Κέντρο Ανατολικών Σπουδών

για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία

Συνέβη σήμερα

Συνέβη σήμερα

Μεγεθύνσεις

Μεγεθύνσεις

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

Προσεγγίσεις

Προσεγγίσεις

Γεωπολιτική

Γεωπολιτική
CWC5YN Jimmy Carter welcomes Anwar Sadat and the Egyptian delegation to Camp David. The delegation was critical to the success of the

Ο Ανουάρ Σαντάτ και οι συμφωνίες του Καμπ Ντεϊβιντ: ρεαλιστική απόφαση ή προδοσία;

Νικολάου Νικόλαος, Ερευνητής Κ.Α.Ν.Σ. Οι Συμφωνίες του Κάμπ Ντεϊβιντ αποτέλεσαν σημείο- τομή για την ιστορία των διεθνών σχέσεων γενικά και για ...

Περισσότερο

Προκλήσεις, προβλήματα και Στρατηγική στο σημερινό Ιράκ. Ένα έτος μετά την ανακατάληψη της Μοσούλης

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής* Τον Ιούλιο του 2014, ο Abu Bakr al-Baghdadi, ευρισκόμενος στο τζαμί al-Nuri στη Μοσούλη, κήρυξε το χαλιφάτο ...

Περισσότερο

Ο «σουλτάνος» στην Ευρώπη: επαναπροσδιορίζοντας τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης- Τουρκίας: Μέρος Β’

Νικολάου Νικόλαος- Ερευνητής ΚΑΝΣ Σε προηγούμενο άρθρο του υπογράφοντος παρουσιάστηκε μια ανάλυση για το πώς θα επανακαθοριστεί η σχέση Ε.Ε.- Τουρκίας. ...

Περισσότερο

Το χαλιφάτο του ISIS είναι νεκρό, η τρομοκρατία όμως όχι

Νικόλας Παναγιωτίδης, Συνεργάτης ΚΑΝΣ, Διευθυντής ΓΕΩΠΑΜΕ Η φιλόδοξη, επεκτατική και άκρως αναθεωρητική ατζέντα του ISIS,  ή λεγόμενου "Ισλαμικού Κράτους", για την ...

Περισσότερο

Η Ιορδανία στη δίνη της οικονομικής κρίσης

Νικόλαος Νικολάου- Ερευνητής ΚΑΝΣ Το Χασεμιτικό Βασίλειο της Ιορδανίας από το 2016 βρίσκεται σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης. Οι λόγοι γι’ ...

Περισσότερο

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Ένα χρόνο μετά το δημοψήφισμα της Τουρκίας το οποίο άφησε πίσω της δεκαετίες κοινοβουλευτικής πολιτικής για ένα προεδρικό σύστημα, οι πολίτες ετοιμάζονται πλέον για νέες εκλογές, το διακύβευμα των οποίων υπερβαίνει την επιλογή του επόμενου ηγέτη τους.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θεωρείτο ως το φαβορί για να διατηρήσει την προεδρία, όμως οι αντίπαλοι του και αρκετοί αναλυτές τονίζουν τη σημασία των βουλευτικών εκλογών της Κυριακής 24 Ιουνίου 2018, οι οποίες θα μπορούσαν να καθορίσουν την έκταση της εκτελεστικής εξουσίας του Ερντογάν ή ακόμη και το μέλλον του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Συνέχεια ανάγνωση

Τα επιβλητικά πανό που κυματίζουν στους δρόμους της Τουρκίας καθιστούν σαφή αυτή τη σημασία. Το πρόσωπο του Ερντογάν μαζί με το λογότυπο του ΑΚΡ και τη λέξη “Evet”, υποδηλώνοντας το “ναι” του δημοψηφίσματος που ψήφισε το 51% των Τούρκων, αλλάζοντας το σύστημα εξουσίας στη γείτονα χώρα, δείχνουν τη γραμμή πολιτικής που ακολουθείται. Οι δημοσκοπήσεις, δείχνουν μια νίκη του Ερντογάν εναντίον του αντίπαλου Muharrem Ince. Ωστόσο, οι προβλέψεις δεν καταφέρνουν να απαντήσουν στο ερώτημα εάν το AKP, σε συμμαχία με τους πρώην αντιπάλους του (το Κόμμα Εθνικιστικής Κίνησης (MHP), θα εξασφαλίσει πλειοψηφία στο κοινοβούλιο.

Η εκτελεστική προεδρία που θα αναλάβει την εξουσία μετά τις εκλογές της 24ης Ιουνίου θα καταργήσει το γραφείο του πρωθυπουργού, θα μεταφέρει τον ρόλο της σύνταξης του προϋπολογισμού από το κοινοβούλιο, στον πρόεδρο και θα δώσει μεγαλύτερο έλεγχο στη δημόσια διοίκηση. Αν και ένα κοινοβούλιο της αντιπολίτευσης μπορεί να μπλοκάρει ορισμένους νόμους, ο πρόεδρος δύναται να το παρακάμψει με εκτελεστικά διατάγματα.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης της Τουρκίας με συχνά αντιφατικές ιδεολογίες έχουν σχηματίσει συμμαχία για να αντιταχθούν στον Ερντογάν και στο ΑΚΡ. Υπάρχουν βέβαια βάσιμα ερωτήματα σχετικά με την ικανότητά τους να συνεργάζονται. Προς το παρόν, φαίνονται ενωμένα με την από κοινού απόρριψη του προεδρικού συστήματος στο δημοψήφισμα του 2016.

Το μείζον διακύβευμα για την αντιπολίτευση είναι εάν θα παραμείνει ρεαλιστική, δημοκρατική και κυρίως ανεκτική στις συνεργασίες της. Οι πιθανές αλλαγές θα εξαρτηθούν από το εάν τα κόμματα μείνουν συντεταγμένα και ενωμένα υπό τον κοινό σκοπό. Βέβαια, είναι απορίας άξιο και μένει να δούμε τι θα συμβεί, αναφορικά με τη συνεργασία του κοσμικού CHP με το Saadet, το οποίο λειτουργεί με γνώμονα τις προτάσεις της θρησκείας. Ή εάν το Δημοκρατικό κίνημα του Κουρδικού Λαού, μπορεί να ανεχτεί το εθνικιστικό Iyi.

 

Το μέλλον του ΑΚΡ

Στο ξεκίνημα της προεκλογικής εκστρατείας του κυβερνώντος κόμματος, υπήρξαν σοβαρές πιθανότητες πως ο πρώην πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιουλ, ο οποίος μαζί με τον Ερντογάν υπήρξαν ιδρυτικά στελέχη του ΑΚP, θα λάμβανε μέρος στον προεδρικό αγώνα εναντίον του πρώην συμμάχου του. Ο Γκιούλ όμως παραιτήθηκε, επιστρέφοντας στον υποβαθμισμένο ρόλο του στην τουρκική πολιτική, μαζί με άλλα βασικά στοιχεία του ΑΚΡ, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου και ο οικονομικός επικεφαλής Αλί Μπαμπατζάν.

Η απώλεια της πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο στις εκλογές του Ιουνίου, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια αναθεώρηση στο εσωτερικό του AKP. Αναθερώρηση ως προς την άνευ όρων υποστήριξη του κόμματος στο πρόσωπο του Ερντογάν, ο οποίος μέχρι τώρα φαινεται ως η μοναδική ηγετική φιγούρα του κόμματος. Είναι πάντως γεγονός πως οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που ξεκίνησαν μαζί με τον Ερντογάν την πολιτική τους καριέρα, δεν είναι σήμερα δίπλα του. Είναι πιθανό, η επόμενη αντιπολίτευση του Ερντογάν να προκύψει μέσα από το ίδιο το AKP, καθότι είναι πολλοί αυτοί που νιώθουν υποβαθμισμένοι. Αυτή η σφοδρή εστίαση στο πρόσωπο του Ερντογάν και μόνο, μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε πλήρη αποσύνθεση του κόμματος, και αντικατάσταση του από ένα νέο δεξιό συντηριτικό κόμμα.

Πάντως, οι υποστηρικτές του Ερντογάν έχουν εμπιστοσύνη πως το προεδρικό σύστημα θα λειτουργήσει υπέρ της Τουρκίας, με κύριο επιχείρημα ότι κατά το παρελθόν υπήρχαν δυσλειτουργίες λόγω των κοινοβουλευτικών συνασπισμών. Το δεδομένο στην περίσταση όμως είναι πως οι μέρες αυτές αναντίρρητα αποτελούν ιστορική περίοδο για την τουρκική δημοκρατία, καθώς η χώρα μεταβαίνει σε ένα διαφορετικό πολιτικό σύστημα το οποίο θα φέρει -τουλάχιστον θεωρητικά, μεγάλες αλλαγές στην παραγωγή, οικονομία και απόδοση της δημόσιας διακυβέρνησης.

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του ΕΚΠΑ

Share Button

Νικολάου Νικόλαος- Ερευνητής ΚΑΝΣ
Οι ευρω-τουρκικές σχέσεις απασχολούν πολλά χρόνια τις δυο πλευρές. Η Τουρκία άλλοτε ξεκινάει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με καλούς οιωνούς και άλλοτε διαφοροποιείται. Από το 2016, όμως, έχουν συμβεί κάποια γεγονότα τα οποία οδηγούν στον επανακαθορισμό της σχέσης Βρυξελλών- Άγκυρας.
Αρχικά, η Τουρκία όχι μόνο παρουσιάζει, αλλά και υλοποιεί τις επεκτατικές της διαθέσεις. Φυσικά, αυτό γινόταν και πριν από το 2016- ήδη από το 2010 ήταν πλήρως εμφανής ο «νεο-οθωμανισμός» που προωθούσε το ΑΚΡ. Ωστόσο, από το 2016 εκείνος έγινε, εν μέρει, πραξη. Εν μέρει, εξαιτίας της τουρκικής εισβολής στο συριακό κουρδιστάν στα πλαίσια της επιχείρησης «Ασπίδα του Ευφράτη» (Αύγουστος 2016- Μάρτιος 2017). Οι στρατιωτικές ενέργειες στόχευαν στην αντιμετώπιση του ISIS και στην υποστήριξη των αντικαθεστωτικών. Συνέχεια ανάγνωση

Τον Ιανουάριο του 2018 νέα τουρκική εισβολή στα πλαίσια της επιχείρησης «Κλάδος Ελαίας» πραγματοποιήθηκε εναντίον των Σύριων Κούρδων. Σε αυτές τις επιχειρήσεις καλό είναι να συμπεριφθούν και τα συνοριακά επεισόδια μεταξύ τουρκικού και συριακού στρατού. Συνεπώς, η επιθετικότητα της Άγκυρας λαμβάνει μορφή περιορισμένου επιθετικού πολέμου χωρίς μάλιστα καμία διεθνή εξουσιοδότηση!
Επίσης, χαρακτηριστικό του προβληματικού αναθεωρητισμού της κυβέρνησης Ερτογάν είναι και οι τεταμένες σχέσεις με την Ελλάδα και τη Κύπρο. Πρόκειται για δυο κράτη- μέλη της Ε.Ε. τα οποία βιώνουν τη τουρκική απειλή. Η Ελλάδα πέραν των αιγαιακών ζητημάτων έχει να επιλύσει και το ζήτημα των δυο Ελλήνων αιχμαλώτων στρατιωτικών, ενώ η Κύπρος εμποδίζεται να εκμεταλλευτεί τους φυσικούς πόρους της, ακόμα και με την απειλή χρήσης βίας!
Ακόμα ένας λόγος που οδηγεί σε επανεξέταση τις ευρω-τουρκικές σχέσεις είναι και η άνοδος της τουρκικής επιρροής στα Δυτικά Βαλκάνια. Η τουρκική πλευρά υλοποιεί μια πολύ ενεργητική πολιτική στη περιοχή, βοηθώντας μουσουλμανικά και όχι μόνο κράτη σε ποικίλους τομείς. Μάλιστα, πρόσφατα, ο Σέρβος πρωθυπουργός δήλωσε ότι η Τουρκία είναι στενός εταίρος της χώρας του. Επιπρόσθετα, η Άγκυρα ανταγωνίζεται τη Ρωσία, τα κράτη του Κόλπου και τη Κίνα που αυξάνουν την επιρροή τους στην βαλκανική περιφέρεια. Ο ανταγωνισμός θα είναι όπως όλα δείχνουν, σκληρός. Ένα στοιχείο που είναι αναγκαίο να μην παραλειφθεί είναι και η επεμβατικότητα των τουρκικών αρχών σε βαλκανικές χώρες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η απαγωγή στο Κόσοβο 8 στελεχών του κινήματος Γκιουλέν, χωρίς πρπηγούμενη ενημέρωση των κοσοβάρικων αρχών!
Προβλήματα εντοπίζονται και στο εσωτερικό πεδίο. Μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016 η κυβέρνηση Ερτογάν έγινε πιο απολυταρχική. Οι διώξεις αντιφρονούντων και υπόπτων γκιουλενιστών συνεχίζονται, οι φυλακίσεις το ίδιο, έχει επιβληθεί λογοκρισία, ενώ η πολιτική σκηνή ρυθμίζεται ανάλογα τα σχέδια του Τούρκου προέδρου. Πρόκειται, επομένως, για μια χώρα με ανελεύθερο καθεστώς, χωρίς τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συντηρητική, που δεν έχει εμπεδώσει καλά τις δημοκρατικές αρχές και αξίες. Ταυτόχρονα, ο οικονομικός τομέας είναι ευάλωτος, αν και υπάρχει εθνικό νόμισμα και παραγωγική βάση. Αυτό αποδείχθηκε πρόσφατα και ήταν, ίσως, η κύρια αιτία που ο Ερτογάν άλλαξε την ημερομηνία των εκλογών. Στο εσωτερικό επίπεδο είναι καλό να επισημανθεί και η γεωγραφική θέση της χώρας που τη καθιστά γείτονα με μερικές από τις πιο «θερμές» και επικίνδυνες περιοχές του πλανήτη (Μέση Ανατολή- Καύκασος- ανατολική Μεσόγειος).

Η ευρωπαϊκή στάση
Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν είναι αρκετά εμφανές ότι η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας αμφίβολος στόχος στη χειρότερη περίπτωση, στη δε καλύτερη μια μακροχρόνια διαδικασία. Δεν μπορεί να είναι μέλος της Ε.Ε. ένα κράτος που δεν έχει εδραιώσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο- ούτε και σκοπεύει ιδιαίτερα να το κάνει- και που χαρακτηρίζεται από μια καταπιεστική κυβέρνηση. Παράλληλα, δεν μπορεί να είναι μέλος κρατική οντότητα που επιδεικνύει τέτοια επιθετική στάση, παραβιάζοντας τους διεθνείς κανόνες και «καταστρέφοντας» τις σχέσεις καλής γειτονίας με δυο κράτη- μέλη.
Ακόμα, οι στενές σχέσεις Ερτογάν- Πούτιν, με τον τελευταίο να είναι εχθρός της Ε.Ε. και της «Δύσης» συνολικά δεν βοηθάνε προς τη κατεύθυνση της ένταξης. Σε αυτό το πλαίσιο αν προστεθεί η ευάλωτη τουρκική οικονομία, το συντηρητικό Ισλάμ και η ρητορική της κυβέρνησης, η κατάσταση χειροτερεύει.
Ποια όμως φαίνεται να είναι η στάση της Ένωσης στη σχέση της με τη Τουρκία; Αντιλαμβανόμενη ότι η τουρκική πλευρά δεν ενδιαφέρεται άμεσα να εμβαθύνει τις σχέσεις της με τις Βρυξέλλες και επιδιώκει να κινείται ανεξάρτητα, η Ε.Ε. θα επαναπροσδιορίσει τη προσέγγισή της με τη μεσανατολική χώρα. Αρχικά, δεν θα επιδιώξει να περιθωριοποιήσει τη Τουρκία. Αυτό φάνηκε και από τη Βάρνα. Θα συνεχίσει τις συνομιλίες μαζί της. Επίσης, θα επιδιώξει τη διμερή συνεργασία. Υπάρχουν θέματα που επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Το μεταναστευτικό, η τρομοκρατία, το εμπόριο και η περιφερειακή ασφάλεια είναι τα πιο σημαντικά. Η αρχή έγινε τον Μάρτιο του 2016 με τη Συμφωνία Ε.Ε.- Τουρκίας με σκοπό να περιοριστούν οι ροές προσφύγων και μεταναστών που έφταναν στις ευρωπαϊκές χώρες. Η Ένωση θα κινηθεί και προς τη κατεύθυνση της κατάργησης της χρήσης βίζας για τις διμερείς μετακινήσεις. Ήδη, οι διαδικασίες έχουν ξεκινήσει ώστε να γίνει απλούστερη η κινητικότητα. Οι Βρυξέλλες, επιπλέον, θα επιχειρήσουν να ενισχύσουν την τελωνειακή ένωση Ε.Ε.- Τουρκίας και να γίνει πιο εύκολη η εισαγωγή ευρωπαϊκών προϊόντων στη τουρκική αγορά των σχεδόν 80.000.000 κατοίκων. Τέλος, θα εντατικοποιήσουν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις των κρατών των δυτικών Βαλκανίων ώστε να αποτραπεί η ενίσχυση της τουρκικής και όχι μόνο επιρροής.

Αντί Επιλόγου
Εν κατακλείδι, είναι εμφανές ότι η Ε.Ε. θα στοχεύσει στο να καταστήσει τη Τουρκία «στρατηγικό εταίρο» σε πρώτη φάση, παρά μια υποψήφια προς ένταξη χώρα στο άμεσο μέλλον. Με τη συνεργασία σε διάφορους τομείς θα επιδιώξει η Τουρκία να κινείται στην ευρωπαϊκή «τροχιά» για να είναι δυνατόν να επιβλέπεται. Η Τουρκία έχει σημαντικό γεωπολιτικό όγκο και η Ένωση το γνωρίζει. Βέβαια, αυτό δεν θα την αποτρέψει από το να αντιταχθεί στις τουρκικές ενέργειες όταν χρειάζεται. Δεν είναι τυχαίο ότι καταδικάστηκε η σύλληψη των δυο Ελλήνων στρατιωτικών, καταδικάζεται η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ο απολυταρχισμός, ενώ οι Βρυξέλλες επιθυμούν να συμπεριλάβουν στη δική τους σφαίρα επιρροής τα Βαλκάνια κόντρα στις τουρκικές ενέργειες. Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι οι μελλοντικές εξελίξεις θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμες και ενδιαφέρουσες.

 

Share Button

Φάνης Παπακωστίδης

Με πληθώρα δηλώσεων και διεργασιών τόσο στο προσκήνιο όσο και στο παρασκήνιο, συνεχίζεται η διαδικασία διαπραγμάτευσης για το μέλλον της Συρίας. Οι τελευταίες εξελίξεις αφορούν το νότιο τμήμα στα ισραηλινά και ιορδανικά σύνορα με επίκεντρο τις πόλεις Νταράα, Κουνέϊτρα και την επαρχία της Σουέϊντα. Στην περιοχή ισχύει, μέχρι στιγμής, συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που υπογράφτηκε από την Ρωσία, την Ιορδανία και τις ΗΠΑ οι οποίες πρόσφατα προειδοποίησαν τη συριακή κυβέρνηση να μην προχωρήσει σε παραβίαση της συμφωνίας Οι εκεί δυνάμεις των ανταρτών, συνθέτουν το “νότιο μέτωπο” και στην ουσία αποτελούν την μοναδική αξιόμαχη δύναμη του Ελεύθερου Συριακού Στρατού (FSA) που έχει απομείνει στη χώρα. Στο νότο, βρίσκεται και ο τελευταίος θύλακας του Ισλαμικού Κράτους στην περιοχή, κοντά στα σύνορα με το Ισραήλ, στις πηγές του ποταμού Γιαρμούκ. Συνέχεια ανάγνωση

Από τις μέχρι τώρα διεργασίες, φαίνεται ότι η πορεία που θα ακολουθήσουν οι εξελίξεις σε αυτή την περιοχή θα αποτελέσουν οδηγό και για τις υπόλοιπες που βρίσκονται εκτός του ελέγχου της Δαμασκού, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και τις ιδιαιτερότητές που επικρατούν ξεχωριστά σε κάθε μία. Όπως αναφέραμε και σε προηγούμενο άρθρο , οι επιτυχίες των κυβερνητικών δυνάμεων έχουν οδηγήσει σε πλήρη αποδυνάμωση την πλευρά της αντιπολίτευσης, με αποτέλεσμα οι συνομιλίες πλέον να γίνονται απευθείας με τα άμεσα ενδιαφερόμενα γειτονικά κράτη που την ενισχύουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση το Ισραήλ (κυρίως) και την Ιορδανία. Χαρακτηριστικό και των δύο συνομιλητών, είναι πως πρωταρχικό ρόλο στις συζητήσεις παίζουν οι προτεραιότητες (πολιτικές,οικονομικές,ασφάλειας κ.α.) που θέτει η κάθε χώρα, ενώ η τύχη των ανταρτών αποτελεί δευτερεύουσας σημασίας ζήτημα.
– Το Αμμάν φιλοξενεί στο έδαφός του περίπου 700 χιλιάδες πρόσφυγες από την Συρία , ενώ μέχρι το τέλος του 2017 λειτουργούσε εκεί κέντρο υποστήριξης και εκπαίδευσης των ανταρτών υπό την αιγίδα των ΗΠΑ . Η απόφαση του προέδρου Τραμπ να σταματήσει την ενίσχυση των ανταρτών , οδήγησε στον τερματισμό των δραστηριοτήτων του κέντρου και την διακοπή του εφοδιασμού τους. Η ιορδανική κυβέρνηση, έπειτα από την αποτυχία της συριακής αντιπολίτευσης να ανατρέψει τον Άσαντ, έχει δηλώσει την επιθυμία της για την αποκατάσταση των σχέσεων με την Δαμασκό και το άνοιγμα των μεθοριακών διαβάσεων που ελέγχονται από τους αντάρτες .. Επίσης στοχεύει στην έναρξη της διαδικασίας επαναπατρισμού των προσφύγων, λόγω των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που έχουν δημιουργηθεί στη χώρα , για αυτό και υποστηρίζει την διατήρηση της εκεχειρίας, την εξεύρεση πολιτικής λυσης και την αποφυγή της στρατιωτικής σύγκρουσης στην περιοχή . Πιθανή επιθετική επιχείρηση εκ μέρους της συριακής κυβέρνησης, θα προκαλέσει νέα προσφυγικά κύματα που θα στραφούν νότια, ενώ υπάρχει ανησυχία για μεταφορά των συγκρούσεων και μέσα στο ιορδανικό έδαφος. Αντίστοιχοι φόβοι υπάρχουν και από ενδεχόμενη παρουσία σιϊτικών δυνάμεων, γεγονός που ενδεχομένως θα προκαλέσει την ισραηλινή αντίδραση και την κλιμάκωση των συγκρουσεων.
– Το Ισραήλ από την πλευρά του έχει δηλώσει με ιδιαίτερα “θερμό” τρόπο τις προθέσεις του σχετικά με την επόμενη μέρα στην περιοχή. Έχει την στήριξη των ΗΠΑ, βρίσκεται σε συμμαχία με την Ιορδανία και την Σ.Αραβία και αποτελεί τον ισχυρότερο αντίπαλο του Ιράν στην περιοχή. Έχει στηρίξει τους αντάρτες κοντά στα σύνορά του σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει φιλικές προς αυτό συνθήκες . Ο πρωθυπουργός Νετανιάχου δήλωσε πρόσφατα πως στόχος του Ισραήλ είναι η πλήρης απομάκρυνση των δυνάμεων του Ιράν από την Συρία , ωστόσο έπειτα από παρέμβαση της Ρωσίας , φαίνεται πως υπήρξε προσέγγιση μεταξύ των δύο πλευρών έτσι ώστε μόνο συριακά και ρωσικά στρατεύματα θα προσεγγίσουν τα σύνορα με το Γκολάν . Είχαν προηγηθεί έντονες φήμες σχετικά με ανεπίσημες συνομιλίες μεταξύ ιρανών και ισραηλινών αξιωματούχων στην Ιορδανία , κάτι που διέψευσε το Ιράν αφού όμως είχε ήδη δηλώσει πως δεν θα συμμετάσχει σε επιχειρήσεις στη νότια Συρία… Εάν επιβεβαιωθεί μια τέτοια εξέλιξη, τότε θα έχει γίνει ένα σημαντικό βήμα προς την αποκλιμάκωση. Ασφαλώς θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, πως η ισραηλινή στρατιωτική ικανότητα σε συνδιασμό με αντίστοιχη βοήθεια προς τους αντάρτες του FSA θα δημιουργούσαν έναν τέτοιο συσχετισμό ισχύος που δύσκολα θα ανατρεπόταν. Όμως σε μια τέτοια περίπτωση, ο “Άξονας της Αντίστασης” (Συρία, Ιράν, Χεζμπολάχ κ.α.) θα είχε την δυνατότητα μεταξύ άλλων, να ισχυριστεί πως διεξάγει ένα απελευθερωτικό πόλεμο εναντίον δυνάμεων των κατακτητών, επεκτείνοντας έτσι την κατάσταση που επικρατεί στα σύνορα με το νότιο Λίβανο και κατά μήκος των συνόρων του Γκολάν, δημιουργώντας ουσιαστικά εκείνον ακριβώς τον πολεμικό κλοιό, που το Ισραήλ προσπαθεί να αποφύγει. Παράλληλα, μια τέτοια επιλογή, θα απομάκρυνε την διευθέτηση της συριακής κρίσης, θα δυσαρεστούσε την Ρωσία και θα έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση την Ιορδανία, έναν στρατηγικό εταίρο του Ισραήλ στην περιοχή. Επίσης, ας μην υποτιμούμε την ένταση που υπάρχει με την Παλαιστίνη και τον αρνητικό συνδιασμό που θα μπορούσε να υπάρξει τη δεδομένη περίοδο.
Για το Ισραήλ φαίνεται ότι είναι προτιμότερο ένα φιλορωσικό, κοσμικό καθεστώς στη Δαμασκό, όπου η παρουσία του Ιράν θα ελέγχεται, παρά μία συνθήκη που θα οδηγεί στην δημιουργία μιας συριακής Χεζμπολάχ.
– Ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός (FSA), αποτελεί τον μεγάλο χαμένο αυτής της υπόθεσης, καθόσον ο στόχος του για ανατροπή της κυβέρνησης Άσαντ απέτυχε χάρη στην ρωσική επέμβαση. Οι επιλογές του είναι συγκεκριμένες: είτε θα υποστεί ολοκληρωτική στρατιωτική ήττα, είτε θα ξεκινήσει διαδικασίες αυτοδιάλυσης και ενσωμάτωσης, όπως αυτές εφαρμόστηκαν σε άλλες περιοχές της χώρας από την συριακή κυβέρνηση. Στην πρώτη περίπτωση κινδυνεύει με αφανισμό, καθώς, εάν λάβουμε υπόψη τις τελευταίες εξελίξεις που αναφέραμε πιο πάνω, η σιωπηρή αποδοχή καθόδου των συριακών στρατευμάτων στο νότο, δημιουργεί μία κατάσταση στην οποία οι αντάρτες θα βρεθούν απελπιστικά μόνοι.
Στη δεύτερη περίπτωση, υπάρχει η δυνατότητα με την στήριξη της Δύσης, να βρεθεί μια πολιτική λύση για την περιοχή, τέτοια που να αφήνει χώρο ακόμα και για ξεχωριστή πολιτική εκπροσώπηση στο μέλλον. Παρά το ιδεατό αυτής της υπόθεσης, η επιλογή αυτή αποτελεί ουσιαστικά μονόδρομο, καθώς, πλέον, για τους αντάρτες, δεν υπάρχει ούτε η δυνατότητα μεταφοράς σε φίλιες περιοχές όπως έγινε σε διάφορες αλλες περιπτώσεις ανά την χώρα, καθώς οι περιοχές στο βορρά ελέγχονται από εχθρικές ένοπλες ομάδες.
– Ρωσία και ΗΠΑ, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μια,επιθυμούν τον τερματισμό της κρίσης ή τουλάχιστον τη μη κλιμάκωσή της σε αυτή τη συγκυρία.
Η πρώτη προκειμένου να αποκατασταθεί ο έλεγχος της κυβέρνησης σε όλα τα γεωγραφικά σημεία, ιδιαίτερα δυτικά του Ευφράτη, έτσι ώστε να καθοριστεί το νέο πολιτειακό καθεστώς και να αρχίσει η φάση της ανοικοδόμησης. Η ομαλή συνύπαρξη με το Ισραήλ αποτελεί κομβικό σημείο της ρωσικής πολιτικής ενώ οι ισραηλινές πιέσεις χρησιμεύουν στη Ρωσία για τον περιορισμό της ιρανικής επηρροής και την ενίσχυση της δική της. Βεβαίως σε καμμία περίπτωση δεν επιδιώκεται ρήξη με το Ιράν απλά οριοθετούνται τα όρια των κινήσεων στη μεταπολεμική περίοδο.
Οι ΗΠΑ έχουν δηλώσει ότι αποχωρούν από την περιοχή εφόσον πετύχουν τους στόχους τους που είναι η επικράτηση επί του Ισλαμικού Κράτους και η αποτροπή του Ιράν. Αποτελούν τον καλύτερο σύμμαχο του Ισραήλ και στηρίζουν τις επιδιώξεις του έναντι του Ιράν αλλά και των Παλαιστινίων. Ο πρόσφατος χειρισμός τους στο ζήτημα της χρήσης χημικών όπλων από το στρατό του Άσαντ, στην πολιορκία της Αν.Γκούτα, έδειξε πως δεν επιθυμούν κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή, ιδιαίτερα με την Ρωσία την οποία ουσιαστικά καλούν να παρέμβει, ώστε να αποτρέψει περεταίρω επέκταση της ιρανικής επιρροής. Λαμβάνουν υπόψη τις ανησυχίες της Ιορδανίας και αποτελούν μαζί με την Ρωσία εγγυητές της εκεχειρίας στο νότο. Πολλά θα καθοριστούν από τις συζητήσεις που θα έχουν οι τρεις σχετικά με το ζήτημα , χωρίς να αποκλείεται και επέκταση των συζητήσεων για το θέμα της βάσης των ΗΠΑ στην μεθοριακή συριακή περιοχή Αλ Τανφ, η απομάκρυνση της οποίας αποτελεί ρωσικό αίτημα καθώς οι τελευταίοι υποστηρίζουν πως αποτελεί κέντρο εκπαιδευσης ανταρτών.
– Η κυβέρνηση Άσαντ ενισχυμένη από τις επιτυχίες της επιθυμεί την επέκταση της κυριαρχίας της στις εναπομείνουσες περιοχές. Γνωρίζει ότι η επίτευξη του σκοπού της θα καθορίσει και την μελλοντική πολιτική λύση που θα συμφωνηθεί, ιδιαίτερα εφόσον αποδυναμώνονται οι αντίπαλοί της στο πεδίο των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, παρά την στρατιωτική υπεροχή έναντι των ανταρτών, χρειάζεται οπωσδήποτε την στήριξη της Ρωσίας, τόσο στρατιωτικά όσο, κυρίως, διπλωματικά προκειμένου να αντιμετωπίσει τις πιέσεις των περιφερειακών και υπερσυστημικών δρώντων. Η σύμπλευσή της με το Ιράν, έδειξε τα όρια της έπειτα από τις τελευταίες ισραηλινές επιθέσεις ενώ παράλληλα χρειάζεται την επιστροφή στην ομαλότητα ώστε η χώρα να μπορεσει να ανακάμψει κοινωνικά και οικονομικά. Ενδεχόμενη διευθέτηση της κατάστασης στο νότο με σχετικά περιορισμένη ή ακόμα και χωρίς τη χρήση βίας, θα την φέρει πιο κοντά στους στόχους της, ενώ κάτι τέτοιο θα αποτελέσει και έναν οδικό χάρτη για την επίλυση των ζητημάτων στις εναπομείνουσες, μη ελεγχόμενες από αυτήν περιοχές.
– Τέλος, το Ιράν βρίσκεται σε δύσκολη θέση έπειτα από το συνδιασμό στρατιωτικών πληγμάτων στη Συρία και της απόσυρσης των ΗΠΑ από την συμφωνία για τα πυρηνικά.Η στήριξη της Κίνας μπορεί να καλύπτει τις οικονομικές ανάγκες της Τεχεράνης, ωστόσο η πρώτη θα βγει εξαιρετικά ωφελημένη από μια αποχώρηση των ευρωπαίων και την αντίστοιχη “κάλυψη” του κενού από την ίδια, ενώ θα δημιουργηθούν και σχέσεις εξάρτησης μεταξύ των δύο χωρών. Η συνέχιση του πολέμου στην Υεμένη και η επικράτηση του σιίτη κληρικού Σαντρ στις εκλογές του Ιράκ, δημιουργούν ακόμα περισσότερα προβλήματα στην ιρανική ηγεσία . Εάν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες περί συμφωνίας για την μη συμμετοχή σιιτικών στρατευμάτων στο νότιο τμήμα της Συρίας,τότε μπορούμε να αντιληφθούμε τους λόγους της απόφασης του Ιράν για αποκλιμάκωση (έστω και προσωρινής) της έντασης.
Η συγκυρία οδηγεί στην εκτίμηση πως η κατάσταση στη νότια Συρία θα επιλυθεί είτε μέσω πολιτικής διαπραγμάτευσης, είτε μεσω πολεμικών επιχειρήσεων, χωρίς την χρήση σιϊτικών στρατευμάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα σταματήσουν τα επεισόδια και η πολεμική φρασεολογία, ούτε ότι θα δούμε συμφιλίωση μεταξύ δύο άσπονδων εχθρών, (Ισραήλ – Ιράν) μπορεί όμως να σημάνει μια κρίσιμη στροφή για την πορεία του 8ετή πολέμου.

 

Share Button

  Φάνης Παπακωστίδης

Η νέα φάση του πολέμου στη Μ.Ανατολή, μέχρι τα τραγικά γεγονότα της Γάζας, εκδηλώθηκε σχεδόν αμέσως μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης των θυλάκων της αντιπολίτευσης και του ISIS, από τις δυνάμεις του προέδρου Μ.΄Ασαντ, εκτός των περιοχών Νταράα (νότια), Ιντλίμπ, Αφρίν, Αλ.Μπαμπ (βόρεια) και των περιοχών που ελέγχει με τη στήριξη των ΗΠΑ, η συμμαχία Κούρδων & Αράβων (SDF) στα ανατολικά του Ευφράτη.
Οι στρατιωτικές δυνάμεις του Ισραήλ έχουν πλήξει επανειλημμένως ιρανικές και φίλα προσκείμενες δυνάμεις, μέσα στο συριακό έδαφος, τόσο πριν όσο και μετά την επίσημη επίσκεψη του Β.Νετανιάχου στη Μόσχα, όπου συνατήθηκε με τον πρόεδρο Β.Πούτιν και παρεβρέθη στις ρωσικές εκδηλώσεις για την νίκη στο Β’ Π.Π . Της επίσκεψης προηγήθηκε, εκ μέρους του προέδρου Ν.Τραμπ , η ανακοίνωση αποχώρησης των ΗΠΑ από την συμφωνία 5+1 για το πυρηνικό οπλοστάσιο του Ιράν και της επαναφοράς των οικονομικών κυρώσεων εναντίον του. Συνέχεια ανάγνωση

Την απόφαση έσπευσαν να στηρίξουν το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), ενώ την αντίθεση τους εκδήλωσαν οι: Μ.Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ε.Ε. Ρωσία, Κίνα και η Τουρκία .
Σε μια παράλληλη εξέλιξη, στις πρώτες εκλογές που διεξήχθησαν στο Λίβανο έπειτα από 9 χρόνια,(Κυριακή 06-05-2018), οι πολιτικές δυνάμεις που συμμαχούν με την σιιτική-φιλοιρανική οργάνωση Χεζμπολάχ, ενίσχυσαν τις θέσεις τους σε αντίθεση με αυτές του πρωθυπουργού Χαρίρι, οι οποίες μειώθηκαν, παρά την στήριξη από την Σ.Αραβία .
Από τα πρόσφατα γεγονότα παρατηρούμε μια διαφοροποίηση των εμπλεκόμενων δυνάμεων σε σχέση με τις ομαδοποιήσεις των δρώντων που παρατηρούσαμε έως τώρα:
– Ε.Ε. και Μ.Βρετανία διαφοροποιούνται από την απόφαση των ΗΠΑ για το Ιράν, καθώς μια ματιά και μόνο στις οικονομικές συνέπειες που θα έχει η συμπόρευση μαζί τους, αρκεί να αιτιολογήσει την στάση τους . Δεν είναι τυχαία η δήλωση της γαλλικής προεδρίας, ότι “οι Ευρωπαίοι θα κάνουν τα πάντα για να προστατεύσουν τα συμφέροντα των επιχειρήσεών τους” , ενώ οι δηλώσεις του αμερικανού πρέσβη στην Γερμανία, όπου κάλεσε τις εγχώριες επιχειρήσεις σε άμεση διακοπή των δραστηριοτήτων τους με το Ιράν προκειμένου να συμμορφωθούν με την απόφαση των ΗΠΑ, προκάλεσαν αντιδράσεις με χαρακτηριστικότερη την δήλωση μέλους του Γερμανοιρανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου ότι “Δεν ανήκει στις αρμοδιότητες ενός αμερικανού πρέσβη να δίνει οδηγίες ή να απειλεί γερμανικές επιχειρήσεις”. Τέλος, σε ξεχωριστές τηλεφωνικές συνομιλίες του προέδρου Β.Πούτιν με την καγκελάριο Α.Μέρκελ και τον πρόεδρο Ε.Μακρόν οι τρεις ηγέτες συμφώνησαν στην ανάγκη διατήρησης της συμφωνίας με το Ιράν και αποφυγής της κλιμάκωσης στη Μ.Ανατολή .
Εκείνο που παρατηρούμε, είναι πως ο οικονομικός πυλώνας, ως παράγων ανακατανομής ισχύος, δρα μέχρι στιγμής καθοριστικά για τον συσχετισμό δυνάμεων υπέρ της διατήρησης της συμφωνίας και εάν αυτό αποτελεί σχεδιασμένη στρατηγική εκ μέρους του Ιράν, τότε ήδη παράγονται αποτελέσματα. Για να γίνει πιο κατανοητό το εν λόγω επιχείρημα, αρκεί να θυμηθούμε λίγο την πολιτική σκοπιμότητα που διέκρινε την ελληνικη ηγεσία την περίοδο 1984-85, με την περίφημη “αγορά του αιώνα” και αφορούσε τα νέα μαχητικά της Π.Α. και να συγκρίνουμε με τις συμφωνίες που έχει κάνει η ιρανική ηγεσία με πολυεθνικούς κολοσσούς Το οικονομικό συμφέρον, διεμβολίζει τις έως τώρα ομαδοποιήσεις των δρώντων (ΗΠΑ, Ε.Ε. κλπ) και δημιουργεί νέες (Μ.Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία, Κίνα, Τουρκία κλπ) αλλάζοντας τους συσχετισμούς δυνάμεων στην περιοχή.
– Η επίσκεψη του πρωθυπουργού του Ισραήλ στη Μόσχα, παρά την ένταση που επικρατεί στην Μ.Ανατολή και τις στρατιωτικές επεμβάσεις του πρώτου στη Συρία, κύλησε ομαλά και δεν υπήρξε επιδείνωση στις σχέσεις των δύο χωρών. Αντίθετα επιβεβαίωσε τον ρόλο κλειδί που έχει, πλεόν, η Ρωσία στις εξελίξεις στην περιοχή και την διακριτή της θέση έναντι ακόμα μιας ομαδοποίησης (Συρία, Ιράν, Χεζμπολάχ, κλπ). Αξίζει να σημειωθούν οι ενδείξεις διαπραγμάτευσης στο θέμα της προμήθειας προς τη Συρία, ρωσικών συστημάτων αεράμυνας (S-300) καθώς και το ότι υπάρχουν ξεχωρίστοί δίαυλοι επικοινωνίας τουλάχιστον στο επιχειρησιακό επίπεδο, μεταξύ των δύο πλευρών , ενώ δεν πρέπει να περνάει απαρατήρητο το γεγονός ότι οι πρόσφατες ισραηλινές επιχειρήσεις δεν στόχευσαν ποτέ τις ρωσικές δυνάμεις.
Ο συριακός στρατός ετοιμάζεται να δράσει σε περιοχές όπου γειτνιάζουσες χώρες λειτουργούν ως πάτρωνες των δυνάμεων της αντιπολίτευσης. Οι τελευταίες από μόνες τους, έχουν ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας, όμως στην περίπτωση που εμπλακούν και οι δυνάμεις γειτονικών κρατών (π.χ. Τουρκία, Ισραήλ) τα πράγματα περιπλέκονται.
Ενδεχόμενη δράση την περιοχή της Νταράα στο νότο, επαναφέρει στην επιφάνεια τις απαιτήσεις του Ισραήλ σχετικά με το ρόλο της Τεχεράνης στην μεταπολεμική περίοδο. Μια παλαιότερη δήλωση του επιτελάρχη των ενόπλεων δυνάμεων του Ιράν, στρατηγού Μοχάμαντ Χουσείν Μπανγκέρι, περί μελλόντικής ίδρυσης ναυτικής βάσης στη Συρία προκαλεί έντονες ανησυχίες στο Ισραήλ, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον ισραηλινό πρωθυπουργό, κατά την πρόσφατη συνάντηση του, στα πλαίσια της τριμερούς, με την ελληνική και κυπριακή ηγεσία . Τυχόν υλοποίηση μιας τέτοιας κίνησης από ιρανικής πλευράς, (σε συνδιασμό με την παρουσία της Χεζμπολάχ στο Λίβανο), θα έκανε πράξη τον περίφημο ιρανικό ή “σιιτικό άξονα” από τον Περσικό μέχρι την Μέσόγειο, εξέλιξη την οποία απορρίπτει η ισραηλινή πλευρά. Σε πρόσφατη (11-11-2017) συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στο νότο μεταξύ ΗΠΑ, Ιορδανίας και Ρωσίας, προβλέπεται μεταξύ άλλων, η απομάκρυνση των σιιτικών και ιρανικών δυνάμεων από τα εδάφη που εφάπτονται στα υψώματα του Γκολάν . Όμως οι ισραηλινοί δεν δέχονται την απόσταση που ισχύει έως σήμερα (5-20 χλμ) και απαιτούν πολύ μεγαλύτερη ενώ αντίστοιχες απαιτήσεις προβάλουν και για τις ιρανικές-σιιτικές στρατιωτικές υποδομές. δηλώνοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση, οι ίδιοι θα δρουν στην περιοχή κατά το δοκούν. Η Ρωσία θεωρεί ότι η παρουσία των ιρανικών δυνάμεων στη Συρία είναι νόμιμη, καθόσον τις κάλεσε επίσημα η κυβέρνηση της Δαμασκού ωστόσο προσπαθεί να εξουδετερώσει τις ανησυχίες της ισραηλινής πλευράς .
– Η μεταφορά της πρεσβείας των ΗΠΑ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ (14-05-2018) και η επιδεικτική τελετή που πραγματοποιήθηκε εκ μέρους του ισραηλινού κράτους για το σκοπό αυτό, προκάλεσε την έντονη αντίδραση των παλαιστινίων και ειδικότερα αυτών της περιοχής της Γάζας. Χιλιάδες συγκεντρώθηκαν σε διάφορα σημεία της μεθορίου Γάζας – Ισραήλ με αποτέλεσμα το ξέσπασμα συγκρούσεων, το θάνατο δεκάδων παλαιστινίων και την πρόκληση χιλιάδων τραυματιών από τα πυρά του ισραηλινού στρατού . Η Τουρκία, διαμέσου του προέδρου της Τ.Ερντογάν, δήλωσε πως η δράση τιων ισραηλινών δυνάμεων συνιστά “κρατική τρομοκρατία” και ανακάλεσε τους πρέσβεις της σε ΗΠΑ και Ισραήλ , ενώ αμφισβήτησε τη δυνατότητα των ΗΠΑ να λειτουργούν ως διαμεσολαβητές στις σχετικές διαπραγματεύσεις . Η Σ.Αραβία καταδίκασε την “βία των ισραηλινών κατοχικών δυνάμεων” , ενώ ψήφισμα του Σ.Α. του ΟΗΕ, για την διεξαγωγή έρευνας σχετικά με τα γεγονότα στη Γάζα, μπλοκαρίστηκε από την αντιπροσωπεία των ΗΠΑ. Η Ρωσία καταδίκασε την κίνηση των ΗΠΑ και προσφέρθηκε για ακόμα μια φορά να φιλοξενήσει τις ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών . Η Ε.Ε. ζήτησε “αυτοσυγκράτηση”, η Γαλλία καταδίκασε τη χρήση βίας από τον ισραηλινό στρατό, η πρωθυπουργός της Μ.Βρετανίας δήλωσε “βαθιά προβληματισμένη από την ένταση της βίας” εκ μέρους των ισραηλινών δυνάμεων, ενώ οι ΗΠΑ κατηγόρησαν την Χαμάς για τα επεισόδια …
Σε όλα τα ευφλεκτα σημεία της εγγύς Μ.Ανατολής, οι πρωτοβουλίες των ΗΠΑ και του Ισραήλ, είναι αυτές που καθορίζουν την ατζέντα των επόμενων διαβουλεύσεων για το μέλλον της περιοχής. Μπορεί ο τρόπος που δρουν να χαρακτηρίζεται από έντονο κυνισμό και ωμή επιδειξη ισχύος, ωστόσο είναι ακριβώς η λογική καρότου και μαστιγίου που χαρακτηρίζει τις κινήσεις τους. Δεν είναι διόλου απίθανο του μακελειού που προηγήθηκε, να ακολουθήσουν εκκλήσεις για επανάληψη των ειρηνευτικών συνομιλιών και μια νέα διαδικασία να ξεκινήσει πάλι. Αυτή τη φορά όμως με νέους όρους και λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα στην περιοχή, με άλλους διαμεσολαβητές. Μετά την ανακοίνωση των ΗΠΑ για την μεταφορά της πρεσβείας τους, ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής Μ.Αμπάς απέρριψε την αμερικανική θέση ως διαμεσολαβητή και στράφηκε ανοιχτά προς την Μόσχα . Το ίδιο είδαμε ότι ισχύει και στην περίπτωση της κρίσης με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.Ο καθοριστικός ρόλος της Ρωσίας στην συριακή κρίση και η δυνατότητα της να συνομιλεί με όλους στην περιοχή, καθιστά την θέση της ισχυρή και αναγκαία. Αυτό που μένει να αποδειχτεί, είναι η ικανότητά της να εγγυηθεί βιώσιμες λύσεις καθώς και η ικανότητά της να τις επιβάλλει. Από ότι φαίνεται δεν θα αργήσει πολύ η ώρα της δοκιμασίας…

 

 

Share Button

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής*

Ο Σιίτης κληρικός Μοχταντά αλ Σαντρ και οι κομμουνιστές σύμμαχοι του ηγούνται στις ιρακινές βουλευτικές εκλογές, με το μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων να εχει καταμετρηθεί (14/05/2018). Ο πρωθυπουργός Χαϊντέρ αλ Αμπάντι βρίσκεται στην τρίτη θέση. Το αποτέλεσμα αποτελεί έκπληξη καθότι ο πρωθυπουργος θεωρειτο πως θα κέρδιζε την αναμέτρηση. Ακόμη, ο Αμπάντι εμφανιζόταν ως εταιρος και των ΗΠΑ αλλά και του Ιράν. Συνέχεια ανάγνωση

Παρολαυτα, η νίκη του Σαντρ δε σημαινει πως μπορεί να σχηματιστεί και κυβέρνηση άμεσα. Αυτή θα προκύψει μέσω διαπραγματεύσεων αργότερα. Επιπλέον, με το πέρας των βουλευτικών εκλογών θα ακολουθήσει και η επιλογή πρωθυπουργού. Ο Σαντρ ωστόσο δεν έχει δικαίωμα εκλογής, και αυτό επειδη δεν ηγήθηκε της εκστρατείας του κόμματος του ως μονος υποψήφιος. Μπορεί ομως να εχει σημαίνοντα ρόλο στην επιλογή του επόμενου προσώπου που θα αναλάβει τον πρωθυπουργικο θώκο.

Οι εκλογες αυτες ήταν οι πρωτες που έγιναν στο Ιράκ μετά το 2017, μετά την ήττα του λεγόμενου Ισλαμικου Κράτους στην περιοχή. Στιγματίστηκαν απο ζητήματα νοθείας, διαφθοράς και κλίματος ανασφάλειας. Σε κάθε περίπτωση, ο νικητης θα εχει να αντιμετωπίσει τα ζητήματα ασφαλειας στην περιοχή, την κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας και φυσικα την κρίση πολιτικών, κοινωνικών και θρησκευτικών θεμάτων τα οποία παραμένουν άλυτα μετα την επέμβαση των ΗΠΑ το 2003.

*Ο Μηνάς Λυριστής είναι απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών και μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του ΕΚΠΑ