Κέντρο Ανατολικών Σπουδών

για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία

Συνέβη σήμερα

Συνέβη σήμερα

Μεγεθύνσεις

Μεγεθύνσεις

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

Προσεγγίσεις

Προσεγγίσεις

Γεωπολιτική

Γεωπολιτική

Οι διαρραγείσες αμερικανοτουρκικές σχέσεις και η απελευθέρωση Brunson – Γιατί ο πάστορας αποτέλεσε «πιόνι» στη διπλωματική σκακιέρα

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰  Η υπόθεση Brunson, που αναδείχθηκε το τελευταίο χρονικό διάστημα ως μείζον ζήτημα στη διπλωματική διαμάχη ...

Περισσότερο

Τα οικονομικά του Δαβίδ: η κυβέρνηση Νετανιάχου ενώπιον σημαντικών οικονομικών προκλήσεων

Νικόλας Νικολάου Το Ισραήλ είναι ένα κράτος το οποίο εβρισκόμενο σε μια περιοχή με λίγους πόρους και περικυκλωμένο από εχθρούς κατάφερε ...

Περισσότερο

Συρία: το Ιντλίμπ δοκιμαστήριο συμμαχιών

Φάνης Παπακωστίδης Οι τελευταίες εξελίξεις στο συριακό ζήτημα, αναδεικνύουν την ρευστότητα η οποία χαρακτηρίζει το διεθνές σύστημα και δη την πολυπλοκότητα ...

Περισσότερο

Η Συμμαχία του Sandr κερδίζει την νέα καταμέτρηση των Ιρακινών Εκλογών.

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής* Η νέα καταμέτρηση των ψήφων των εκλογές του Ιράκ ολοκληρώθηκε, με τη συμμαχία του κληρικού Muqtada al ...

Περισσότερο

Οι ρίζες της τουρκικής νομισματικής κρίσης

Σπύρος Ζενεμπίσης, Βοηθός Ερευνητής, Κ.Α.Ν.Σ. Το Τέλος του «Οικονομικού Θαύματος» του ΑΚΡ; Στις 24 Ιουνίου του 2018 επανεξελέγη, όπως ήταν σε μεγάλο ...

Περισσότερο

Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰

 Η υπόθεση Brunson, που αναδείχθηκε το τελευταίο χρονικό διάστημα ως μείζον ζήτημα στη διπλωματική διαμάχη Τουρκίας – ΗΠΑ, εξελίχθηκε σε προσωπική αντιπαράθεση των δύο ηγετών, Recep Tayyip Erdogan – Donald Trump, με αλληλοκατηγορίες και σημαντικές οικονομικές κυρώσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, ο πάστορας βρέθηκε στο επίκεντρο της σύγκρουσης και χρησιμοποιήθηκε ως «πιόνι» σε ένα υπό εξέλιξη διπλωματικό παιχνίδι στη βάση των διαρραγεισών σχέσεων των δύο χωρών, προκαλώντας αβεβαιότητα για το κατά πόσο τελικά η απελευθέρωση Brunson θα δώσει ώθηση για ουσιαστική εξομάλυνση των σχέσεών τους.

Η ανωτέρω αβεβαιότητα έγκειται στο γεγονός ότι το διακύβευμα της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης Erdogan – Trump εδράζεται σε άλλες βαθύτερες αιτίες. Το προφανές, βέβαια, είναι ότι και οι δύο ηγέτες ήθελαν να περισώσουν το γόητρό τους, ενώ παράλληλα παρατηρείται απόκλιση στις στρατηγικές επιδιώξεις και τα συμφέροντα των δύο χωρών. Συνέχεια ανάγνωση

Από τη μία πλευρά, ο Τούρκος πρόεδρος που επιδιώκει να αφήσει ένα ισάξιο, αν όχι και ανώτερο, στίγμα από αυτό του Mustafa Kemal Atatürk στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας, ακολούθησε μια άκαμπτη και ανυποχώρητη στάση (σ.σ. μέχρι ενός σημείου) στην υπόθεση Brunson, δείχνοντας ότι δεν υπάρχει καμία βούληση να υποκύψει στις απειλές και στα τελεσίγραφα Trump, προσπαθώντας παράλληλα να λειτουργήσει ως μια μεγάλη «νέο -οθωμανική» περιφερειακή δύναμη με ρόλο και λόγο στις τρέχουσες εξελίξεις. Ο απώτερος, όμως, στόχος του ήταν να χρησιμοποιήσει την κράτηση Brunson ως διπλωματικό «χαρτί» ώστε να ασκήσει πίεση για μια ενδεχόμενη ανταλλαγή με τον Ιεροκήρυκα Fethullah Gülen.

Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump, που στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία στο «όραμα» “η Αμερική να ξαναγίνει μεγάλη”, καθώς και στην υπόσχεση ότι “οι πολιτικές του επιλογές θα προστατεύουν πρώτα και πάνω από όλα τα συμφέροντα των Αμερικανών πολιτών”, επιδίωξε με σθένος την αποφυλάκιση του Andrew Brunson φτάνοντας ακόμη και στο σημείο του οικονομικού «πολέμου» με την Τουρκία, στέλνοντας ταυτόχρονα ένα σαφές μήνυμα «κυριαρχίας».

Το γεγονός ότι δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπόθεση Brunson, την οποία ο Trump την χαρακτήρισε ως «ομηρία», οφείλεται κυρίως στις επικείμενες κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές της 6ης Νοεμβρίου, όπου θα κριθεί ποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα θα έχει υπό τον έλεγχό του το Κογκρέσο, ή με άλλα λόγια αν οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρήσουν την πλειοψηφία τους σε αυτό. Οι Ευαγγελιστές Χριστιανοί, που ανέρχονται σε 55 – 60 εκατομμύρια στις ΗΠΑ, αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της εκλογικής βάσης του Trump. Η αποφυλάκιση Brunson, λοιπόν, δίνει νέα ώθηση στον Trump ώστε να πείσει τους Χριστιανούς ψηφοφόρους να υποστηρίξουν τους Ρεπουμπλικάνους υποψήφιους. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ο Trump υποδεχόμενος τον Αμερικανό πάστορα στο οβάλ γραφείο του είπε επί λέξει «είσαι πολύ σημαντικός για μας».

Υπενθυμίζεται ότι ο 50χρονος Andrew Brunson, που κρατείτο για δύο περίπου χρόνια πριν αποφασιστεί ο κατ’ οίκον περιορισμός του στις 25 Ιουλίου 2018 για λόγους υγείας, απελευθερώθηκε μετά από απόφαση του 2ου Ποινικού Δικαστηρίου που συνεδρίασε στη Σμύρνη  στις 12 Οκτωβρίου 2018. Επρόκειτο για την τέταρτη ακρόαση, ενώ οι μάρτυρες κατηγορίας άλλαξαν τις καταθέσεις τους. Ο πάστορας συνελήφθη τον Οκτώβριο 2016, κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων που ακολούθησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, με τις κατηγορίες για διασύνδεση με το PKK και το δίκτυο του Gülen. Σημειώνεται, επίσης, ότι αν και το δικαστήριο επέβαλε στον Brunson έκτιση ποινής φυλάκισης τριών ετών, ενός μηνός και 15 ημερών, ήρθη  ο κατ’ οίκον περιορισμός και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και τελικά αφέθηκε ελεύθερος καθώς θεωρήθηκε ότι ο χρόνος της ποινής καλύφθηκε από τη διάρκεια προφυλάκισής του.

Εξομάλυνση σχέσεων Τουρκίας – ΗΠΑ μετά την αποφυλάκιση Brunson;

Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσο η απελευθέρωση Brunson θα αποτελέσει εφαλτήριο για ουσιαστική αποκατάσταση των σχέσεων Τουρκίας – ΗΠΑ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι αν και ο Trump το Σάββατο (13/10) ευχαρίστησε, μέσω Twitter, προσωπικά τον Erdogan για την αποφυλάκιση Brunson, έσπευσε να διαψεύσει τα όσα ακούγονται περί μυστικής συμφωνίας με την Τουρκία για χαλάρωση των κυρώσεων (σ.σ. το NBC News και η The Washington Post είχαν αναφερθεί σε συμφωνία στις 11/10), τονίζοντας ότι δεν κάνει συμφωνίες για ομήρους και ότι η αποφυλάκιση μπορεί να οδηγήσει σε καλές ακόμη και εξαιρετικές σχέσεις με την Τουρκία.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ριζικά αντίθετες πολιτικές και συμφέροντα των δύο χωρών που καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την ουσιαστική αποκλιμάκωση της έντασης.

Η στήριξη των ΗΠΑ στους Κούρδους μαχητές της βόρειας Συρίας, το άνοιγμα της Άγκυρας (σ.σ. μέλους του ΝΑΤΟ) στη Ρωσία και το Ιράν και η απόφαση για αγορά του αντιαεροπορικού πυραυλικού συστήματος S-400, η φυλάκιση στις ΗΠΑ του Mehmet Hakan Atilla, στελέχους της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank, που δικαζόταν με την κατηγορία ότι παραβίασε το εμπάργκο σε βάρος του Ιράν, η κράτηση και άλλων Αμερικανών πολιτών και προσωπικού του State Department που εργάζονταν στην Τουρκία, καθώς και η αντιαμερικανική και αντιδυτική ρητορική του Erdogan είναι ορισμένα από τα «αγκάθια» στις σχέσεις των δύο χωρών. Ο Erdogan, μάλιστα, έχει χαρακτηρίσει την απόφαση φυλάκισης του Atilla ως πολιτική επίθεση στην κυβέρνησή του, ενώ ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Mike Pompeo, μετά την αποφυλάκιση Brunson, ζήτησε να «απελευθερωθούν γρήγορα» και οι άλλοι Αμερικανοί πολίτες που βρίσκονται στις τουρκικές φυλακές, δηλώνοντας «…ο Αμερικανός πρόεδρος και το State Department συνεχίζουν να εργάζονται σκληρά για την επιστροφή στην πατρίδα όλων των Αμερικανών ομήρων και όσων αδίκως βρίσκονται φυλακισμένοι και υπό κράτηση».

Όπως αναφέρεται στο Middle East Eye «μετά την απελευθέρωση Brunson ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουν οι δύο χώρες τις πραγματικές διαφορές τους που δεν είναι άλλες από τον έλεγχο του Manbij και το “καυτό” θέμα της αγοράς των S-400».

Συγκεκριμένα, το Manbij έχει αποτελέσει την πηγή έντασης μεταξύ των δύο χωρών από το 2016, όταν οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), υπό την ηγεσία των Κούρδων του YPG, ανέλαβαν τον έλεγχο της πόλης με την υποστήριξη των Αμερικανικών δυνάμεων.

Ταυτόχρονα και παρά τις αντιδράσεις των συμμάχων του ΝΑΤΟ, η Τουρκία αποφάσισε τον Σεπτέμβριο 2017 να αγοράσει τους S-400, προκαλώντας ανησυχίες στις ΗΠΑ, δεδομένου ότι αυτά τα συστήματα είναι ικανά να στοχοποιήσουν και να καταρρίψουν την πλειοψηφία των ΝΑΤΟϊκών πυραύλων, ενώ η Ρωσία θα μπορούσε να συλλέξει πληροφορίες για την τεχνολογία των αμερικανικών α/φών F-35. Επιπρόσθετα, ανησυχία επικρατεί στην Τουρκία ότι πιθανή επέκταση των αμερικανικών κυρώσεων λόγω της αγοράς των S-400, θα μπορούσε να επιδράσει αρνητικά στις δυνατότητες του Τουρκικού Στρατού, δεδομένου ότι τα βαρέα όπλα που χρησιμοποιεί στη Συρία είναι αμερικανικής προέλευσης[1].

Σύμφωνα, όμως, με την «The Jerusalem Post» η απελευθέρωση Brunson θα μπορούσε να βελτιώσει τις σχέσεις των δύο χωρών και μάλιστα σε κομβικό χρονικό  σημείο καθώς μπορεί να συνδεθεί με την πίεση που ασκεί η Τουρκία στο Ριάντ για να δώσει απαντήσεις σχετικά με την εξαφάνιση του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Jamal Khashoggi στις 2 Οκτωβρίου[2].

Υπάρχει «νικητής» στη διαμάχη ErdoganTrump;

Όπως αναφέρει ο Ilhan Tanir[3] η απελευθέρωση Brunson δεν είχε κανένα θετικό αντίκτυπο για τον Erdogan, καθώς έπληξε σοβαρά την αξιοπιστία του ίδιου και της κυβέρνησής του.

Πρώτα απ’ όλα, η κράτηση Brunson «χαρακτήρισε» τη διακυβέρνηση Erdogan ως ένα καθεστώς που «κρατά και χρησιμοποιεί ομήρους», ενώ παράλληλα εξομοιώνεται με καθεστώτα όπως της Βόρειας Κορέας και του Ιράν που έχουν απομονωθεί από τη διεθνή κοινότητα.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι η υπόθεση Brunson έπληξε σοβαρά την τουρκική οικονομία, καθώς τον Αύγουστο 2018 η τουρκική λίρα είχε υποχωρήσει έναντι του δολαρίου περισσότερο από 35% της αξίας της από τις αρχές τους έτους (7 λίρες/δολάριο). Παρά τα μέτρα που έλαβε ο Erdogan, ακόμη και μετά την απελευθέρωση Brunson, δεν φαίνεται να έχουν πεισθεί οι αγορές, με τους επενδυτές να δείχνουν ακόμη ανήσυχοι για την πορεία της οικονομίας της χώρας, ενώ παράλληλα και σύμφωνα με τον Timothy Ash[4] η Τουρκία αναμένεται να φτάσει στα όρια της μέσα σε έξι μήνες το πολύ. Η απελευθέρωση λοιπόν Brunson, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν είχε αξιόλογη θετική επίδραση στην οικονομία της. Άλλωστε, τόσο τα κανάλια όσο και ο Τύπος που πρόσκεινται στο κυβερνών κόμμα (AKP) συνέχισαν να κατηγορούν τον πάστορα ως «πράκτορα» και να θεωρούν Trump και ΗΠΑ εχθρούς (12/10).

Τρίτον, σύμφωνα με τον Henri Barkey[5] η κράτηση Brunson ανέδειξε τη «μεροληψία του δικαστικού συστήματος της Τουρκίας» με αίολες κατηγορίες που βασίζονταν  σε μυστικές μαρτυρίες. Αν λάβει, μάλιστα, κάποιος υπόψη τους διωγμούς και τις μαζικές εκκαθαρίσεις σε όλους τους τομείς, που έγιναν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου με την αιτιολογία των Γκιουλενιστών, κανένας δεν μπορούσε να πιστέψει το κατηγορητήριο κατά του Brunson.

Τέλος, αν και η απελευθέρωση Brunson μπορεί να οδηγήσει σε μια βραχυπρόθεσμη «ανακωχή» στη διπλωματική διαμάχη των δύο χωρών και σε μια σχετική ανακούφιση της τουρκικής αγοράς που έχει ανάγκη από σταθερότητα, το σημείο «κλειδί» είναι οι αρχές Νοεμβρίου όπου λήγει το αμερικανικό εμπάργκο στο Ιράν και όπου τίθεται το ερώτημα αν θα συνεχιστεί αυτή η βελτίωση των σχέσεων[6].

Προς το παρόν φαίνεται να μην συντρέχουν λόγοι που να προκαλούν αισιοδοξία για μια ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών.

 

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

[1] Ece Goksedef, «With Brunson out of jail, US-Turkey relations still face two major hurdles», Middle East Eye, 12/10/2018, https://www.middleeasteye.net/news/brunson-issue-solved-whats-next-434326329

[2] Seth J. Frantzman, «Detained U.S. pastor wins day in court in Turkey», The Jerusalem Post, 12/10/2018,  https://www.jpost.com/International/Detained-US-pastor-wins-day-in-court-in-Turkey-569276

[3] Ο Ilhan Tanir είναι δημοσιογράφος και αναλυτής στην Ουάσιγκτον που έχει καλύψει θέματα πολιτικής των ΗΠΑ και αμερικανοτουρκικές σχέσεις για λογαριασμό τουρκικών εφημερίδων για πάνω από μια δεκαετία

[4] Ο Timothy Ash είναι ανώτερος στρατηγικός αναλυτής των αναδυόμενων αγορών στη Blue Bay Asset Management στο Λονδίνο

[5] Ο Henri Barkey είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Lehigh και από τα ανώτερα μέλη του Council on Foreign Relations για τη Μέση Ανατολή

[6] Ilhan Tanir, «Nine outcomes of Brunson’s release – none of which are positive for Erdoğan», Ahvalnews, 13/10/2018, https://ahvalnews.com/andrew-brunson/nine-outcomes-brunsons-release-none-which-are-positive-erdogan

Share Button

Νικόλας Νικολάου

Το Ισραήλ είναι ένα κράτος το οποίο εβρισκόμενο σε μια περιοχή με λίγους πόρους και περικυκλωμένο από εχθρούς κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να αναπτυχθεί οικονομικά. Παρόλο που η οικονομία του ανθίζει, υπάρχουν σοβαρές προκλήσεις που θα απασχολήσουν τη κυβέρνηση Νετανιάχου.

Ο ρυθμός ανάπτυξης του Ισραήλ φτάνει στο 3,5% του ΑΕΠ και η χώρα έχει μετατραπεί σε «κολοσσό» επενδυτικής δραστηριότητας. Δεν είναι τυχαίο που αποκαλείται αλλιώς και «έθνος των start up». Η επιχειρηματικότητα αποφέρει σημαντικά έσοδα στα δημόσια ταμεία, ενώ ο τεχνολογικός τομέας είναι από τους πιο προηγμένους παγκοσμίως. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το ότι η κυβέρνηση πέτυχε να ανταπεξέλθει στη παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 με τις κατάλληλες ενέργειες, προσδίδουν στη μεσανατολική χώρα ιδιαίτερο κύρος. Συνεπώς, το μέλλον δεν μπορεί παρά να  προμηνύεται ευοίωνο. Συνέχεια ανάγνωση

Ωστόσο, παρά τις όποιες θετικές προβλέψεις, η οικονομία της χώρας αντιμετωπίζει προκλήσεις. Αρχικά, η θέση της αραβικής μειονότητας έχει βελτιωθεί σε σχέση με το παρελθόν. Λαμβάνει το ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης με τους Ισραηλινούς Εβραίους, έχει αποκτήσει μεγαλύτερη συνοχή και, συνεπώς, μπορεί να διεκδικεί πιο δυναμικά. Δεδομένου του ότι ο αριθμός των Ισραηλινών Αράβων αυξάνεται και τείνει στο μέλλον να ξεπεράσει εκείνον των Ισραηλινών Εβραίων, η κυβέρνηση βρίσκεται ενώπιον ενός διλήμματος. Αφενός, η ενισχυμένη θέση των Αράβων μπορεί να αποτελέσει απειλή για τα ισραηλινά συμφέροντα, αφού τυχόν περιθωριοποίηση τους δύναται να γεννήσει ριζοσπαστικές τάσεις. Αφετέρου, τυχόν ενσωμάτωσή τους στον εθνικό κοινωνικό κορμό θα ωφελήσει την οικονομία, αλλά ίσως εξοβελίσει τους Ισραηλινούς Εβραίους από την αγορά εργασίας. Συνεπώς, η μοίρα της αραβικής μειονότητας θα απασχολήσει ιδιαίτερα τις ισραηλινές αρχές.

Ακόμα μια πρόκληση αφορά την αντιπροσώπευση των δύο φύλων στην αγορά εργασίας και στο εκπαιδευτικό σύστημα. Ο γυναικείος πληθυσμός είναι πιο μικρός από τον αντίστοιχο ανδρικό κάτι που δημιουργεί προβλήματα. Οι γυναίκες μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην συνέχιση της οικονομικής ανάπτυξης. Η υπό-αντιπροσώπευσή τους δεν ωφελεί. Ήδη έχουν γίνει κινήσεις για τη βελτίωση αυτής της κατάστασης. Όμως, απαιτούνται μεγάλες προσπάθειες ακόμα για να αλλάξει αυτό.

Επιπρόσθετο ζήτημα είναι και η κατάσταση στα παλαιστινιακά εδάφη. Τόσο η Λωρίδα της Γάζας όσο και η Δυτική Όχθη αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ιδίως στη Γάζα, η ανεργία ξεπερνάει το 50% και ο αποκλεισμός που έχει επιβληθεί από τον ισραηλινό στρατό εμποδίζει τη ροή ανθρώπων και εμπορευμάτων. Η υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των Παλαιστινίων οδηγεί σε ριζοσπαστικοποίηση. Παλαιστίνιοι μαχητές πολύ συχνά πλήττουν το έδαφος του Ισραήλ, προκαλώντας κλίμα ανασφάλειας. Αναφορικά με τη Δυτική Όχθη, οι οικισμοί που κατασκευάζονται εμποδίζουν τη μετακίνηση εργαζομένων και προκαλούν διαταραχή του εμπορίου. Εξαιτίας του κλίματος ανασφάλειας και της έντασης που επικρατεί, το Τελ Αβίβ καλείται είτε να βοηθήσει τους Παλαιστινίους αίροντας τον αποκλεισμό και χρηματοδοτώντας τη Φατάχ με βάση το διεθνές δίκαιο είτε να συνεχίσει τη σκληρή πολιτική του παρατείνοντας την ένταση. Ο υπουργός οικονομικών Μοσέ Καλόν φαίνεται ότι έχει αντιληφθεί τη σύνδεση οικονομίας-ειρήνης και προσπαθεί από κοινού με Η.Π.Α. και Ε.Ε. να ενισχύσει τη θέση των Παλαιστινίων. Είναι εμφανές ότι η αναταραχή που επικρατεί στη Μέση Ανατολή επηρεάζει την οικονομική φήμη του εβραϊκού κράτους. Η συζήτηση για αναπτυξιακή συνεργασία Ισραηλινών- Παλαιστινίων, βέβαια, είναι συνυφασμένη με τη πρόοδο των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων.

Η ισραηλινή κυβέρνηση θα αναγκαστεί να προσέξει και τις διεθνείς οικονομικές συνεργασίες της. Πιο συγκεκριμένα, η Κίνα εντείνει την επενδυτική της δραστηριότητα στη χώρα. Ήδη έχει αγοράσει ισραηλινές εταιρείες, ενώ θεωρεί το Ισραήλ κόμβο για τον θαλάσσιο «Δρόμο του Μεταξιού». Δεν είναι τυχαίο που κινεζική επιχείρηση θα αναλάβει τη διαχείριση του νέου ιδιωτικού λιμένα στη Χάϊφα. Μάλιστα, ζητήματα ασφάλειας εγείρονται διότι στο λιμάνι της πόλης αγκυροβολούν πλοία του πολεμικού ναυτικού των Η.Π.Α.. Ο κίνδυνος διενέργειας κατασκοπείας από τη Κίνα σε βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών είναι υπαρκτός. Η κυβέρνηση Νετανιάχου, συνεπώς, καλείται να αντιμετωπίσει τη κινεζική οικονομική διείσδυση με τρόπο που να μην ψυχράνει τις σχέσεις της με το Πεκίνο και την Ουάσινγκτον.

Εκτός από τη Κίνα, το Ισραήλ μεριμνεί και για τη διατήρηση της σταθερότητας στην ανατολική Μεσόγειο. Τα κοιτάσματα «Ταμάρ» και «Λεβιάθαν» αναμένεται να καταστήσουν αυτάρκη τον ενεργειακό τομέα του μεσανατολικού κράτους. Για να γίνει αυτό, είναι ανάγκη να μην υπάρξουν διαφόρων τύπων επεισόδια με έτερα κράτη.

Τέλος, προβλήματα που εμπίπτουν στον θεσμικό πυρήνα του κράτους, αποτελούν τροχοπέδη για την οικονομική ανάπτυξη. Το Ισραήλ παρά τη τεχνολογική ανάπτυξή του υστερεί σε υποδομές καθώς και στη χρηματοδότηση του συστήματος υγείας και παιδείας. Ελλείψεις σε νοσοκομεία, ανεπαρκείς εγκαταστάσεις και μη βελτίωση του επιπέδου των πανεπιστημίων έχουν αρνητικές συνέπειες στη κοινωνία και κατ’ επέκταση στην οικονομία. Ταυτόχρονα, το φορολογικό σύστημα δεν έχει μεταρρυθμιστεί. Έγιναν κάποιες προσπάθειες χωρίς σοβαρό αποτέλεσμα. Επίσης, οι φόροι δεν έχουν αυξηθεί. Τη πολιτική αυτή την ενστερνίζεται ο υπουργός οικονομικών Μοσέ Καλόν. Ωστόσο, υπάρχουν «φωνές» που υποστηρίζουν ότι μια αύξηση φόρων καλό είναι να γίνει τώρα παρά σε περίοδο κρίσης. Όπως και να έχει, η φορολογική μεταρρύθμιση θα απασχολήσει την ισραηλινή ηγεσία.

 Αντί επιλόγου

Το Ισραήλ οικονομικά βρίσκεται σε πολύ καλή θέση παγκοσμίως. Οι οικονομικές προβλέψεις για το μέλλον δεν είναι ανησυχητικές. Παρά ταύτα, στο παρασκήνιο της οικονομικής του ανάπτυξης υποβόσκουν μεγάλες προκλήσεις. Αν και μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το εβραϊκό κράτος δεν κινδυνεύει-τουλάχιστον άμεσα- από μια οικονομική κρίση είτε εγχώρια είτε παγκόσμια, η μη επίλυση των ανωτέρω προβλημάτων είναι ικανή να λειτουργήσει ως εμπόδιο στη περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη.

 

Ενδεικτικές πηγές

Terrace Minster J., Is China intruding in Israel’s defense industry?, The Jerusalem Post, 20 September 2018 προσβάσιμο στο https://www.jpost.com/Israel-News/Is-China-intruding-in-Israels-defense-industry-567556  ( ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 05 Οκτωβρίου 2018, 12:20).

Waksman Avi, Wanted: a tax policy for Israel’s economy, not for elections, Haaretz, 20 September 2018, προσβάσιμο στο https://www.haaretz.com/israel-news/business/wanted-a-tax-policy-for-israel-s-economy-not-for-elections-1.6492218  (ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 05 Οκτωβρίου 2018, 12:45).

UNCTAD, Economic reality in occupied Palestinian Territory is bleaker than ever, 11 September 2018, προσβάσιμο στο https://unctad.org/en/pages/newsdetails.aspx?OriginalVersionID=1846  (ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 05 Οκτωβρίου 2018, 13:00).

Deutche Welle, The problems with Israel’s economic miracle, 15 May 2018, προσβάσιμο στο https://www.dw.com/en/the-problems-with-israels-economic-miracle/a-43775723 (ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 05 Οκτωβρίου 2018, 18:00).

London Yaron, How educated Arabs present a dilemma for Israel, Ynet, 10 September 2018, προσβάσιμο στο https://www.ynetnews.com/articles/0,7340,L-5347464,00.html   (ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 05 Οκτωβρίου 2018, 18:30).

Luxner Larry, Closing the STEM gender gap, International Jewish News, 04 October 2018, προσβάσιμο στο https://www.ijn.com/closing-the-stem-gender-gap/   (ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 05 Οκτωβρίου 2018, 18:50).

The Times of Israel, World Bank report warns Gaza Strip economy is in “free fall”, 25 October 2018, προσβάσιμο στο https://www.timesofisrael.com/world-bank-report-warns-gaza-strip-economy-is-in-free-fall/ (ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 05 Οκτωβρίου 19:00).

Schidler Max, On 70th anniversary Israel’s economy growing as some sectors lag behind, The Jerusalem Post, 20 April 2018, προσβάσιμο στο https://www.jpost.com/Israels-70th-anniversary/On-70th-anniversary-Israels-economy-growing-as-some-sectors-lag-behind-551303  (ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 05 Οκτωβρίου 2018, 19:55).

Shoshanna Solomon, The blooming of the dessert: key stages of Israeli’s economic growth, Times of Israel, 18 April 2018, προσβάσιμο στο https://www.timesofisrael.com/hold-for-wed-5-pm-the-growth-of-israels-economy-a-timeline/  (ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 05 Οκτωβρίου 2018, 20:15).

Ackerman Gwen, Israeli’s finance minister sees West Bank economy key to peace, Bloomberg, 22 August 2018, προσβάσιμο στο https://www.bloomberg.com/news/articles/2018-08-22/israeli-finance-minister-sees-west-bank-economy-key-to-peace (ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 05 Οκτωβρίου 2018, 20:30).

Arlsosoroff Meirav, When Lehman collapsed 10 years ago, Israel was on Holiday and barely noticed, Haaretz, 17 September 2018, προσβάσιμο στο https://www.haaretz.com/israel-news/when-lehman-collapsed-10-years-ago-israel-barely-noticed-1.6479702  (ημερομηνία και ώρα πρόσβασης: 05 Οκτωβρίου 21:00).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Share Button

Φάνης Παπακωστίδης

Οι τελευταίες εξελίξεις στο συριακό ζήτημα, αναδεικνύουν την ρευστότητα η οποία χαρακτηρίζει το διεθνές σύστημα και δη την πολυπλοκότητα που υπάρχει ως προς την πορεία των εξελίξεων, τόσο λόγω των πολλών δρώντων που εμπλέκονται στην συγκεκριμένη περιοχή, όσο και των μεταβολών ισχύος που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια και επανακαθορίζουν τους συσχετισμούς μεταξύ τους.
Με την ολοκλήρωση της συνάντησης των τριών δυνάμεων (Ιράν, Ρωσία, Τουρκία) που συνθέτουν την “ομάδα της Αστάνα” στην Τεχεράνη, (07-09-2018), φάνηκε να επισφραγίζεται το μέλλον της περιοχής του Ιντλίμπ, της περιοχής της βορειοδυτικής Συρίας που αποτελεί το τελευταίο έδαφος που ελέγχουν οι αντικαθεστωτικοί αντάρτες.. Συνέχεια ανάγνωση

Στην ιρανική πρωτεύουσα έγινε σαφής, η απαίτηση για ολοκληρωτική ήττα των ανταρτών και ειδικά των ομάδων που έχουν χαρακτηριστεί ως τρομοκρατικές. Στη συνάντηση όμως παρουσιάστηκε ένα χάσμα μεταξύ των προέδρων Ερντογάν και Πούτιν καθώς ο πρώτος ζήτησε την κατάπαυση του πυρός ώστε να κινηθούν οι διαδικασίες “συμφιλίωσης” και να αποφευχθεί μια σφαγή αμάχων, ενώ ο Ρώσος πρόεδρος δήλωσε πως δεν πρόκειται να συζητήσει για τρομοκρατικές ομάδες που δεν έχουν καν εκπροσώπηση. Ήδη οι συριακές και ρωσικές αεροπορικές δυνάμεις, είχαν ξεκινήσει να βομβαρδίζουν στόχους των ανταρτών , ενώ στις ακτές της χώρας έχουν από καιρό συγκεντρωθεί ισχυρές ναυτικές δυνάμεις της Ρωσίας.
Έπειτα από τις επιτυχημένες επιχειρήσεις του συριακού στρατού στο νότο της χώρας, και την αποδοχή της εξουσίας του Μπασάρ αλ Άσαντ από το Ισραήλ , ήταν φανερό ότι ο χρόνος για την ολοκληρωτική ήττα των ανταρτών μετρούσε ανάποδα. Οι μοναρχίες του Κόλπου και η δύση, βασικοί σύμμαχοι της συριακής αντιπολίτευσης, την έχουν εγκαταλείψει πολιτικά, έχουν αποδεχτεί την παραμονή του Άσαντ και έχουν περιοριστεί σε αντιδράσεις “ανθρωπιστικού χαρακτήρα”. Εκείνο που έχει πλέον σημασία, δεν είναι το καθεστώς στη Δαμασκό, αλλά οι συσχετισμοί ισχύος που θα επικρατούν μετά το πέρας των επιχειρήσεων.
Αυτό αποτέλεσε και ένα από τα βασικά αντικείμενα συζήτησης των προέδρων ΗΠΑ & Ρωσίας στο Ελσίνκι, τον περασμένο Ιούλιο. Στη συνάντηση αυτή έγινε μια προσπάθεια συνεννόησης των δύο δυνάμεων σε διάφορους τομείς, μεταξύ των οποίων και η Συρία, γεγονός που αντιμετωπίστηκε με εξαιρετική δυσπιστία στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Οι έντονες αντιδράσεις που ακολούθησαν, έκαναν πλέον φανερό ένα “ρήγμα” που υπάρχει στην αμερικανική διοίκηση, μεταξύ άλλων και για τις σχέσεις της χώρας με την Ρωσία και την στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει η Ουάσιγκτον. Το πρόσφατο δημοσίευμα των N.Y Times, όπου ανώνυμο στέλεχος της κυβέρνησης στρέφεται κατά του προέδρου Τραμπ, υποστηρίζοντας πως υπάρχει “αντίσταση στελεχών της διοίκησης” απέναντι στις πολιτικές του, αποτελεί την πιο πρόσφατη εκδήλωση αυτού του ρήγματος.
Σε συνθήκες τέτοιας ρευστότητας, γίνεται κατανοητό πως πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη αυτές τις αντιθέσεις εντός της αμερικανικής διοίκησης, χωρίς βέβαια να υποτιμούμε τις πάγιες στρατηγικές της προτεραιότητες..
Στο πνεύμα αυτό, οι πρόσφατες προειδοποιήσεις του προέδρου Τραμπ προς τις συριακές δυνάμεις για την “οργή των ΗΠΑ” σε περίπτωση χρήσης χημικών όπλων και τέλεσης εγκλημάτων εναντίον του πληθυσμού , ουσιαστικά άναψαν το πράσινο φως στο ενδεχόμενο επέμβασης, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις κυβερνήσεις της Γαλλίας , της Γερμανίας και της Μ. Βρετανίας. Τη νομιμοποίηση μιας τέτοιας δράσης ήρθε να δώσει και ο ΟΗΕ, με την προειδοποίηση του πως η επίθεση στο Ιντλίμπ, “μπορεί να προκαλέσει την χειρότερη ανθρωπιστική κρίση του 21ου αιώνα”.
Υπό το βάρος της συνεχώς κλιμακούμενης έντασης, ακολούθησαν οι συναντήσεις αξιωματούχων της Τουρκίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη (14-09-2018), όπου φάνηκε πως το κλίμα μεταβάλλεται, καθώς σταμάτησαν οι αεροπορικές επιθέσεις στο Ιντλίμπ. Η μεταβολή ολοκληρώθηκε στην συνάντηση των προέδρων Πούτιν και Ερντογάν στο Σότσι της Ρωσίας (17-09-2018), όπου αποφασίστηκε η κατάπαυση του πυρός, η δημιουργία αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης, εύρους 15-20 χλμ, υπό κοινή ρωσοτουρκική επιτήρηση, που θα διαχωρίζει τις κυβερνητικές από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, ενώ θα αποσυρθούν από την εν λόγω ζώνη όλα τα βαρέα όπλα. Η εφαρμογή της συμφωνίας θα αρχίσει από τις 15 Οκτωβρίου 2018 και θα περιλαμβάνει την εκκένωση της περιοχής από τις ακραίες ένοπλες ομάδες στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η Αλ Νούσρα.

Πριν φτάσουμε σε εύκολα συμπεράσματα θα πρέπει να σταθούμε στην ιδιαιτερότητα του Ιντλίμπ:

Στην περιοχή του Ιντλίμπ, είναι συγκεντρωμένοι περί τα 2,5 εκ. κατοίκων , εκ των οποίων, περίπου το 1,5 εκ. αφορά πρόσφυγες από άλλες περιοχές , που έχουν συρρεύσει εκεί στα πλαίσια των συμφωνιών “συμφιλίωσης” ανάμεσα στο καθεστώς και τους αντάρτες. Σε αυτές τις συμφωνίες, μεταξύ άλλων, δίνεται η δυνατότητα στους ηττημένους αντάρτες, να εγκαταλείψουν, μαζί με τις οικογένειές τους, μια περιοχή που κατέχουν και να μεταφερθούν, με τα γνωστά “πράσινα λεωφορεία”, στο Ιντλίμπ. Αυτό οδήγησε στην συγκέντρωση εκεί ενός πολύ μεγάλου αριθμού προσφύγων, με μοναδική διέξοδο διαφυγής τα τουρκικά σύνορα. Η τουρκική κυβέρνηση προ των εξελίξεων, προέβη σε “σφράγισμα” των συνόρων προκειμένου να αποφύγει μια νέα εισροή εκατοντάδων χιλιάδων στα εδάφη της, μεταξύ των οποίων βρίσκονται και βετεράνοι τζιχαντιστές. Η προοπτική αυτή ανησυχεί ιδιαίτερα την Ε.Ε. και ειδικά το Βερολίνο, το οποίο θέλει να αποφύγει την επανάληψη των εικόνων του 2015-16, ενώ υπάρχει και η πίεση του αντιμεταναστευτικού κόμματος AfD, αλλά και οι εσωτερικές τριβές που προκαλεί στο κυβερνών κόμμα το συγκεκριμένο ζήτημα. Κατά συνέπεια, το κοινό συμφέρον είναι αυτό που έφερε κοντά Τουρκία – Γερμανία, σε ακολουθία της πρόσφατης προσέγγισης τους λόγω των αμερικανικών πιέσεων στην τουρκική οικονομία.

Χάρτης Ιντλίμπ, Αύγουστος 2018 (πηγή: https://twitter.com/afp/status/1035127492032380928)


Άλλος σημαντικός παράγων, τον οποίο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη, είναι το γεγονός της συγκέντρωσης δεκάδων χιλιάδων ισλαμιστών ανταρτών, μεταξύ των οποίων και αυτών της Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ (HTS), οι οποίοι αποτελούν τον διάδοχο της Αλ Νούσρα και παρακλάδι της Αλ Κάιντα. Οι τελευταίοι συμπεριλαμβάνονται στην λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις του ΟΗΕ και μαζί με τους σαλαφιστές συμμάχους τους, αποτελούν την κυρίαρχη ομάδα στην περιοχή (περίπου 10-15 χιλ) , ενώ ελέγχουν και την ομώνυμη πρωτεύουσα της επαρχίας. Η στάση τους είναι μέχρι τώρα αδιάλλακτη και πρόσφατα προέβησαν σε βίαιες ενέργειες προκειμένου να αποτρέψουν την μαζική φυγή κατοίκων και ενόπλων προς τις καθεστωτικές περιοχές .
Επίσης ισχυρό σχηματισμό αποτελεί το Εθνικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση (NFL), το οποίο συνιστά δημιούργημα της Τουρκίας με στόχο τον έλεγχο των αντιπολιτευόμενων ένοπλων ομάδων και αποτελεί αντίπαλο της HTS. Η συγκεκριμένη οργάνωση που αποτελείται από στοιχεία του πρώην Ελεύθερου Συριακού Στρατού (FSA), προσπάθησε να συνενώσει όλες τις ομάδες υπό την ομπρέλα της και ειδικότερα τις πιο ακραίες, χωρίς ωστόσο να το καταφέρει. Αυτό αποτέλεσε πλήγμα για την Άγκυρα καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα την μετέτρεπε σε κυρίαρχο της περιοχής και σοβαρό αντίπαλο της Δαμασκού στις μετέπειτα διεργασίες.
Στην περιοχή εδρεύει και το Ισλαμικό Κόμμα του Τουρκεστάν (ΤΙΡ), το οποίο αποτελεί οργάνωση των μουσουλμάνων Ουιγούρων της Κίνας και σύμμαχο της HTS, αποτελείται από 2000 περίπου άτομα, τα οποία είναι ετοιμοπόλεμα καθώς συμμετείχαν σε συγκρούσεις στο Αφγανιστάν. Η αντιμετώπισή τους προκαλεί το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της κινεζικής πλευράς καθώς συνιστούν απειλή για τα συμφέροντα της χώρας.
Τέλος στο Ιντλίμπ δρουν και Τσετσένοι αντάρτες (ομάδες :Junud al Sham & Ajnad al Kavkaz) οι οποίοι αποτελούν μακροχρόνιο στόχο της Μόσχας και ένα από τα βασικότερα κίνητρα για την στρατιωτική αντιμετώπισή τους από τον πρόεδρο Πούτιν.
Στο καθαρά τακτικό πεδίο, οι δυνάμεις της HTS και των συμμάχων της, ελέγχουν τα σημαντικότερα αστικά κέντρα (Ιντλίμπ, Σαρακίμπ και Τζισρ αλ Σουγκούρ) αλλά και τα μετόπισθεν, την περιοχή των συνόρων με την Τουρκία, ενώ αντίθετα οι φιλοτουρκικές δυνάμεις βρίσκονται πάνω στα πιθανά αρχικά σημεία προέλασης των δυνάμεων του Άσαντ και των συμμάχων του (δείτε σχετικό χάρτη). Όπως μας ενημερώνει ο Fabrice Balanche του Washington Institute , μια επίθεση στις δυνάμεις αυτές πιθανόν να τις θέσει ολοκληρωτικά εκτός μάχης, γεγονός που θα έχει και πολιτικές συνέπειες καθώς θα πλήξει την αξιοπιστία της Τουρκίας ως προστάτη των ανταρτών, ενώ θα αποδυναμώσει την μελλοντική εκπροσώπηση φιλοτουρκικών πολιτικών δυνάμεων στις συζητήσεις για την νέα Συρία.
Το σύνολο των προαναφερόμενων παραγόντων, σε συνδυασμό με την δύσκολη περίοδο που διέρχονται οι σχέσεις ΗΠΑ- Ερντογάν, κατέδειξαν την σημασία που είχε για τον τούρκο πρόεδρο, η επίτευξη της συμφωνίας στο Σότσι. Η προσωπική του έκκληση προς την διεθνή κοινότητα για να παρέμβει , πριν την συνάντηση με τον Ρώσο πρόεδρο, αποκαλύπτουν το παίγνιο υψηλού ρίσκου στο οποίο έχει εμπλακεί, ενώ οι χαρακτηρισμοί του για το κουρδικό YPG ως τρομοκρατική ομάδα, δείχνουν το αγεφύρωτο χάσμα με την Ουάσιγκτον. Πολλοί υποστηρικτές του μίλησαν για νίκη της Άγκυρας, ωστόσο κάτι τέτοιο μένει να αποδειχτεί, καθώς η συμφωνία, για τον κάθε δρώντα αξιολογείται διαφορετικά:
– Η Ρωσία απέκρουσε τις απειλές επέμβασης της δύσης και έδωσε χώρο στην “ειρηνική διευθέτηση” αφήνοντας όμως υπεύθυνη την Τουρκία, διασώζοντας παράλληλα την τακτική τους συμμαχία. Πιθανή αποτυχία της δεύτερης, θα δώσει στη Μόσχα το πράσινο φως για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, χωρίς η ίδια να φέρει ευθύνη. Επίσης ο πρόεδρος Πούτιν, κερδίζει χρόνο σχετικά με δύο σημαντικά γεγονότα, τις αμερικανικές εκλογές των midterms και την έναρξη εφαρμογής των κυρώσεων εναντίον του Ιράν. Στην πρώτη περίπτωση “απεγκλωβίζει” τον πρόεδρο Τραμπ από το συριακό και στην δεύτερη αναμένει τις κινήσεις της Τουρκίας και της Γερμανίας, απέναντι στην προοπτική κυρώσεων που θα υποστούν οι εταιρίες που δεν θα προσαρμοστούν στις επιταγές των ΗΠΑ.
– Ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί να υποστηρίξει πως οι παρεμβάσεις του έφεραν αποτέλεσμα και απέτρεψαν (έστω και προσωρινά) το αιματοκύλισμα. Μπορεί να βαδίσει στις εκλογές χωρίς να είναι κύριο θέμα το συριακό, διασώζοντας το Ελσίνκι. Παράλληλα, έφερε σε δύσκολη θέση την Τουρκία καθώς προκάλεσε τριγμούς στην σχέση της με την Μόσχα, αποκαλύπτοντας τα στενά περιθώρια ελιγμών του τούρκου προέδρου.
– Η Γερμανία, όπως ήδη αναφέραμε, επωφελείται από την αναβολή μιας νέας προσφυγικής κρίσης, ενώ ενίσχυσε και άλλο τις σχέσεις της με την Τουρκία, ελέω της έντασης με τις ΗΠΑ και της πτώσης της αξίας της λίρας. Χαρακτηριστικό γεγονός, η επικείμενη επίσκεψη του προέδρου Ερντογάν στο Βερολίνο, στα τέλη Σεπτεμβρίου (28-29). Εξαιρετικής σημασίας η αποκάλυψη του Spiegel για προχωρημένες συζητήσεις μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο χωρών, με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου της γείτονος, από την εταιρία Siemens. Μια επένδυση αξίας 35 δις ευρώ, στην οποία θα υπάρχει και γερμανική συμμετοχή. Στο δημοσίευμα γίνεται σύγκριση με το περίφημο έργο του 19ου αιώνα, τον σιδηρόδρομο Βερολίνου – Κων/πολης – Βαγδάτης, ενώ τονίζεται ιδιαίτερα η γεωπολιτική του σημασία ως ανταγωνιστικό του κινεζικού “νέου Δρόμου του Μεταξιού”.
– Η Ε.Ε. είδε με ανακούφιση την επίτευξη της συμφωνίας, καθώς απετράπη η περίπτωση ενός νέου προσφυγικού κύματος, δεδομένων και των προβλημάτων που έχουν δημιουργηθεί στη συνοχή της, με αφορμή το εν λόγω ζήτημα. Ας μην ξεχνάμε ότι τον προσεχή Μάιο, πρόκειται να διεξαχθούν οι ευρωεκλογές, με τους συσχετισμούς στο ευρωκοινοβούλιο, να είναι ήδη υπό αμφισβήτηση.
– Το Ισραήλ συνεχίζει ακάθεκτο την στρατηγική του επιδίωξη που συνίσταται στην απομάκρυνση των ιρανικών δυνάμεων από την Συρία και την αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ. Στις 18-09-2018, πραγματοποιήθηκε επίθεση ισραηλινών αεροσκαφών, εναντίων ιρανικών στόχων στη Λατάκεια και την Χομς της Συρίας. Κατά την προσπάθεια αναχαίτησης εκ μέρους της συριακής αεράμυνας, ένα ρωσικό αεροσκάφος επιτήρησης il-20 καταρρίφθηκε με αποτέλεσμα τον θάνατο των 15 επιβαινόντων . Η κλιμάκωση που ακολούθησε σταμάτησε χάρη στην παρέμβαση του προέδρου Πούτιν και την απόδοση εξηγήσεων εκ μέρους του πρωθυπουργού του Ισραήλ Β.Νετανιάχου , παρά τις κατηγορίες προς την Συρία. Είναι προφανές ότι άλλος ένας άξονας συνεννόησης, αυτός μεταξύ Ισραήλ – Ρωσίας, στηρίζεται και από τις δύο πλευρές, ελέω των πλεονεκτημάτων που προσφέρει αλλά και των προβλημάτων που θα δημιουργούσε η διάρρηξη του.
– Ο πρόεδρος Άσαντ ανταποκρίθηκε στη νέα συμφωνία με την προσδοκία ότι αυτή θα φέρει ως αποτέλεσμα την επανάκτηση της περιοχής με την λιγότερη δυνατή διεθνή εμπλοκή και αιματοχυσία. Η συριακή ηγεσία γνωρίζει πολύ καλά πως χωρίς την ρωσική αεροπορική στήριξη, αλλά και την διεθνή κάλυψη της Μόσχας, είναι πολύ ριψοκίνδυνη μια βεβιασμένη ενέργεια εκ μέρους της. Στη συμφωνία υπάρχουν πρόνοιες που λειτουργούν καταπραϋντικά για την συριακή πλευρά, όπως η επαναλειτουργία του αυτοκινητόδρομου Λατάκεια- Χαλέπι, ενώ υπάρχει σύγχυση σχετικά με τον έλεγχο της πόλης του Ιντλίμπ. Το κλίμα απέναντι στην Τουρκία είναι εχθρικό και η αποδοχή γίνεται στα πλαίσια της λογικής “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”.
– Το Ιράν από την πλευρά του χαιρέτισε την εξέλιξη στο Σότσι, καθώς μια ρήξη μεταξύ Τουρκίας – Ρωσίας θα το έφερνε σε δύσκολη θέση, καθώς υπάρχει ανοιχτό το κουρδικό ζήτημα και το θέμα των κυρώσεων των ΗΠΑ. Προφανώς υποστηρίζει την κατάληψη της περιοχής, ωστόσο κάτι τέτοιο θα πρέπει να συμβεί μα τις μικρότερες διπλωματικές και στρατιωτικές απώλειες.

Η περίπτωση του Ιντλίμπ αποτελεί ένα πεδίο δοκιμών, συμμαχιών και συνεννοήσεων, που ξεπερνάνε τα στενά γεωγραφικά του περιθώρια. Η συμφωνία του Σότσι σηματοδοτεί την έναρξη μιας αντίστροφης μέτρησης για τους τζιχαντιστές αλλά και για την Τουρκία . Οι πρώτοι, θα πρέπει είτε να παραδώσουν τα όπλα τους και να ενσωματωθούν, είτε να διαφύγουν μέσω Τουρκίας, είτε να συγκρουστούν. Η δεύτερη έχει κυριολεκτικά την τύχη στα χέρια της. Πρέπει σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα να εκπληρώσει, τόσο τις πρόνοιες της συμφωνίας, όσο και τις σχέσεις της με τους τοπικούς αλλά και διεθνείς δρώντες. Το κατά πόσο είναι δυνατό κάτι τέτοιο θα φανεί στη συνέχεια.

https://www.aljazeera.com/news/2018/09/erdogan-calls-idlib-ceasefire-tehran-summit-180907122805420.html
https://www.bbc.com/news/world-middle-east-45407401
https://www.telegraph.co.uk/news/2018/08/28/russia-masses-warships-syria-ahead-regimes-final-assault-idlib/
https://www.i24news.tv/en/news/israel/179306-180712-netanyahu-says-no-problem-with-syria-s-assad-staying-in-power
http://www.ert.gr/eidiseis/diethni/kosmos/thyella-antidraseon-sto-esoteriko-ton-ipa-gia-tin-stasi-tramp/
https://www.nytimes.com/2018/09/05/opinion/trump-white-house-anonymous-resistance.html
https://www.theguardian.com/world/2018/sep/05/syria-donald-trump-idlib-slaughter-very-angry
http://www.kathimerini.gr/983423/article/epikairothta/kosmos/epikefalhs-enoplwn-dynamewn-gallias-etoimoi-na-epite8oyme-sth-syria-ean-exei-ginei-xrhsh-xhmikwn-oplwn
https://www.naftemporiki.gr/story/1390470/suria-den-apokleiei-o-maas-summetoxi-tis-germanias-se-pligmata-se-periptosi-xrisis-ximikon
https://news.un.org/en/audio/2018/09/1019042
http://tass.com/world/1021965
https://af.reuters.com/article/worldNews/idAFKBN1J70U9
https://news.un.org/en/story/2018/06/1011862
https://www.hrw.org/news/2018/02/03/turkey/syria-border-guards-shoot-block-fleeing-syrians
https://news.un.org/en/story/2018/09/1018342
https://www.washingtonpost.com/world/syrian-rebels-in-idlib-target-those-who-might-surrender-as-government-assault-looms/2018/09/07/1ba47e00-b07c-11e8-8b53-50116768e499_story.html?noredirect=on&utm_term=.96dbefad6b66
https://www.albawaba.com/news/china-closely-watching-idlib-operation-syria-1172066
https://www.afp.com/en/news/23/foreign-fighters-syrias-idlib-face-last-stand-doc-18x6wz1
https://www.washingtoninstitute.org/policy-analysis/view/round-one-of-idlib-campaign-may-target-turkish-backed-rebels
https://www.wsj.com/articles/the-world-must-stop-assad-1536614148?mod=e2two
https://www.al-monitor.com/pulse/originals/2018/09/turkey-russia-erdogan-winning-from-idlib-to-berlin.html
http://www.spiegel.de/international/europe/germany-supports-major-project-in-turkey-a-1227358.html
http://www.ert.gr/roi-idiseon/mesogeios-agnoeitai-rosiko-stratiotiko-aeroskafos-me-14meles-pliroma/
https://www.naftemporiki.gr/video/1392956/poutin-tuxaio-peristatiko-i-katarripsi-tou-rosikou-stratiotikou-aeroskafous
http://www.ert.gr/frontpage/netaniachoy-se-poytin-i-syria-eythynetai-gia-tin-katarripsi-toy-rosikoy-aeroskafoys/
https://www.washingtonpost.com/world/middle_east/opposition-says-it-is-better-off-after-syria-deal-in-idlib/2018/09/18/f3cd4d78-bb41-11e8-adb8-01125416c102_story.html?utm_term=.13b7354a7001
https://www.euronews.com/2018/09/18/syrian-rebel-says-idlib-deal-ends-assads-hope-of-regaining-full-control
https://www.reuters.com/article/us-mideast-crisis-syria-idlib-plan/fate-of-jihadists-will-make-or-break-idlib-peace-plan-idUSKCN1LY2LO

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Η νέα καταμέτρηση των ψήφων των εκλογές του Ιράκ ολοκληρώθηκε, με τη συμμαχία του κληρικού Muqtada al Sadr να διατηρεί και τις 54 έδρες που κέρδισε.

Με την συμμαχία του Sadr να επιβεβαιώνει το αποτέλεσμα και το ότι είναι οι νικητές των εκλογών, πλέον μπορεί να διαμορφωθεί μια κυβέρνηση.

Οι ισχυρισμοί περί απάτης στις εκλογές οδήγησαν στην επανεξέταση, αλλά η μόνη αλλαγή που προήλθε από αυτό ήταν μια επιπλέον έδρα για τη Συμμαχία, την οποία κέρδισαν έναντι των Ιρανών παραστρατιωτικών μαχητών, οι οποίοι παραμένουν στη δεύτερη θέση. Υπάρχουν 329 έδρες στο Συμβούλιο Αντιπροσώπων του Ιράκ.

Η αρχική ψηφοφορία στις 12 Μαΐου χρησιμοποίησε ένα νέο ηλεκτρονικό σύστημα για τη συγκέντρωση των ψηφισάντων, αντί να μετρώνται οι ψήφοι χειροκίνητα – μια διαδικασία που έχει επικριθεί ως μη λειτουργική και εύκολα χειραγωγήσιμη.

Το Κοινοβούλιο διέταξε την επανεξέταση των ψήφων νωρίτερα τον Ιούνιο, έπειτα από μια κυβερνητική έκθεση που κατέληγε ότι υπήρχαν εκτεταμένες παραβιάσεις. Αυτό ώθησε μια δύσκολη περίοδο, καθότι οι ηγέτες των πολιτικών ομάδων είχαν ήδη ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης.

Μια ομάδα δικαστών που επόπτευε την νέα καταμέτρηση περιορίστηκε αργότερα, αποφασίζοντας ότι θα κάλυπτε μόνο τις ύποπτες ψηφοφορίες που επισημάνθηκαν με επίσημες καταγγελίες ή επίσημες εκθέσεις για απάτη.

Ο Sadr παρουσιάζεται ως ένας εθνικιστής πέρα από σέκτες και λοιπές κρυφές ομάδες, ο οποίος αντιτίθεται τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην επιρροή του Ιράν στη χώρα του. Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράκ αποτελεί μέρος της συμμαχίας Sairoon του Sadr.

Τα πρώτα τρία νικηφόρα μπλοκ, (όλα Σιίτες) κατέλαβαν περισσότερες από 140 έδρες. Τουλάχιστον 165 έδρες χρειάζονται για να σχηματίσουν κυβέρνηση, αν και παραδοσιακά το κυβερνών μπλοκ στο κοινοβούλιο τείνει να είναι μεγαλύτερο, ώστε να συμπεριλάβει τους Σουνίτες άραβες αλλά και το κουρδικό στοιχείο.

 

 

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, και μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Share Button

Σπύρος Ζενεμπίσης, Βοηθός Ερευνητής, Κ.Α.Ν.Σ.
Το Τέλος του «Οικονομικού Θαύματος» του ΑΚΡ;
Στις 24 Ιουνίου του 2018 επανεξελέγη, όπως ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενο, στην τουρκική Προεδρία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με ποσοστό 52.59%. Οι εκλογές αυτές, οι οποίες «ζητήθηκαν» αρχικά τον Απρίλιο από τον ηγέτη του Κόμματος Εθνικής Δράσης και εκλογικό συνοδοιπόρο του Ερντογάν , Ντεβλέτ Μπαχτσελί, έγιναν με ορίζοντα αφενός την εφαρμογή των συνταγματικών αλλαγών, που επέφερε η οριακή επικράτηση της «Συμμαχίας του Λαού» στο δημοψήφισμα του 2017, προς ένα συγκεντρωτικότερο σύστημα με σαφή ενίσχυση των εξουσιών του προέδρου έναντι του κοινοβουλίου και αφετέρου στη σκιά μιας χρονίζουσας νομισματικής και γενικότερα μακροοικονομικής αστάθειας, που έχει σαφή χαρακτηριστικά κρίσης.
Ο Ερντογάν βρίσκεται στην εξουσία από το 2003( το κόμμα του από το 2002), οπότε και εξελέγη στο καταργηθέν πλέον αξίωμα του πρωθυπουργού της τουρκικής Δημοκρατίας. Στα 15 συναπτά έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων ο ίδιος και το κόμμα του βρίσκονται στην εξουσία, έχουν συντελεστεί σημαντικές αλλαγές στην εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Τουρκία, αλλά και αξιοσημείωτες παλινδρομήσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, όσον αφορά τα μέσα και τις στοχεύσεις της, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό είναι αλληλένδετες με τις εσωτερικές πολιτικές αλλαγές και με τις σημαντικότατες γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή. Επίσης βασικό χαρακτηριστικό της διακυβέρνησης της Τουρκίας από τον Ερντογάν και το ΑΚΡ αποτελεί η αρχική σαφής άμβλυνση των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, που αντιμετώπιζε η χώρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα οποία πήγαζαν από χρόνιες και πολυεπίπεδες μακροοικονομικές ανισορροπίες, αλλά και η προοδευτική επαναφορά στο προσκήνιο των ανισορροπιών αυτών τα τελευταία χρόνια, γεγονός που εξελίχθηκε εν τέλει στη σημερινή νομισματική κρίση, που αντιμετωπίζει η Τουρκία.
Η οικονομική κατάσταση στη χώρα τα αμέσως προηγούμενα χρόνια πριν την ανάληψη της εξουσίας από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ήταν εξαιρετικά δυσμενής. Η συνοπτική περιγραφή της στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμη, όχι μόνο για να καταδειχθεί η σημασία της μακροοικονομικής σταθεροποίησης, που επετεύχθη στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Ερντογάν, αλλά και για να τονισθούν ορισμένα δομικά προβλήματα της τουρκικής οικονομίας, τα οποία λειτουργούν διαχρονικά ως καταλύτες εξελίξεων- «μοτίβων» και τα απαντάμε και στη νομισματική (μέχρι στιγμής) κρίση, που βρίσκεται σήμερα εν εξελίξει. Συνέχεια ανάγνωση

Από το 1980 έως το 1994 το δημόσιο χρέος της τουρκικής Δημοκρατίας είχε αυξηθεί κατά περίπου 300% και η αναλογία εξυπηρέτησής του, δηλαδή ο λόγος των ετησίων ποσών, που κατέβαλε η χώρα ως χρεολύσια προς τα έσοδά της από τις εξαγωγές έφτασε μέχρι το τέλος της δεκαετίας στο 10% ( 7δις δολάρια για εξυπηρέτηση χρέους). Το στατιστικό μέγεθος αυτό καταδεικνύει σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα μιας χώρας να εξοφλήσει/εξυπηρετήσει το δημόσιό της χρέος. Πριν τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, βέβαια δεν είχαν προκύψει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, που να επηρέαζαν την ομαλή εξυπηρέτηση του τουρκικού δημοσίου χρέους, κυρίως λόγω της σχετικής επιτυχίας των επιλογών οικονομικής πολιτικής της δεκαετίας του ’80.
Το «πρόγραμμα σταθεροποίησης» του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, που κατηύθυνε σε μεγάλο βαθμό την τουρκική οικονομική πολιτική κατά τη δεκαετία του 1980 ,είχε στοχεύσει στο επίπεδο της εσωτερικής ισορροπίας στον έλεγχο και την καταπολέμηση του πληθωρισμού, δίνοντας σαφή προτεραιότητα στη σταθερότητα των τιμών έναντι της πλήρους απασχόλησης των πόρων, προτιμώντας πιο υψηλά επιτόκια και ελεγχόμενες περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές, όπως πχ το πάγωμα των μισθών. Στο επίπεδο της εξωτερικής ισορροπίας το πρόγραμμα, το οποίο έφερε σε μεγάλο βαθμό εις πέρας ο Τουργκούτ Οζάλ, στόχευε στην τόνωση των εξαγωγών και στη γενικότερη εγκατάλειψη της πρότερης επιλογής για βιομηχανική υποκατάσταση των εισαγωγών. Αυτή η εξωστρεφής οικονομική αναπτυξιακή στρατηγική αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικότερη ως προς την αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων ισορροπίας του τουρκικού λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών. Η σταθερή αύξηση των εξαγωγών (κατά μέσο όρο 22% το χρόνο) βελτίωσε το εμπορικό ισοζύγιο της Τουρκίας παρά τις πιέσεις, που του ασκούνταν από την άνοδο των καταναλωτικών διαθέσεων της κοινωνίας. Το ΑΕΠ της χώρας μέχρι και το 1987 μεγεθυνόταν κατά μέσο όρο 4,5% το χρόνο μέχρι και το 1987, οπότε και άγγιξε περίπου το 8%. Στην επιτυχία της δεκαετίας αυτής του «νοικοκυρέματος», της σχετικής σταθερότητας, της αναπτυξιακής εξωστρέφειας και οικονομικής φιλελευθεροποίησης μπορεί να αποδοθεί και η αύξηση του δημοσίου χρέους, που προκλήθηκε σε κάποιο βαθμό από την ανανεωμένη εμπιστοσύνη της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κοινότητας προς την Τουρκία. Με λίγα λόγια το χρέος διογκώθηκε επειδή η «στρόφιγγα» των πιστώσεων είχε ανοίξει, αλλά η διόγκωση αυτή αποτέλεσε πρόβλημα στα αμέσως επόμενα χρόνια, όταν η τουρκική οικονομία άρχισε εκ νέου να αποσταθεροποιείται.
Από το 1988-89 μέχρι και το 1994 ,όμως, η τουρκική οικονομία πέρασε μια περίοδο μακροοικονομικής αστάθειας, που μάλλον πριόνιζε τη σοβαρή κρίση των επόμενων ετών. Χαρακτηριστικά της περιόδου αποτελούν η μεταβλητότητα της οικονομικής ανάπτυξης, που θα τη συναντήσουμε και στη συνέχεια να επαναλαμβάνεται ως μοτίβο μετά το 2000 , καθώς και η σταθερή αύξηση του πληθωρισμού και του δημοσιονομικού ελλείματος. Τέλος η ανεργία, η μεγάλη αδυναμία των πολιτικών Οζάλ, επίσης διογκωνόταν.
Το 1993 η κυβέρνηση της Τανσού Τσιλέρ, ενώ αντιλαμβανόταν την επικίνδυνη δυναμική, που είχε πάρει η σταθερή αύξηση του δημοσιονομικού ελλείματος, επέλεξε να κάνει χρήση μέτρων επεκτατικής νομισματικής πολιτικής στοχεύοντας στο να επιτευχθούν υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης για το έτος. Πράγματι η διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα προκάλεσε αύξηση του ΑΕΠ κατά 7.3%. Το γεγονός αυτό, όμως δεν απέκρυπτε τα δομικά προβλήματα της τουρκικής οικονομίας από τις αγορές.
Ακολούθησε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Τουρκίας από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, γεγονός που επέφερε ελεύθερη πτώση της τουρκικής λίρας σε σχέση με το δολάριο και εκ νέου σταθεροποιητικές προσπάθειες δημοσιονομικού περιορισμού, που δεν αντιμετώπισαν ,όμως, ιδιαιτέρως δραστικά το δημοσιονομικό έλλειμα. Το έλλειμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών από την άλλη ετέθη εκ των πραγμάτων υπό κάποιο έλεγχο λόγω της διολίσθησης της τουρκικής λίρας, αλλά ο πληθωρισμός έφτασε το 150% το 1994 ενώ η ύφεση άγγιξε το 6%.
Η ανάκαμψη του 1995 ήταν παροδική και προκάλεσε και αύξηση του ελλείματος τρεχουσών συναλλαγών. Ο πληθωρισμός συνέχιζε να αποτελεί σοβαρότατο πρόβλημα, αφού δεν είχε πέσει κάτω του 80%. Επίσης, οι απότομες, λαϊκίστικες και ανεύθυνες δημοσιονομικές επεκτάσεις, που ακολούθησαν, όταν ανέλαβε η κυβέρνηση των ισλαμιστών του Ερμπακάν, κάθε άλλο παρά προετοίμασαν την ήδη ασταθή οικονομία της χώρας για όσα επακολούθησαν. Το 1998 η οικονομία βυθίστηκε σε απότομη ύφεση κυρίως λόγω της μεγάλης έκθεσης των τουρκικών εξαγωγικών επιχειρήσεων στη ρωσική αγορά, η οποία επλήγη σοβαρότατα από την χρηματοπιστωτική κρίση εκείνης της χρονιάς. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η εξαγγελία ενός ακόμα προγράμματος σταθεροποίησης του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμάτων, στη σταθεροποίηση της συναλλαγματικής τιμής της λίρας και στον έλεγχο του πληθωρισμού.
Το πρόγραμμα, που κλήθηκε να εφαρμόσει η κυβέρνηση Ετσεβίτ, είχε αρχική επιτυχία, αλλά όπως συνέβη και 3 έτη νωρίτερα, με την παροδική ανάκαμψη του 1995, το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας πιέστηκε απότομα από τις ανανεωμένες καταναλωτικές ανάγκες της κοινωνίας με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείματος στο λογαριασμό τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο σε εκείνη τη φάση χρηματοδοτήθηκε με όρους δυσμενείς (πχ πιστώσεις βραχείας ωρίμανσης). Επακολούθησαν ξανά νέα νομισματική αστάθεια και σοβαρά προβλήματα ρευστότητας για μέρος του τραπεζικού τομέα της Τουρκίας. Η αλληλεξάρτηση κράτους – τραπεζικού τομέα ήταν μεγάλη. Οι σε μεγάλο βαθμό «ανεύθυνες» και πολιτικά ελεγχόμενες τράπεζες είχαν εκτεθεί σε ομόλογα του τουρκικού δημοσίου χρησιμοποιώντας δανειακά κεφάλαια σε δολάρια, τη στιγμή που η λίρα μετά βίας δεν «καταβαραθρωνόταν». Προκειμένου να δανείσουν το κράτος σε λίρες και με όρους μακροπρόθεσμης αποπληρωμής είχαν προβεί οι ίδιες σε βραχυπρόθεσμο δανεισμό σε δολάρια, γεγονός που δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στους ισολογισμούς τους. Επίσης, το κράτος εγγυόταν από το 1994 το σύνολο των τραπεζικών καταθέσεων, πράγμα που περιέπλεκε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ακόμα, οι διεθνείς συγκυρίες δεν ήταν καθόλου ευμενείς. Εξωτερικοί παράγοντες έπαιξαν επιβαρυντικό ρόλο στην εξέλιξη της τουρκικής κρίσης ρευστότητας και στην τελική εφαρμογή και επιτυχία του πρόσφατου προγράμματος σταθεροποίησης, όπως η σημαντική άνοδος των επιτοκίων στις Η.Π.Α, η ανατίμηση του αμερικανικού δολαρίου στις αρχές της δεκαετίας του 2000, και οι άνοδος στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και άλλων πηγών ενέργειας. Το τελειωτικό χτύπημα για το πρόγραμμα και τη σταθερότητα της τουρκικής λίρας επέφερε η πολιτική αστάθεια και συγκεκριμένα οι ανοιχτές διαφωνίες τον Φεβρουάριο του 2001 Πρωθυπουργού και Προέρδου (Ετσεβίτ και Σεζέρ) σχετικά με την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Η αξία του νομίσματος εξανεμίστηκε μαζί με την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας επιβαρύνοντας σημαντικά τους ισολογισμούς των τουρκικών τραπεζών πυροδοτώντας μια σοβαρότατη κρίση για την τουρκική οικονομία. Η ύφεση το 2001 ήταν 5.7% ενώ το 2002 κινήθηκε γύρω στο 9%.
Στο AKP και στον ιδρυτή και Πρόεδρό του πιστώνεται η ταχεία έξοδος από αυτήν την κατάσταση δομικής μακροοικονομικής αστάθειας, ενώ οι αιτίες και τα αποτελέσματά της χρεώθηκαν στη μέχρι τότε πολιτική ελίτ της Τουρκίας, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Ετσεβίτ έθεσε αρκετές από τις βάσεις για την αναδιάρθρωση του προβληματικού τραπεζικού τομέα και για τη δημιουργία θεσμικών συνθηκών κατάλληλων για την καλλιέργεια κλίματος μακροοικονομικής σταθερότητας. Αναφερόμαστε κυρίως σε βασικές δομικές μεταρρυθμίσεις, που υπεβλήθησαν κατά κύριο λόγο από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα στην πολιτική ελίτ της Τουρκίας, όπως η ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας, καθώς και η «αποπολιτικοποίηση» και η αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος. Οι διαδικασίες αυτές έγιναν στη σκιά της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2001, η οποία άφησε λίγα περιθώρια στους Τούρκους ιθύνοντες για το δρόμο, που επρόκειτο να ακολουθηθεί. Το ΑΚΡ ήταν το κόμμα, που κέρδισε τις εκλογές το 2002 και βρέθηκε να είναι ο κοινωνός των θεσμικών αντιμέτρων, που γεννήθηκαν από την κρίση του 2001, και ο εκφραστής μιας ιστορικής πολιτικής αλλαγής, αλληλένδετης με τα εντυπωσιακά (σε σύγκριση με το ασταθές παρελθόν της χώρας) οικονομικά επιτεύγματα από το 2002 έως το 2006.
Τα 5 αυτά πρώτα έτη της διακυβέρνησης του ΑΚΡ και του, πρωθυπουργού τότε Ερντογάν, η τουρκική οικονομία αναπτύχθηκε θεαματικά με ρυθμό περίπου 7% κατά μέσο όρο. Η σταθερή αυτή ανάπτυξη ήταν επίσης υψηλής ποιότητας, καθώς ήταν συνδεδεμένη με την βελτίωση της παραγωγικότητας, της αποτελεσματικότητας και της τεχνολογίας. Η ιδιωτική επένδυση στην οικονομία, η οποία είχε υποχωρήσει κατά πολύ λόγω της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης, τονώθηκε εκ νέου και παρατηρήθηκε και «συμμετοχή» στην ανάπτυξη της χώρας, όχι μόνο από τις δυτικές μεγάλες πόλεις των παραλίων, αλλά και από τον χώρο της ενδότερης αστικής Ανατολίας με άμεσο αποτέλεσμα μια πρωτόγνωρη για την Τουρκία πιο ισορροπημένη διάχυση ευημερίας. Η μεσαία τάξη διευρύνθηκε, ενώ η οικονομική ανισότητα περιορίστηκε, βελτιώθηκε η ποιότητα παροχής δημοσίων υπηρεσιών και ταυτόχρονα άρχισαν να δαπανώνται περισσότερα χρήματα στους τομείς της παιδείας και της υγείας χωρίς να υπάρξει κάποιος δημοσιονομικός εκτροχιασμός. Ο πληθωρισμός, ο οποίος αποτελούσε δομικό πρόβλημα της τουρκικής οικονομίας για δεκαετίες και είχε φτάσει τα αμέσως προηγούμενα χρόνια μέχρι και το 150%, είχε τεθεί υπό έλεγχο.
Η δημοσιονομική απειθαρχία των προηγούμενων ετών είχε περιοριστεί κυρίως λόγω των θεσμικών βελτιώσεων στη διαδικασία κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού, οι οποίες στόχευαν σε πιο διαφανείς διαδικασίες. Με νέες νομοθετικές ενέργειες έγινε προσπάθεια για εγκατάλειψη πρακτικών της δεκαετίας του ’90, όπως τη συνήθεια να προβαίνει το κράτος σε δαπάνες, που ούτε καν φαίνονταν και μπορούσαν να υπολογιστούν σωστά εντός προϋπολογισμού. Επίσης ετέθησαν αυστηρότεροι κανόνες για τον δανεισμό της κυβέρνησης και τη δημοσιονομική διαχείριση με τη δημιουργία αυτόνομων ή ανεξαρτήτων αρχών, ως θεσμικών αντιβάρων εξουσίας, μια συνταγή που υποστηριζόταν σθεναρά αρχικά από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα και στη συνέχεια από την ΕΕ, η οποία εκείνα τα χρόνια διαπραγματευόταν με την Τουρκία για την ένταξή της στην Ένωση και έπαιξε κάποιο ρόλο στις θεσμικές μεταβολές εκείνης της εποχής προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης της δημοκρατίας στη χώρα και στη σύνδεση της εμβάθυνσης αυτής με τη μακρο-οικονομική σταθερότητα, το «νοικοκύρεμα» και την ποιοτική οικονομική μεγέθυνση.
Στο κέντρο των θεσμικών μεταβολών, που συντέλεσαν στην πενταετία ανάπτυξης και μακροοικονομικής σταθερότητας βρίσκεται η σημαντικότερη ίσως μεταρρύθμιση του τουρκικού οικονομικού συστήματος, η οποία αφορά στην ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας από πολιτικές παρεμβάσεις. Όπως προαναφέραμε η αλλαγή αυτή έγινε επί της τελευταίας κυβέρνησης Ετσεβίτ και έπαιξε κεντρικό ρόλο στην ανάκαμψη της οικονομίας από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2001. Με νόμο πλέον, η Κεντρική Τράπεζα αποκτούσε τη θεσμική αποστολή της θωράκισης της τουρκικής οικονομίας από τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ απαγορεύθηκε ο άμεσος δανεισμός προς την κεντρική κυβέρνηση. Η προσφορά χρήματος στην Τουρκική οικονομία για πρώτη φορά δεν ήταν δελεαστικό εργαλείο στα χέρια οποιασδήποτε κυβέρνησης για την επίτευξη πολιτικών σκοπών. Πολλές φορές οι τουρκικές κυβερνήσεις, οι οποίες ασκούσαν σαφή πολιτικό έλεγχο στην Κεντρική Τράπεζα και γενικότερα στο τραπεζικό σύστημα υπέκυπταν στον πειρασμό της βραχυχρόνιας νομισματικής επέκτασης με τη διατήρηση χαμηλών επιτοκίων με στόχο την αύξηση του συνολικού προϊόντος και την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και τη βελτίωση της απασχόλησης. Τα βραχυχρόνια θετικά αυτά αποτελέσματα ακυρώνονταν σχεδόν πάντα, όμως, από της σοβαρές πληθωριστικές πιέσεις, που δεχόταν η οικονομία και από την καταβαράθρωση της αξίας του νομίσματος. Οι καταθέσεις έχαναν αξία σε μια νύχτα, γεγονός που έπληττε την ιδιωτική επένδυση ενώ οι μισθωτοί πλήττονταν ανεπανόρθωτα στην αγοραστική τους δύναμη. Το γεγονός ότι η Τουρκία επέλεξε να κινηθεί, πιεσμένη από τη σκληρή πραγματικότητα της πολυεπίπεδης κρίσης του 2001, σε μια οδό πιο «συντηρητικής μονεταριστικής ορθοδοξίας» και δημοσιονομικής πειθαρχίας, οχυρωμένων και υποβοηθούμενων από μεταρρυθμιστικές διαδικασίες δημοκρατικής εμβάθυνσης, που οδήγησαν στη δημιουργία θεσμικών αντιβάρων σε μια κεντρική εξουσία με σκληρές παραδώσεις συγκεντρωτισμού, δημιούργησε το πλαίσιο, μέσα στο οποίο καλλιεργήθηκε η μακροοικονομική σταθερότητα και η αύξηση της ευημερίας για τον μέσο Τούρκο.
Το αν το ΑΚΡ και ο Ερντογάν ήταν οι πρόθυμοι μεταρρυθμιστές, που εμβάθυναν εμπράκτως τις δημοκρατικές διαδικασίες, καταπολέμησαν τη διαφθορά και την αδιαφάνεια και συνέβαλαν συνειδητά και ηθελημένα στα εντυπωσιακά επιτεύγματα της τουρκικής οικονομίας της 5ετίας 2002-2006 είναι μια μεγάλη συζήτηση. Το σίγουρο είναι πάντως, ότι για οποιονδήποτε βρισκόταν στο «τιμόνι» της Τουρκίας το 2002 τα περιθώρια δεν ήταν πάρα πολλά. Είτε το ΑΚΡ και ο Εντρογάν στήριξαν τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες ιδία βουλήσει, είτε βρέθηκαν ως απλοί κ διαχειριστές των μέτρων σταθεροποίησης και ταυτίστηκαν με την πολιτική επιλογή της δημοκρατικής εμβάθυνσης ως «αντανακλαστικό επιβίωσης» απέναντι σε ένα στρατο-γραφειοκρατικό κατεστημένο, που μόλις μία 5ετία πριν είχε παρέμβει για τέταρτη φορά μέσα σε μία τριακονταετία στα πολιτικά πράγματα της χώρας και που ένιωθε μάλλον άβολα με την επικράτηση ενός νέου έστω και φαινομενικά μετριοπαθούς ισλαμιστικού κόμματος, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Το ΑΚΡ φάνηκε στο εσωτερικό και το εξωτερικό ως ο φορέας μιας ιστορικής πολιτικοοικονομικής αλλαγής, που έφερνε τη χώρα πιο κοντά από ποτέ στην Ευρώπη και που κατάφερνε να κάνει μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού, ιδιαίτερα τα πιο φτωχά, συντηρητικά και περιθωριοποιημένα, κοινωνούς της ποιοτικής βελτίωσης της οικονομίας και της σταθερότητας. Το γεγονός αυτό έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στις μετέπειτα εκλογικές διευρύνσεις και τις νίκες του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Ο αποκλεισμένος μέχρι τότε «Μαύρος Τούρκος», πλέον όχι μόνο μοιραζόταν, την ταυτότητα αυτή με τον «αδελφό του, Ταγίπ», αλλά άρχισε να βιώνει εξ αιτίας του μια πρωτόγνωρη για τον ίδιο διάχυση ευημερίας. Ως εκ τούτου έμεινε μέχρι και σήμερα σφόδρα πιστός στον Ερντογάν. Έτσι η οικονομία έγινε το σημείο αιχμής για την εκλογική διεύρυνση του ΑΚΡ αλλά και το μέσο μιας οριστικής στην ουσία παγίωσης ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας στο ρόλο του πιστού εκλογικού ακροατηρίου.
Στα χρόνια, που ακολούθησαν επανήλθαν στο προσκήνιο τα δομικά στοιχεία αστάθειας της τουρκικής οικονομίας. Αρχικά, επανήλθε το «μοτίβο» της μεταβλητότητας της οικονομικής ανάπτυξης. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης άρχισαν από το 2007 να υποχωρούν, το οποίο είναι σημαντικό, αλλά και το ότι παρατηρούνται από το έτος αυτό και μετά και ποιοτικές μεταβολές στην τουρκική ανάπτυξη. Το «φρενάρισμα» αυτό της θα μπορούσε βεβαίως να αποδοθεί σε μια μεταστροφή του οικονομικού κύκλου ή/και στις δυσμενείς εξωτερικές συνθήκες, ιδιαίτερα στο ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, που ξέσπασε στα τέλη του 2008. Η ποιοτική και ποσοτική όμως αυτή μεταστροφή σημειώνεται κατά τι νωρίτερα και συμπίπτει με ένα γενικότερο «πισωγύρισμα» στις πολιτικοοικονομικές μεταρρυθμιστικές επιλογές της προηγούμενης 5ετίας. Ανωτέρω έχουμε επιχειρηματολογήσει υπέρ της σύνδεσης των επιτευγμάτων μακροοικονομικής σταθεροποίησης της 5ετίας 2002-2006 με συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές θεσμικές επιλογές και επιλογές μείγματος οικονομικής πολιτικής. Θα ήταν συνεπώς λογικό, το να αποδώσουμε τουλάχιστον σχέση συσχέτισης, αν όχι αιτιότητας, στην σταδιακή εγκατάλειψη των επιλογών αυτών με τις αποσταθεροποιητικές οικονομικές εξελίξεις των ετών μετά το 2007.
Είναι σημαντικό να μην εξιδανικεύσουμε την 5ετία 2002-2006. Ενώ η τουρκική οικονομία κατάφερε πολύ σημαντικούς στόχους και κινήθηκε στη σωστή κατεύθυνση για την αντιμετώπιση πολύ ουσιωδών προβλημάτων της, ειδικά στους τομείς της νομισματικής σταθερότητας, της δημοσιονομικής πειθαρχίας , του «τιθασεύματος» των πληθωριστικών πιέσεων, της καταπολέμησης της διαφθοράς και της διαφάνειας αλλά και της εξωτερικής ισορροπίας ( η ποιοτικότερη ανάπτυξη, που επέφεραν οι θεσμικές αλλαγές και οι οικονομική πολιτική μετά το 2001 συνδυάστηκαν με βελτίωση των χρόνιων προβλημάτων, που αντιμετώπιζε η χώρα στο λογαριασμό τρεχουσών συναλλαγών), μέσα σε 5 έτη δεν ήταν δυνατόν να αντιστραφούν πλήρως τα προβλήματα δεκαετιών. Η χώρα συνέχισε να διατηρεί αρκετές από της δομικές της αδυναμίες ενώ νέες ανέκυψαν ή μάλλον επανήλθαν.
Τη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης των ετών 2007-2008( 4.7%) και την σύντομη ύφεση του 2009( -4.75% σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα) ακολούθησε μια ανάκαμψη, η οποία επετεύχθη από μεγάλες δημοσιονομικές και νομισματικές επεκτάσεις. Το έτος 2010 η τουρκική οικονομία κινήθηκε σε ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 9%, ενώ το 2011 κοντά στο 10%. Η Κεντρική Τράπεζα εμφανώς είχε πλέον μετακινηθεί ουσιωδώς από το θεσμικό ρόλο της θωράκισης της οικονομίας έναντι των πληθωριστικών πιέσεων και είχε προβεί σε κινήσεις προς την κατεύθυνση της πλήρους απασχόλησης των πόρων. Οι πιέσεις από τον πρωθυπουργό τότε Ερντογάν για ταχεία πτώση των επιτοκίων, προκειμένου να επιτευχθούν μεγάλοι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν μεγάλες. Υπήρχε συνεπώς από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 η πολιτική βούληση εντός του ΑΚΡ, να επιστρέψει η νομισματική πολιτική στα χέρια της κυβέρνησης, ασκώντας πολιτικό έλεγχο μέσω προτροπών και παρεμβάσεων στην Κεντρική Τράπεζα για να επιτευχθούν υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης . Αυξήθηκαν επίσης οι δαπάνες του κράτους προκειμένου να υπάρξει παράλληλη δημοσιονομική τόνωση της οικονομίας. Η διαφορά στην ποιότητα αυτού του τύπου ανάπτυξης με αυτήν της πενταετίας 2002-2006 δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι τέτοιου τύπου επεκτάσεις τείνουν να αναιρούνται στο μακροπρόθεσμο επίπεδο. Αυτός ο τύπος ανάπτυξης συνδέθηκε με μεγαλύτερα ελλείματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που δείχνουν την εισροή ξένων κεφαλαίων, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν αυξημένες καταναλωτικές ανάγκες στην κοινωνία. Το παραδοσιακό «Trade-off» οικονομικής πολιτικής, που αντιμετώπιζε η τουρκική οικονομία μεταξύ πληθωρισμού και αύξησης παραγόμενου προϊόντος/απασχόλησης (τουλάχιστον στη βραχυχρόνια περίοδο), απέκτησε μια πτυχή εξωτερικής ισορροπίας και ως εκ τούτου προέκυψαν ανάγκες χρηματοδότησης. Η χρηματοδότηση αυτή επιτεύχθηκε για ακόμη μια φορά εκείνα τα χρόνια με πιστώσεις βραχυχρόνιας ωρίμανσης, σε αντίθεση με τη χρηματοδότηση των μικρότερων ελλειμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της 5ετίας 2002-2006, που χρηματοδοτήθηκαν πιο μακροπρόθεσμα και ομαλά και συνδυάστηκαν με τις αμβλυντικές επιδράσεις, που έχει πάνω σε τέτοιου είδους ελλείματα η αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων.
Σοβαρός δημοσιονομικός εκτροχιασμός δεν υπήρξε και δεν έχει υπάρξει ακόμη. Από το 2009 μάλιστα ,οπότε και σημειώθηκε ένα δημοσιονομικό έλλειμα της τάξης του -5.3% ,το μέσο έλλειμα της κεντρικής κυβέρνησης από το επόμενο έτος μέχρι σήμερα διαμορφώνεται στο -1.55% . Η απόσταση όμως από το -0.2% του έτους 2007 είναι σημαντική. Παρατηρείται, συνεπώς, μία δυναμική αύξησης του δημοσιονομικού ελλείματος, η οποία σε συνδυασμό με άλλα προβλήματα, που αντιμετωπίζει τη τουρκική οικονομία, μπορεί να παίξει και αυτή αποσταθεροποιητικό ρόλο. Η απόκλιση αυτή από τη σχετική δημοσιονομική πειθαρχία της πρώτης 5ετίας της διακυβέρνησης του ΑΚΡ είναι σαφώς συνυφασμένη με τη διάθεση εντός του πιο ισχυροποιημένου πλέον κυβερνώντος κόμματος και της ηγεσίας του, προς την κατεύθυνση της αναίρεσης των μετά το 2001 θεσμικών μεταβολών, που είχαν να κάνουν με πιο διαφανείς διαδικασίες κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού και γενικότερα με την παραδοσιακή ροπή του τουρκικού κράτους προς έναν αδιαφανή συγκεντρωτισμό, ο οποίος είναι μάλλον προσφιλής στους ιθύνοντες του ΑΚΡ και στον Ερντογάν . Φορείς της εκτελεστικής εξουσίας απαιτούσαν τα όποια θεσμικά αντίβαρα εξουσίας είχαν θεσπιστεί υπό τις προτροπές του ΔΝΤ της Παγκόσμιας Τράπεζας και της ΕΕ και ,που είχαν να κάνουν με καλλιέργεια κλίματος οικονομικής διαφάνειας και αποκέντρωσης στις τουρκικές οικονομικές και δημοσιονομικές διαδικασίες, να επιστέψουν τις εξουσίες τους στο κέντρο. Το ΑΚΡ και ο όλο και πιο ισχυρός πρωθυπουργός της Τουρκίας ήθελαν φανερά, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, υπό τον ολοκληρωτικό τους έλεγχο τα εργαλεία της δημοσιονομικής και της νομισματικής πολιτικής. Η «μεταρρυθμιστική κόπωση» και οι μεταστροφές των πολιτικών της 5ετίας 2002-2006 είναι μάλλον η απαρχή της στροφής του Εντρογάν προς μια πιο συγκεντρωτική πορεία με σαφείς οικονομικές πτυχές, που σχετίζονται με τη σημερινή οικονομική αστάθεια.
Με τη σταδιακή ισχυροποίηση του ΑΚΡ προέκυψαν σαφείς τάσεις συγκεντρωτισμού εντός του, οι οποίες, είτε ήταν κομμάτι ευρύτερης στρατηγικής με στόχο τον ολοκληρωτικό έλεγχο του κράτους , οι οποίες ευοδώθηκαν μετά τα πρώτα χρόνια του ΑΚΡ και του Εντρογάν στην εξουσία, είτε προκλήθηκαν ως αντίδραση στις παραστάσεις απειλής, που δεχόταν το ισλαμιστικό κόμμα από κύκλους της κεμαλικής στρατο-γραφειοκρατίας, επηρέασαν και τις οικονομικές εξελίξεις στην Τουρκία. Υπενθυμίζουμε, ότι τα χρόνια εκείνα της «μεταρρυθμιστικής στροφής» και της στροφής στις επιλογές μείγματος οικονομικής πολιτικής συνέπεσαν με εξελίξεις σταθμούς στη μετουσίωση του ΑΚΡ και του Εντρογάν σε αυτό που είναι σήμερα. Το 2008 το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας συζητούσε το κλείσιμο του ΑΚΡ για ενέργειες ενάντια στον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και συγκεκριμένα εξ αιτίας της επικείμενης ανάδειξης του Αμπντουλάχ Γκιουλ στην τουρκική προεδρία. Τον Φεβρουάριο του 2010 ξεκίνησαν οι πρώτες συλλήψεις, που σχετίζονταν με την περιβόητη επιχείρηση «Βαριοπούλα», ενώ μέχρι τον Απρίλιο του 2011 είχαν γίνει εκατοντάδες συλλήψεις υποτιθέμενων μελών της «τρομοκρατικής οργάνωσης Εργκενεκόν». Τα επόμενα χρόνια ο Ερντογάν, ο οποίος στις αρχές της πρωθυπουργίας του είχε τουλάχιστον την εικόνα του πιστού στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, μετριοπαθούς ισλαμιστή ηγέτη, που προωθούσε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις σε μια χώρα με συγκεντρωτικές παραδόσεις και ιστορικό συχνών και αποφασιστικών στρατιωτικών παρεμβάσεων (με πολύ πρόσφατη τότε αυτήν του «μεταμοντέρνου» πραξικοπήματος του 1997), μετουσιώθηκε σε έναν ηγέτη με σαφείς αυταρχικές τάσεις και συγκεντρωτικές επιδιώξεις, τις οποίες εν τέλει σε μεγάλο βαθμό πραγμάτωσε μετά την αποτυχημένη πραξικοπηματική ενέργεια του Ιουλίου το ’16 και επιβεβαίωσε και θεσμικά πλέον με τη νίκη του στο δημοψήφισμα του ’17 και στις εκλογές του περασμένου Ιουνίου. Η αυταρχικές αυτές τάσεις, οι οποίες στο οικονομικό επίπεδο έχουν να κάνουν με την προσωπική πλέον επιρροή του τούρκου προέδρου στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής και της δημοσιονομικής βρίσκονται στο κέντρο της σημερινής νομισματικής αστάθειας, που αντιμετωπίζει η χώρα.
Μετά το 2007, λοιπόν, η τουρκική ανάπτυξη επανέρχεται στα «γνώριμα και ταραχώδη νερά» της μεταβλητότητας και της ποιοτικής της μεταστροφής στον τύπο ανάπτυξης που συσχετίζεται με τη νομισματική και τη δημοσιονομική τόνωση της οικονομίας. Η ανάπτυξη αυτή συνδυάστηκε επίσης με σταθερή γιγάντωση του ελλείματος του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών της Τουρκίας. Η αλλαγή αυτή είναι συμφυής με τις προς το αυταρχικότερο πολιτικές αλλαγές στο εσωτερικό της Τουρκίας, οι οποίες είναι πλέον και θεσμική πραγματικότητα . Η «ρήξη» με την περίοδο 2002-2006, κατά τη διάρκεια της οποίας ετέθησαν οι θεσμικές βάσεις της επίτευξης της μακροοικονομικής σταθερότητας, που επέτρεψε με τη σειρά της το «οικονομικό θαύμα» του ΑΚΡ, είναι πλέον ολοκληρωτική.
Σε αυτήν ακριβώς τη μεταστροφή και βρίσκονται οι ρίζες της σημερινής, ταχέως εξελισσόμενης νομισματικής κρίσης στην Τουρκία, η οποία επαναφέρει στο προσκήνιο ιστορικά δομικά προβλήματα της τουρκικής οικονομίας. Μπορεί η τουρκική ανάπτυξη το 2017 να άγγιξε το εντυπωσιακό 7.5%, αλλά τα αποτελέσματα, που έχουν προκληθεί από τη δογματική προσκόλληση του προέδρου Ερντογάν σε πολιτικές «φθηνού χρήματος» και δημοσιονομικής τόνωσης έχουν εξελιχθεί πλέον σε ανησυχητικά επίπεδα. Στο κέντρο της ανησυχίας βρίσκεται ο έλεγχος, που ασκεί ή που επιδιώκει να ασκεί στην Κεντρική Τράπεζα. Στις 14 Μάϊου σε συνέντευξή του στο Bloomberg επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να έχει ισχυρότερο λόγο στη νομισματική πολιτική στην Τουρκία μετά τις εκλογές, διατράνωνε την προτίμησή του σε πολιτικές χαμηλών επιτοκίων, ενώ ταυτόχρονα διαβεβαίωνε περί της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας. Την επόμενη εβδομάδα η λίρα η διολίσθησε κατά 21% έναντι του δολαρίου (4.9290 λίρες/δολάριο- ιστορικό χαμηλό από το 2005) αυξάνοντας σημαντικά τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις, που θα είχε το γεγονός αυτό στη δυναμική εξυπηρέτησης του τουρκικού ιδιωτικού χρέους, μεγάλο μέρος του οποίου βρίσκεται σε ξένο νόμισμα. Οι υποχρεώσεις αυτές ανέρχονται σε πάνω από 200 δις. δολάρια, ένα ικανό ποσοστό του τουρκικού ΑΕΠ (849,5 δις. δολάρια). Μεγάλοι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης επεσήμαναν τον κίνδυνο για ραγδαίο εκτροχιασμό της τουρκικής οικονομίας και η ανησυχία αυτή εκφράστηκε με οριακή αύξηση στο ήδη μεγάλο κόστος δανεισμού του τουρκικού κράτους (το επιτόκιο του 10ετούς ομολόγου αυξήθηκε από το 14.92% στο 15.30%).
Ακολούθησε μια «πυροσβεστική μετακίνηση» από τον ιδιότυπο «ισλαμικό κεϋνσιανισμό» του προέδρου ( η εκπεφρασμένη απέχθειά του προς τα υψηλά επιτόκια μπορεί και να έχει να κάνει με τη βαθιά και ανανεωμένη του πίστη). Η κεντρική τράπεζα, παρά την αντίθεση του Εντρογάν αναγκάστηκε να προβεί σε αύξηση των επιτοκίων προκειμένου να δείξει, ότι δύναται να υπερασπιστεί τη διολισθαίνουσα λίρα και να αντιμετωπίσει τις πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία, ένα «φάντασμα» της οικονομικής ιστορίας της Τουρκίας, που φαίνεται να επανέρχεται. Παρά την αύξηση αυτή των επιτοκίων (από το 13.5% στο 16.5%), η οποία οδήγησε σε μερική ανατίμηση της λίρας, ο πληθωρισμός τον μήνα Ιούνιο ανήλθε κοντά στο 15.4% ( ο μεγαλύτερος από το 2004). Οι ανησυχίες για την τουρκική οικονομία εκφράστηκαν και από νέα οριακή αύξηση του επιτοκίου του 10ετούς τουρκικού ομολόγου. Ακολούθησε αντίδραση της Κεντρικής Τράπεζας με νέα άνοδο των επιτοκίων από το 16.5% στο 17.5%.
Τις επόμενες μέρες, όμως, ακολούθησαν περεταίρω ανησυχητικές για τις αγορές ενέργειες του επανεκλεγέντος πλέον προέδρου Ερντογάν και ανθρώπων του κύκλου του. Η ανακηρυχθείσα μελλοντική εκστρατεία του ενάντια στον οίκο αξιολόγησης Moodys , οι δηλώσεις οικονομικού του συμβούλου, που υποτιμούσαν το φαινόμενο του πληθωρισμού, ο διορισμός συγγενικών του προσώπων και προσώπων του στενού του κύκλου σε νευραλγικές θέσεις της τουρκικής οικονομίας (πχ ο γαμπρός του, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, που είναι πλέον υπουργός οικονομικών) και εν τέλει η κατοχύρωση του δικαιώματος από τον εαυτό του στον εαυτό του να διορίζει τον επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας και να επηρεάζει τη σύνθεση της επιτροπής για τη νομισματική πολιτική, ήταν μερικά από τα γεγονότα, που συντέλεσαν στο να χαθεί το όποιο έδαφος είχε κερδηθεί στη συναλλαγματική θέση της λίρας από τη διολίσθηση του Μάϊου μέσω της ανόδου των επιτοκίων από το 13.5% στο 17.5%. Τον ένα μήνα, επίσης, μετά την επανεκλογή του προέδρου Ερντογάν έχει σημειωθεί και σταθερή αύξηση του κόστους δανεισμού του τουρκικού κράτους (το επιτόκιο 10ετούς ομολόγου στα τέλη Ιουλίου διαμορφώθηκε στο 17.390%, στις αρχές Αυγούστου βρίσκεται στο 18.3% με δυναμική να αυξηθεί περεταίρω).
Παράλληλα οι εξελίξεις εντός της τουρκικής οικονομίας είναι ανάλογα δυσμενείς. Αδυναμίες εξυπηρέτησης χρέους εταιριών , όπως αυτή του τηλεπικοινωνιακού κολοσσού «Turk Telekom», ο οποίος εξαγοράστηκε από διεθνείς τραπεζικούς οίκους, ή εκείνες της κατασκευαστικής Ozensan Taahhut, αναδόχου αρκετών κρατικών εργολαβιών, και της CEL-MER Çelik Endüstrisi, ηγέτιδος χαλυβουργικής εταιρίας, διαφοροποιημένης και σε άλλους σημαντικούς κλάδους της οικονομίας, αποτελούν τα πιο απτά αποτυπώματα της πιθανότητας, οι χρηματοπιστωτικές δυσχέρειες, που προκαλούνται από τη διολίσθηση του νομίσματος, να μετουσιωθούν σε υφεσιακή δυναμική για την οικονομία. Η προοπτική αυτή, συνδυασμένη με την πεισματική άρνηση της πανίσχυρης πλέον Προεδρίας να προβεί σε πιο «σφιχτή» νομισματική πολιτική, μπορεί να φέρει αντιμέτωπη την τουρκική οικονομία με τον στασιμοπληθωρισμό. Η πεισματική αυτή άρνηση φάνηκε, δε, πριν λίγες ημέρες (24/7), κατά την προγραμματισμένη συνεδρίαση της επιτροπής νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία παρά τις τελευταίες εξελίξεις και σε αντίθεση με τις πρόσφατες πυροσβεστικές ενέργειές της, αποφάσισε ( κατόπιν προεδρικών πιέσεων;), να αφήσει ανέγγιχτα τα επιτόκια, γεγονός που πυροδότησε νέες διολισθιτικές πιέσεις για την τουρκική λίρα, νέες αυξητικές πιέσεις στο κρατικό κόστος δανεισμού και άγνωστες ή τουλάχιστον μη μετρήσιμες ακόμα επιπτώσεις στον αυξανόμενο πληθωρισμό. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται σχεδόν καθημερινά, με την ισοτιμία δολαρίου/λίρας σήμερα ( 11/8/18) να ξεπερνά το 6.4 και την απόδοση του 10ετούς τουρκικού ομολόγου να διαμορφώνεται κοντά στο 20%(!).
Σημαντικότατο μέρος του συνολικού προβλήματος, που καθιστά το όλο μείγμα εκρηκτικό, είναι η ολοένα αυξανόμενη και πεισματική διόγκωση της τρύπας στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας. Το έλλειμα αυτό, η αιτία του οποίου βρίσκεται εντός της σύνθεσης του εμπορικού ισοζυγίου, αυξάνεται, όπως έχουμε προαναφέρει σταθερά τα τελευταία χρόνια, είναι συνδεδεμένη με το επιλεγμένο μείγμα οικονομικής πολιτικής του Προέδρου και συνεχίζει να αυξάνεται παρά τη διολίσθηση του νομίσματος, η οποία συνήθως συγκρατεί εκ των πραγμάτων τις εισαγωγές και ενδυναμώνει τις εξαγωγές. Το μέγεθός του το καθιστά ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου και η δυναμική του πυροδοτεί πρόσθετες ανησυχίες για πιθανές ανάγκες εύρεσης έκτακτης χρηματοδότησης της τουρκικής οικονομίας. Η Τουρκία στην πρόσφατη ιστορία της έχει καταφύγει 16 φορές στην αναζήτηση είτε χρηματοδοτικής είτε τεχνικής βοήθειας από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, προκειμένου να αντιμετωπίσει κυρίως προβλήματα, που σχετίζονται με τον πληθωρισμό και την διαχρονική πεισματική της εξωτερική ανισορροπία. Οι ανάγκες, δε, αυτές, αν προκύψουν, θα είναι τόσο μεγάλες, που δεν αφήνουν περιθώρια να αναρωτηθεί κανείς για εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, ειδικά αν οι πιέσεις στο κόστος δανεισμού της χώρας δεν υποχωρήσουν αυξάνοντας τις πιθανότητες μετουσίωσης της κατάστασης σε κρίση χρέους για την Τουρκία, είτε αυτή είναι ρευστότητας είτε ακόμα και φερεγγυότητας.
Οι πρόσφατες εξελίξεις, όμως, που έχουν να κάνουν με τη σταδιακή εξέλιξη του άλλοτε πιστού συμμάχου, προέδρου Ερντογάν, σε έναν απρόβλεπτο παίκτη, που δε διστάζει ακόμη και να συγκρουστεί ευθέως με σημαντικούς συμμάχους και δυνητικούς χρηματοδότες, όπως είναι η Η.Π.Α , είναι πολύ πιθανόν να περιπλέξουν την κατάσταση. Οι αμφιταλαντεύσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία δείχνει πρόθυμη να προσεγγίσει ανταγωνιστές των ΗΠΑ και της Δύσης όπως η Ρωσία και το Ιράν, για να εξυπηρετήσει το άμεσο εθνικό της συμφέρον και τις επιδιώξεις εξωτερικής και εσωτερικής ασφαλείας, που προκύπτουν από την επόμενη μέρα του εμφυλίου στη Συρία και την πιθανότητα αυτονόμησης των εκεί Κούρδων στα πρότυπα του Βορείου Ιράκ, στόχος που προωθείται από τις ΗΠΑ, έχουν συντελέσει στην χειροτέρευση των σχέσεων Τουρκίας-ΗΠΑ. Οι θρασύτατες, επίσης, πρακτικές απαγωγής πολιτών από τις τουρκικές αρχές και η χρήση τους ως μέσα πίεσης και μόχλευσης προς τις κυβερνήσεις τους, από τις οποίες δεν έχουν εξαιρεθεί ούτε οι ΗΠΑ, είναι ίσως μια «σταγόνα που έχει ξεχειλίσει το ποτήρι».
Πολύ πρόσφατα ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Pence απείλησε με αντίποινα την Τουρκία σε περίπτωση, που εκείνη δεν απελευθερώσει άμεσα τον κρατούμενο Αμερικανό πάστορα Andrew Brunson, o οποίος βρίσκεται υπό κατ’ οίκον περιορισμό και κατηγορείται για επαφές με το PKK και την «τρομοκρατική οργάνωση» του αυτοεξόριστου στις ΗΠΑ, φερόμενου κατά τον Εντρογάν ενορχηστρωτή του πραξικοπήματος του Ιουλίου του ’16, Φετουλά Γκιουλέν. Σχεδόν άμεσα ακολούθησαν απειλές του Λευκού Οίκου , που είχαν να κάνουν με αποκλεισμό της Τουρκίας από διεθνείς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς. Η απειλή συνοδεύτηκε με νομοθέτημα της επιτροπής Εξωτερικών υποθέσεων της αμερικανικής γερουσίας, που καλεί «Αμερικανούς πολίτες , στελέχη της Παγκόσμιας Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής τράπεζας επενδύσεων να ψηφίσουν κατά της παροχής δανειακής η τεχνικής βοήθειας προς την Τουρκία», ενώ έγιναν και συστάσεις και προς το ΔΝΤ «για λήψη μέτρων συντονισμένης δράσης ανάμεσα στα μέλη», που να αφορούν το ζήτημα αυτό. Η ένταση φαίνεται να κλιμακώνεται και να χρησιμοποιείται από τις Η.Π.Α ως απειλητικό μέσο πίεσης προς την Τουρκία, η οποία όμως δεν δείχνει κάποια εμφανή διάθεση να υποχωρήσει, τουλάχιστον μέχρι στιγμής.
Η απειλή έρχεται σε μια στιγμή, που η κατάσταση είναι κρίσιμη για τον ισχυρό πρόεδρο Ερντογάν. Ο ίδιος έχει οικοδομήσει σε μεγάλο βαθμό το λαϊκό του έρεισμα στην οικονομία, την οποία δε θα μπορέσει πιθανότατα να σώσει εμμένοντας στις νομισματικές, πιστωτικές και δημοσιονομικές επεκτάσεις της τελευταίας τουλάχιστον δεκαετίας. Η λήψη μέτρων είναι απαραίτητη. Ειδικά όσον αφορά τον περιορισμό ή/και τη χρηματοδότηση του σημαντικού ελλείματος τρεχουσών συναλλαγών δεν υπάρχει για αυτόν εύκολος δρόμος. Ακόμη και αν αποφασίσει να προβεί στα ανταλλάγματα που είναι πιθανό να απαιτηθούν σε περίπτωση, που προκύψει άμεση ανάγκη έκτακτης χρηματοδότησης της τουρκικής οικονομίας, ο δρόμος των περιοριστικών αποπληθωριστικών πολιτικών, που είναι πιθανόν να ακολουθηθούν θα έχει για αυτόν πολιτικό κόστος. Όχι μόνο επειδή θα φανεί να αποτυγχάνει στον τομέα της οικονομίας, αλλά και επειδή πιθανότατα θα φανεί σε κατάσταση ασυνέχειας με την κλιμακούμενη αντιδυτική, συνομοσιολογική σχεδόν ρητορική, που χρησιμοποιεί έντονα τον τελευταίο καιρό για να συσπειρώσει το ακροατήριό του και να αποποιηθεί τις δικές του ευθύνες. O μοναχικός δρόμος για αυτόν θα είναι ακόμα δυσκολότερος, λόγω της πολυεπίπεδης φύσης και της ταχείας εξέλιξης της σημερινής κρίσης της οικονομίας.
Υπενθυμίζουμε, ότι η κρίση του 2001-2002 έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πτώση της πολιτικής ελίτ στην Τουρκία και στην άνοδο στο πολιτικό προσκήνιο του AKP και του Ερντογάν. Η σταθεροποίηση της χώρας τότε επετεύχθη μόνο κατόπιν αποφασιστικής βοήθειας από τους διεθνείς θεσμούς, η οποία συνδυάστηκε με την 5ετή τουλάχιστον συνεργασία των τουρκικών κυβερνήσεων. Η κατάσταση σήμερα είναι, όμως, αρκετά διαφορετική. Οι πρόσφατες εξελίξεις μας δείχνουν, ότι είναι πιθανό τη στιγμή ανάγκης της η χώρα να βρεθεί απομονωμένη, αν όχι αποκομμένη από τους συνήθεις «ύστατους πιστωτές της». Η αυξημένη όμως θεσμική δύναμη της συγκεντρωτικής «εκτελεστικής προεδρίας» μπορεί να δώσει μεγαλύτερο χώρο κινήσεων ανθεκτικότητα και κυρίως χρόνο στον Ερντογάν στο εσωτερικό. Η ανθεκτικότητα αυτή όμως θα είναι μοναχική και επικίνδυνη για την οικονομία της Τουρκίας, η οποία «νοσεί» έντονα. Οι εξελίξεις είναι ταχείες και το άμεσο μέλλον προβλέπεται τουλάχιστον ενδιαφέρον. Κατά την παρακολούθηση των εξελίξεων αυτών, όμως, δύο πράγματα δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγουν της προσοχής μας:
Πρώτων, η ιστορική προσαρμοστικότητα της τουρκικής οικονομίας στις ανισορροπίες και η χαρακτηριστικότατη ταχύτητα με την οποία ανακάμπτει από τις «καταστροφές της».
Δεύτερον, Η ανάλογη ταχύτητα με την οποία δύνανται να «επισκευαστούν» οι Αμερικανο-τουρκικές σχέσεις, ακόμη και όταν αυτές βρίσκονται στο ναδίρ…

 

 

1 2 3 143