Κέντρο Ανατολικών Σπουδών

για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία

Συνέβη σήμερα

Συνέβη σήμερα

Μεγεθύνσεις

Μεγεθύνσεις

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ

Προσεγγίσεις

Προσεγγίσεις

Γεωπολιτική

Γεωπολιτική

Ισραήλ ώρα… μηδέν: Προκλήσεις και προβλήματα

*Παναγιώτης Τσερπές, Ερευνητής Κ.Α.Ν.Σ. Μεγάλος νικητής των εκλογών της 9ης Απριλίου αναδείχθηκε για πέμπτη συναπτή φορά ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου, κερδίζοντας στο… ...

Περισσότερο

Εκλογές Κων/πολη: Η κρισιμότητα της κουρδικής ψήφου και το «χαρτί» Οτζαλάν – Δημοσκόπηση Konsensus

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰ Σε μια επιχείρηση επαναπροσέγγισης των Κούρδων ψηφοφόρων, οι οποίοι θεωρούνται καθοριστικός παράγοντας για τις εκλογές της ...

Περισσότερο

Πολιτικό «ολίσθημα» Ερντογάν οι επαναληπτικές στην Κων/πολη;

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰ Η απόφαση του Ανώτατου Εκλογικού Συμβουλίου (YSK) για διεξαγωγή επαναληπτικών εκλογών στην Κων/πολη στις 23 Ιουνίου, ...

Περισσότερο

Λήξη INF: Αφορμή για νέα κούρσα εξοπλισμών;

Γαλάνη Δέσποινα-Δανάη Η συνθήκη INF(Intermediate Nuclear Forces) ή αλλιώς Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς, αποτελεί συνθήκη αμυντικού τύπου, που ...

Περισσότερο

Το δίλημμα της Αλγερίας και του Σουδάν

Γράφει ο Μηνάς Λυριστής* Οι μαζικές διαδηλώσεις που διεξάγονται εδώ και μήνες στην Αλγερία και το Σουδάν έχουν ανανεώσει τις ελπίδες ...

Περισσότερο

Share Button

Νικολάου Νικόλαος- Ερευνητής ΚΑΝΣ

Για τους μελετητές της διεθνούς πολιτικής, αλλά και της Τουρκίας, η προσέγγιση Άγκυρας- Καράκας προκαλεί περιέργεια, αφού ξεφεύγει από τα συνηθισμένα. Ποιοι είναι οι λόγοι όμως που έφεραν αυτές τις δύο απομακρυσμένες χώρες κοντά; Συνέχεια ανάγνωση

Οι λόγοι
Οι λόγοι που βοήθησαν στη προσέγγιση των δύο κρατών είναι πολλοί. Αρχικά, από τη πλευρά του Νίκολας Μαδούρο, ο Βενεζολάνος πρόεδρος στο πρόσωπο του Ρετζέπ Ερτογάν βλέπει τον ηγέτη ενός μακροχρόνιου καθεστώτος όπως είναι και ο «τσαβισμός» στη Βενεζουέλα. Επίσης, όπως και ο Τούρκος πρόεδρος αντιμετωπίζει εξωτερικές απειλές και οικονομικό πόλεμο, έτσι και ο Μαδούρο. Ακόμα, η επίσκεψη του Βενεζολάνου ηγέτη στη Τουρκία, με ενδιάμεση στάση στη Μόσχα, λειτούργησε ως απόδειξη ότι το Καράκας χαίρει της εκτίμησης δύο χωρών που ανήκουν στην ομάδα των G20, άρα έχει ακόμα κάποια διεθνή νομιμοποίηση. Επιπλέον, η Τουρκία μπορεί να λειτουργήσει και ως «κανάλι» διοχέτευσης βενεζολάνικων προϊόντων δεδομένου του ότι αποτελεί μεγάλη αγορά σχεδόν 80 εκατομμυρίων κατοίκων. Η Βενεζουέλα όντας μια χώρα με πολύ μεγάλα κοιτάσματα πετρελαίου, χρυσού, βωξίτη και διαμαντιών και αποκλεισμένη με κυρώσεις, ίσως να ελιχθεί οικονομικά μέσω της Τουρκίας. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσεται και η φυγάδευση του χρυσού μέσω τουρκικής επικράτειας σε περίπτωση ανατροπής του καθεστώτος. Τέλος, για το καθεστώς τα λατινοαμερικανικής χώρας η Τουρκία αποτελεί σημαντικό εξαγωγέα αγροτικών αγαθών. Αντιμετωπίζοντας, λοιπόν, σημαντικές ελλείψεις σε τρόφιμα, ενίσχυση των διμερών σχέσεων λογικά θα λύσει σε κάποιο βαθμό το ανωτέρω πρόβλημα.
Η Τουρκία από τη πλευρά της, έχει επίσης σοβαρούς λόγους να επιδιώκει την ενδυνάμωση της συνεργασίας με τη Βενεζουέλα. Αφενός, ο Ερτογάν αντιλαμβάνεται ό,τι και ο Μαδούρο αναφορικά με τις εξωτερικές απειλές και τη μακροβιότητα των δύο καθεστώτων. Η βενεζολάνικη κρίση λειτουργεί ως ένδειξη για την Άγκυρα σε περίπτωση που βιώσει τα ίδια. Οι κινήσεις του Μαδούρο και η αντοχή του αναλύονται από κυβερνητικούς παράγοντες και αντλούνται διδάγματα. Αφετέρου, η Τουρκία έχει ανάγκη από ενέργεια. Η Βενεζουέλα με την αξιόλογη παραγωγή του «μαύρου χρυσού» καθώς και με τον υπόλοιπο ορυκτό πλούτο που κρύβει, αποτελεί αξιοσημείωτη οικονομική «διέξοδο» για τη Τουρκία. Παράλληλα, μέσω της χώρας ανοίγεται και ο δρόμος για την είσοδο τουρκικών εταιρειών στη λατινοαμερικανική αγορά. Ίσως ο πιο σημαντικός, όμως, λόγος είναι το μήνυμα που θέλει να στείλει στην Ουάσινγκτον, το οποίο μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: «ξέρω ότι με έχεις φέρει οικονομικά σε δύσκολη θέση, αλλά δεν διστάζω να συνεργαστώ με άλλο κράτος, ανταγωνιστικό απέναντι σου, για να αμυνθώ. Πόσο δε μάλλον όταν αυτή η χώρα βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριό σου».

Αντί επιλόγου
Η σχέση Τουρκίας- Βενεζουέλας δικαίως «ξενίζει». Φαίνεται ότι τα δύο κράτη δεν έχουν κάποιο γεωπολιτικό ή γεωοικονομικό όφελος με το να συνεργαστούν. Αυτό, όμως, όπως φάνηκε δεν ισχύει. Υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τη διμερή και παράξενη αυτή προσέγγιση. Το αν θα διαρκέσει πολύ ή όχι αυτή η προσέγγιση είναι άγνωστο. Πάντως, προσωπική άποψη του συγγραφέα είναι ότι αν ο Μαδούρο αντέξει, τότε οι σχέσεις θα ενδυναμωθούν περαιτέρω. Σε αντίθετη περίπτωση, το μέλλον των σχέσεων θα εξαρτηθεί περισσότερο από τη νέα φιλοαμερικανική κυβέρνηση, αν θα συνεργαστεί με μια χώρα- ανταγωνιστή των Η.Π.Α. και υποστηρικτή του παλαιού καθεστώτος.

Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου⃰

Την 1η Ιανουαρίου ξεκίνησε και επίσημα η εκλογική περίοδος για τις επερχόμενες τοπικές εκλογές μεσούσης των έντονων αντιδράσεων από τη μη παραίτηση του Binali Yıldırım από τη θέση του προέδρου του Κοινοβουλίου, αλλά και των καταγγελιών της αντιπολίτευσης για ενδεχόμενες νοθείες. Την ίδια στιγμή οι δημοσκοπήσεις του Ιανουαρίου δείχνουν επικράτηση του Yıldırım στην Κων/πολη, ακόμη και στο photo finish, ενώ αξιωματούχοι του AKP και δημοσκόποι εκφράζουν τον προβληματισμό τους για ορισμένες μεγάλες μητροπόλεις, μεταξύ των οποίων και η Άγκυρα. Συνέχεια ανάγνωση

Η άρνηση του Yıldırım να παραιτηθεί από τη θέση του προέδρου του τουρκικού Κοινοβουλίου μετά από την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του για το μητροπολιτικό δήμο της Κων/πολης (29/12) έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, με τον Δικηγορικό Σύλλογο της Άγκυρας να κάνει λόγο για προφανή παραβίαση του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 94 απαγορεύεται ρητά η συμμετοχή του προέδρου και των αντιπροέδρων σε δραστηριότητες του κόμματός τους (σ.σ. εφόσον κατέρχονται ως υποψήφιοι), καθώς τίθεται υπό αμφισβήτηση η ουδετερότητα και η αμεροληψία τους.
Στην αρχική φάση ο Yıldırım προσπάθησε να αντικρούσει τους ανωτέρω ισχυρισμούς με αναφορές όπως ότι «οι τοπικές εκλογές δεν αποτελούν πολιτική δραστηριότητα» και ότι οι νόμοι δεν είναι σαφείς για το ζήτημα. Παρ’ όλα αυτά και σύμφωνα με νεότερη δήλωσή του θα παραιτηθεί στις 18 Φεβρουαρίου, μια κίνηση που μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια ανατροπής του σχετικά αρνητικού κλίματος που έχει προκαλέσει το όλο ζήτημα και το οποίο αντικατοπτρίζεται και σε δημοσκοπήσεις.
Παράλληλα, ο πρόεδρος του CHP Kemal Kılıçdaroğlu, κατηγόρησε ευθέως το Ανώτατο Εκλογικό Συμβούλιο (YSK) για μεροληπτική στάση. «Το YSK έχει γίνει φιλοκυβερνητικό. Δεν λαμβάνει αποφάσεις σύμφωνα με το νόμο. Δεν μπορεί, επειδή δεν έχει την εξουσία. Η εξουσία βρίσκεται στο [προεδρικό] παλάτι», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για διαβλητά αποτελέσματα χωρίς να υπάρχει ουσιαστική δυνατότητα για ενστάσεις. Εκτός των ανωτέρω, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι αναφορές του CHP για ύπαρξη 6.389 ψηφοφόρων άνω των 100 ετών, ακόμη και των 120, μερικοί από τους οποίους εμφανίζονται στους εκλογικούς καταλόγους χωρίς επίθετο. Η πιο τρανταχτή, μάλιστα, περίπτωση είναι της Ayşe Ekici, 165 ετών, στην επαρχία Kayseri, που εμφανίζεται ως ψηφοφόρος για πρώτη φορά φέτος.
Μπορεί το AKP να χάσει την Άγκυρα;
Δύο αξιωματούχοι του AKP ανέφεραν στο Reuters ότι προς το παρόν το κόμμα δεν έχει καταφέρει να φτάσει στα προσδοκώμενα ποσοστά, καθώς σύμφωνα με εσωτερικές δημοσκοπήσεις, φαίνεται ότι στο σύνολο κινείται μεταξύ 32-35%, χωρίς την αναγωγή των αναποφάσιστων (περίπου 30%), γεγονός που αποδίδεται στις αρνητικές εξελίξεις στην οικονομία και στο ότι οι υποψήφιοι δεν έχουν την αναμενόμενη δυναμική. Παράλληλα, τονίζουν τον κίνδυνο να χάσει το κόμμα μερικές μεγάλες πόλεις, μεταξύ των οποίων και την Άγκυρα.
Όπως ανέφερε ανώτατος αξιωματούχος του AKP «η κατάσταση στην Άγκυρα δεν είναι τόσο καλή. Μπορεί να αντιμετωπίσουμε παρόμοιες προκλήσεις και σε άλλες μεγάλες πόλεις», ενώ πρόσθεσε ότι πάνε σχετικά καλά στην Κων/πολη. Ο Binali Yıldırım αντιμετωπίζει μια σκληρή πρόκληση από τον σχετικά άγνωστο υποψήφιο του CHP, Ekrem İmamoğlu. Σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της δημοσκοπικής εταιρείας Konsensus, Murat Sarı, ο νικητής στην Κων/πολη είναι πιθανό να αναδειχθεί με μικρή διαφορά. Επιπλέον και σύμφωνα με τον ίδιο «το CHP προηγείται κατά 1% στην Άγκυρα. Αν και υπάρχουν πολλοί που δεν έχουν αποφασίσει ακόμη, το AKP μπορεί να χάσει την Άγκυρα».
Το AKP ανήλθε στην εξουσία το 2002 βασιζόμενο στην καταπολέμηση της διαφθοράς, στην ενίσχυση της οικονομίας και στη βοήθεια εκατομμυρίων φτωχών, πιστών Τούρκων που αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την κοσμική ελίτ. Οι οικονομολόγοι είχαν προβλέψει ότι η μεγάλη οικονομική άνθηση που παρουσιάστηκε και που τροφοδοτείτο κυρίως από χρέη και κατασκευές, δεν θα ήταν βιώσιμη. Τα προβλήματα στην οικονομία έγιναν εμφανή το περασμένο έτος με τη νομισματική κρίση που ξέσπασε και που οδήγησε τον πληθωρισμό στο 25%, υπονομεύοντας συγχρόνως την ανάπτυξη. Το AKP προωθεί τώρα μέτρα τόνωσης για τους φτωχότερους ψηφοφόρους, αλλά ο αντίκτυπος φαίνεται περιορισμένος και η οικονομία κατευθύνεται προς ύφεση.
Σύμφωνα, μάλιστα, με τον Τούρκο αναλυτή, Gareth Jenkins, το μήνυμα του Erdoğan δεν βρήκε την απήχηση του παρελθόντος. «Έχει πουλήσει με επιτυχία στην κοινωνία την ελπίδα ότι θα γίνει πλουσιότερη. Προς το παρόν, δεν περιμένουμε ότι θα επιστρέψουμε σύντομα σε υψηλά ποσοστά ανάπτυξης, οπότε δεν είναι πλέον σε θέση να πουλήσει αυτή την ελπίδα» .
Ακόμη και ξένοι διπλωμάτες, όμως, που διαπιστώνουν μείωση της λαϊκής υποστήριξης για το AKP την περίοδο μετά τις εκλογές της 24ης Ιουνίου, θεωρούν ότι ο Yıldırım έχει μεγαλύτερες πιθανότητες στην Κων/πολη, ενώ υπάρχει μεγάλη ευκαιρία για τον υποψήφιο του CHP, Mansur Yavaş, να κερδίσει την Άγκυρα.
Εντούτοις, υπάρχει και η άποψη ότι οι τοπικές εκλογές του Μαρτίου δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε καμία σημαντική αλλαγή, πολύ δε περισσότερο θεωρείται απίθανο το AKP να χάσει Κων/πολη και Άγκυρα. Οι λόγοι, σύμφωνα με τον Abdullah Aydogan, είναι οι ακόλουθοι:
1) Η απόλυτη συγκέντρωση της εξουσίας στον πρόεδρο,
2) Η πελατειακή συμπεριφορά του AKP που θεωρείται ένας από τους παράγοντες της εκλογικής του επιτυχίας,
3) Οι αυξανόμενες οικονομικές δυσκολίες που αναγκάζουν την κυβέρνηση να λάβει μέτρα για την προστασία της δομής των πελατειακών σχέσεων. Το νομοσχέδιο για τη χρηματοδότηση των δήμων ουσιαστικά αποσκοπεί στο να «ανοίξει» το δρόμο στον Erdoğan για να διαθέσει όσα θέλει επιπλέον κεφάλαια σε όποιους δήμους προτιμά. Βασικός στόχος του είναι να εξασφαλίσει τη ροή μετρητών από την κεντρική κυβέρνηση στους δήμους και στη συνέχεια στους εργολάβους και στους ατομικούς υποστηρικτές του κόμματος,
4) Η επικράτηση του CHP σε μεγάλους μητροπολιτικούς δήμους, όπως Κω/πολη και Άγκυρα, σημαίνει και πρόσβαση στα αρχεία των δήμων και επομένως δυνατότητα να τα χρησιμοποιήσει ως απόδειξη διαφθοράς εναντίον της κυβέρνησης,
5) Οι εκλογικές παρατυπίες και νοθείες και
6) Ακόμη και αν το ΑΚΡ χάσει την Άγκυρα ή την Κων/πολη, έχει δικαστική εξουσία να ανατρέψει ή ακόμα και να φυλακίσει τους εκλεγμένους δημάρχους .
Δημοσκοπήσεις
Σύμφωνα με τον επικεφαλής του YSK, Sadi Guven, στις εκλογές θα λάβουν μέρος 13 κόμματα, ενώ ο αριθμός των ψηφοφόρων ανέρχεται σε 57.970.985. Αν και υπάρχει αρκετός χρόνος μέχρι τις εκλογές, η γενική εικόνα των δημοσκοπήσεων δείχνει υψηλά ποσοστά αναποφάσιστων, αλλά και ότι η οικονομία είναι το νούμερο ένα πρόβλημα των ψηφοφόρων.
ORC: Τηλεφωνική έρευνα μεταξύ 17 – 21 Ιανουαρίου 2019, με ερώτημα «ποιον υποψήφιο/κόμμα προτίθεστε να ψηφίσετε για το μητροπολιτικό δήμο» .
Προύσα (Δείγμα 2180) Mustafa Bozbey (Εθνική Συμμαχία) 36,5% / Alinur Aktaş (Λαϊκή Συμμαχία) 35,2% / Αναποφάσιστοι 25,5% / Άλλος 2,8%
Μπαλίκεσιρ (Δείγμα 1420) Yücel Yilmaz (Λαϊκή Συμμαχία) 30,9% / İsmail OK (Εθνική Συμμαχία) 29,7% / Αναποφάσιστοι 36,3% / Άλλος 3,1%
Ντενιζλί (Δείγμα 1351) Osman Zolan (Λαϊκή Συμμαχία) 38,7% / Ümit Bahtiyar (Εθνική Συμμαχία) 37% / Αναποφάσιστοι 22,5% / Άλλος 1,8%
Εσκίσεχιρ (Δείγμα 1206) Burhan Sakallı (Λαϊκή Συμμαχία) 40,2% / Yılmaz Büyükerşen (Εθνική Συμμαχία) 39,8% / Αναποφάσιστοι 18,4% / Άλλος 1,6%

Τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών του 2014 σε αυτούς τους μητροπολιτικούς δήμους ήταν τα ακόλουθα:
Προύσα AKP 49.6%, CHP 28.7%, MHP 15.3%, Saadet Partisi 2.1%
Μπαλίκεσιρ AKP 39.8%, MHP 31.6%, CHP 25.3%, Saadet Partisi 1.1%
Ντενιζλί AKP: 45.3%, CHP 38.7%, MHP 11.9%, HDP 1.1%
Εσκίσεχιρ CHP 45.3%, AKP 39.1%, MHP 11.2%, Saadet Partisi 0.9%
Από την έρευνα φαίνεται ότι οι μητροπολιτικοί δήμοι Προύσα και Εσκίσεχιρ αλλάζουν χέρια, με τον υποψήφιο της Εθνικής Συμμαχίας να επικρατεί στον πρώτο και τον υποψήφιο της Λαϊκής Συμμαχίας να επικρατεί στον δεύτερο. Επιπρόσθετα φαίνεται ότι σε Μπαλίκεσιρ και Ντενιζλί η μάχη των υποψηφίων των δύο Συμμαχιών είναι στήθος με στήθος. Ο Γενικός Συντονιστής της ORC, Mehmet Pösteki, επισήμανε παράλληλα ότι οι διακυμάνσεις στην οικονομία μπορεί να επηρεάσουν το αποτέλεσμα των εκλογών και ότι ακόμη μπορεί να υπάρξουν και εκπλήξεις. Αναφερόμενος δε στο AKP δήλωσε ότι «για πρώτη φορά από την ίδρυσή του ξεκινά σε πολλά μέρη μένοντας πίσω, η δουλειά είναι πολύ δύσκολη». Σχετικά με το πρόβλημα αναγνωρισιμότητας του Ekrem İmamoğlu στην Κων/πολη, ο Pösteki βλέπει να μειώνεται μέρα με τη μέρα, ενώ από την άλλη πλευρά η μη παραίτηση του Yıldırım από την προεδρία του Κοινοβουλίου άρχισε να δημιουργεί προβλήματα .
Επιπρόσθετα, υπάρχουν και τα ακόλουθα αποτελέσματα από την ORC :
Κων/πολη, η έρευνα διεξήχθη με προσωπικές συναντήσεις 5950 ατόμων από 28/1 – 2/2.
Binali Yıldırım (AKP) 43,6%, Ekrem İmamoğlu (CHP) 39,7%, Αναποφ. 13,9%, Άλλος 2,8%
Τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών στην Κων/πολη του 2014 ήταν: AKP 47,92%, CHP 40,08%, HDP 4,83%, MHP 3,97%, SP 1,44%.
Άγκυρα, η έρευνα διεξήχθη από 25 – 30 Ιανουαρίου σε 4130 άτομα με προσωπικές συναντήσεις.
Mansur Yavaş (CHP) 41,9%, Mehmet Özhaseki (AKP) 36,8%, Αναποφ. 19%, Άλλος 2,3%
Τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών του 2014 για την Άγκυρα ήταν: AKP 44,80% , CHP 43,78% , MHP 7,77%, BBP 1,33%, HDP 0,89%.
Αττάλεια, η έρευνα διεξήχθη με προσωπικές συναντήσεις 3042 ατόμων από 19 – 24 Ιανουαρίου.
Muhittin Böcek (CHP) 40,5%, Menderes Türel (AKP) 38,7%, Αναποφ. 18,4%, Άλλος 2,4%
Τα αποτελέσματα του 2014 για την Αττάλεια ήταν: AKP 36,40%, CHP 34,61%, MHP 24,29%, HDP 2,32%, BBP 0,55%.
Ισπάρτα, η έρευνα διεξήχθη με προσωπικές συναντήσεις 2721 ατόμων από 22 – 27 Ιανουαρίου.
Yusuf Ziya Günaydın (MHP) 42,7%, Şükrü Başdeğirmen (AKP) 36,1%, Gökmen H. Gökmenoğlu (IYI) 12,3%, Αναποφ. 7,2%, Άλλος 1,7%.
Τα αποτελέσματα του 2014 για την Ισπάρτα ήταν: MHP 44,51%, AKP 39,90%, CHP 9,96%, SP 2,97%, BBP 0,66%.
Ζονγκουλντάκ, η έρευνα διεξήχθη τηλεφωνικά από 29 – 31 Ιανουαρίου σε 1.302 άτομα.
Hamdi Ayan (MHP) 30,4%, Şenol Şanal (CHP) 28,1%, Ömer Selim Alan (AKP) 25,8%, Αναποφ. 14,5%, Άλλος 1,2%.
Το 2014 τα αποτελέσματα για το Ζονγκουλντάκ ήταν τα ακόλουθα: CHP 39,86%, AKP 38,59, MHP 17,70%, SP 1,83%, BBP 0,57%.
Μπαρτίν, η έρευνα διεξήχθη με προσωπικές συναντήσεις 1521 ατόμων από 24 – 27 Ιανουαρίου.
Cemal Akın (MHP) 53,1%, Yusuf Ziya Aldatmaz (AKP) 23%, Mehmet Arslan (CHP) 14,6%, Αναποφ. 7,8%, Άλλος 1,5%.
Τα αποτελέσματα του 2014 για την Μπαρτίν ήταν: MHP 45,86%, AKP 26,67%, CHP 24,56%, SP 2,31%, BBP 0,28%.
Τσανκιρί, η έρευνα διεξήχθη τηλεφωνικά από 30 – 31 Ιανουαρίου σε 920 άτομα.
Hüseyin Boz (AKP) 39,5%, İsmail Hakkı Esen (MHP) 27,1%, Raif Oktay (IYI) 7,7%, Mustafa Ibişoğlu (CHP) 3,5%, Αναποφ. 20%, Άλλος 2,2%.
Τα αποτελέσματα του Τσανκιρί για το 2014 ήταν: AKP 54,30% , MHP 41,68%, BBP 1,37% , CHP 1,29%, SP 1,00%.
AVRASYA: Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στις 17/1, έλαβε χώρα σε δέκα μητροπόλεις και αφορούσε μόνο τους υποψήφιους των δύο συμμαχιών .
Κων/πολη, Binali Yıldırım (AKP) 44%, Ekrem İmamoğlu (CHP) 42%, Αναποφ. 14%.
Άγκυρα, Mehmet Özhaseki (AKP) 40%, Mansur Yavaş (CHP) 49%, Αναποφ. 11%
Σμύρνη, Nihat Zeybekci (AKP) 24%, Υποψήφιος του CHP 63%, Αναποφ. 13%
Προύσα, Alinur Aktaş (AKP) 36%, Mustafa Bozbey (CHP) 34%, Αναποφ. 30%
Αττάλεια, Menderes Türel (AKP) 38%, Muhittin Böcek (CHP) 52%, Αναποφ. 10%
Άδανα, Zeydan Karalar (CHP) 36%, Hüseyin Sözlü (MHP) 38%, Αναποφ. 26%
Αϊδίνιο, Mustafa Savaş (AKP) 36%, Özlem Çerçioğlu (CHP) 54%, Αναποφ. 10%
Μπαλίκεσιρ, Yücel Yılmaz (AKP) 38%, İsmail Ok (IYI) 42%, Αναποφ. 20%
Χατάι, İbrahim Güler (AKP) 36%, Lütfü Savaş (CHP) 48%, Αναποφ. 16%
Ντενιζλί, Osman Zolan (AKP) 38%, Ümit Bahtiyar (IYI) 46%, Αναποφ. 16%
Σύμφωνα με την έρευνα οι υποψήφιοι του HDP και του SP θα καθορίσουν το αποτέλεσμα των εκλογών στην Κων/πολη, ενώ οι πρώτοι θα παίξουν ρόλο και στα Άδανα. Στις 28/1, όμως, το HDP ανακοίνωσε ότι δεν θα ορίσει υποψηφίους σε 7 μητροπολιτικούς δήμους: Κων/πολη, Άγκυρα, Σμύρνη, Γκαζιαντέπ, Σανλιούρφα, Άδανα και Μερσίνη). Οι μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι στην Κων/πολη η μάχη είναι στήθος με στήθος.
Στην Άγκυρα αξιοσημείωτη είναι η υπεροχή του υποψήφιου του CHP με 9 μονάδες.
Στη Σμύρνη το CHP φαίνεται να κερδίζει με πάνω από 70% (σ.σ. όταν διεξήχθη η έρευνα δεν είχε ακόμη ανακοινωθεί από το CHP υποψήφιος. Στις 28/1 ανακοινώθηκε η υποψηφιότητα του Tunç Soyer)
Η Προύσα είναι ο μητροπολιτικός δήμος με το μεγαλύτερο αριθμό αναποφάσιστων.
Στην Αττάλεια εκτιμάται ότι θα επικρατήσει ο Burada Böcek του CHP με 55%.
PIAR: Από 19 – 22 Δεκεμβρίου 2018 έρευνα για Κων/πολη (3.120) και Άγκυρα (1.950), με περιθώριο σφάλματος +/- 1,8%
Κων/πολη, AKP 36,5%, CHP 33%
Άγκυρα, AKP 35,2%, CHP 41,9%

[1]O.Coskun και E.Toksabay, «As economy sours, Erdogan’s party could lose grip on big cities in local polls», Reuters, 15/1/19

[2]Abdullah Aydogan, «Stakes for the opposition in Istanbul and Ankara mayoral elections», The Arab Weekly, 19/1/19

[3]«ORC Araştırma: Bursa ve Eskişehir belediyeleri el değiştirecek», Diken, 25/1/19

[4]«ORC Araştırma Şirketinden Çarpıcı AK Parti Yorumu!» KamuPersoneli, 28/1/19

[5]«AKP’ye Özhaseki şoku», Gerçek Gündem, 17/1/19

[6]«31 Mart 2019 yerel seçim anketleri», Eğitim Gazetesi, 24/1/19

 

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, μέλος της ερευνητικής ομάδας του Κέντρου Ανατολικών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

Share Button

Νικόλαος Νικολάου- Ερευνητής ΚΑΝΣ

Το φθινόπωρο του 2018 η Τουρκία έδειξε καθαρά τις προθέσεις της στη περιοχή της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου συμπεριλαμβανομένης και της Μέσης Ανατολής. Η όσο το δυνατόν πιο ορθή ανάλυση της τουρκικής στρατηγικής στον ενεργειακό τομέα καταδεικνύει ότι ο «σουλτάνος» έχει σχέδιο σε ό,τι κάνει. Συνέχεια ανάγνωση

 Οι πραγματικές επιδιώξεις της Τουρκίας

Η επιθετική στάση της Τουρκίας με τη προβολή των ενόπλων δυνάμεων της και με «αλυτρωτική» ρητορεία, οφείλεται σε έναν διακαή φόβο της. Η τουρκική πλευρά, από τα μέσα του Ψυχρού Πολέμου δεν έκρυψε τις νεοοθωμανικές της βλέψεις. Με την έλευση του 21ου αιώνα, ο νεοοθωμανισμός ως δόγμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής που θα καθιστούσε τη Τουρκία περιφερειακή δύναμη επανήλθε. Μάλιστα, με την ανάδειξη του Αχμέτ Νταβούτογλου στη θέση του επικεφαλής της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ο νεοοθωμανισμός άρχισε να εφαρμόζεται και πρακτικά.

Η Τουρκία επί της εποχής Ερτογάν κατάφερε να σημειώσει πρόοδο σε πολλούς τομείς. Επίσης, συνεχίζει την ανοδική της πορεία παρά τις όποιες έξωθεν πιέσεις. Στρατιωτικά είναι πολύ ισχυρή εν συγκρίσει με τα υπόλοιπα περιφερειακά κράτη, έχει μια πολύ δυναμική εξωτερική πολιτική με «ανοίγματα» και σε περιοχές που δεν στρεφόταν παλαιότερα, έναν πληθυσμό που συνεχώς αυξάνεται, εγχώρια βιομηχανική και αγροτική παραγωγή και ισχυροποιημένη οικονομία. Κάτι της λείπει όμως για να ολοκληρώσει τα σχέδιά της περί περιφερειακής ανώτερης ισχύος: η ενεργειακή αυτάρκεια. Η τουρκική κυβέρνηση γνωρίζει ότι χωρίς ενέργεια όλα όσα έχει επιτύχει είναι μετέωρα. Φοβάται ότι δεν θα αποκτήσει αυτάρκεια. Συνεπώς, αναγκάζεται να αναπτύξει μια ενεργειακή στρατηγική, ώστε να αποκτήσει την αυτάρκεια που επιδιώκει.

Η «πολυμερής στροφή» του Ερτογάν

Ο Τούρκος πρόεδρος αντιλαμβάνεται εδώ και καιρό ότι οι εξελίξεις ενδέχεται να τον κρατήσουν εκτός ενεργειακού παιχνιδιού στη Μεσόγειο. Οι εξελίξεις είναι οι διάφορες συναντήσεις των ηγετών μεσογειακών χωρών πλην της Τουρκίας, η σύσφιγξη σχέσεων κάποιων κρατών μεταξύ τους και οι περίτεχνες διπλωματικές  κινήσεις της Κύπρου αναφορικά με την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της. Αξίζει να προστεθούν η στάση των Η.Π.Α. καθώς και οι εξελίξεις στη Συρία.

Όλα αυτά τα γεγονότα έπεισαν την Άγκυρα να ακολουθήσει μια «πολυμερή στροφή», δηλαδή να στραφεί ταυτόχρονα σε πολλές πλευρές ώστε να ενδυναμωθεί η θέση της στον ενεργειακό ανταγωνισμό. Η τουρκική πλευρά ψάχνει τρόπους για να καταφέρει να καταστεί ενεργειακά αυτάρκης σε πολλές μεριές. Εκείνες είναι η ανατολική Μεσόγειος, η Μαύρη Θάλασσα και η Συρία.

Αναφορικά με την ανατολική Μεσόγειο, το ενδιαφέρον της Τουρκίας εστιάζεται στα κοιτάσματα στο Αιγαίο πέλαγος και ανοιχτά της Κύπρου. Οι συνεχείς αμφισβητήσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι ακατάπαυστες παραβιάσεις, η «επιθετική» ρητορική και η πλεύση πλοίων για έρευνα δείχνουν μια εντατική προσπάθεια της Τουρκίας να καταφέρει να συνεκμεταλλευτεί τον ορυκτό πλούτο της ανωτέρω θαλάσσιας περιοχής.

Σχετικά με τις τουρκικές κινήσεις στη Μαύρη Θάλασσα, εκείνες αναμένεται να στεφθούν με μεγαλύτερη επιτυχία. Αφενός, ανέκαθεν η Θάλασσα του Μαρμαρά εθεωρείτο μια περιοχή «χαμηλής» συγκρουσιακής έντασης. Αφετέρου, η Τουρκία δεν είχε κάτι να χωρίσει με τις άλλες χώρες της περιοχής. Πλέον, μιας και οι σχέσεις με τη Ρωσία- κυρίαρχο της θαλάσσιας περιοχής- εξομαλύνθηκαν, το τουρκικό εγχείρημα είναι πιο εύκολο. Ήδη, από τον Νοέμβριο, πλωτά μέσα του τουρκικού ναυτικού βρίσκονται ανοιχτά των βόρειων ακτών της τουρκικής επικράτειας για να οριοθετήσουν τη τουρκική «ζώνη» εκμετάλλευσης.

Η Συρία αποτελεί το άλλο στοίχημα του Ερτογάν. Είναι κοινώς γνωστό ότι η τουρκική επέμβαση στη βόρεια συριακή επικράτεια ή αλλιώς στο «συριακό Κουρδιστάν» αποσκοπούσε στο να λύσει ένα πρόβλημα ασφάλειας των Τούρκων που αφορά τους Κούρδους. Με τις δύο επεμβάσεις τους («Ασπίδα του Ευφράτη» και «Κλάδος Ελαίας») πέτυχαν όχι μόνο να περιορίσουν τη κουρδική δραστηριότητα, αλλά και να δημιουργήσουν τουρκικούς θύλακες ώστε να πιέσουν το καθεστώς Άσσαντ και να ιδρύσουν στο μέλλον ψευδοκράτος για να αποκτήσουν στρατηγικό βάθος. Μέσα σε όλα αυτά, ενυπάρχει και μια άλλη, όχι τόσο εμφανής, επιδίωξη. Εκείνη αφορά πάλι την ενέργεια. Ο τουρκικός στρατός έφτασε έξω από το Χαλέπι όπου και σταμάτησε. Οι περιοχές που κατέχει, βρίσκονται πλησίον της συριακής πόλης. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Από το Χαλέπι και διαμέσου των συριακών εδαφών που ελέγχει τώρα ο τουρκικός στρατός, έμελλε να περάσει η προέκταση του «Αραβικού Αγωγού» («Arab Gas Pipeline») που θα μετέφερε φυσικό αέριο με τερματικό σταθμό τη πόλη Κιλίς της Τουρκίας. Η προέκταση του δεν έγινε ποτέ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα γίνει στο μέλλον. Με τη τουρκική παρουσία εκεί, η Τουρκία θα καταφέρει να εισάγει ενέργεια. Δεν είναι τυχαίο ούτε ότι συνεργάζεται στη Συρία με τη Ρωσία ούτε ότι προσέγγισε τη νόμιμη συριακή κυβέρνηση. Ο Ερτογάν φαίνεται να αποβλέπει τη συμμετοχή της χώρας του στο ενεργειακό παιχνίδι στη Μέση Ανατολή[i].

Αντί Επιλόγου

Είναι εμφανές ότι η Τουρκία κινείται βάσει σχεδιασμού βραχυπρόθεσμου, μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου. Στρέφεται σε πολλές πλευρές προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε ενεργειακά κοιτάσματα.

Η αμερικανική υποχώρηση από τη Συρία είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη Τουρκία. Της δίνεται η δυνατότητα να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής της με τις «ευλογίες» και της Μόσχας. Επίσης, μέσω της Ρωσίας, δύναται να αποκτήσει πρόσβαση στο ενεργειακό παιχνίδι σε Μαύρη Θάλασσα και Συρία. Η ελληνική πλευρά θα πρέπει να βολιδοσκοπήσει πολύ προσεκτικά τις τουρκικές κινήσεις ώστε να διασφαλίσει τα συμφέροντά της. Αρκεί να γνωρίζει ότι για την Άγκυρα τίποτα δεν είναι τυχαίο.

 

 

 

[i]  Μια σημείωση είναι σημαντική εδώ. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι κουρδικές περιοχές που έχει καταλάβει ο τουρκικός στρατός είναι μόνο η αρχή. Πιθανόν, σκοπεύει να επεκτείνει σε ολόκληρη τη βόρεια Συρία τη παρουσία και επιρροή του. Αν γίνει αυτό, όχι μόνο πλήττει ανεπανόρθωτα τους Κούρδους, αλλά στη βορειοανατολική Συρία υπάρχουν κοιτάσματα πετρελαίου, τα οποία θα περάσουν στα χέρια της Άγκυρας.

Share Button

 

Γράφει η : Πέννυ Πιερρινάκου,

Μέλος ερευνητικής ομάδος ΚΑΝΣ

Το Μπαχρέιν αποτελεί συνταγματική μοναρχία, όπου οι πολίτες έχουν περιορισμένη δυνατότητα να εκλέγουν την κυβέρνηση τους ή να αλλάζουν το πολιτικό τους σύστημα. Κυβερνάται από μια σουνιτική βασιλική οικογένεια και ο βασιλιάς Hamad Bin Isa al-Khalifa είναι ο αρχηγός του κράτους. Ο βασιλιάς με τη σειρά του διορίζει το υπουργικό συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται από 26 υπουργούς, με 12 από αυτούς να αποτελούν μέλη της οικογένειας al-Khalifa. Το γεγονός πως στην εξουσία της χώρας βρίσκεται μια σουνιτική οικογένεια, ενώ το 60 με 70 τοις εκατό των πολιτών είναι Σιίτες, κάνει την σεκταριστική βία να σιγοβράζει και την πολιτική ζωή στο Μπαχρέιν ολοένα και πιο πολωμένη.

Συνέχεια ανάγνωση

Οι Σιίτες έχουν επανειλημμένως δηλώσει την αγανάκτηση τους για τη στέρηση βασικών δικαιωμάτων τους, όσον αφορά για παράδειγμα τις παροχές στέγασης, υγείας και εκπαίδευσης. Παράλληλα, είναι σχεδόν αποκλεισμένοι από τις θέσεις εργασίας στους κυβερνητικούς φορείς. Αποκορύφωμα της αγανάκτησής τους ήταν οι μαζικές διαμαρτυρίες του 2011 με σκοπό την πολιτική αλλαγή και απομάκρυνση της μειονοτικής σουνιτικής δυναστείας που κυβερνά το νησιωτικό κράτος του Κόλπου. Η κυβέρνηση των Σουνιτών, όμως, κατάφερε να καταστείλει την – καθοδηγούμενη κυρίως από Σιίτες – φιλοδημοκρατική εξέγερση, βυθίζοντας τη χώρα σε δύο χρόνια πολιτικού αδιεξόδου.
Τη νομοθετική εξουσία στο Μπαχρέιν ασκεί το Κοινοβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από ένα διορισμένο από το βασιλιά ανώτερο στέλεχος, το Συμβουλευτικό Συμβούλιο (Shura) και ένα κατώτερο, το εκλεγμένο από το λαό Συμβούλιο των Αντιπροσώπων, το καθένα με σαράντα έδρες . Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 2002, σαράντα πολίτες εκλέγονται δημοκρατικά στο Συμβούλιο των Αντιπροσώπων σε εκλογές που λαμβάνουν χώρα κάθε 4 χρόνια. Το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων έχει την εξουσία να εξετάζει και να ψηφίζει νομοθεσία που προτείνει ο βασιλιάς ή το υπουργικό συμβούλιο, καθώς επίσης και εξουσίες παρακολούθησης εφαρμογής νόμων.
Στις 24 Νοεμβρίου 2018 έλαβαν χώρα στο Μπαχρέιν εκλογές με ιστορική σημασία. Ο λόγος ήταν η άνευ προηγουμένου αυξημένη συμμετοχή και εκλογή γυναικών, γεγονός που θα μπορούσε να σημάνει τη διεύρυνση της συμμετοχής τους στα κοινά και την εξέλιξή τους σε θέσεις ισχύος. Είναι η πέμπτη φορά, έπειτα από τη δημοσίευση του νέου Συντάγματος το 2002, που διεξάγονται οι εκλογές για το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων στη χώρα. Οι εκλογείς του Μπαχρέιν προσήλθαν στις κάλπες στις 24 Νοεμβρίου 2018 για δεύτερη φορά από τότε που ξέσπασαν οι ταραχές του 2011 . Πριν από τις εκλογές, ωστόσο, ακτιβιστές και μέλη των «απαγορευμένων» κομμάτων της αντιπολίτευσης προέτρεψαν τους ψηφοφόρους σε μποϊκοτάζ, χαρακτηρίζοντας αυτές τις εκλογές ως “φάρσα”. Από την άλλη, ο βασιλιάς Hamad, ο οποίος εξέδωσε το διάταγμα για τις εκλογές κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου στις 11 Σεπτεμβρίου 2018, ενθάρρυνε τους πολίτες να συμμετάσχουν σε “ελεύθερες, δίκαιες και διαφανείς” εκλογές.
Το ιδιαίτερο και πρωτόγνωρο αυτών των εκλογών, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η αυξημένη εκλογή γυναικών, για τα δεδομένα του Μπαχρέιν. Στις πρώτες εκλογές, το 2002, δεν εξελέγη καμία γυναίκα, ενώ το 2006 μόνο μία γυναίκα τα κατάφερε, η Lateefa al-Gaood, η οποία διατήρησε την έδρα της και το 2010, παραμένοντας η μοναδική γυναίκα νομοθέτης. Το 2014 ο αριθμός των εκλεγμένων γυναικών αυξήθηκε στις 3 σε σύνολο των 40 Αντιπροσώπων του Συμβουλίου. Με τον δεύτερο και τελικό γύρο των εκλογών του Νοεμβρίου, αναδείχθηκαν από την ψηφοφορία συνολικά έξι γυναίκες, διπλασιάζοντας τον αριθμό των γυναικών νομοθετών στο μικρό βασίλειο του Κόλπου. “Οι εκλογές του 2018 είναι ιστορικές για το Μπαχρέιν”, δήλωσε ο Mohammed al-Sayed, εκπρόσωπος Τύπου του οργάνωσης Citizens for Bahrein, στο κανάλι ειδήσεων Al Arabiya και συμπλήρωσε λέγοντας πως οι πολίτες του Μπαχρέιν πιστεύουν στην ισότητα των δύο φύλων, αλλά και στον ρόλο των γυναικών στην κοινωνία και την πολιτική.
Γενικότερα, τα ΜΜΕ που ανήκουν στην κυβέρνηση χαιρέτισαν αυτή την αριθμητική αύξηση των γυναικών στο Κοινοβούλιο σε κλίμα ενθουσιασμού. Πολλοί φορείς της χώρας περιγράφουν την εκλογική νίκη των έξι γυναικών ως πηγή υπερηφάνειας. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση της Bahrain’s Businesswomen’s Society, όπου εκπρόσωπός της δήλωσε: « the latest election will be remembered for breaking the glass ceiling». Ο ίδιος ο βασιλιάς Hamad στην ομιλία του κατά την έναρξη της νέας θητείας του κοινοβουλίου, ανέφερε: «Υπογραμμίζουμε τον ηγετικό ρόλο των γυναικών του Μπαχρέιν, που συνέβαλε στη διαμόρφωση του σύγχρονου πολιτικού μας κράτους…» Ενώ μία από τις νικήτριες αυτών των εκλογών, η Fawzia Zainal δήλωσε πως η νίκη της, αποτελεί νίκη έναντι της αντρικής κυριαρχίας και δείχνει ότι οι ψηφοφόροι επέλεξαν ώριμα υποψηφίους σύμφωνα με τις ικανότητές τους. Η ίδια μάλιστα αναδείχθηκε πρόεδρος του Συμβουλίου των Αντιπροσώπων, κάνοντας το Μπαχρέιν την τρίτη αραβική χώρα που έχει μια γυναίκα πρόεδρο στο κοινοβούλιο.
Μέσα στο κλίμα ευφορίας για τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών, έγινε ειδική αναφορά στην ανυπαρξία συστήματος ποσοστώσεων στο εκλογικό σύστημα. Η κυβέρνηση προβάλλει την πεποίθηση ότι οι γυναίκες μπορούν να εκλεγούν χωρίς την ύπαρξη ποσοστώσεων ως εγγύηση της εκπροσώπησής τους. Το Μπαχρέιν δεν διαθέτει σύστημα ποσοστώσεων για την εκπροσώπηση των γυναικών, καθώς πολλοί θεωρούν ότι ένα τέτοιο σύστημα αντιτίθεται στο σύνταγμα της χώρας και τα ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες. Η Γενική Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου για τις Γυναίκες, Ηala Al Ansari , δήλωσε ότι οι γυναίκες του Μπαχρέιν έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη του έθνους ως εκπρόσωποι στο κοινοβούλιο και στα δημοτικά συμβούλια. Ωστόσο, επέμεινε ότι δεν πρέπει να υπάρχει καμία ποσόστωση για την αύξηση του αριθμού των γυναικών στην πολιτική, καθώς κάτι τέτοιο θα σήμαινε παραβίαση του συντάγματος. Ταυτόχρονα, δήλωσε πως δεν υπάρχουν εμπόδια στην συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική και τη δημόσια ζωή. Ένα τέτοιο σύστημα θα παραβίαζε επίσης τις διατάξεις του National Action Charter, δήλωσε επίσης η Al Ansari, αναφερόμενη στο έγγραφο που προωθούσε το 2001 ένα ευρύ φάσμα πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων στο Μπαχρέιν και εγκρίθηκε από το 98,4% των πολιτών σε εθνικό δημοψήφισμα.
Τα επιχειρήματα για τη μη υιοθέτηση συστήματος ποσοστώσεων στο μικρό αραβικό βασίλειο βρίσκουν έδαφος στην παρουσία γυναικών στον τομέα της παραγωγικότητας, εισερχόμενες πλέον σε ανδροκρατούμενα επαγγέλματα, αλλά και της εκπαίδευσης, καθώς ο αριθμός των γυναικών που λαμβάνουν ανώτατη εκπαίδευση έχει αυξηθεί. Επίσης, υπάρχει και το επιχείρημα ότι η πολιτική ζωή πρέπει να βασίζεται σε δίκαιη ανταγωνιστικότητα χωρίς να χρειάζεται να εισαχθούν προσωρινά μέτρα που, όχι μόνο περιορίζουν το δικαίωμα των εκλογέων να επιλέγουν, αλλά αντιμετωπίζουν και τις γυναίκες του Μπαχρέιν ως μειοψηφία. Εκτός αυτών, η Al Ansari τόνισε πως «αρκετές μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες που αναδεικνύονται μέσω του συστήματος ποσοστώσεων, δεν είναι απαραιτήτως οι πιο κατάλληλες για τη δουλειά». Την υποστήριξη των γυναικών στην άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι μπορεί να αναλάβει η κοινωνία πολιτών του Μπαχρέιν, δημιουργώντας προγράμματα ευαισθητοποίησης σχετικά με τη σημασία της συμμετοχής των γυναικών στη δημόσια ζωή.
Η παρουσία εννέα γυναικών στη Shura, εκτός από τις έξι εκλεγμένες στο Συμβούλιο των Αντιπροσώπων, σημαίνει ότι οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν σήμερα το 18,75% του κοινοβουλίου στο Μπαχρέιν για το διάστημα 2018-2022. Μπορεί όμως αυτή η νίκη των γυναικών να σημαίνει ανάπτυξη δημοκρατικών αρχών στη χώρα; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι μάλλον αρνητική, καθώς εκ των πραγμάτων το Μπαχρέιν παραμένει μοναρχία, παρά την εγκαθίδρυση κοινοβουλίου το 2002.
Οι περίπου 500 υποψήφιοι των εκλογών του 2018 προέρχονταν από 20 πολιτικά κόμματα, τα οποία αποτελούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από κυβερνητικούς υποψηφίους. Οι δύο κύριες ομάδες της αντιπολίτευσης, Al Wefaq και η Εθνική Δημοκρατική Δράση (Wa’ad) διαλύθηκαν και τα πρώην μέλη τους είναι αποκλεισμένα από συμμετοχή στις εκλογές ως υποψήφιοι. Συγκεκριμένα, το Al Wefaq, κόμμα σιιτών που είχε την πλειοψηφία στο Συμβούλιο των Αντιπροσώπων, απέσυρε τους 18 βουλευτές του από την Εθνοσυνέλευση κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του 2011 και ζήτησε μποϊκοτάζ στις εκλογές του Νοέμβρη, επικαλούμενο πολιτική περιθωριοποίηση των Σιιτών. Τον Μάιο του 2018, το προηγούμενο κοινοβούλιο του Μπαχρέιν ενέκρινε νόμο που απαγορεύει στα μέλη των διαλυμένων πολιτικών κομμάτων, μεταξύ των οποίων τα Al Wefaq και Wa’ad, να συμμετέχουν στις εκλογές, ενώ τον Οκτώβρη του ίδιου έτους ο Ali Salman, ηγέτης του Al Wefaq, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ του Κατάρ.
Συμπερασματικά, παρά τον αριθμό ρεκόρ των γυναικών στο κοινοβούλιο, με βάση τον οποίο θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η πολιτική ζωή στο Μπαχρέιν αναπτύσσεται, η απαγόρευση ύπαρξης αντιπολίτευσης συρρικνώνει την πολιτική ελευθερία και ταυτόχρονα διαιωνίζει την ανισότητα στη χώρα. Σε καμία περίπτωση το Μπαχρέιν δεν αποτελεί εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς βλέπουμε πως ακόμα και σήμερα οι πληγές του 2011 είναι εμφανείς στην κοινωνία και την πολιτική ζωή. Το νέο κοινοβούλιο, που αποτελείται μόνο από μέλη που στηρίζουν την κυβέρνηση, πέρα από το δύσκολο έργο των οικονομικών μέτρων που πρέπει να ψηφίσει, ίσως αντιμετωπίσειτελικά και ζητήματα νομιμοποίησης μετά την πολιτική καταστολή της αντιπολίτευσης.
Share Button

Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου ⃰

Η μετάβαση στο προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης και η αναγκαιότητα πλέον σχηματισμού προεκλογικών συμμαχιών έχουν οδηγήσει στο ριζικό μετασχηματισμό της τουρκικής πολιτικής σκηνής. Η «ομαδοποίηση» των κομμάτων σε δύο βασικούς πόλους και έναν τρίτο αποτελούμενο από το HDP (σ.σ. θεωρείται «προέκταση» της «Εθνικής Συμμαχίας» λόγω της υποστήριξής του από το CHP), ο απόλυτος έλεγχος των εξουσιών από τον Πρόεδρο, η εξ’ ολοκλήρου μετατροπή της πολιτικής σκηνής σε «one-man show» και η απώλεια της δυναμικής των κομμάτων, συνιστούν το νέο γίγνεσθαι της τουρκικής πολιτικής. Υποστηρίζεται, μάλιστα, ότι η επανεμφάνιση των κομμάτων μόνο σε προεκλογικές περιόδους μοιάζει με το αμερικανικό σύστημα. Συνέχεια ανάγνωση

Καταλυτικό ρόλο για τις ως άνω εξελίξεις και κυρίως για την κοινωνιολογική εμφάνιση της «Λαϊκής Συμμαχίας» έπαιξε το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 το οποίο, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ινστιτούτου Έρευνας GENAR İhsan Aktaş, θεωρήθηκε ως μια οργανωμένη προσπάθεια κατάλυσης της δημοκρατίας που υποστηρίχθηκε και ενθαρρύνθηκε από δυτικές πολιτικές δυνάμεις. Όπως αναφέρει, κινητήρια δύναμη της αντίστασης κατά της προσπάθειας επιβολής στρατιωτικού καθεστώτος αποτέλεσε ο ίδιος ο τουρκικός λαός, γεγονός που ευνόησε το πολιτικό αφήγημα περί ύπαρξης εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών και της αναγκαιότητας δημιουργίας και εδραίωσης ενός πολιτικού άξονα («Λαϊκή Συμμαχία») ικανού να αποτρέπει κάθε είδους προσπάθεια ανατροπής του υφιστάμενου πολιτικού, ακόμη και εδαφικού, γίγνεσθαι. Για το σκοπό αυτό συνενώθηκαν εθνικιστικά και συντηρητικά τμήματα της κοινωνίας, θέτοντας τις εσωτερικές τους διαφορές στην άκρη, με αποτέλεσμα τη δημιουργία της «Λαϊκής Συμμαχίας». Βασικό ζητούμενο αυτής δεν είναι η επίλυση βραχυπρόθεσμων ζητημάτων, αλλά η εξυπηρέτηση ιστορικών συμφερόντων, η συνένωση λαού και κράτους και η αντίσταση κατά παγκόσμιων σχεδίων.
Περαιτέρω, αν και στα σχέδια του κυβερνώντος κόμματος «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» προϋπήρχε η μετάβαση από το κοινοβουλευτικό στο προεδρικό σύστημα, η στήριξή του από τον λαό πριν το αποτυχημένο πραξικόπημα δεν θα ξεπερνούσε το 35%. Μετά, όμως, την 15η Ιουλίου και τη δημιουργία της «Λαϊκής Συμμαχίας», πάνω από το 50% του εκλογικού σώματος υποστήριξε τη μετάβαση στο νέο προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης. Επιπρόσθετα, χάρη στη «Λαϊκή Συμμαχία», το έτερον ήμισυ αυτής (Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος) όχι μόνο κατάφερε να μην κατακερματιστεί και να προστατεύσει τη θεσμική του ταυτότητα, αλλά και να αναδειχθεί σε βασικό πολιτικό κόμμα της τουρκικής πολιτικής .
Εξαιτίας της θεμελιώδους αλλαγής του τουρκικού πολιτικού συστήματος απαιτείται αρκετός χρόνος για την πλήρη κατανόηση της διοικητικής σημασίας του διαρθρωτικού αυτού μετασχηματισμού, καθώς και των μακροπρόθεσμων συνεπειών αυτού, αλλά και των αλλαγών σε κάθε πολιτικό πεδίο, από τη διοικητική δομή του κράτους μέχρι το ρόλο και την κατάσταση των πολιτικών κομμάτων. Η αποδυνάμωση της σημασίας των πολιτικών κομμάτων και η ενίσχυση του ρόλου της προεδρίας και των προεδρικών εκλογών, αλλά και η αναγκαιότητα συμμαχιών με κόμματα που να εξασφαλίζουν τουλάχιστον το 50% των ψήφων για σύσταση κυβέρνησης, συνιστούν κάποιες από τις άμεσες συνέπειες των διαρθρωτικών αλλαγών του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας και της μετάβασης στο προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης.
Αντίστοιχο αντίκτυπο έχει το νέο προεδρικό σύστημα και στις τοπικές εκλογές. Στις δεκαετίες ’80 και ’90, όπου το πολιτικό φάσμα χαρακτηριζόταν από υψηλό βαθμό αποδιοργάνωσης, ένα πολιτικό κόμμα θα μπορούσε εύκολα να αναδείξει δήμαρχο σε μια πόλη, παίρνοντας μόλις το 25% των ψήφων. Για παράδειγμα, το 1994 ο Recep Tayyip Erdoğan κέρδισε στις εκλογές του μητροπολιτικού δήμου της Κων/πολης συγκεντρώνοντας το 25,19%, όταν οι κύριοι ανταγωνιστές του, ο İlhan Kesici (ANAP) και ο Zülfü Livaneli (CHP) έλαβαν 22% και 20%, αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, ένας απροσδόκητος υποψήφιος θα μπορούσε να έχει κερδίσει έναν δήμο, ενώ μια φαινομενικά ασήμαντη αλλαγή στην εκλογική επανευθυγράμμιση θα μπορούσε να είχε αλλάξει τον νικητή των τοπικών εκλογών σε μια συγκεκριμένη πόλη. Μία ημέρα πριν από τις τοπικές εκλογές του 1994, καμία εφημερίδα δεν προέβλεψε τον εκλογικό θρίαμβο του Κόμματος Ευημερίας. H αποδιοργανωμένη, όμως, δομή του πολιτικού φάσματος είχε αφήσει περιθώρια για αποτελέσματα – έκπληξη.
Στις επερχόμενες, όμως, τοπικές εκλογές η οριακή επικράτηση των κομμάτων δεν είναι αρκετή. Η μετάβαση στο προεδρικό σύστημα, αλλά και το γεγονός ότι το διακύβευμα είναι η ενίσχυση ή η αμφισβήτηση αυτού του συστήματος, έχουν οδηγήσει τόσο το κυβερνών κόμμα AKP, όσο και το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης CHP («Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα) να επιδιώκουν την επικράτησή τους, κυρίως στους τρεις σημαντικότερους μητροπολιτικούς δήμους (Κων/πολη, Άγκυρα, Σμύρνη), με αυξημένη πλειοψηφία. Αν ληφθούν, παράλληλα, υπόψη και οι προσπάθειες των άλλων κομμάτων, ιδίως του MHP και του IYI, για διατήρηση ή ενίσχυση της δυναμικής τους, καθίσταται κατανοητό γιατί οι συμμαχίες είναι απαραίτητες στην πολιτική ζωή της χώρας .
Επιπρόσθετα, παρά το κλίμα ανανέωσης που θέλει να δώσει ο Erdoğan μέσα από τις υποψηφιότητες για τις τοπικές εκλογές, τα σημαντικά προβλήματα της κοινωνίας είναι η οικονομία, η εκπαίδευση, η ανεργία και η ασφάλεια. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η οικονομία και η ανεργία θα έχουν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στις τοπικές εκλογές, ενώ η εκπαίδευση και η ασφάλεια θα διαδραματίσουν μικρότερο ρόλο. Η δυσφορία των ψηφοφόρων σχετικά με τις διοικήσεις στους δήμους αφορά περιπτώσεις διαφθοράς, νεποτισμού και ύπαρξης αδικαιολόγητων κερδών που συνδέονται άμεσα με τα προβλήματα της οικονομίας και της ανεργίας. Οι ψηφοφόροι, επομένως, θέλουν μια διοίκηση, ανεξαρτήτως καινούργιων ή παλαιότερων υποψηφίων, που να είναι διαφανής και δίκαιη, παρέχοντας ίσες ευκαιρίες σε όλους. Αυτή η αναγκαιότητα αναδεικνύεται σε μείζονος σημασίας ζήτημα .
Η φιλοπεριβαλλοντική προεκλογική εκστρατεία Erdoğan
Το κυβερνών κόμμα AKP φαίνεται να έχει ολοκληρώσει τη σχεδίαση της στρατηγικής που θα ακολουθήσει ενόψει των τοπικών εκλογών του Μαρτίου. Η εκλογική διακήρυξη, που αναμένεται να ανακοινωθεί από τον Erdoğan στις 19 Ιανουαρίου στην Άγκυρα, επικεντρώνεται στον άνθρωπο, στη διαφάνεια και στον περιβαλλοντισμό, έχοντας ως κύριο σύνθημα «καθαρή κοινωνία, καθαρό περιβάλλον και διοικήσεις με διαφάνεια», ενώ παράλληλα δίδεται έμφαση στην κριτική για την απρογραμμάτιστη αστικοποίηση, τη σπατάλη δημοτικών πόρων και την έλλειψη πρασίνου σε ορισμένες επαρχίες.
Σύμφωνα με τη στρατηγική του κόμματος, τα δημοτικά έργα θα τελούνται με πλήρη διαφάνεια και οι δήμαρχοι δεν θα πρέπει να παρεκκλίνουν από την προγραμματική διακήρυξη. Επιπρόσθετα, θα συσταθεί από το κόμμα μια επιτροπή πειθαρχίας που θα επιθεωρεί τους δήμους σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Τα τελευταία χρόνια το AKP έχει εντείνει τις προσπάθειές του ως προς τις φιλοπεριβαλλοντικές πολιτικές του. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη διακήρυξη για τις προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές της 24ης Ιουνίου, το AKP δεσμεύτηκε για επενδύσεις σε πάρκα και μεγάλους χώρους πρασίνου. Κατά τη διάρκεια ομιλίας του το 2017, ο Erdoğan είχε ασκήσει σφοδρή κριτική στις μεθόδους αστικοποίησης που καταστρέφουν το πράσινο, λέγοντας «κάθε βήμα που ρημάζει το οικοσύστημα, είναι μια καταστροφή. Πρέπει να προχωρήσουμε σε άμεσες παρεμβάσεις».
Στα πλαίσια αυτά ανακοινώθηκε ότι το κόμμα δεν θα ακολουθήσει τις παραδοσιακές μεθόδους προεκλογικής εκστρατείας, αλλά θα προβεί σε εκτεταμένη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Όπως, μάλιστα, δήλωσε ο Erdoğan «εγκαταλείπουμε πλήρως τις μεθόδους εκστρατείας που προκαλούν οπτική και ηχητική ρύπανση. Έχουμε αποφασίσει να ακολουθήσουμε μια εκστρατεία που θα σέβεται το περιβάλλον και τους ανθρώπους», τονίζοντας ότι τα πανό και οι σημαίες θα επιτρέπονται μόνο κοντά σε οργανώσεις του κόμματος και σε εκλογικά κέντρα συντονισμού , ενώ τα μεγάφωνα με προπαγανδιστικά μηνύματα θα παίζουν σε συγκεκριμένες και προγραμματισμένες ώρες. Συγχρόνως, ο Erdoğan κάλεσε και τα άλλα κόμματα να πράξουν το ίδιο.
Να σημειωθεί ότι ο πρώτος περιβαλλοντικός νόμος στην Τουρκία εισήχθη το 1983, ενώ το 1991 ιδρύθηκε το Υπουργείο Περιβάλλοντος, το οποίο στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Υπουργείο Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας. Με την πάροδο του χρόνου έγιναν τροποποιήσεις στη νομοθεσία, με σημαντικότερη το 2006 όπου προστέθηκαν οι όροι «βιώσιμο περιβάλλον» και «αειφόρος ανάπτυξη».
Παρά τις όποιες προσπάθειες του κυβερνώντος κόμματος να τονίσει τις φιλοπεριβαλλοντικές πολιτικές του, το CHP ασκεί δριμεία κριτική κατηγορώντας το για «σφαγή της φύσης». Σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας, πάνω από 5.000 δέντρα θα κοπούν για να κατασκευαστούν 553 βίλες στην περιοχή Beykoz της Κωνσταντινούπολης, σε μια έκταση περίπου 2,5 εκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων δάσους. Επιπρόσθετα, τον Σεπτέμβριο οι τουρκικές αρχές διέταξαν την κοπή εκατοντάδων δέντρων στο κέντρο της Άγκυρας προκειμένου να κατασκευαστεί μουσείο που θα μνημονεύει το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016. Τέλος, περιβαλλοντικές οργανώσεις καταγγέλλουν την οικολογική καταστροφή που έχει προκαλέσει η κατασκευή του τρίτου «φαραωνικού» αεροδρομίου της Κων/πολης (657.000 δέντρα) .

⃰ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου