηση αξιοπρέπειας».

Η αντίθεση μεταξύ του Σάρατζ που δεν έχει στρατιωτική δύναμη υπό τις διαταγές του και όντας πρακτικά ανίκανος να ελέγξει την επικράτειά του και του Χαφτάρ που αντίθετα, ένωσε τα ανατολικά της Λιβύης διώκοντας τους ισλαμιστές από τις πιο σημαντικές πόλεις και έχοντας υπό τις διαταγές του τακτικό στρατό, είναι ένα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν αφενός τον Εμφύλιο της Λιβύης και αφετέρου την κύρια ατζέντα της κυβέρνησης του Σάρατζ. Παρά τις συνόδους κορυφής που διεξήχθησαν τα τελευταία χρόνια στο Παρίσι, το Παλέρμο, το Αμπού Ντάμπι και το Βερολίνο, όπου συνήθως ο Χάφταρ και ο Σάρατζ προέβαιναν σε χειραψίες, ο πόλεμος στη Λιβύη έχει ενταθεί και ο δυϊσμός μεταξύ των δύο συνεχίζεται αμείωτος.

 

Εναντίον του Σάρατζ έχουν υπάρξει όμως και αρκετές κατηγορίες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Από τη μία πλευρά, κατηγορείται ότι δεν είναι σε θέση να ελέγξει το έδαφος γύρω από την πρωτεύουσα, αναγκάζοντας την κυβέρνησή του να χρησιμοποιήσει διάφορες ομάδες πολιτοφυλακών για να επιτύχει αυτό το σκοπό και αφετέρου, ότι έχει δίαυλους επικοινωνίας ή ακόμη και πως είναι μέλος, των Αδελφών Μουσουλμάνων.

Οι κατηγορίες αυτές έχουν γίνει μέρος της προπαγάνδας του Χαφτάρ για να δικαιολογήσει τις επιθετικές στρατιωτικές επιχειρήσεις του που στοχεύουν την κατάκτηση της Τρίπολης. Ο Σάρατζ, από την πλευρά του, αρνείται την ένταξη ή τη συμμετοχή στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ωστόσο την ίδια στιγμή, η κυβέρνησή του φαίνεται να υποστηρίζεται κυρίως από την Τουρκία και το Κατάρ. Με άλλα λόγια δηλαδή, τις δύο χώρες που είναι οι κύριοι χρηματοδότες των Αδελφών Μουσουλμάνων και κατ’ επέκταση μιας παν-ισλαμικής πολιτικής. Ακόμη, έχει ευρέως συζητηθεί η συμφωνία του με την Τουρκία για καθορισμό Ανεξάρτητων Οικονομικών Ζωνών, συμφωνία όμως η οποία ακριβώς επειδή η Λιβύη είναι διχοτομημένη πρακτικά και δεν υπάρχει σταθερή κυβέρνηση, δεν μπορεί να θεωρείται ορθή.

Παρά το γεγονός πως ο Σάρατζ και η κυβέρνηση του βρέθηκαν ίσως ένα βήμα πριν την καταστροφή, ειδικά κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2019, κατάφερε να αντέξει στη θέση του. Φαίνεται, πως μετά την ενεργή συμμετοχή της Τουρκίας η οποία παρείχε εξοπλισμό, τεχνογνωσία, και στρατιωτικούς, απολαμβάνει ένα καθεστώς σχετικής ηρεμίας. Μάλιστα, από τις αρχές του 2020 κι έπειτα, έχει επιτύχει -πάντοτε με τη συμβολή των συμμάχων του- σημαντικές επιτυχίες απέναντι στον Χάφταρ, ανακαταλαμβάνοντας σημαντικές πόλεις.

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος Διεθνών Σχέσεων και Οργανισμών από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και τελειόφοιτος μεταπτυχιακός φοιτητής Γεωπολιτικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Share Button

 Φάνης Παπακωστίδης

Η κατάσταση στην περιοχή του Ιντλίμπ

Υπό ανηλεή βομβαρδισμό βρίσκεται η περιοχή του Ιντλίμπ τις τελευταίες ημέρες ενώ υπάρχουν συνεχείς μετακινήσεις των κυβερνητικών στρατευμάτων προς την εμπόλεμη ζώνη. Τοπικές πηγές αναφέρουν προετοιμασίες για μεγάλη επίθεση του συριακού στρατού με στόχο την κατάληψη των κύριων οδών Μ4 & Μ5 που συνδέουν το Χαλέπι με τη Δαμασκό και την Λαττάκεια στη μεσογειακή ακτή με βάση τα συμφωνηθέντα στην Αστάνα.[i] Ουσιαστικά πρόκειται για την ολοκλήρωση της επιχείρησης κατάληψης της περιοχής από τις δυνάμεις του προέδρου Άσαντ, αφού οι συγκεκριμένοι οδικοί άξονες διέρχονται από το κέντρο της βορειοδυτικής επαρχίας και απέχουν μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα. Οι συνεχείς βομβαρδισμοί από την συριακή και ρωσική πολεμική αεροπορία έχουν προκαλέσει κύματα προσφύγων προς την κατεύθυνση των συνόρων καθώς ο κάτοικοι προσπαθούν να ξεφύγουν από τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Συνέχεια ανάγνωση

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι στην εν λόγω περιοχή, που αποτελεί το τελευταίο προπύργιο της συριακής αντιπολίτευσης, βρίσκονται εγκλωβισμένοι και εκτοπισμένοι πάνω από 700 χιλ. άνθρωποι καθώς  αποτέλεσε τον τόπο συγκέντρωσης των αντικαθεστωτικών και τζιχαντιστών ανταρτών και των οικογενειών τους, έπειτα από τις περίφημες “συμφωνίες ειρήνευσης” με την κυβέρνηση.[ii] Σε αρκετές από αυτές τις συμφωνίες παρέχονταν η δυνατότητα σε περικυκλωμένους αντάρτες από άλλα πεδία μαχών της χώρας (π.χ Νταράα στο νότο ή Ντούμα γύρω από τη Δαμασκό), να εγκαταλείψουν την περιοχή τους και να μεταφερθούν μαζί με τις οικογένειές τους στο Ιντλίμπ. Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση εξασφάλιζε την εκκαθάριση των περιοχών από αντικυβερνητικές δυνάμεις και περιόριζε τις απώλειες που απαιτούσε η εξάλειψη των θυλάκων αντίστασης. Για τους ηττημένους αντάρτες μια τέτοια συμφωνία έδινε μία τελευταία ευκαιρία σε αυτούς και τις οικογένειές τους να αποφύγουν το θάνατο ή τα πιθανά αντίποινα.

Η επιχείρηση για την ολοκληρωτική κατάληψη του Ιντλίμπ, καθυστέρησε λόγω των ραγδαίων εξελίξεων που υπήρξαν το προηγούμενο χρονικό διάστημα στην βορειοανατολική Συρία, με την αποχώρηση των δυνάμεων των ΗΠΑ[iii] από τα τουρκοσυριακά σύνορα και την δημιουργία ζώνης ασφαλείας εκ μέρους των τουρκικών δυνάμεων σε μέρος αυτών, με την σύμφωνη γνώμη και συμμετοχή της Ρωσίας. Ακολούθησε η προσέγγιση της ηγεσίας των Κούρδων της Συρίας αλλά και των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), με την Μόσχα και την Δαμασκό προ του κινδύνου των τουρκικών ή  φιλικά προσκείμενων σε αυτή στρατευμάτων. Παρά την παραμονή δυνάμεων των ΗΠΑ στις περιοχές ανατολικά του Ευφράτη και κοντά στα ιρακινά σύνορα, όπου βρίσκονται και τα συριακά πετρελαϊκά πεδία, η μεγάλη πλειοψηφία των κούρδων της Συρίας κατοικεί εκτός των εν λόγω περιοχών και βρίσκονται υπό την προστασία των συριακών και ρωσικών στρατευμάτων.

Οι παραπάνω εξελίξεις οδήγησαν σε αναδιάταξη τις κυβερνητικές δυνάμεις και ανέβαλλαν τις επιχειρήσεις στο Ιντλίμπ, μέχρι την σταθεροποίηση της κατάστασης. Υπήρξαν μικρότερης εμβέλειας δράσεις στο μέτωπο, με τον συριακό στρατό να προωθείται σε περιοχές νότια-νοτιοανατολικά της επαρχίας, (στην περιοχή του Καν Σεϊχούν και προς την κατεύθυνση του Μααράτ αλ Νουμάν) σφίγγοντας ακόμα περισσότερο τον κλοιό και ακυρώνοντας ουσιαστικά οποιαδήποτε αντίδραση εκ μέρους των ανταρτών, κυρίως εναντίον μεγάλων αστικών κέντρων στο νότο όπως η Χάμα.[iv]

Επόμενη φάση της επιχείρησης θα στοχεύει σε εκκαθάριση των προαστίων του Χαλεπίου και την προώθηση των κυβερνητικών στρατευμάτων σε απόσταση αναπνοής από την ομώνυμη πρωτεύουσα της  επαρχίας Ιντλίμπ, καθιστώντας κάθε αντίσταση δύσκολη αφού θα δημιουργηθούν ασφυκτικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες για τον πληθυσμό.[v] Ήδη στα σύνορα με την Τουρκία έχουν συγκεντρωθεί εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες από τις περιοχές των πολεμικών επιχειρήσεων, με τις συνθήκες διαβίωσης να είναι άθλιες.[vi]Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε πως κυρίαρχες στο στρατόπεδο των ανταρτών, είναι οι τζιχαντιστικές ομάδες με κυριότερη την Χαγιάτ Ταχρίρ Αλ Σαμ (HTS) οι οποίες δηλώνουν πως θα συνεχίσουν τον πόλεμο μέχρι τέλους.

Από την Συρία στη Λιβύη

    Την ίδια στιγμή αξιοπρόσεκτη είναι η συμπεριφορά της Τουρκίας, η οποία έχει αποστασιοποιηθεί μεν από τις τζιχαντιστικές οργανώσεις, αλλά έχει “υφάνει” ένα δίκτυο φιλικά προσκείμενων ομάδων που δραστηριοποιούνται υπό την σκεπή του λεγόμενου “Συριακού Εθνικού Στρατου” (SNA). Στην περιοχή του Ιντλίμπ οι τζιχαντιστές κυριαρχούν αλλά στα υπόλοιπα συριακά εδάφη που ελέγχει η Τουρκία (Αφρίν, Αλ Μπαμπ και η ζώνη του Τελ Αμπιγιάντ), το πάνω χέρι έχουν οι “δικές” της ομάδες. Με τον τρόπο αυτό η Άγκυρα χρησιμοποιεί ως proxy αυτές τις ένοπλες δυνάμεις, περιορίζοντας τις απώλειες του τακτικού στρατού και του αντίστοιχου πολιτικού και κοινωνικού κόστους, ενώ παράλληλα αποποιείται οποιεσδήποτε φρικαλεότητες προκαλέσουν. Η συνεχής πίεση που ασκείται από τον κυβερνητικό στρατό στο Ιντλίμπ και οι επικείμενες νέες επιχειρήσεις, δημιουργούν μια μεγάλη δεξαμενη απελπισμένων ανταρτών οι οποίοι χρησμοποιούνται καταλλήλως από την Τουρκία.

Εγκλωβισμένοι καθώς είναι, έχουν την επιλογή να πολεμήσουν σε άλλο θέατρο επιχειρήσεων εκτός της Συρίας και συγκεκριμένα στη Λιβύη, έχοντας σαφώς καλύτερες αποδοχές και με την υπόσχεση απόκτησης της τουρκικής υπηκοότητας.[vii]Τα οφέλη από την χρήση μισθοφόρων εκ μέρους της Τουρκίας είναι τέτοια, που ώθησαν τον στρατιωτικό σύμβουλο του προέδρου Ερντογάν, Αντνάν Τανριβενρτί (Adnan Tanriverdi), να προτείνει την ίδρυση ιδιωτικής εταιρίας μισθοφόρων, αντίστοιχης της αμερικανικής Blackwater και της ρωσικής Wagner.[viii] Παρά την παραίτηση του λίγο μετά τις σχετικές δηλώσεις , οι εντυπώσεις από την συγκεκριμένη δήλωση παρέμειναν.[ix]

Αντίστοιχα στη Λιβύη η προώθηση των δυνάμεων του στρατάρχη Χάφταρ, επικεφαλής της κυβέρνησης της Βεγγάζης, οδήγησε την κυβέρνηση της Τρίπολης στην εσπευσμένη σύσταση συμμαχίας με την Άγκυρα,[x] γεγονός που προκάλεσε την εμφάνιση των πρώτων σύριων πολεμιστών στο λιβυκό έδαφος.[xi] Η αντίδραση της διεθνούς κοινότητας στην δήλωση του προέδρου Ερντογάν για αποστολή στρατευμάτων στην λιβυκή πρωτεύουσα,[xii] αυξάνουν τις πιθανότητες για την ενίσχυση του ρεύματος μεταφοράς τουρκικών proxy από το Ιντλίμπ στις ακτές της βόρειας Αφρικής. Αυτό διότι η Άγκυρα δεν θα ρισκάρει την μαζική αποστολή τουρκικών στρατευμάτων στη βορειοαφρικανική χώρα, αλλά όπως και στην περίπτωση της Συρίας, θα χρησιμοποιήσει μισθοφόρους ως proxy έχοντας τον εξοπλισμό, την εκπαίδευση και την εποπτεία τους υπό τον έλεγχο της.[xiii]

Οι αντισυσπειρώσεις

    Οι τουρκικές ενέργειες στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, έχουν θορυβήσει πολλούς παίκτες της περιοχής, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σ.Αραβία, η οποία παρασκηνιακά, εντείνει την προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων με τη Δαμασκό καθώς τους ενώνει η κοινή έχθρα προς τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και η ανάγκη αντιμετώπισης των “νεο-Οθωμανικών” επιδιώξεων της Τουρκίας όπως αυτές εκδηλώνονται στη Συρία, στο Κατάρ και τη Λιβύη.[xiv] Μια τέτοια προσέγγιση θα απέκοπτε σημαντικό αριθμό ένοπλων τζιχαντιστών από την στρατολόγησή τους εκ μέρους της Άγκυρας και θα διασπούσε το φιλοτουρκικό αντιπολιτευτικό μέτωπο, ενώ θα άνοιγε τον δρόμο για την συμμετοχή χωρών του Περσικού Κόλπου στην ανοικοδόμηση της κατεστραμένης από τον πόλεμο χώρας. Στην κινητικότητα αυτή θα μπορούσαμε να εντάξουμε και τις πρόσφατα αυξημένες ελληνο-σαουδικές επαφές[xv] αφού στις συμφωνίες μεταξύ Αγκυρας και Τρίπολης, περιλαμβάνεται μνημόνιο διαμοιρασμού των θαλασσίων οικονομικών ζωνών των δύο χωρών, εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων εφόσον δεν λαμβάνεται υπόψη η επίδραση των ελληνικών νησιών.[xvi] Να τονίσουμε εδώ την μεγάλη βελτίωση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ[xvii] , την πρόσφατη υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας , Κύπρου και Ισραήλ για την κατασκευή του υποθαλάσσιου αγωγού East Med[xviii] και τον για πρώτη φορά εκ μέρους του Ισραήλ, χαρακτηρισμό των πολιτικών της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή ως προκλητικών, τονίζοντας την σχέση του προέδρου Ερντογάν με την Μουσουλμανική Αδελφότητα.[xix] Εάν δε στο παζλ, προσθέσουμε και την Αίγυπτο η οποία τάσσεται ανοιχτά κατά της Τρίπολης στην Λιβύη, ο πρόεδρος της Αλ Σίσι, είναι δηλωμένος εχθρός των Αδελφών Μουσουλμάνων και η χώρα του συνεργάζεται με την Ελλάδα,  την Κύπρο και το Ισραήλ για την εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων της αν. Μεσογείου,[xx]τότε θα έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των συσχετισμών στην περιοχή.

Προφανώς, κάποιες από τις παραπάνω συνεργασίες, έχουν σαφή αντι-ιρανικό χαρακτήρα (π.χ. Σ.Αραβία-Ισραήλ), χωρίς όμως αυτό να ακυρώνει τη σημασία τους για την στάση τους έναντι των τουρκικών επιδιώξεων.

Με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία πανταχού παρούσες ή φαινομενικά απούσες , παρατηρούμε πως η τζιχαντιστική ασθένεια κάνει μεταστάσεις, εφόσον γίνεται εργαλείο στα χέρια των αντίπαλων δυνάμεων, αδιαφορώντας για τον όλεθρο που προκαλεί.

 

[i]      https://syriadirect.org/news/syria%E2%80%99s-strategic-highways-open-interests-converge-with-no-clear-strategy/

[ii]     https://news.un.org/en/story/2020/01/1054871

[iii]    https://www.theguardian.com/world/2019/oct/09/turkey-syria-attack-latest-news-kurds-trump

[iv]    https://www.aljazeera.com/news/2019/08/syria-war-armed-rebels-withdraw-idlib-khan-shaikhoun-190820063255105.html

[v]     https://www.almasdarnews.com/article/syrian-army-begins-offensive-in-western-aleppo-video/

[vi]    https://www.aljazeera.com/news/2019/12/tens-thousands-flee-syrian-forces-continue-idlib-advance-191222183301011.html

[vii]    https://www.al-monitor.com/pulse/originals/2020/01/turkey-syria-libya-enticement-divides-syrian-rebels.html

[viii]   http://english.alarabiya.net/en/News/middle-east/2019/12/29/Turkey-s-top-military-advisor-proposes-mercenary-force-.html

[ix]    https://ahvalnews.com/turkey-politics/military-adviser-turkeys-erdogan-resigns-after-mahdi-remarks

[x]     https://foreignpolicy.com/2019/12/23/turkey-libya-alliance-aggressive-mideterranean/

[xi]    https://www.theguardian.com/world/2020/jan/15/exclusive-2000-syrian-troops-deployed-to-libya-to-support-regime

[xii]    https://eeas.europa.eu/headquarters/headquarters-homepage/72546/libya-statement-spokesperson-increased-tension_en

[xiii]   https://www.nybooks.com/daily/2020/01/23/among-the-syrian-militiamen-of-turkeys-intervention-in-libya/

[xiv]   https://syrianobserver.com/EN/commentary/55596/saudi-arabia-heads-towards-damascus.html

[xv]    https://balkaneu.com/dendias-greece-saudi-arabia-relations-have-gained-momentum/

[xvi]   https://www.theguardian.com/world/2019/dec/06/greece-expels-libyan-ambassador-row-maritime-boundaries

[xvii]  https://www.capital.gr/diethni/3407088/israil-i-kubernisi-epitrepei-gia-proti-fora-stous-polites-tis-xoras-na-taxideuoun-sti-saoudiki-arabia

[xviii]  https://www.al-monitor.com/pulse/originals/2020/01/israel-turkey-greece-cyprus-benjamin-netanyahu-natural-gas.html

[xix]   https://www.timesofisrael.com/in-first-turkey-included-as-threat-in-idfs-annual-intel-assessment/

[xx]    https://www.al-monitor.com/pulse/originals/2020/01/israel-egypt-yuval-steinitz-natural-gas-leviathan-sea.html

Share Button

Της: Μαρίνας Γκαραβέλα, Βοηθού Ερευνήτριας, ΚΑΝΣ

Μετά την επιτυχημένη έκβαση των εκλογών του 2019 ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης συνέχισαν την ακάθεκτη επεκτατική πορεία τους στα εδάφη του άμεσου ενδιαφέροντός τους. Η τακτική τους αυτή ήταν και είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιδιαίτερης ιδεολογίας της Τουρκίας περί ειρηνικής επίλυσης των προβλημάτων που θίγουν τα συμφέροντα τους. Ο πρόεδρος Ερντογάν σε δήλωση του εξέφρασε την πεποίθηση του πως: « Τα συμφέροντα και οι κίνδυνοι για την Τουρκία ξεκινούν πολύ πέρα από τα σύνορα της».

Παρά την εισβολή στη Συρία, τα προβλήματα με τους εκατομμύρια πρόσφυγες, την προκλητική και αδιόρθωτη στάση στο Αιγαίο και έπειτα στην Ανατολική Μεσόγειο, το «Μνημόνιο Συνεργασίας» με τη Λιβύη ( το οποίο δίνει απλόχερα στην Τουρκία το ¼ της έκτασης που επιδιώκει να αποκτήσει) και την αντίδραση των γειτονικών της κρατών,  τη διεθνή κατακραυγή (ορισμένων χωρών) για αντιδημοκρατική και αντινατοϊκή συμπεριφορά, τα αποτελέσματα από τις  πρόσφατες δημοσκοπήσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας έδειξαν ότι ο Ερντογάν παραμένει ο πιο δημοφιλής πολιτικός της χώρας. Συνέχεια ανάγνωση

Αυτή η ανάδειξη προκάλεσε, εύλογα, την απορία σχετικά με το πόσο ανεκτικός μπορεί να είναι ο τουρκικός λαός σε καταπάτηση διεθνών συνθηκών και δικαιωμάτων εξαιτίας της στήριξης του στο πρόσωπο του Τούρκου Προέδρου.

Τα ποσοστά της χώρας που επιθυμούσαν μια ένοπλη εισβολή στη Συρία ήταν περιορισμένα ενώ σύμφωνα με δημοσκοπήσεις πάνω από το 49.7% τάσσεται κατά της ανάμειξης της Τουρκίας στη Λιβύη. Οι δηλώσεις πατριωτισμού του Ερντογάν περί προστασίας τούρκων απόγονων που ζουν στη Λιβύη φάνηκε να μην έχουν την απήχηση που αναμενόταν αφού πολλά διεθνή μέσα επικοινωνίας ανέφεραν μεταξύ άλλων πως η Άγκυρα πήγε στη Λιβύη για να μείνει, όπως έκανε και με τη Συρία.

Όλα τα ήδη αναφερόμενα φαίνεται να βρίσκονται κάτω από την «ομπρέλα» του νέου Αμυντικού Δόγματος που διέπει την πολιτική σκηνή της Τουρκίας και ακούει στο όνομα «Γαλάζια Πατρίδα». είναι η μεγάλη απόδειξη των επεκτατικών βλέψεων του Ερντογάν εφόσον ο χάρτης που απεικονίζει το στόχο του Τούρκου προέδρου αφόρα μεγάλες εκτάσεις που δεν ανήκουν στην Τουρκία, χερσαίες και  θαλάσσιες εκτάσεις συν  ό,τι τις αφορά (θαλάσσιες ζώνες, υφαλοκρηπίδα, ορυκτός πλούτος- υδρογονάνθρακες).

Το Μνημόνιο συνεργασίας, η αγορά των αντιπυραυλικών συστημάτων από τη Ρωσία παρά τις αντιρρήσεις, τις προειδοποιήσεις και τους εκφοβισμούς, που έπεσαν στο κενό, από την πλευρά των Η.Π.Α., η εισβολή στη Συρία στο όνομα της ειρήνης και της δημοκρατίας, οι απειλές για μελλοντικές γεωτρήσεις σε θάλασσα που δεν υπόκειται στη δικαιοδοσία της γειτονικής χώρας, είναι γεγονότα που επιβεβαιώνουν την αποφασιστικότητα του Ερντογάν να επιτύχει τους στόχους του και να αναδείξει την Τουρκία κυρίαρχη δύναμη στο διεθνές σκηνικό.

Λέγεται πως οι σωστότερες λέξεις για τον χαρακτηρισμό του Τούρκου προέδρου είναι τα επίθετα: εμμονικός και επικίνδυνος. Η εμμονή του να ανακηρυχτεί διάδοχος του Μουσταφά Κεμάλ και επομένως εθνοπατέρας είναι αυτό που τον παρακινεί να μη διστάζει, να διακινδυνεύει και να «δοκιμάζει» την ανοχή της διεθνούς κοινότητας. Είναι αυτοί οι ισχυρισμού που οδήγησαν στο τέλος του 2019 πολιτικούς αντιπάλους του Ερντογάν (που κάποτε ανήκαν στο δυναμικό του AKP),  να δημιουργήσουν τα δικά τους πολιτικά κόμματα με σκοπό να του εναντιωθούν και να συσπειρώσουν όσους δεν επιθυμούν να είναι μέρος των κινήσεων και αποφάσεων του Ερντογάν.

Σε τέσσερα χρόνια από τώρα, στην επέτειο των 100 χρόνων ανεξαρτησίας της τουρκικής δημοκρατίας ο Ερντογάν επιθυμεί να «παρουσιάσει» μια Τουρκία ισχυρότατη οικονομικά, επενδυτικά αλλά κυρίως, και πάνω από όλα, εδαφικά. Στη σκέψη του, αυτό είναι το κύριο συστατικό της επιτυχίας  και της αφοσίωσης που κατέκτησε ο  Κεμάλ και αυτό είναι το σημείο που θα επιδιώξει την ταύτιση με τον ιδρυτή της τουρκικής δημοκρατίας. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές και πολύ σύντομα θα συμπληρώσουν το πάζλ της συλλογικής δράσης του κόμματος του AKP και των υποστηρικτών του.

 

 

 

 

Share Button

Υποψήφιος Διδάκτορας: Μιχαήλ-Εμμανουήλ Δημάκας

 Εισαγωγή

Με την κατάρρευση του διπολικού συστήματος που αποτελούσε το βασικό χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι εξωτερικές παράμετροι οι οποίες σχετίζονται με την πολιτική, την οικονομία και την ασφάλεια δέχτηκαν σοβαρές μετατροπές. Όλα τα κράτη, βάσει της θέσης που κατέχουν στο διεθνές σύστημα, είτε ως υπερδυνάμεις, είτε ως μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις, είτε ως μικρά κράτη στη νέα διεθνή πολιτική συγκυρία που δημιούργησε η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, τα αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουν τη διεθνή τους θέση. Όμως οι συγκυριακές πολιτικές της μοναδικής υπερδύναμης που υπάρχει μετά την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ., δηλαδή των Η.Π.Α., είναι εκείνες που αναγκάζουν το σύνολο των χωρών, μεταξύ των οποίων και την Τουρκία, να προσαρμόσουν το περιφερειακό τοπίο δράσης τους και την εξωτερική τους πολιτική. Το κενό ισχύος ωστόσο, που δημιουργείται στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, μετά τη διάλυση του παλαιού διεθνοπολιτικού σκηνικού όπου διακυβεύονται μεγάλα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, η Τουρκία εμφανίζεται να είναι έτοιμη να το καλύψει. Δίνεται έτσι, η ευκαιρία στην Τουρκία για αναζωογόνηση του τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού.[1] Συνέχεια ανάγνωση

Η Μέση Ανατολή αποτελεί για την Τουρκία ένα δεύτερο γεωπολιτικό χώρο δράσης και αναβάθμισης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ειδικότερα, ο Πόλεμος του Κόλπου έδωσε στην Τουρκία  διά του προέδρου της Turgut Özal τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τη διεθνή συγκυρία και να οδηγήσει τη χώρα στο ενεργό πρωταγωνιστικό προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής. Εντούτοις, εκείνο που καθόρισε την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας στο χώρο της Μέσης Ανατολής τόσο κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου όσο και κατά την εισβολή των συμμάχων στο Ιράκ ήταν το Κουρδικό Ζήτημα το οποίο θεωρείται ακόμη και σήμερα ως «σοβαρός αποσταθεροποιητικός παράγοντας».

Στην προοπτική δημιουργίας ενός αυτόνομου κουρδικού κράτους που θα έθετε σε κίνδυνο τα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της Τουρκίας στην περιοχή, η Τουρκία δείχνει διστακτική στην άμεση σύμπραξή της με τις Η.Π.Α. στην περίπτωση του Κόλπου έστω κι αν αυτή η στάση της ξεπεράστηκε με την αποφασιστικότητα του  Turgut Özal, ενώ στην περίπτωση της εισβολής στο Ιράκ η θέση της είναι αρνητική. Στη βάση λοιπόν των νέων γεωπολιτικών δεδομένων που δημιουργεί η κατάρρευση του Ανατολικού Συνασπισμού αλλά και με σημείο αναφοράς το Κουρδικό Ζήτημα, θα επιχειρηθεί μια προσέγγιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής κατά τις δύο κρίσιμες χρονικές συγκυρίες, του Πολέμου του Κόλπου το 1991 και του Πολέμου του Ιράκ το 2003.

Οι Σχέσεις Τουρκίας-Ιράκ (1980-1990)

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 η κυβέρνηση του Turgut Özal προσπαθούσε να διατηρήσει τις καλές σχέσεις της με το Ιράκ, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί έπειτα από την κατάργηση του Συμφώνου της Βαγδάτης.[2] Εξάλλου, προσπαθούσε να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με την ιρακινή κυβέρνηση, ανεξάρτητα από την πολιτική που ακολουθούσε και να μην λαμβάνει θέση στις διαμάχες μεταξύ των κρατών της Μέσης Ανατολής. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η Τουρκία διατήρησε αυστηρή ουδετερότητα κατά τη διάρκεια του Πολέμου Ιράκ-Ιράν,[3] προκειμένου να εκμεταλλευτεί τη διαρκώς αυξανόμενη επιρροή απέναντι στις δύο εμπόλεμες χώρες και να αποκομίσει οικονομικά οφέλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι χάρη στον πόλεμο, τόσο το Ιράν όσο και το Ιράκ έγιναν δύο χώρες άμεσα εξαρτημένες από την Τουρκία, και συγκεκριμένα από τη δυνατότητα της Τουρκίας να πραγματοποιεί εύκολα εισαγωγές και εξαγωγές στον Αραβικό Κόλπο, πράγμα το οποίο ήταν ιδιαίτερα δύσκολο εκείνη την περίοδο.

Εν τω μεταξύ, η μόνη ουσιαστική διαφορά μεταξύ Τουρκίας και Ιράκ ήταν το ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων του Ευφράτη, ο οποίος πηγάζει από τα τουρκικά εδάφη και καταλήγει στο Ιράκ και τη Συρία, χώρες των οποίων η ύδρευση εξαρτάται άμεσα από τον ποταμό.

Ωστόσο, η κοινή εναντίωση τόσο της Τουρκίας όσο και του Ιράκ απέναντι στις αποσχιστικές τάσεις του Κουρδιστάν, ήταν η βασική αρχή της συνεργασίας μεταξύ των δύο κρατών. Κατά τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του 1980, το ένοπλο κίνημα των Κούρδων, του οποίου ηγείτο ο αρχηγός του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν[4] (ΡΚΚ) Abdullah Öcalan άρχισε να παίρνει μεγάλες διαστάσεις και να εξαπολύει επιθέσεις εναντίον των Τούρκων πολιτών αλλά και του Τουρκικού Στρατού. Η Τουρκία απάντησε στις επιθέσεις των Κούρδων ανταρτών πραγματοποιώντας επιχειρήσεις καταστολής εξεγέρσεων. Την ίδια στιγμή, οι Κούρδοι του Ιράκ, εκμεταλλευόμενοι την ένοπλη διαμάχη μεταξύ Ιράν-Ιράκ, πραγματοποιούσαν εξεγέρσεις εναντίον της Βαγδάτης, ενώ το Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα[5] (KDP) του οποίου ηγέτης ήταν ο Masoud Barzani, γιος του Mustafa Barzani, συνεργαζόταν με τις Ιρανικές δυνάμεις καταλαμβάνοντας συνοριακές θέσεις το 1983. Μέχρι το 1985, η κουρδική εξέγερση είχε αρχίσει να αποδυναμώνεται λόγω του ότι ο αρχηγός  της Πατριωτικής Ένωσης του Κουρδιστάν[6] (PUK), Jalal Talabani, αρνήθηκε να συνδράμει τον αγώνα του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος (KDP) και συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με την Κυβέρνηση Saddam Hussein. Εντούτοις, στα μέσα του 1985 εγκατέλειψε αυτή του την τακτική και αποφάσισε να λάβει μέρος στον αντιστασιακό αγώνα των Κούρδων κατά του Ιράκ. Έτσι, για πρώτη φορά Τουρκία και Ιράκ βρέθηκαν ταυτόχρονα αντιμέτωπες με την κουρδική εξέγερση.

To 1988 οι ιρανικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Halabja,[7] πόλη που βρισκόταν στο Ιρακινό Κουρδιστάν, προκαλώντας ανησυχία στην Τουρκία ότι θα καταλάμβαναν και το Kirkuk. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, το Ιράκ πραγματοποίησε επιχείρηση ανακατάληψης της Halabja[8] χρησιμοποιώντας χημικά όπλα και ανάγκασε το Ιράν να αποδεχθεί την κατάπαυση του πυρός.[9]

Όπως ήταν λογικό, η βίαιη καταστολή των κουρδικών εξεγέρσεων στο Βόρειο Ιράκ και η καταστροφή 800 και πλέον κουρδικών χωριών δημιούργησε πλήθος προσφύγων. Τουλάχιστον 250.000 Κούρδοι πρόσφυγες κατέφυγαν στο Κεντρικό και Νότιο Ιράκ. Τον Αύγουστο του 1988, το Ιράκ εξαπέλυσε νέα επίθεση με χημικά όπλα εναντίον των Κούρδων που κατοικούσαν στα σύνορα Τουρκίας-Ιράκ, με αποτέλεσμα οι Κούρδοι πρόσφυγες να καταφύγουν στο Ιράν και όταν αυτό έκλεισε τα σύνορά του, στράφηκαν μαζικά στα τουρκικά σύνορα. Η Άγκυρα αντιμετώπισε ένα σοβαρό δίλημμα. Από τη μια πλευρά η διεθνής κοινότητα ασκούσε πιέσεις στην Τουρκία να δεχθεί τους Κούρδους πρόσφυγες, ενώ από την άλλη πλευρά η τουρκική κοινή γνώμη διατηρούσε αρνητική στάση απέναντι στους Κούρδους λόγω της οκταετούς διαμάχης της Τουρκίας με το ΡΚΚ. Αρχικά, η Τουρκία διεμήνυσε πως τα σύνορά της με το Ιράκ είχαν κλείσει και πως οι πρόσφυγες που είχαν εισβάλει στα τουρκικά σύνορα είχαν επιστραφεί στο Ιράκ. Αργότερα όμως, έπειτα από τις διεθνείς πιέσεις, η Τουρκία αναγκάστηκε να δεχθεί τους Κούρδους πρόσφυγες.[10]

To Ιράκ ζήτησε άδεια από την Τουρκία να ασκήσει το δικαίωμα «ταχείας επέμβασης»[11] στα τουρκικά εδάφη, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του 1984.[12] Παρόλο που η Τουρκία είχε ασκήσει τρεις φορές κατά το παρελθόν το δικαίωμα «ταχείας επέμβασης» στο έδαφος του Ιράκ εναντίον των Κούρδων, απέρριψε το αίτημα του Ιράκ, έπειτα από τις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας. Η Τουρκία, παρότι διεμήνυσε ότι οι Κούρδοι επρόκειτο να αφοπλισθούν προκειμένου να μην προβούν σε καμία εχθρική πράξη εναντίον του Ιράκ, το Ιράκ κατήργησε το πρωτόκολλο.[13]

Τελικά, τον Σεπτέμβρη του 1988 η Τουρκία δέχτηκε 63.000 Κούρδους πρόσφυγες, οι οποίοι διέμεναν σε 12 χωριστούς καταυλισμούς στη Νοτιοανατολική  Ανατολία.[14] Παρά το γεγονός ότι βρέθηκε αντιμέτωπη με μια προσφυγική κρίση, η Τουρκία σταμάτησε πλέον να βλέπει τους Κούρδους του Ιράκ ως εχθρούς. Σύμφωνα με δήλωση του Güneş Taner, ο Turgut Özal άρχισε πλέον να βλέπει τον Ιρακινό δικτάτορα Saddam Hussein ως έναν αιμοσταγή δικτάτορα, ο οποίος καταστρατηγούσε τα ανθρώπινα δικαιώματα και πίστευε ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα χημικά του όπλα ακόμα και εναντίον της Τουρκίας.

Ήταν εμφανές ότι η αρνητική στάση της Τουρκίας ως προς το αίτημα «ταχείας επέμβασης» του Ιράκ, καθώς και η προϋπάρχουσα διαφορά των δύο χωρών στο ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων του Ευφράτη, οδήγησε για πρώτη φορά τις σχέσεις τους σε αδιέξοδο. Οι δύο χώρες, έπειτα από χρόνια συνεργασία μεταξύ τους, οδηγούνταν σε διαμάχη πριν από την ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ.[15]

 Η Στάση της Τουρκίας Κατά τη Διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου (1991)-Συνέπειες

Είναι γνωστό ότι η εν γένει πολιτική της Τουρκικής Δημοκρατίας, ενώ υπήρχε η Σοβιετική Ένωση, καθοδηγείτο από το δόγμα «ειρήνη στη χώρα, ειρήνη στον κόσμο», το οποίο είχε υιοθετήσει ο ιδρυτής της, Mustafa Kemal Atatürk. Η διάλυση όμως της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία οδήγησε στην ανεξαρτησία των τουρκόφωνων δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας, έδωσε στο στρατιωτικό και διπλωματικό κατεστημένο της Άγκυρας νέες δυνατότητες για την άσκηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ειδικότερα, η σύγκρουση στα Βαλκάνια[16] αφύπνισε τις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας προς τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων.

Ωστόσο, η μεταψυχροπολεμική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας αλλά και ο τουρκικός γεωστρατηγικός σχεδιασμός της προς την Κεντρική Ασία γίνεται αντικείμενο αυστηρής κριτικής από τον ακαδημαϊκό Ahmet Davutoğlu,[17] ο οποίος υπογραμμίζει την «ανετοιμότητα της Τουρκίας να ανταποκριθεί στα δεδομένα της μεταψυχροπολεμικής εποχής», εφόσον δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το τέλος του «στατικού διεθνούς διπολικού συστήματος» και τη δημιουργία ενός «δυναμικού πολύπλευρου διεθνούς συστήματος», ώστε να προσαρμόσει αναλόγως τις στρατηγικές και την εξωτερική πολιτική της.[18]

Με δεδομένη λοιπόν την «ανετοιμότητά» της να διαμορφώσει μια νέα εξωτερική πολιτική, η Τουρκία δεν μπόρεσε, μετά την αλλαγή που επήλθε, να ασκήσει ή να διεκδικήσει κάποιο ρόλο στην ιστορική αυτή πρόκληση. Και ενώ οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί γιόρταζαν την ιστορική νίκη του συστήματος των δυτικών αξιών, η Τουρκία βρισκόταν στο περιθώριο. Βέβαια εν μέρει δικαιολογείται η στάση αυτή της Τουρκίας έναντι της αλλαγής που επήλθε δεδομένου ότι η Ε.Σ.Σ.Δ. παρέμενε ως εξωτερική απειλή για την Τουρκία μέχρι την πλήρη κατάρρευσή της στα τέλη του 1991. Έτσι, ο διαρκής χαρακτήρας της απειλής από τη σοβιετική υπερδύναμη προς την Τουρκία καθιστούσε αναγκαίο το συνεχιζόμενο σεβασμό προς τη Μόσχα, μια πρακτική αντίθετη με εκείνη των Η.Π.Α. και των Δυτικοευρωπαίων.

Η στάση αυτή της Τουρκίας σε ό,τι αφορά την υφιστάμενη αυτή αλλαγή σε συνδυασμό με τη διάλυση μεγάλου μέρους της στρατιωτικής υποδομής του ΝΑΤΟ,[19] αφού έπαψε να υφίσταται η απειλή πολέμου από την Ανατολή, δικαιολογεί την όποια διστακτικότητα για πανηγυρισμούς. Διαπιστώνεται έτσι η έλλειψη δυτικής αλληλεγγύης προς την Τουρκία η οποία εκδηλώνεται με διαφορετικές ενέργειες και πρακτικές. Η εισβολή όμως του  Saddam Hussein στο Κουβέιτ και η προσάρτησή του στο Ιράκ αποτέλεσαν μια πρόκληση τόσο στα διεθνώς ισχύοντα, όσο και στην ίδια τη διεθνή τάξη. Η αντιμετώπιση μιας επιθετικής δύναμης, εν προκειμένω του Ιράκ, που τολμούσε να αναθεωρεί τα δεδομένα 40 ετών σε μια περιοχή υψηλής στρατηγικής αξίας, ήταν μία έγκαιρη υπενθύμιση της χρησιμότητας που είχε η στρατηγική συνεργασία μεταξύ των μελών της δυτικής συμμαχίας.

Η νέα αυτή πρόκληση, της εισβολής δηλαδή του Ιράκ στο Κουβέιτ, ήταν η λιγότερο επιθυμητή για την Τουρκία και αυτό διότι η κρίση εκδηλώθηκε στη Μέση Ανατολή, μια περιοχή που ήταν τυπικά εκτός ορίων, ώστε να μπορεί η Τουρκία να διαδραματίσει ένα ξεκάθαρο ρόλο μέσα στην οργάνωση και να παρακολουθήσει με ικανοποίηση τα μέλη της δυτικής συμμαχίας να συμφωνούν μεταξύ τους. Τα νέα δεδομένα επιβάρυναν την Τουρκία με διάφορες περιπλοκές. Η πρώτη περιπλοκή ήταν ότι η κρίση διαδραματίστηκε σε μια περιοχή όπου η Τουρκία είχε διατηρήσει προηγουμένως το δικαίωμα να διαχωρίζει τα τοπικά της συμφέροντα από εκείνα της συμμαχίας. Ειδικότερα, μετά την ταπεινωτική κατάρρευση της Συνθήκης της Βαγδάτης, η Τουρκία είχε διαχωρίσει τις στρατηγικές-συμμαχικές υποχρεώσεις της από τις περιφερειακές σχέσεις στη Μέση Ανατολή. Δεύτερον, ο Πόλεμος του Κόλπου πραγματοποιήθηκε σε μια περιοχή στην οποία η κυρίαρχη τάξη αλλά και η κοινή γνώμη της Τουρκίας έβλεπαν με επιφύλαξη την οποιαδήποτε εμπλοκή, λόγω και των οδυνηρών εμπειριών στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η προοπτική λοιπόν να χυθεί τουρκικό αίμα στην άμμο της Αραβίας ήταν κάτι το οποίο ο τουρκικός λαός ενστικτωδώς απέρριπτε. Μια τρίτη περιπλοκή δημιουργούσε η προσοδοφόρα οικονομική σχέση της Τουρκίας με το Ιράκ, η οποία είχε καλλιεργηθεί και σφυρηλατηθεί στη διάρκεια του πολέμου της χώρας αυτής με το Ιράν. Όμως, η Τουρκία δεν δίστασε πολύ να συμπαραταχθεί με το σύνολο των χωρών που τάσσονταν υπέρ της αντιπαράθεσης με το Ιράκ.

Η ιδιαίτερη σπουδή της Τουρκίας να στηρίξει τις διεθνείς κυρώσεις που επιβλήθηκαν στο Ιράκ και να διαδραματίσει πρωταρχικό ρόλο στην εφαρμογή τους αποτέλεσε κύριο μέλημα του τότε Τούρκου Προέδρου Turgut Özal. Διότι χωρίς την άμεση και σαφή απόφασή του να κλείσει τους δύο αγωγούς πετρελαίου του Ιράκ που διασχίζουν την Τουρκία, η Σαουδική Αραβία πιθανότατα να ήταν διστακτική σε αντίστοιχη ενέργεια με τον αγωγό IPSA-2[20] που από το Ιράκ καταλήγει στο σταθμό Yanbu[21] στην Ερυθρά Θάλασσα. Τέτοιου είδους αποφάσεις ήταν κρίσιμες για τη στάση της σαουδαραβικής ηγεσίας να επιτρέψει ή όχι στις Η.Π.Α. να χρησιμοποιήσουν το βασίλειό της ως βάση στρατιωτικής δράσης για την εκδίωξη των Ιρακινών από το Κουβέιτ, γεγονός που δε θα μπορούσε να εξασφαλιστεί με την επίκληση των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας.[22] Όμως, η απόφαση αυτή του Özal εφαρμόζεται μόνο στο ξεκίνημα της κρίσης, διότι στη συνέχεια υποχρεώθηκε να λάβει υπ’ όψιν τις εσωτερικές παρεμβάσεις και κυρίως την κοινή γνώμη η οποία ήταν αντίθετη με το ενδεχόμενο ανάπτυξης τουρκικών δυνάμεων στον Κόλπο. Για το λόγο αυτό η Τουρκία δεν έστειλε έστω και συμβολική δύναμη στρατιωτών να συμμετάσχει στο Διεθνή Συνασπισμό,[23] περιοριζόμενη μόνο να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση από τις Η.Π.Α. των κοινών αεροπορικών βάσεων για την πραγματοποίηση πτήσεων για το βομβαρδισμό στρατιωτικών στόχων του Ιράκ, τον Ιανουάριο του 1991.

 Εικόνα 1: «Η Επιχείρηση Καταιγίδα της Ερήμου»

 

Πηγή: www.researchgate.net.

 Αν και η Τουρκία λόγω των προκαταλήψεων της κοινής γνώμης δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί πλήρως τις πολιτικές ευκαιρίες, εντούτοις η κρίση του Ιράκ-Κουβέιτ, της έδωσε τη δυνατότητα μιας σημαντικής επιτυχίας, κυρίως ως προς την επιβεβαίωση της γεωστρατηγικής υπεροχής της στην περιοχή. Παρόλο που η Κρίση του Κόλπου παγώνει την υποστήριξη των Η.Π.Α. προς την Τουρκία σε μια μεταβατική περίοδο του διεθνούς συστήματος, για την πλειοψηφία των Τούρκων η κρίση αυτή δημιουργεί ένα αίσθημα απογοήτευσης που αγγίζει τα όρια της δυσφορίας, αφού αντιμετωπίζεται «σαν μια παρτίδα πόκερ που έπαιξε ο Özal, χωρίς όμως να αποδώσει τα αναμενόμενα». Σε γενικές γραμμές, η Κρίση του Κόλπου, υπήρξε μια χαμένη ευκαιρία της Τουρκίας ώστε να προσδεθεί σε μια νέα, βασισμένη σε συγκεκριμένους κανόνες αλληλεγγύη, μεταξύ συμμάχων οι οποίοι είχαν συνεργαστεί κατά τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου.[24]

Διαφορετική όμως φαίνεται η προσέγγιση την οποία επιχειρεί ο καθηγητής Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματα του Πολέμου του Κόλπου για την Τουρκία. Κατά την άποψή του, βραχυπρόθεσμα αλλά και μεσοπρόθεσμα, η κρίση και η συνολική εμπλοκή της Τουρκίας στον Πόλεμο του Κόλπου, υπήρξε γι’ αυτήν «ευεργετική, τόσο στο οικονομικό και πολιτικό-διπλωματικό όσο και στο ευρύτερο γεωπολιτικό επίπεδο», ενώ κατ’ αρχήν έδειξε να επιτυγχάνει και τον άλλο στόχο που είχε θέσει η πολιτική ηγεσία για «στρατηγική αναβάθμιση και νέο ρόλο της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή». Ακόμα τα κέρδη της αποτυπώθηκαν τόσο σε οικονομική βοήθεια, ύψους 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που έλαβε από τις ανεπτυγμένες χώρες, Γερμανία, Ιαπωνία, Η.Π.Α., αραβικές χώρες,  ως αποζημίωση για αντίστοιχες απώλειες που είχε λόγω της εμπλοκής της στην κρίση, καθώς και στον εμπορικό αλλά κυρίως στο στρατιωτικό τομέα εφόσον ανταμείφθηκε με την προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων, αξίας 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ανάλογα ήταν τα οφέλη της και στο διπλωματικό επίπεδο, αφού με παρέμβαση των Η.Π.Α., αναθερμάνθηκαν οι ελπίδες της Άγκυρας για αναβάθμιση των σχέσεών της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες κατέληξαν το 1995 στη συμφωνία για πλήρη τελωνειακή σύμβαση. 

Στα αρνητικά βέβαια της πολιτικής που ακολουθήθηκε από την Τουρκία στον Πόλεμο του Κόλπου εντάσσεται η αδυναμία της να επιτύχει έναν από τους κύριους στρατηγικούς της στόχους, δηλαδή να αποκτήσει ρόλο ηγεμόνα στην περιοχή.[25]

 

Εικόνα 2: «Οι Συμμαχικές Επιχειρήσεις στον Πόλεμο του Κόλπου»

Πηγή: kc-johnson.com/history-3445-gulfwar.

Η Στάση της Τουρκίας Κατά τη Διάρκεια του Πολέμου στο Ιράκ (2003)-Συνέπειες

 Το Βόρειο Ιράκ αποτελούσε πάντα για την Τουρκία σημείο αναφοράς το οποίο καθόριζε την εκάστοτε εξωτερική πολιτική της, τόσο στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 αλλά και αργότερα, μέχρι και σήμερα. Το πρόβλημα, πιεστικό και ακανθώδες, αναγκάζει την Τουρκία σε προσεκτικές διπλωματικές κινήσεις τις οποίες προσαρμόζει ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες, τόσο στη συγκεκριμένη όσο και στην ευρύτερη περιοχή. Η κατάσταση στο Βόρειο Ιράκ, μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, παρουσίαζε μια σειρά από δυσκολίες για την Τουρκία. Το γεγονός ότι η Τουρκία μετείχε στην Επιχείρηση Παροχή Βοήθειας ΙΙ (OPC 2) [26]  με αντικειμενικό σκοπό να κρατήσει μακριά από τα βόρεια της χώρας τις Ιρακινές δυνάμεις, προστατεύοντας έτσι τους Ιρακινούς Κούρδους μέσω της επιβολής μιας ζώνης στην οποία απαγορεύονταν οι πτήσεις βορείως του 36ου παραλλήλου, οδήγησε εν τέλει τους Ιρακινούς Κούρδους σε μια de facto κυριαρχία του Βορείου Ιράκ.[27]

Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν να δημιουργηθεί ένα πολιτικό κενό στο βόρειο τμήμα του Ιράκ, λόγω υποχώρησης του ιρακινού κράτους με αποτέλεσμα το τμήμα αυτό να χρησιμοποιείται από το ΡΚΚ ως εφαλτήριο για αντάρτικες επιχειρήσεις στη νοτιοανατολική περιοχή της Τουρκίας.[28]

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου η Τουρκία είχε μια μοναδική «δεύτερη ευκαιρία» να παρουσιαστεί ως ο στρατηγικός παράγοντας σταθερότητας που θα αναζητούσε η Δύση για την αντιμετώπιση των ασύμμετρων απειλών της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η Τουρκική Δημοκρατία μπορούσε να αποτελέσει ένα μοντέλο μίμησης για το σταδιακό εκδημοκρατισμό των αραβοϊσλαμικών κοινωνιών που αποτελούσαν τις βάσεις εκκίνησης της AlQaeda.[29] Οι Η.Π.Α., διά του Υφυπουργού Άμυνας Paul Wolfowitz, εξέφρασαν σαφώς στο Διεθνές Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου[30] το 2002 την αμερικανική υποστήριξη στο τουρκικό παράδειγμα ισλαμικής δημοκρατίας, λέγοντας ότι «έχουμε έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ, την Τουρκία, που αποτελεί υπόδειγμα για τις προσδοκίες του μουσουλμανικού κόσμου, όσον αφορά στη δημοκρατική διαδικασία και την ευημερία». Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η επικεφαλής της αμερικανικής κυβέρνησης Madeleine Albright, υπογραμμίζοντας τη γεωπολιτική θέση και το γεωστρατηγικό ρόλο της Τουρκίας.

Σαφής επίσης είναι η υποστήριξη των Η.Π.Α. στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά όμως τις προσπάθειες των Αμερικανών για υποστήριξη της Τουρκικής Δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα στη συγκεκριμένη κρίσιμη χρονική συγκυρία της εισβολής στο Ιράκ και παρά την υποστήριξη τόσο της πολιτικής όσο και της στρατιωτικής ηγεσίας σχετικά με την ανάπτυξη 62.000 αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στα εδάφη της Τουρκίας, ήταν το τουρκικό κοινοβούλιο που τελικά απαγόρευσε, με απόφασή του την 1η Μαρτίου 2003, τη διπλωματική συμπαράταξη της Άγκυρας με τις Η.Π.Α. σε ένα τόσο ζωτικής σημασίας θέμα για την Υπερδύναμη. Το ίδιο το κοινοβούλιο αποφάσισε να αγνοήσει ακόμα και τη σαφή προτροπή του στρατεύματος για μια δεύτερη ψηφοφορία, την 5η Μαρτίου 2003, που θα ικανοποιούσε το αμερικανικό αίτημα ανοίγματος ενός βορείου μετώπου.

Το κόστος για την Τουρκία στον οικονομικό αλλά κυρίως στο γεωπολιτικό τομέα ήταν μεγάλο, αφού δεν έλαβε την οικονομική βοήθεια των 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων που της είχε υποσχεθεί η Washington, ενώ απώλεσε το ειδικό στρατιωτικό βάρος που είχε ως θεματοφύλακας των γεωπολιτικών τετελεσμένων του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου.[31]

Όπως αναφερθήκαμε στην αρχή του κεφαλαίου, το Ιράκ αποτελούσε σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, αφού αυτή συνδέεται με τα θεμελιώδη συμφέροντα της στο χώρο αυτό. Με την απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου να αρνηθεί ουσιαστικά τη συμμετοχή της Τουρκίας στην επιχείρηση Συμμαχικού Συνασπισμού εναντίον του Ιράκ, διατυπώνονται οι φόβοι που υπήρχαν αναφορικά με το αποτέλεσμα της συμμαχικής επέμβασης στο Ιράκ, τον Μάρτιο του 2003.[32]

Οι φόβοι αυτοί διατυπώνονται σαφέστατα στο «Ειδικό Υπόμνημα» (Special Report) του Αμερικανικού Ινστιτούτου Ειρήνης,[33] σύμφωνα με το οποίο: «Η επιχείρηση του συνασπισμού, επικεφαλής του οποίου ήταν οι Η.Π.Α., στο Ιράκ άλλαξε τα θεμελιώδη συμφέροντα της Τουρκίας σε αυτό, τα οποία έχουν 4 πτυχές: 1) Πρόληψη της διαίρεσης του Ιράκ κατά μήκος διαχωριστικών ή εθνικών γραμμών, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα ανεξάρτητο ή συνομόσπονδο κουρδικό κράτος, υποστηρίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο φιλοδοξίες για δημιουργία παρόμοιας οντότητας από τον εκτεταμένο κουρδικό πληθυσμό της Τουρκίας. 2) Προστασία της Τουρκμενικής μειονότητας[34] η οποία διαμένει στο Βόρειο Ιράκ. 3) Εξόντωση του ΡΚΚ και του Τουρκοκουρδικού Επαναστατικού Κινήματος, το οποίο έχει αναζητήσει καταφύγιο στο Βορειοανατολικό Ιράκ μετά την ήττα του το 1991. 4) Πρόληψη της εμφανίσεως, ενός ενδεχομένως εχθρικού μη δημοκρατικού ζηλωτιστικού Ιρακινού κράτους».

Σε άλλο σημείο του «Ειδικού Υπομνήματος» συσχετίζονται οι τουρκικοί φόβοι με τη συμπεριφορά της έναντι της αγγλοαμερικανικής επέμβασης και τονίζονται τα προβλήματα που η συμπεριφορά αυτή δημιούργησε στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις  λέγοντας: «Οι τουρκικοί προβληματισμοί αντανακλούν τη βαθιά ανησυχία που τρέφει η Τουρκία αναφορικώς με τον αντίκτυπο που θα είχε η κουρδική ανεξαρτησία ή μια ισχυρή αυτονομία στο Ιράκ στο δικό της εγχώριο κουρδικό πληθυσμό. Έχοντας απορρίψει το αίτημα των Η.Π.Α. να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο κατά του Ιράκ, η Τουρκία ευρέθη με περιορισμένη επιρροή στο Ιράκ και δεν γνωρίζει πως θα μπορέσει να διαμορφώσει την μελλοντική πορεία των γεγονότων. Οι Τούρκοι αντιλαμβάνονται ότι οι Κούρδοι του Ιράκ έχουν αποκτήσει προνομιακή θέση ως αποτέλεσμα της άνευ όρων υποστηρίξεώς τους για την ανατροπή του καθεστώτος του Saddam Hussein στο Ιράκ και την κατάληψη της χώρας από τις δυνάμεις των συμμάχων».

Από αυτό προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας δεν θα έχει ευχάριστες εξελίξεις εξαιτίας της συγκεκριμένης στάσης της στην αγγλοαμερικανική επέμβαση. Οι σχέσεις της Τουρκίας με τις Η.Π.Α., έχουν υποστεί πλήγματα «παρά την αμοιβαία επιθυμία τους για ένα ενωμένο, ευημερούν και δημοκρατικό ιρακινό κράτος το οποίο θα μπορέσει να λειτουργήσει στο μέλλον ως αντίπαλο δέος έναντι του Ιράν. Γενικότερα, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις έχουν διαρραγεί λόγω της ελλείψεως κατανοήσεως και εμπιστοσύνης, οι οποίες προκαλούνται κυρίως από την έλλειψη συμφωνίας αναφορικώς με τις μελλοντικές εξελίξεις στο Ιράκ». Σαφής, όπως προκύπτει, η διαφορά αντιλήψεων μεταξύ Άγκυρας και Washington στο κουρδικό ζήτημα η οποία συνίσταται στην αντιμετώπιση της αυτονομίας και ανεξαρτησίας των κουρδικών πληθυσμών του Βορείου Ιράκ, γεγονός που επιθυμούν μεν οι Η.Π.Α. αλλά όχι η Άγκυρα.[35]

Eικόνα 3: «Οι Ζώνες Απαγόρευσης Πτήσεων στο Ιράκ» 

Πηγή: en.wikipedia.org. 

Συμπέρασμα

 Ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά αποτελέσματα του τερματισμού του Ψυχρού Πολέμου ήταν η εξαφάνιση της στρατηγικής ισορροπίας μεταξύ των υπερδυνάμεων, Η.Π.Α. και Ε.Σ.Σ.Δ., που λειτουργούσε ως ένα ελεγκτικό εργαλείο. Η διάλυση της ευρασιατικής ηπειρωτικής δύναμης, δηλαδή της Ε.Σ.Σ.Δ., δημιούργησε ένα σοβαρό πεδίο δράσης για τις γειτονικές περιφερειακές δυνάμεις αλλά και τα μικρά περιφερειακά κέντρα ισχύος στις εγκαταλελειμμένες περιοχές. Στη βάση των νέων δεδομένων τόσο οι κυρίαρχες δυνάμεις των Η.Π.Α. ως μοναδική πλέον παγκόσμια δύναμη αλλά και οι περιφερειακές αντίστοιχα, όπως η Τουρκία, αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τη νέα στρατηγική της εξωτερικής τους πολιτικής. Για τις Η.Π.Α. η νέα τάξη πραγμάτων υπήρξε η βασική έννοια μιας νομιμοποιητικής ρητορικής κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου και απέκτησε έναν ειδικό χώρο λειτουργίας στο πλαίσιο αυτό.

Τα φοβικά σύνδρομα που διακατείχαν την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας αλλά κυρίως την κοινή γνώμη στην προοπτική δημιουργίας ενός αυτόνομου κουρδικού κράτους, οδήγησε το τουρκικό κοινοβούλιο στην αρνητική απόφαση για εξυπηρέτηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων να επέμβουν στο Ιράκ μέσω των τουρκικών εδαφών. Όσο κι αν η απόφαση αυτή είχε μεγάλες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες για την Τουρκία αφού απώλεσε το «ειδικό στρατιωτικό της βάρος» ως θεματοφύλακας του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου και ταυτόχρονα διατάραξε τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, επικράτησε η πολιτική της άρνησης ανεξαρτήτως των συνεπειών που είχε για την ίδια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Τουρκία ενήργησε με γνώμονα τη διατήρηση του status quo που βασίζεται στην ισορροπία νερού/πετρελαίου και που εν τέλει εκφράζει μια παραδοσιακή εξωτερική πολιτική.

Εικόνα 4: «Η Εισβολή των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Ιράκ (2003)»

Πηγή: www.socialstudies.com.

Βιβλιογραφία

  1. Hale, William, Turkey, the US and Iraq, Middle East Institute at SOAS, London, 2007.
  2. Oran, Baskin, Turkish Foreign Policy, 1919-2006 Facts and Analyses with Documents, trans. Mustafa Akşin, The University of Utah Press, Salt Lake City, 2010.
  3. Regan, Geoffrey, Μάχες που Άλλαξαν την Ιστορία 50 Αποφασιστικές Μάχες σε 2.500 Χρόνια Πολέμων, Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2007.
  4. Robins, Philip, Turkey and the Middle East, Printer Publishers Limited, New York, 1991.
  5. Γιαλλουρίδης, Χριστόδουλος, Η Τουρκία στον 21ο Αιώνα Ο Μακρύς Δρόμος προς την Ευρώπη, Εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα, 2004.
  6. Μάζης, Ιωάννης, Θ., Η Γεωπολιτική της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και η Τουρκία, Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη.
  7. Νταβούτογλου, Αχμέτ, Το Στρατηγικό Βάθος Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010.
  8. Πάπυρος Larousse Το Παπυράκι, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 2003.
  9. Ρόμπινς, Φίλιπ, Στρατός και Διπλωματία Η Τουρκική Εξωτερική Πολιτική από την Έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα, 2004.

 

Ηλεκτρονικές Πηγές

 

  1. wikipedia.org.
  2. www.kc-johnson.com/history-3445-gulfwar.
  3. quran.com.
  4. www.researchgate.net.
  5. www.socialstudies.com.
  6. www.thekurdishproject.org.

 

  • MSc: «Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές».

[1]. Βλ. Αχμέτ Νταβούτογλου, Το Στρατηγικό Βάθος Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, μτφ. Νικόλαος Ραπτόπουλος, επιμ. Νεοκλής Σαρρής, (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010), σελ.296.

[2]. Το Σύμφωνο της Βαγδάτης ή CENTO (Central Τreaty Organization: Οργάνωση Χωρών Κεντρικού Συμφώνου) ήταν οργανισμός αμοιβαίας ασφάλειας στον οποίο συμμετείχαν το Ιράν, η Μεγάλη Βρετανία, το Πακιστάν και η Τουρκία. Τροποποιήθηκε το 1959 και διαλύθηκε το 1979. Βλ. Πάπυρος Larousse Το Παπυράκι, (Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 2003), σελ.828.

[3]. Η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών διήρκησε από το 1980 έως το 1988.

  1. Το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν ιδρύθηκε το 1974 ως μια μαρξιστική-λενινιστική επαναστατική ομάδα που αποτελείται κατά κύριο λόγο από Κούρδους της Τουρκίας. Επειδή η κυβέρνηση της Τουρκίας έχει αρνηθεί στους Κούρδους βασικά πολιτικά, πολιτιστικά και γλωσσικά δικαιώματα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 το PKK δραστηριοποιήθηκε πέρα ​​από ανταρτικές, επαναστατικές κινήσεις στην ύπαιθρο χώρα και σε πράξεις αστικής τρομοκρατίας στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος στην νοτιοανατολική Τουρκία, όπου υπάρχει κυρίως κουρδικός πληθυσμός. Βλ. PKK: The Kurdistan Worker’s Party, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

[5]. Το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν σχηματίστηκε το 1946 υπό την αρχηγία του Mullah Mustafa-al-Barzani στην κατεχόμενη, από τη Σοβιετική Ένωση, περιοχή του Βόρειου Ιράν την οποία και ονόμασε Δημοκρατία του Mahabad. Ήταν ανάγκη να οργανωθούν τα 30 εκατομμύρια των Κούρδων, του μεγαλύτερου έθνους χωρίς κρατική οντότητα της Μέσης Ανατολής, οι οποίοι ζουν ως μειονοτικοί πληθυσμοί την Τουρκία, στο Ιράκ και στο Ιράν διεκδικώντας αυτονομία και ανεξαρτησία. Βλ. Kurdish Democratic Party, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

[6]. Η Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν σχηματίστηκε στο Ιράκ, όπου όλες οι λειτουργίες της κεντρικής κυβέρνησης εκτελούνταν από τοπικούς διοικητές, επί το πλείστον Κούρδους,  στα τέλη του 1970 υπό την αρχηγία του  Jalal Talabani. Υποστηρικτές του ήταν κυρίως αστικοί πληθυσμοί και ριζοσπάστες. Τοπικό κοινοβούλιο και τοπική διοίκηση εξελέγησαν το 1992 αλλά οι έριδες μεταξύ Κούρδων και ιρακινών πολιτικών σχηματισμών της περιοχής, καθώς και μεταξύ του PUK και του  KDP εμπόδισαν την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλίου το οποίο συνήλθε για τελευταία φορά τον Μάιο του 1995. Βλ. Patriotic Union of Kurdistan, διαθέσιμο στο: www.thekurdishproject.org.

 

[7]. Εννοούμε την Επιχείρηση Al-Anfal. Al-Anfal («Λάφυρα Πολέμου») ονομάζεται η επιχείρηση γενοκτονίας κατά των Κούρδων του Βορείου Ιράκ που εξαπέλυσε από το 1986 έως το 1989 το καθεστώς Saddam Hussein με σκοπό τη μαζική εξόντωσή τους. Ονομάστηκε έτσι από την 8η σούρα του Κορανίου που υπόσχεται την τιμωρία της φωτιάς σ’ αυτόν που αθέτησε τις υποσχέσεις του στο Θεό και τον Προφήτη Του. Για περαιτέρω πληροφορίες βλέπε Surah AlAnfal, διαθέσιμο στο: www.quran.com.

[8]. Πόλη του Ιρακινού Κουρδιστάν και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας.

[9]. Βλ. William Hale, Turkey, the US and Iraq, (Middle East Institute at SOAS, London, 2007), σελ.32-36.

[10]. Βλ. Philip Robins, Turkey and the Middle East, (Printer Publishers Limited, New York, 1991), σελ.67-69.

[11]. Ταχεία Επέμβαση (hot pursuit): Είναι νομικός όρος που περιγράφει το μέσω διεθνών συνθηκών καθιερωμένο δικαίωμα, εκ μέρους οργάνων επιβολής του νόμου να επεμβαίνουν με ταχύτητα εκτός της περιοχής δικαιοδοσίας και δικαιοπραξίας τους προκειμένου να συλλάβουν εγκληματίες ή να προλάβουν ζητήματα ασφαλείας. Βλ. Hot Pursuit, διαθέσιμο στο: www.merriam-webster.com.

[12]. Turkey-Iraq Security Protocol.

[13]. Baskın Oran, Turkish Foreign Policy, 1919-2006 Facts and Analyses with Documents, trans. Mustafa Akşin, (The University of Utah Press, Salt Lake City, 2010), σελ.603-604.

[14]. Τουρκικά: Güneydoğu Anadolu Bölgesi. Μια από τις επτά γεωγραφικές περιοχές της Τουρκίας. Οι υπόλοιπες έξι είναι οι εξής: i) Περιοχή Μαρμαρά (Marmara Bölgesi), ii) Περιοχή Αιγαίου (Ege Bölgesi), iii) Περιοχή Μεσογείου (Akdeniz Bölgesi), iv) Περιοχή Μαύρης Θάλασσας (Karadeniz Bölgesi), v) Περιοχή Κεντρικής Ανατολίας (İç Anadolu Bölgesi), vi) Περιοχή Ανατολικής Ανατολίας (Doğu Anadolu Bölgesi).

[15]. Βλ. William Hale, Turkey…, ό.π., σελ.38.

[16]. Εννοούμε τον Πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας (1991-95).

[17]. Τούρκος πολιτικός, ακαδημαϊκός και διπλωμάτης. Έχει διατελέσει πρωθυπουργός της Τουρκικής Δημοκρατίας από τις 28/8/2014 έως τις 24/5/2016.

[18]. Βλ. Ιωάννης Θ. Μάζης, Η Γεωπολιτική της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής και η Τουρκία, (Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2008), σελ.68-72.

[19]. Νοrth Αtlantic Τreaty Οrganizatiοn (Ελληνικά: Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου ή Ατλαντική Συμμαχία). Σύμφωνο συμμαχίας στο οποίο συμμετέχουν διάφορες χώρες με σκοπό τη διασφάλιση της αμοιβαίας και συλλογικής ασφάλειάς τους. Βλ. Πάπυρος…, ό.π., σελ.1200.

 

[20]. Iraqi Pipeline in Saudi Arabia (IPSA). Είναι ένα σύστημα αγωγών πετρελαίου, δυναμικότητας 1,65 εκατομμυρίων βαρελιών, που ρέει από τα σύνορα του Ιράκ, δια μέσου της Σαουδικής Αραβίας, στο λιμάνι Al-Mu’ajjiz στην Ερυθρά θάλασσα αλλά βρίσκεται εκτός λειτουργίας από τον Πόλεμο του Κόλπου.

[21]. Yanbu’ al Bahr: Λιμάνι της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα. Ανήκει στην επαρχία Al Madinah.

[22]. Το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας είναι ένας κλάδος της εκτελεστικής εξουσίας των Η.Π.Α., υπεύθυνο για να συντονίζει την πολιτική σε θέματα εθνικής ασφαλείας. Συχνά τίθεται επικεφαλής του ένας σύμβουλος εθνικής ασφαλείας και στελεχώνεται από ανώτερους αξιωματούχους από το στρατό, τη διπλωματία,  την αντικατασκοπεία, την εφαρμογή του νόμου και άλλα κυβερνητικά σώματα.

[23]. Ο Διεθνής Συνασπισμός αποτελείτο από τα εξής κράτη: Αφγανιστάν, Μπαχρέιν, Μπανγκλαντές, Τσεχοσλοβακία, Αίγυπτος, Γαλλία, Κουβέιτ, Μαρόκο, Ομάν, Νίγηρας, Πακιστάν, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Σενεγάλη, Συρία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μεγάλη Βρετανία και Η.Π.Α.. Η Γερμανία και η Ιαπωνία προσέφεραν οικονομική υποστήριξη και οπλισμό αντί για απευθείας πολεμική βοήθεια. Βλ. Geoffrey Regan, Οι Μάχες που Άλλαξαν την Ιστορία 50 Αποφασιστικές Μάχες σε 2.500 Χρόνια Πολέμων, (Εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα, 2007), σελ.218.

[24]. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός και Διπλωματία Η Τουρκική Εξωτερική Πολιτική από την Έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, (Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα, 2004), σελ.35-41.

[25]. Βλ. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, Η Τουρκία στον 21ο Αιώνα Ο Μακρύς Δρόμος προς την Ευρώπη, (Εκδόσεις Σιδέρης, Αθήνα, 2004), σελ.215-223.

[26]. Η Επιχείρηση Operation Provide Comfort II, ήταν μια επίδειξη δύναμης για να αποτρέψει νέες επιθέσεις Ιρακινών εναντίον Κούρδων. Ξεκίνησε στις 24 Ιουλίου του 1991, είχε περιορισμένη αποστολή με ανθρωπιστικές μόνο πτυχές και έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1996. Ενώ πολεμικά αεροσκάφη των  Η.Π.Α. περιπολούσαν στον ουρανό πάνω από το Βόρειο Ιράκ επιβάλλοντας ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, η Πολεμική Αεροπορία και τα αεροσκάφη ανεφοδιασμού μετέφεραν στρατεύματα και εξοπλισμό για την υποστήριξη αυτών των συνεχιζόμενων επιχειρήσεων.

[27]. O Necmettin Erbakan είχε χαρακτηρίσει την Επιχείρηση Παροχή Βοήθειας ΙΙ ως «μια νέα πρακτική των Σεβρών». Βλ. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός…, ό.π., σελ.136.

[28]. Βλ. Φίλιπ Ρόμπινς, Στρατός…, ό.π., σελ.43.

[29]. Διεθνές τρομοκρατικό δίκτυο που ιδρύθηκε από τον Osama bin Laden στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Επιδιώκει να απαλλαγούν οι μουσουλμανικές χώρες από τη βέβηλη επιρροή της Δύσης και να αντικαταστήσει τις κυβερνήσεις τους με φονταμενταλιστικά ισλαμικά καθεστώτα.

[30]. International Security Conference in Munich.

[31]. Βλ. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, Η Τουρκία…, ό.π., σελ.225-233.

[32]. Επιχείρηση Ελευθερίας του Ιράκ (Operation Iraqi Freedom).

[33]. United States Institute of Peace (USIP).

[34]. Τουρκμένιοι ή Τουρκομάνοι: Λαός, ογουζικής καταγωγής που κατοικεί κυρίως στο Ιράκ. Είναι σουνίτες μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα και ομιλούν μια γλώσσα της τουρκικής ομάδας, την Τουρκμενική.

[35]. Βλ. Ιωάννης Θ. Μάζης, Η Γεωπολιτική…, ό.π., σελ.204-207.

Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰

Σε μια επιχείρηση επαναπροσέγγισης των Κούρδων ψηφοφόρων, οι οποίοι θεωρούνται καθοριστικός παράγοντας για τις εκλογές της 23ης Ιουνίου στην Κων/πολη, φαίνεται να προχωρά ο Ερντογάν παίζοντας το «χαρτί» του Οτζαλάν και επιτρέποντας την επίσκεψη των δικηγόρων του για πρώτη φορά μετά από οκτώ χρόνια. Ειρήσθω εν παρόδω,οι νέες δημοσκοπήσεις, που εξετάζονται με φειδώ λόγω της μεγάλης πιθανότητας νοθείας στις εκλογές, δείχνουν την μέχρι στιγμής υπεροχή του υποψήφιου του CHP για την Κων/πολη, Εκρέμ  Ιμάμογλου.

Η χρονική «σύμπτωση» της απόφασης του Ανώτατου Εκλογικού Συμβουλίου (YSK) για επαναληπτικές στην Κων/πολη με την είδηση της επίσκεψης στη φυλακή των δικηγόρων του ηγέτη του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), ενίσχυσε τη φημολογία περί συνεργασίας του AKP με τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν(ο οποίος ποτέ δεν ασπάστηκε τη ρητορική Ντεμιρτάς), με σκοπό να εμποδιστεί η υποστήριξη του HDP στον Ιμάμογλου. Όπως φαίνεται το κυβερνών κόμμα, το οποίο κατηγόρησε την αντιπολίτευση για συμμαχία με το ΡΚΚ, ξεκίνησε συνομιλίες με τον ηγέτη του προκειμένου να πάρει πίσω το σημαντικότερο μητροπολιτικό δήμο της χώρας. Συνέχεια ανάγνωση

Σύμφωνα με τον Εκρέμ Ντουμανλί «δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε το σχέδιο Ερντογάν. Μετά τις γενικές εκλογές του Ιουνίου του 2015, όταν έχασε την αυτοδυναμία για πρώτη φορά σε 13 χρόνια, ανάγκασε το κοινοβούλιο να διεξάγει νέες εκλογές, χρησιμοποιώντας ως αφήγημα τις απειλές ασφάλειας και τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης της χώρας». Επανάληψη της ίδιας τακτικής παρατηρήθηκε και μετά τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 2019, όπου το AKPέκανε λόγο για πραξικόπημα οργανωμένο από «σκοτεινές δυνάμεις» του εξωτερικού σε συνεργασία με εγχώριες δυνάμεις, με πρώτο στόχο την «άλωση» της Κων/πολης.

Το κυβερνών κόμμα θεωρεί ότι το HDPέπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απώλεια της Κων/πολης. Το «βαθύ κράτος» της Τουρκίας και το «βαθύ ΡΚΚ» φαίνεται να αναζητούν τρόπους εξάλειψης της επιρροής των Κούρδων στις επαναληπτικές. Η κίνηση να επιτραπεί τη δεδομένη στιγμή η επίσκεψη των δικηγόρων του Οτζαλάν,δημιούργησε υποψίες ότι οι δύο οντότητες προσπαθούν να καταρτίσουν έναν οδικό χάρτη για τις εκλογές. Όπως τονίζει ο Ντουμανλί, η επιρροή του Οτζαλάν δεν πρέπει να υποτιμάται.Υπάρχει, βέβαια, το ζητούμενο του κατά πόσο οι Κούρδοι θα επηρεαστούν από το «μήνυμα» του φυλακισμένου Οτζαλάν τη στιγμή μάλιστα που βιώνουν μια κλιμακούμενη καταπίεση από την κυβέρνηση Ερντογάν τα τελευταία πέντε χρόνια, ενώ έχουν την εναλλακτική επιλογή του μετριοπαθούς Ιμάμογλου. Να σημειωθεί ότι ο τελευταίος κατά την προεκλογική του εκστρατεία κατάφερε να αποφύγει την αναζωπύρωση της συλλογικής μνήμης για την πολιτική του CHP, ενώ έχει σαν μότο «μια αγκαλιά για όλους» (σ.σ. ακόμη και για τους αντιπάλους).

Παράλληλα, επικρατεί προβληματισμός για την αντίδραση της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων του AKP, που μπορεί να εκφράσει την ανησυχία της για την υποστήριξη αυτή από το PKK, κατηγορία που έχει χρησιμοποιήσει κατά κόρον το κυβερνών κόμμα για να υπονομεύσει την αντιπολίτευση.Ο Ερντογάν μπορεί να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με το ΡΚΚ ως κίνητρο, προκειμένου να προσελκύσει την προσοχή των Κούρδων, αν και ο σύμμαχος του Ντεβλέτ Μπαχτσελί θα αντιδράσει σε κάτι τέτοιο. Πάνω από όλα, όμως, το AKP βιώνει μια ενδοκομματική κρίση μετά τις απώλειες στις εκλογές. Ο πρώην πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιουλ και ο πρώην πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου έχουν αντιταχθεί ανοιχτά στην ακύρωση των αποτελεσμάτων των εκλογών της Κων/πολης. Ακόμη και μέλη του AKPεπικρίνουν το νεποτισμό και το one-man rule του Ερντογάν, που έχουν προκαλέσει κόπωση και αδυναμία να πεισθούν οι μάζες[1].

Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι ο Οτζαλάν κάλεσε, μέσω των δικηγόρων του, τις υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) να αποφύγουν τις συγκρούσεις με την Τουρκία και να λάβουν υπόψη τους αυτό που αποκάλεσε ως «τουρκικές ευαισθησίες». Η απόφαση των τουρκικών αρχών να τερματίσουν την απομόνωσή του ενίσχυσε τις εικασίες για πιθανή επανάληψη των ειρηνευτικών συνομιλιών που θα συμπεριλάμβαναν συμφωνία για τη Συρία. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι είναι μέρος του σχεδίου Ερντογάν να αποσυνδεθεί από τους εθνικιστές συνεργάτες του και να κερδίσει την υποστήριξη των Κούρδων, πριν από την επανάληψη των δημοτικών εκλογών στην Κων/πολη. Ο Οτζαλάν φαίνεται να έστειλε «μήνυμα» για «δημοκρατική διαπραγμάτευση» μεταξύ Τουρκίας και Κούρδων και επιλογή επίλυσης των ζητημάτων με χρήση «ήπιας ισχύος» αντί για βίαιες ενέργειες.

Να σημειωθεί ότι ένας άλλος άμεσος στόχος της έγκρισης της επίσκεψης των δικηγόρων (μετά από την απόρριψη 810 αιτημάτων) ήταν να πείσει ο Οτζαλάν χιλιάδες φυλακισμένων που διαμαρτύρονται για την απομόνωσή του με απεργία πείνας διαρκείας, να σταματήσουν άμεσα πριν θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή τους. Σύμφωνα με έκθεση της Οργάνωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Τουρκίας στις 22 Απριλίου, τουλάχιστον 3.000 φυλακισμένοι σε 92 φυλακές σε ολόκληρη τη χώρα βρίσκονταν σε απεργία πείνας.

Πηγή, κάνοντας λόγο για «έμμεσες συνομιλίες» μεταξύ της Τουρκίας και της οργάνωσης SDF «μέσω μεσαζόντων» (που δεν φαίνεται να είναι η πρώτη φορά), ισχυρίστηκε ότι αξιωματούχοι της  MIT συναντήθηκαν πρόσφατα με τον διοικητή της SDF Mazlum Kobane. «Η πρώτη συνάντηση πραγματοποιήθηκε πριν από 10 ημέρες και έπειτα μια άλλη την περασμένη εβδομάδα και μετά τη συνάντηση με τον Şahin, συναντήθηκαν με τον Οτζαλάν στο νησί και στη συνέχεια ξανά με τον Şahin… Οι συναντήσεις ξεκίνησαν πριν από ένα μήνα με τη διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Φυσικά, όλοι θα το αρνηθούν»[2].

 

Το HDP και η κατανομή των ψήφων στην Κων/πολη

Το HDP μετά από συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής του κόμματος  (MKYK) αποφάσισε να συνεχίσει τη στήριξή του προς τον Ιμάμογλου στο πλαίσιο της «Συμμαχίας για την Κων/πολη».Ο εκπρόσωπος του κόμματος στις ΗΠΑ, Giran Özcan, θέτοντας μια σειρά ρητορικών ερωτήσεων για το αν υπάρχει περίπτωση οι Κούρδοι να«γυρίσουν την πλάτη» στον Ιμάμογλου και να «δώσουν» την Κων/πολη στο AKP, με αντάλλαγμα τη συνέχιση της ειρηνευτικής διαδικασίας, απάντησε κατηγορηματικά «όχι».

Κι αυτό γιατί αν η επαναπροσέγγιση ήταν ειλικρινής και υπήρχε πραγματική πρόθεση για επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών, τότε «δεν θα παρέμεναν στη φυλακή σχεδόν 6000 μέλη του HDP, συμπεριλαμβανομένων των πρώην συμπροέδρων του κόμματος Σελαχατίν Ντεμιρτάς και Φιγκέν Γιουκσεκντάγ. Οι Κούρδοι δεν θέλουν τίποτα περισσότερο από την επίλυση του κουρδικού ζητήματος, μια αξιοπρεπή έκβαση της σύγκρουσης μεταξύ του PKK και του κράτους και την απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων, ζητήματα που απαιτούν τον πραγματικό εκδημοκρατισμό της Τουρκίας»[3].

Σχετικά δε με την κατανομή των ψήφων στις εκλογές της 31ης Μαρτίου στην Κων/πολη, σύμφωνα με μελέτη του Economic Policy Research Foundation of Turkey (TEPAV), 911.000 από τις ψήφους που συγκέντρωσε ο Ιμάμογλου προέρχονταν από υποστηρικτές του HDP.

Συγκεκριμένα, τα αποτελέσματα της μελέτης, που επικεντρώθηκε στην ανάλυση των 4,17 εκατομμυρίων ψήφων που συγκέντρωσε ο Ιμάμογλου, έδειξαν ότι προήλθαν περίπου: 2,25 εκατομμύρια ψήφοι από CHP, 911.000 από HDP, 657.000 από İyi Parti, 186.000 από MHP, 29.000 από AKP και 8.000 από Saadet Partisi.

Ο υποψήφιος του κυβερνώντος κόμματος Μπιναλί Γιλντιρίμ συγκέντρωσε 4,15 εκατομμύρια ψήφους, οι οποίες προήλθαν: 3,48 εκατομμύρια από AKP,  483.000 από MHP, 38.000 από İyi Parti, 11.000 από CHP,  10.000 από Saadet Partisi και 4.000 από HDP.

Το 43% των υποστηρικτών του Saadet Partisi που ψήφισαν στις κοινοβουλευτικές και προεδρικές εκλογές της 24ης Ιουνίου 2018 δεν ψήφισαν στις εκλογές της Κων/πολης. Επιπρόσθετα, το 19% του HDP, το 7% του AKP και το 6% των υποστηρικτών του CHP δεν προσήλθαν στις κάλπες[4].

 

Δημοσκόπηση Konsensus

Ο πρόεδρος της Konsensus, Murat Sarı, δημοσιοποίησε τα αποτελέσματα της πρώτης δημοσκόπησης της εταιρείας που διεξήχθη από 21-22 Απριλίου, όπου καταδεικνύεται ότι ο Ιμάμογλου προηγείται του Γιλντιρίμ με 2,1%.

Σε δείγμα 1.040 ατόμων, το 50,2% τάσσεται υπέρ Ιμάμογλου, το 48,1% υπέρ Γιλντιρίμ, ενώ το 1,7% θα ψήφιζε άλλα κόμματα. Σύμφωναμεαυτάταστοιχεία, η διαφορά των 13.700 ψήφων μεταξύ των υποψηφίων της Εθνικής Συμμαχίας και της Λαϊκής Συμμαχίας προβλέπεται ότι θα αυξηθεί σε πάνω από 180.000 ψήφους. Παράλληλα, ο Murat Sarıανέφερε ότι το 54,1% των ψηφοφόρων δεν συμφωνεί με την απόφαση του YSK να ακυρώσει το αποτέλεσμα των εκλογών στην Κων/πολη.

Με βάση την έρευνα, το 54,6% από 18-29 ετών, το 49% από 30-39 ετών, το 44,9% από 40-49 ετών και το 47,2% άνω των 60, επιλέγουν Ιμάμογλου. Από την άλλη πλευρά,το 42,2% από 18-29,το 47,5%από 30-39 και το 57,2% από 40-49 θα ψηφίσουν Γιλντιρίμ. Του τελευταίου τα ποσοστά κυμαίνονται από 48,1%έως 48,3% και φαίνεται ότι δεν μπορεί να αντλήσει ψήφους από αλλού, όπως ο Ιμάμογλου. Ιδιαίτερο ρόλο για την άντληση ψήφων παίζουν τα κόμματα DSP, TKP, SP, καθώς και ανεξάρτητοι υποψήφιοι[5].

Το CHP αναζητά στήριξη από το Δημοκρατικό Αριστερό Κόμμα (DSP), το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας (TKP) και το συντηρητικό – ισλαμιστικό Saadet Partisi (SP).  Μετά από συναντήσεις εκπροσώπων του CHP με το DSP,  ο αντιπρόεδρος του τελευταίου, Hasan Erçelebi, δήλωσε ότι θα αποφασίσουν για το αν το κόμμα θα κατεβάσει εκ νέου υποψήφιο ή όχι, ενώ τόνισε ότι θα συνεχίσουν να μάχονται για τη δημοκρατία στη χώρα. Υπενθυμίζεται ότι ο υποψήφιος του DSP για την Κων/πολη, Muammer Aydın, έλαβε  30.817 ψήφους (0,36%).

Από την πλευρά του το TKP ανακοίνωσε ότι δεν θα κατεβάσει υποψήφιο και ότι θα υποστηρίξει τον Ιμάμογλου. Χαρακτηριστική ήταν και η δήλωση του κόμματος «παρότι έχουμε πολιτικές, ιδεολογικές και ταξικές διαφωνίες, έχουμε από την πρώτη στιγμή δηλώσει ότι ο Ιμάμογλου είναι ο νομίμως εκλεγείς δήμαρχος της Κων/πολης. Πιστεύουμε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να επισκιαστεί αυτή η πραγματικότητα, είναι λάθος».  Σημειώνεται ότι η υποψήφια του TKP, Zehra Güner Karaoğlu, έλαβε 10.492 ψήφους (0,12%)[6].

Ο ηγέτης του Saadet Τεμέλ Καραμολάογλου χαρακτήρισε την απόφαση του YSK σαν καταστροφή και καταστρατήγηση του νόμου, ενώ διευκρίνισε ότι η θέση του κόμματος για τις εκλογές της 23ης Ιουνίου θα αποφασιστεί μετά από ευρεία ενδοκομματική διαβούλευση. Όπως αναφέρεται η απόφαση του Saadet είναι κρίσιμη, καθώς ο υποψήφιός του για την Κων/πολη, Necdet Gökçınar, έλαβε λίγο πάνω από 100.000 ψήφους (1,21% – είχε υποστηρίξει ότι θα αποχωρήσει από την υποψηφιότητά του υπέρ του Ιμάμογλου)[7].

Τέλος, με βάση τις εκτιμήσεις του προέδρου της Avrasya Araştırma Şirketi, Kemal Özkiraz, ο Ιμάμογλου θα μπορούσε να λάβει στις επαναληπτικές πάνω από 120.000 έξτρα ψήφους[8], ενώ και ο MehmetAliKulat, πρόεδροςτηςMAKDanışmanlık, εκτιμά ότι τα ποσοστά Ιμάμογλου θα αυξηθούν. Η δημοσκόπηση έλαβε χώρα στις 27 – 30 Απριλίου και κατέδειξε ότι 16% – 17% των ψηφοφόρων φαίνεται να προτίθενται να αλλάξουν την επιλογή τους. Αυτά δε τα ποσοστά προέρχονται από άτομα που ψήφισαν AKP.

 

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, Ερευνήτρια στο Κέντρο Ανατολικών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

[1]Ekrem Dumanlı, «The future of Erdoğan and the Kurdish vote», Turkish Minute, 10/5/19

[2]Amberin Zaman, «Why did Turkey allow jailed Kurdish leader to meet lawyers after long pause?», Al – Monitor, 6/5/19

[3]Giran Özcan, «Are the Kurds cutting a deal with Erdoğan?», Ahval News, 9/5/19

[4]«Nearly 911,000 Kurdish HDP supporters voted for İmamoğlu on March 31: study», Turkish Minute, 10/5/19

[5]Kerem Congar, «Konsensus Araştırma’dan ilk seçim anketi: Fark Ekrem İmamoğlu lehine 180 binin üzerine çıkıyor», Euronews, 10/5/19

[6]« CHP expects support from other opposition minnow parties»,Daily Sabah, 9/5/19

[7]«Karamollaoğlu: YSK kararı bir hukuk katliamıdır, son kararı istişareden sonra vereceğiz», Euronews, 8/5/19

[8]«Avrasya Araştırma Başkanı: İmamoğlu fazladan 120 bin oy alacak», T24.com.tr, 9/5/19

1 2 3 14