για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική

Ιράκ

Share Button

Της Αγγελικής Χαραλαμποπούλου, Βοηθού Ερευνήτριας Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Μετά από ουσιαστικά 37 χρόνια «κακών επαφών» μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών, οι σχέσεις τους φαίνονται να μπαίνουν σε ορθολογική τροχιά. Στις 17 Ιανουαρίου ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπάρακ Ομπάμα, ήρε τις κυρώσεις κατά του Ιράν μετά από 10 χρόνια, αλλάζοντας τη πολιτική του προκατόχου του, Τζόρτζ Μπούς, από “hard power” σε “softer”. iran_sumfonia

Ωστόσο, δε θα μπορούσε να παραληφθεί το χρονικό σημείο μιας τέτοιας επιλογής, όταν όλη η περιφέρεια βρίσκεται σε αναταραχή με κύριους παίκτες την Ισλαμιστική οργάνωση της Daesh, που προσπαθεί να δημιουργήσει ένα εξτρεμιστικά σουνιτικό Ισλαμικό Κράτος, και την αντίθεση όλου του σουνιτικού κοσμου –κι όσων τους στηρίζουν- εναντίον του Συριακού καθεστώτος Άσαντ.
Όπως αναλύει ο γνωστός καθηγητής του Χάρβαρντ, Τζόζεφ Νάι, στο βιβλίο του «Οι ηγεσίες που πρωτοπορούν», «Η δύναμη της εξουσίας – η ικανότητα να αλλάζεις αυτό που κάνουν οι άλλοι – μπορεί να στηριχτεί στον εξαναγκασμό ή στο δελεασμό. […] Σε πραγματικές συνθήκες, σκληρή και ήπια ισχύς συνδυάζονται, μερικές φορές με ένα μαλακό υπόστρωμα έλξης πάνω σε βασικές σχέσεις, οι οποίες εναπόκεινται στον εξαναγκασμό ή το χρηματισμό.»1 Όπως έχω υποστηρίξει και αλλού2 , η πολιτική διαιώνισης των συγκρούσεων στη περιφέρεια της Μέσης Ανατολής από τις ΗΠΑ ξεκινά από την έναρξη της Ιρανικής επανάστασης και τον Ιρανο-ιρακινό πόλεμο το 1980, που εξαιτίας αυτής ακριβώς της τακτικής κατέληξε να μαίνεται για 8 χρόνια.
Συνέχεια ανάγνωση

ΗΠΑ-ΙΡΑΝ
Η απαρχή των προβλημάτων μπορεί να εντοπιστεί στην απόφαση του Πρωθυπουργού του Ιραν, Μοχάμεντ Μουσαντέκ, το 1953 να εθνικοποιήσει το μερίδιο της Ιρανο-αγγλικής Πετρελαϊκής Εταιρείας, προκαλώντας τις αντιδράσεις της Αγγλίας με ακόλουθες κυρώσεις και εισαγωγικούς περιορισμούς στο ιρανικό πετρέλαιο. Ωστόσο, οι ΗΠΑ επί Προέδρου Τρούμαν διατηρούσαν πολύ καλές σχέσεις με τον Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί αλλά και με το πρωθυπουργό Μουσαντέκ. Πάρα ταύτα, η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ επί προέδρου Αϊζενχάουερ οργάνωσε, με αγγλική συνεργασία, την διενέργεια πραξικοπήματος και στη συνέχεια τη φυλάκιση του πρωθυπουργού Μουσαντέκ.
Η ανασύσταση του ιρανικού καθεστώτος επί Παχλαβί, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική και διπλωματική βοήθεια των ΗΠΑ, γεγονός που ενέτεινε το αντι-αμερικανικό και αντι-σεκουλαριστικό αίσθημα στον ιρανικό λαό. Η επανάσταση του 1979 ήταν η έκρηξη αυτού του αισθήματος εναντίον ενός «μονάρχη- αμερικανική μαριονέτα» και σήμανε την επιστροφή του Αγιατολάχ Χομεϊνί, ως ηγέτη με έντονα αντι-αμερικανικά αισθήματα και ισλαμιστική ιδεολογία, θέτοντας τα θεμέλια μιας σύγχρονης Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, με θεοκρατικό υπόβαθρο. Παρά την αρχική μετριοπάθεια των ΗΠΑ για διατήρηση καλών σχέσεων με το νέο επαναστατικό καθεστώς του Ιράν, η ομηρία των Αμερικανών διπλωματών στη πρεσβεία της Τεχεράνης για 444 μέρες, οδήγησε στη διακοπή κάθε σχέσης μεταξύ των 2 χωρών και στη συνέχεια την θέσπιση κυρώσεων. 3
Η απώλεια ενός τόσο σημαντικού συνεργάτη των ΗΠΑ οδήγησε στην αναζήτηση αντίβαρου στη περιφέρεια, το οποίο και βρήκαν στο γειτονικό Ιράκ επί διακυβέρνησης Σαντάμ Χουσεΐν.4 Η ακόλουθη εμπλοκή της Χεζμπολάχ –σιιτική ισλαμιστική οργάνωση- στις βομβιστικές επιθέσεις της πρεσβείας των ΗΠΑ και σε αμερικανικούς στρατώνες στη Βυρηττό, οδήγησε στη σύνδεση της οργάνωσης με το Ιράν, συμπεραίνοντας την ανάμειξη του κράτους σε όλες τις επιθέσεις της οργάνωσης εναντίον Αμερικανών. 5

ΗΠΑ-ΙΡΑΚ
Η ισορροπία της περιφέρειας μέσω φιλοδυτικών κυβερνήσεων στα αραβικά κράτη άρχισε να κλονίζεται περίπου μια δεκαετία πριν τον Ιρανο-ιρακινό πόλεμο. Η συμμαχία των Αραβικών κρατών – «Ενωμένη Αραβική Δημοκρατία»- υπό τον Πρόεδρο της Αιγύπτου Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, κρατούσε μια ιδιότυπη ισορροπία στη περιοχή. Εντούτοις, παρά τις τυπικές διπλωματικές σχέσεις ΗΠΑ-Ιράκ καθ’όλη τη δεκαετία 1950, ο «Πόλεμος των εξι ημερών» το 1967, οδήγησε στη διακοπή αυτών. 6 Η ψυχροπολεμική κατάσταση είχε μεταφερθεί στη Μέση Ανατολή και οι ΗΠΑ έδειχναν ανήσυχες για ιρακινο-σοβιετική συνεργασία. Εξ’αυτού έπεισαν τον Σάχη του Ιράν να στηρίξει τους Κούρδους μαχητές της Πεσμεργκά ενάντια στην ιρακινή κυβέρνηση το 1972. Το ιρακινό κυβερνόν κόμμα Μπάαθ θεωρούσε πως οι ΗΠΑ προσπαθούσαν αρχικά να αποκαταστήσουν τις σχέσεις του Ισραήλ με τα αραβικά κράτη, και στη συνέχεια να φθείρουν την αραβική ενότητα. Υπό των φώς αυτών των απόψεων, ειδικά μετά την Ισραηλινο-αιγυπτιακή συμφωνία ειρήνης του 1979, το Ιράκ ανέλαβε ηγετικό ρόλο ανακοπής των αμερικανικών πρωτοβουλιών στην περιφέρεια. 7

Ιρανο-Ιρακινός πόλεμος 1980-88
Τα αίτια του πολέμου εντοπίζονται στην ιρακινή απογοήτευση –αρχής γενομένης το 1958 επί του εθνικιστή προέδρου Αμπντούλ Καρίμ Κασίμ- αναφορικά με τη κατοχή από το Ιράν της, πλούσιας σε πετρέλαιο, επαρχίας Κουζεστάν. Ο Κασίμ απέσυρε το Ιράκ από το Σύμφωνο της Βαγδάτης που είχε δημιουργηθεί το 1955 μετά από αμερικανικές πιέσεις και υποσχέσεις για οικονομική βοήθεια, ανοίγοντας διπλωματικές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση και υιοθετώντας αδέσμευτη στάση.8 Ο Πρωθυπουργός του Ιράκ, Σαντάμ Χουσεΐν, μετά από μια δεκαετία προπαγάνδας για τα κυριαρχικά δικαιώματα του Ιράκ στην περιοχή – την αποκαλούσε Αραβιστάν- διέκοψε το 1971 διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν, με αφορμή την απόσυρση των βρετανικών δυνάμεων από τα νησιά Abu Musa, Greater Tunb, και Lesser Tunb στο Περσικό Κόλπο στα οποία υποστήριζε ότι το Ιράκ είχε κυριαρχικά δικαιώματα. 9
Ως αντίδραση της αναθεωρητικής τάσης του Ιράκ, το Ιράν ξεκίνησε μια εκστρατεία υποστήριξης των Ιρακινών Κούρδων, με τη παροχή όπλων και βάσεων σε ιρανικό έδαφος.10 Ακολούθησαν παραμεθόριες συγκρούσεις με αναμενόμενες εκβάσεις, με το Ιράκ σαφώς στρατιωτικά κατώτερο του Ιράν. Αποτέλεσμα ήταν η Συμφωνία του Αλγερίου το 1975 μετά από υποχώρηση του εξουθενωμένου Ιράκ, κατά την οποία εγκατέλειψε αρκετά κυριαρχικά δικαιώματα με αντάλλαγμα τη παύση παροχής Ιρανικής –κατά συνέπεια και αμερικανικής- βοήθειας στους Ιρακινούς Κούρδους. 10 11 Παρά την υποτυπώδη βελτίωση των σχέσεων τους, ο Πρωθυπουργός Χουσεΐν δεν δέχτηκε ποτέ τη Συμφωνία του 1975 ως μόνιμη διευθέτηση της σύγκρουσης, αλλά ως μια ανακωχή ενόψει μιας καλύτερης ευκαιρίας. 12
Οι εντάσεις μεταξύ των δυο χωρών πυροδοτήθηκαν από την Ιρανική Επανάσταση και την εμφάνιση του Ιράν ως Παν-ισλαμική δύναμη, σε αντίθεση με τον Αραβικό εθνικισμό του Ιράκ. Ωστόσο, το Ιράκ καλωσόρισε την επανάσταση σαν ευκαιρία αποπομπής του Σάχη10 12 («ο εχθρός του εχθρού είναι φίλος»- Καουτίλια). Η επιστροφή –και κυριαρχία- του Χομεϊνί στο Ιράν, ενέτεινε τις εντάσεις, με τον τελευταίο να καλεί για Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράκ, θορυβώντας τον Σαντάμ. Η σεκουλαριστική διακυβέρνηση του Σαντάμ θεωρήθηκε ως κίνδυνος για τη Σιιτική κοινότητα του Ιράκ, δίνοντας πάτημα στον Χομεϊνί για αναζοπύρωση της έντασης. Η βασική επιδίωξη του Σαντάμ ήταν να διορθώσει το λάθος της Συμφωνίας του Αλγερίου και στη συνέχεια, καταλαμβάνοντας το Κουζεστάν, να ανακηρυχθεί σε περιφερειακό ηγεμόνα, αντικαθιστώντας την Αίγυπτο. 13 14

Ο ΞΕΝΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ
Κατά τα πρώτα χρόνια του πολέμου, οι ΗΠΑ δεν είχαν ιδιαίτερα στενές σχέσεις με κανένα από τα δυο κράτη λόγω της Ιρανικής Επανάστασης, της Ιρανικής Ομηρίας των διπλωματών, της συμμαχίας του Ιράκ με την ΕΣΣΔ και της εχθρότητας του με το Ισραήλ. Ωστόσο, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η ΕΣΣΔ θεωρούσαν το Ιράκ ως αντισταθμιστική δύναμη του μετα-επαναστατικού Ιράν. Το αδιέξοδο αυτής της σύγκλισης συμφερόντων ήρθη όταν, μετά από απειλές από μέρους Σαντάμ προς το Κρεμλίνο για αναζήτηση άλλου προμηθευτή όπλων εάν δεν ικανοποιούντο τα αιτήματα του, η ΕΣΣΔ απέρριψε την ιρακινή συμμαχία προς χάριν μιας δυνητικής ιρανικής. Αυτό έδωσε την αφορμή στις ΗΠΑ το 1984, μετά την άρνηση του Χομεϊνί για λήξη του πολέμου το 1982, να αποκαταστήσουν διπλωματικές σχέσεις με το Ιράκ. Βασικός στόχος των ΗΠΑ ήταν να κρατήσουν μακριά το Ιράν από την ΕΣΣΔ αλλά και να προστατεύσουν τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου από την Ιρανική επεκτατικότητα. 15
Αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής συμμαχιών ήταν η προμήθεια προς το Ιράκ τεχνολογικής, στρατιωτικής και κατασκοπευτικής βοήθειας. Καθοριστική ήταν και η προμήθεια από μέρους ΕΣΣΔ, Κίνας και Γαλλίας του μεγαλύτερου μέρους του στρατιωτικού εξοπλισμού του Ιράκ.
Το 1983 παρουσιάστηκε μια αναφορά στον Πρόεδρο Ρέιγκαν σχετικά με τον –τότε- 3ετή πόλεμο. Καθορίστηκε ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα η σύγκρουση να εξαπλωθεί στη Σαουδική Αραβία και τα άλλα κράτη του Κόλπου, αλλά επίσης ότι οι ΗΠΑ είχαν μικρή ικανότητα να υπερασπιστούν την περιοχή. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση στην περιοχή θα προκαλούσε πολύ υψηλότερες τιμές πετρελαίου απειλώντας την εύθραυστη παγκόσμια ανάκαμψη που μόλις είχε αρχίσει να κερδίζει έδαφος.16 Τα συμπεράσματα ήταν τρία: πρώτα τα αποθέματα πετρελαίου απαιτείτο να αυξηθούν μεταξύ των μελών του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας και, εάν ήταν απαραίτητο, να απελευθερωθούν σε περίπτωση διαταραχής της αγοράς πετρελαίου. Δεύτερον, οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να ενισχύσουν την ασφάλεια των φιλικών αραβικών κρατών στην περιοχή και, τρίτον, θα έπρεπε να τοποθετηθεί ένα εμπάργκο στις πωλήσεις στρατιωτικού εξοπλισμού στο Ιράν και το Ιράκ.
Κατά τα τελευταία χρόνια του πολέμου, η προσοχή των ΗΠΑ επικεντρώθηκε στην απομόνωση του Ιράν, καθώς και τη διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας. Επέκριναν την εξόρυξη του Ιράν σε διεθνή ύδατα και επενέβησαν με καταστροφές πλατφόρμων πετρελαίου κινητοποιώντας μεγάλο μέρος του αμερικανικού Ναυτικού. 17

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
To 1982, o Χένρι Κίσινγκερ, περιγράφει την πολιτική των ΗΠΑ έναντι του Ιράν: «Το επίκεντρο της ιρανικής πίεσης αυτή τη στιγμή είναι το Ιράκ. Υπάρχουν λίγες κυβερνήσεις στον κόσμο που αξίζουν λιγότερο την υποστήριξή μας και είναι λιγότερο σε θέση να τη χρησιμοποιούν. Έχοντας το Ιράκ κερδίσει τον πόλεμο, ο φόβος στον Κόλπο και η απειλή για τα συμφέροντα μας θα ήταν ελάχιστα λιγότερα από ό, τι είναι σήμερα. Παρόλα αυτά, με δεδομένη τη σημασία της ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή, είναι προς το συμφέρον μας να προωθήσουμε μια κατάπαυση του πυρός σε αυτή τη σύγκρουση, όχι μέσω ενός κόστους που θα αποκλείσει την ενδεχόμενη προσέγγιση με το Ιράν, είτε εάν ένα πιο μετριοπαθές καθεστώς αντικαταστήσει τον Χομεϊνί ή εάν οι παρόντες κυβερνήτες συνειδητοποιήσουν τη γεωπολιτική πραγματικότητα ότι η ιστορική απειλή για την ανεξαρτησία του Ιράν πάντα προερχόταν από τη χώρα με την οποία συνορεύει για 1500 μίλια [2400 χιλιόμετρα]: τη Σοβιετική Ένωση. Μια προσέγγιση με το Ιράν, φυσικά, πρέπει να περιμένει σε ένα ελάχιστο σημείο εγκατάλειψης από το Ιράν των ηγεμονικών φιλοδοξιών στον Κόλπο.» Ο Ρίτσαρντ Μέρφι, υφυπουργός Εξωτερικών κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατέθεσε στο Κογκρέσο το 1984 ότι η διοίκηση Ρέιγκαν πίστευε πως μια νίκη είτε για το Ιράν ή το Ιράκ ήταν «ούτε στρατιωτικά εφικτή ούτε στρατηγικά επιθυμητή.» 15
Αυτή η ανεπιθύμητη νίκη ούτε του ενός αλλά ούτε και του άλλου είναι η αιτία παράτασης και του παρόντος συνθετότερου πολέμου στη Μέση Ανατολή. «Οι ΗΠΑ δεν θέλουν τη κυριαρχία εξτρεμιστών όπως το ΙΚΙΛ ή την Αλ-κάιντα αλλά ούτε και ένα ισχυρό συριακό καθεστώς που θα απειλούσε το Ισραήλ και τις περιφερειακές ισορροπίες.»2 Η πτώση του καθεστώτος Άσαντ θα άφηνε κενό ισχύος στη περιοχή με αμφίβολες υποψηφιότητες αναπλήρωσης. Παράλληλα, ο θρησκευτικός εξτρεμισμός μέσω διάφορων ισλαμιστικών οργανώσεων αντιτίθεται στη διαχρονική προσπάθεια δυτικοποίησης και κυριαρχίας σεκουλαριστικών καθεστώτων στη Μέση Ανατολή. Το αδιέξοδο της –όπως τότε- «ουδέτερης στάσης» των ΗΠΑ λόγω της εμπλοκής μιας συμμαχικής δύναμης του ΝΑΤΟ, της Τουρκίας, εναντίον εκτός του Άσαντ αλλά και των Κούρδων – οι οποίοι αποτελούν τους καλύτερους συμμάχους των ΗΠΑ στην καταπολέμηση του ΙΚΙΛ- αλλά και της Ρωσίας εναντίον του ΙΚΙΛ και υπέρ της διατήρησης Άσαντ, φαίνεται να επιδιώκεται να αρθεί με την καλυτέρευση των σχέσεων με το Ιράν, το οποίο αποτελεί βασική δύναμη στις ισλαμικές θρησκευτικές συγκρούσεις, ως η κυρίαρχη σιιτική δύναμη.
Ενδεχομένως, μια δυνητική εμπλοκή του Ιράν στο πόλεμο, προσεταιρισμένου από τις ΗΠΑ, να αντικαταστήσει την ρωσική ανάγκη του συριακού καθεστώτος, αποπέμποντας τη Ρωσία από τη περιφέρεια. Η στήριξη του δυτικού κόσμου, συμπεριλαμβανομένων της Ευρώπης και των ΗΠΑ, αποτελεί πολύ δυνατό χαρτί για το Ιράν, δεδομένων των νέων ενεργειακών και οικονομικών ευκαιριών που ανοίγονται.
Από τη μια πλευρά, η Ευρώπη προσπαθεί να μειώσει την εξάρτηση της από τη Ρωσία και να εκμεταλλευτεί τις νέες ενεργειακές εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο. Υποψήφιοι συνεργάτες φαίνεται να είναι –όπως και για τη Τουρκία- η περιοχή του Νότιου Καυκάσου, η Αίγυπτος, η Κύπρος και το Ισραήλ.
Από την άλλη, με το τέλος των κυρώσεων η περιφερειακή οικονομική επιρροή του Ιράν θα αρχίσει να ανακάμπτει. Η παρακείμενη περιοχή του Νοτίου Καυκάσου, που περιλαμβάνει το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία και την Αρμενία, είναι ένας τομέας που η Τεχεράνη θα έχει ως στόχο τη μεγαλύτερη συνεργασία, προσεγγίζοντας τις για προσφορές στο εμπόριο και την ενέργεια. Με τον τρόπο αυτό θα πρέπει αναπόφευκτα να εξετάσει το ρόλο της Ρωσίας, η οποία έχει κυριαρχήσει τις πολιτικές και οικονομικές υποθέσεις μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και της Κασπίας για δύο αιώνες. Η Ρωσία και το Ιράν είναι περιφερειακοί γεωπολιτικοί αντίπαλοι, μια δυναμική που εντοπίζεται στη σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας και στις διαπραγματεύσεις για έργα αγωγών για τις εξαγωγές ιρανικών υδρογονανθράκων.
Παρά την αντιπαλότητα τους, η Ρωσία και το Ιράν θα μπορούσαν να συνεργαστούν για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης επιθυμίας δυτικών εταιριών να εισέλθουν σε αυτή την αγορά μέσω έργων υποδομών, κάτι που και οι δύο αντιτίθενται σθεναρά. Οπότε, ενώ το Ιράν θα δραστηριοποιηθεί πολιτικά στη περιοχή, και ενώ θα αυξήσει το εμπόριο με κάθε χώρα, θα αντιμετωπίσει σημαντικά εμπόδια στη πορεία. Η Ρωσία είναι απίθανο να χαλαρώσει τον κλοιό γύρω από την Αρμενία, επιτρέποντας μεγάλα έργα ενεργειακής υποδομής του Ιράν να προχωρήσουν – εκτός κι αν το Ιράν επιτρέψει σημαντική ρωσική συμμετοχή σε αυτά. Και παρόλο που η Τεχεράνη θα προσπαθήσει να συμμετάσχει εκ νέου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η Ρωσία θα τη περιορίσει ή, ενδεχομένως, εμποδίσει τη συμμετοχή της. Παρ’όλα αυτά έχουν αρκετό κοινό έδαφος να εργαστούν.18
Συνεπώς, οι επιλογές του νεοεισαχθέντος παίκτη κινούνται από τη μια στη συμμαχία με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη αποφέροντας μεγάλα μακροχρόνια κέρδη και ίσως περιφερειακή ηγεμονία με τη στήριξη της Δύσης, και από την άλλη στο προσεταιρισμό με τη Ρωσία, σχηματίζοντας μια «σιιτική» συμμαχία ενάντια στο σουνιτικό τόξο Τουρκίας, χωρών του Κόλπου και Αιγύπτου, εντείνοντας τη σύγκρουση ακόμη περισσότερο. Οι ΗΠΑ μετά το «μαστίγιο» πολλών χρόνων, προτείνουν το «καρότο». Μένει να δούμε πόσο «πεινασμένο» είναι το Ιράν.
Παραπομπές:
1. Joseph S. Nye Jr. «Ηγεσίες που πρωτοπορούν», Εκδόσεις Παπαζήση, 2009
2. Χαραλαμποπούλου Αγγελική, «Το διπλό ταμπλό των ΗΠΑ στο Συριακό εμφύλιο»,http://www.kans.gr/%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CF%80%CE%BB%CF%8C-%CF%84%CE…
3. Gasiorowski, writing in Mohammad Mosaddeq and the 1953 Coup in Iran, Edited by Mark J. Gasiorowski and Malcolm Byrne, Syracuse University Press, 2004
4. Simbar, Reza (2006). “Iran and the US: Engagement or Confrontation”. Journal of International and Area Studies 13 (1): 73–87
5. Anderson, Terry A. (April 18, 1983). “Bomb kills 28 as U.S. Embassy”. Syracuse Herald Journal. Retrieved January 9, 2008
6. Tripp, Charles (2010). A History of Iraq. Cambridge University Press.
7. Tomkins, Adam (1998). The Constitution After Scott: Government Unwrapped. Oxford UP.
8. “CENTO pact members to dissolve alliance soon”. The Gazette (Montreal). AP. 1979-03-17. Retrieved 15 March 2014
9. Mirfendereski, Guive (2005). “Tonb (Greater and Lesser)”. Encyclopædia Iranica.
10. Karsh, Efraim (25 April 2002). The Iran–Iraq War: 1980–1988. Osprey Publishing. pp. 1–8, 12–16, 19–82.
11. Brogan, Patrick (1989). World Conflicts: A Comprehensive Guide to World Strife Since 1945. London: Bloomsbury.
12. “Iran-Iraq War 1980–1988”. History of Iran. Iran Chamber Society.
13. Farrokh, Kaveh. Iran at War: 1500–1988. Oxford: Osprey Publishing
14. “Britannica Online Encyclopedia: Saddam Hussein”
15. Bulloch, John; Morris, Harvey (1989). The Gulf War: Its Origins, History and Consequences (1st published ed.). London: Methuen
16. Presentation on Gulf Oil Disruption 5-22-84http://www.wpainc.com/Archive/Reagan%20Administration/WFM%20Papers%20fro…
17. Kelley, Stephen Andrew (June 2007). “Better Lucky Than Good: Operation Earnest Will as Gunboat Diplomacy”. Naval Postgraduate School.
18. «After Sanctions, Iran’s Growing Role in the Caucasus», Stratfor Analysis February 1, 2016 https://www.stratfor.com/analysis/after-sanctions-irans-growing-role-cau…

 

Αρχική πηγή δημοσίευσης: Κέντρο Γεωπολιτικών Αναλύσεων 

Share Button

Της Ειρήνης Χριστοδουλάκη, Ερευνήτριας Κέντρου Ανατολικών Σπουδών

Από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την περίοδο των εντολών της Κοινωνίας των Εθνών, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι θρησκευτικές μειονότητες στη Μέση Ανατολή αποτέλεσαν αγαπημένο εργαλείο των Μεγάλων Δυνάμεων για την άσκηση πολιτικής στην περιοχή.μειονοτητες

Η επιρροή της Γαλλίας στους Μαρωνίτες του Λιβάνου, τους Δρούζους και τους Αλαούϊτες της Συρίας, η επιρροή της Μεγάλης Βρετανίας στους Ασσύριους Χριστιανούς και τους Σονίτες του Ιράκ αποτελούν σημαντικό μέρος στην εξήγηση που μπορούμε να δώσουμε για τις θρησκευτικές – και όχι μόνο- διαμάχες στη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις, αξιοποιώντας την θέληση των θρησκευτικών μειονοτήτων για μεγαλύτερη αυτονομία ή προνόμια στις χώρες που βρίσκονταν, οδήγησαν πολλές φορές σε εμφύλιες διαμάχες στις χώρες όπου βρίσκονταν οι μειονότητες αυτές.

Συνέχεια ανάγνωση

Σήμερα, η εισβολή των Η.Π.Α. στο Ιράκ, ο επακόλουθος εμφύλιος πόλεμος και η ανάδυση της Daesh/ISIL, ο εμφύλιος πόλεμος και η εμφάνιση τζιχαντιστών στη Συρία, η βία μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης και των Κούρδων στην Τουρκία, ο τρόπος ζωής στην Παλαιστίνη στα υπό τον έλεγχο του Ισραήλ εδάφη, αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες για τις γηγενείς θρησκευτικές μειονότητες της Μέσης Ανατολής, οι οποίες είτε περιορίζονται χωρικά, είτε μεταναστεύουν σε άλλες χώρες για να ζήσουν μακριά από πολέμους και εντάσεις. Στη σύντομη ανάλυση που ακολουθεί θα γίνει αναφορά σε ορισμένες από τις κυριότερες θρησκευτικές μειονότητες στη Μέση Ανατολή και τη γεωγραφική κατανομή τους στο χώρο.

Η Μέση Ανατολή αν και κυριαρχείται από την βασική πρόσληψη του Ισλάμ τον Σονιτισμό, αποτελεί τον τόπο προέλευσης ορισμένων από τις σημαντικότερες θρησκείες – Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ζωροαστρισμός και άλλες λιγότερο γνωστές θρησκείες- και αποτελεί ακόμα και σήμερα τον τόπο συνάντησης μεγάλου εύρους θρησκειών. Αρχικά, θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως όταν αναφερόμαστε σε θρησκευτικές μειονότητες στη Μέση Ανατολή, τις χαρακτηρίζουμε ως «μειονότητες» βάσει δημογραφικών στοιχείων και στις χώρες όπου βρίσκονται αποτελούν ένα μικρό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού της χώρας.

Επί παραδείγματι, οι Σονίτες Μουσουλμάνοι οι οποίοι αποτελούν την πλειοψηφία των Μουσουλμάνων συνολικά στη Μέση Ανατολή, σε χώρες όπως το Ιράν, το Ιράκ, το Μπαχρέϊν δημογραφικά αποτελούν μειονότητα. Γενικά, στη Μέση Ανατολή μπορούνε να κάνουμε τον παρακάτω ευρύ και χρήσιμο διαχωρισμό αναφορικά με τις θρησκευτικές μειονότητες: α) Χριστιανικές μειονότητες, β) Μουσουλμανικές Σιιτικές ομάδες και γ) σε πλήθος μειονοτήτων από μικρότερες και λιγότερο γνωστές παραδόσεις.
Μεγάλο μέρος των μειονοτήτων αποτελούν τον γηγενή Χριστιανικό πληθυσμό της Μέσης Ανατολής. Κάθε μειονότητα έχει ξεχωριστή ταυτότητα η οποία εδράζεται στο προ-ισλαμιαίο παρελθόν της περιοχής. Σήμερα οι ακόλουθοι της Ορθόδοξης Κοπτικής Εκκλησίας της Αιγύπτου πιθανόν να αποτελούν τη μεγαλύτερη μη μουσουλμανική εθνο-θρησκευτική μειονότητα της Μέσης Ανατολής [1].

Οι Κόπτες αποτελούν περίπου το 10% του πληθυσμού της Αιγύπτου [2]. Οι Χριστιανοί της Αιγύπτου έχουν τα αραβικά ως πρώτη γλώσσα όπως και οι Μουσουλμάνοι συμπολίτες τους, ωστόσο, η λειτουργία τους διεξάγεται στην Κοπτική, την χριστιανική εκδοχή της αρχαίας αιγυπτιακής γλώσσας [3].

Στην Ιορδανία, το Ισραήλ, την Παλαιστίνη, τη Συρία και το Ιράκ βρίσκεται μια μεγαλύτερη ποικιλία χριστιανικών θρησκευτικών μειονοτήτων. Μεταξύ των μεγαλύτερων είναι οι Αραβο-χριστιανοί. Πρόκειται για Άραβες στην καταγωγή, κατάλοιπο των φυλών που δεν εξισλαμίστηκαν με την άνοδο του Ισλάμ στην περιοχή, και οι οποίο ακολουθούν την χριστιανική πίστη υπαγόμενοι στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία ή την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία [4].

Στο Λίβανο, στη βορειοανατολική Συρία, τη νοτιοανατολική Τουρκία και το βόρειο Ιράκ απαντώνται πληθυσμοί που ακολουθούν τη Συριακή Ορθόδοξη Εκκλησία [5]. Πρόκειται για μια αυτοκέφαλη εκκλησία που χρησιμοποιεί την Συριακή διάλεκτο ως επίσημη λειτουργική γλώσσα. Η Συριακή είναι αραμαϊκή γλώσσα η οποία αντικαταστάθηκε από τα αραβικά μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Άραβες.

Η Συριακή Ορθόδοξη, η Συριακή Καθολική, η Ασσυριακή και η εκκλησία των Χαλδαιών [6] χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα τα Συριακά ως λειτουργική διάλεκτο και αρκετοί Χριστιανοί στην Τουρκία και το Ιράκ μιλούν σύγχρονες εκδοχές της διαλέκτου [7]. Επιπλέον σε αρκετές πόλεις της Συρίας και του Λιβάνου συναντάμε μέλη της Αρμένικης Εκκλησίας τα οποία κατέληξαν στις περιοχές αυτές κατά τα γεγονότα της Γενοκτονίας των Αρμενίων το 1915.
Πέρα από τους χριστιανικούς πληθυσμούς, στην περιοχή της Μέσης Ανατολής βρίσκουμε αρκετές Σιιτικές ομάδες οι οποίες αποτελούν μειονότητες σε αρκετές χώρες της περιοχής. Ο Σιιτισμός είναι ένας από τους βασικούς διαχωρισμούς του Ισλάμ. Ο άλλος είναι ο Σονιτισμός. Η διαμάχη και ο μετ’ έπειτα διαχωρισμός τους ξεκίνησε μετά το θάνατο του Προφήτη Μωάμεθ αναφορικά με την διαδοχή του κατά τον 7ο αιώνα.

Στη διαμάχη αυτή ορισμένοι υποστήριζαν τους κοντινότερους ακολούθους του Προφήτη, ενώ άλλοι θεωρούσαν πως η διαδοχή έπρεπε να πάει στον ξάδερφο και γαμπρό του Προφήτη, τον Άλι[8]. Όλοι όσοι υποστήριξαν τη δεύτερη άποψη αποτέλεσαν τους Σιίτες [9]. Με το πέρασμα των ετών η αύξηση των απογόνων του Προφήτη οδήγησε στη δημιουργία διαφορετικών παραδόσεων και μέσα στον Σιιτισμό.

Ο μεγαλύτερος διαχωρισμός στο Σιιτικό Ισλάμ είναι αυτό των Δωδεκαϊστών ή του δωδέκατου Ιμάμη. Οι Δωδεκαϊστές αναγνωρίζουν δώδεκα ιμάμηδες, από την πρώιμη ιστορία του Ισλάμ, ως θρησκευτικούς ηγέτες: τον Αλί και τους έντεκα άμεσους απογόνους του [10]. Δωδεκαϊστές είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού στο Ιράν, ενώ αποτελούν σημαντική μειονότητα στο Ιράκ και το Μπαχρέϊν, ενώ έχουν και μια σχετική πλειοψηφία στο Λίβανο [11].

Οι Ζαϊντίστες ή Επταδεϊστές (έβδομος ιμάμης) και οι Ισμαηλίτες (πέμπτος ιμάμης) είναι οι άλλοι δυο διαχωρισμοί των Σιιτών[12]. Οι Ζαϊντιστές αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές παραδόσεις στην Υεμένη, ενώ οι Ισμαηλίτες είναι ένα μικρό ποσοστό στη Συρία και το Λίβανο[13]. Αρκετές θρησκευτικές μειονότητες της Μέσης Ανατολής έχουν τις ρίζες τους στον Σιιτισμό και τιμούν την οικογένεια του Προφήτη, αλλά έχουν υιοθετήσει διαφορετικές θεολογικές ιδέες, ιεροτελεστίες και γραφές συμπληρωματικά με το Κοράνι, γεγονός που τους καθιστά διαφορετικούς από το κυρίως ρεύμα του Σιιτισμού [14].

Οι κοινότητες αυτές περιλαμβάνουν τους Δρούζους, τους Αλαούϊτες (Alawites) και τους Αλεβίτες (Alevis) [15]. Οι Δρούζοι αποτελούν σημαντική μειονότητα στο Ισραήλ, στα Υψίπεδα του Γκολάν, το Λίβανο και τη Συρία [17]. Η ιστορική πατρίδα των Αλαουϊτών είναι η Συρία και τις τελευταίες δεκαετίες έχουν προεξέχον ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας καθότι η οικογένεια Assad, που βρίσκεται στην εξουσία από το 1970,είναι Αλαούϊτες. Παράλληλα, οι Αλεβίτες αποτελούν σημαντική μερίδα του πληθυσμού της Τουρκίας [17].
Τελειώνοντας τη σύντομη αυτή αναφορά στις θρησκευτικές μειονότητες της Μέσης Ανατολής πρέπει να αναφερθεί πως στην περιοχή υπάρχουν πολλές και διάφορες μικρότερες θρησκευτικές κοινότητες.

Οι Γεζιντί του βορείου Ιράκ αποτελούν μια ξεχωριστή εθνο-θρησκευτική κοινότητα των οποίων η θρησκευτική παράδοση αναμειγνύει στοιχεία του Ισλάμ και της αρχαίας θρησκείας του Ιράν. Ένας μικρός αριθμός Ζωροαστρών παραμένει στο Ιράν, ενώ η πλειοψηφία των εβραϊκών πληθυσμών της Μέσης Ανατολής μετακινήθηκε στο Ισραήλ μετά την δημιουργία τους το 1948, με τους μικρούς εναπομείναντες εβραϊκούς πληθυσμούς να μένουν στην Τουρκία και το Ιράν.
Είναι εμφανές πως η Μέση Ανατολή ανέκαθεν αποτελούσε κοιτίδα πολυμορφίας. Ωστόσο, η έκρυθμη πολιτική κατάσταση των τελευταίων ετών θέτει την πολυμορφία αυτή και το μέλλον των μειονοτήτων εν αμφιβόλω.

Υποσημειώσεις
[1] BBC Religions, Coptic Orthodox Church, Διαθέσιμο στο:http://www.bbc.co.uk/religion/religions/christianity/subdivisions/coptic… (ημερομηνία πρόσβασης: 24-01-2016).
[2] CIA, The World Factbook- Egypt, Διαθέσιμο στο:https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/eg.html (ημερομηνία πρόσβασης:. 24-01-2016).
[3] Aziz Sourial Atiya (ed), The Coptic Encyclopedia, MacMillan, New York, 1989.
[4] Arabic Bible, Arab Christians: An Introduction, Διαθέσιμο στο:http://www.arabicbible.com/for-christians/christians/1396-arab-christian… (ημερομηνία πρόσβασης: 30-12-2015).

[5] Syria Orthodox Patriarchate, http://www.syrian-orthodox.com/news.php (η σελίδα είναι στα αραβικά)
[6] Encyclopedia Britannica, Chaldean Catholic Church, διαθεσιμο στο:http://www.britannica.com/topic/Chaldean-Catholic-Church (ημερομηνία πρόσβασης: 30-12-2015).

[7] Ethnologue Languages of the World, Turkey, Διαθέσιμο στο:http://www.britannica.com/topic/Chaldean-Catholic-Church (ημερομηνία πρόσβασης: 30-12-2015).

[8] Πατελος, Κ., Η Πολιτική Εξέλιξη του Ισλάμ, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2004 και Νικολάου -Πατραγάς,Κυρ., Χαλιφεία και Ισλαμική Διακυβερνησις, εκδ.Ηρόδοτος, Αθήνα, 2011.

[9] Ο όρος Shi΄a σημαίνει «κόμμα» και η πλήρης ονομασία ήταν Shi’at Ali, «το κομμα του Ali».
[10] Προφορικές παραδόσεις μαθήματος «Πολιτικά Συστήματα και Καθεστώτα στη Μέση Ανατολή», Η’Εξάμηνο, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαικών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο, ακαδ.έτος 2011-2012.
[11] ibid.
[12] ibid.
[13] Ibid.
[14] Ibid.
[15] Rabasa,An., Larrabee, St., The Rise of Political Islam in Turkey, RAND National Defense Research Institute, 2008.
[16] Encyclopedia Britannica, Druze, Διαθέσιμο στο:http://www.britannica.com/topic/Druze (τελευταία πρόσβαση: 10-01-2016).
[17] Supra Endnote 16.

 

Πηγή: Κέντρο Ανατολικών Σπουδών 

Share Button

Της Ειρήνης Χριστοδουλάκη,Ερευνήτριας Κέντρου Ανατολικών Σπουδών

Από το Μάρτιο του 2011,όταν και το κύμα της «αραβικής άνοιξης» «έφτασε» στη Συρία η χώρα βρίσκεται στη δίνη ενός τρομερού εμφυλίου πολέμου. Με την κρίση στην Συρία να μην έχει τερματιστεί ακόμα αλλά να πηγαίνει είτε σε ένα τέλος με την αποχώρηση του Assad μετά τιςσυρια_τανκ εκλογές που προβλέπονται από την Συμφωνία της Βιέννης [1], είτε σε έναν τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο αν τα εμπλεκόμενα μέρη δεν επιδείξουν την ανάλογη πολιτική ωριμότητα, το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια απεικόνισης των νικητών και ηττημένων στην υπόθεση της Συρίας μέχρι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, χωρίς να προβαίνει σε εξαντλητική αναφορά στα εμπλεκόμενα μέρη. Το κείμενο αναφέρεται στους άμεσα εμπλεκόμενους στον εμφύλιο της Συρίας.

Ξεκάθαρος νικητής είναι το καθεστώς Assad. Στην αρχή της σύγκρουσης το 2011 όλοι πίστευαν πως ο Πρόεδρος Assad θα αποχωρούσε γρήγορα από την εξουσία της χώρας. Το γεγονός πως σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά τις πρώτες διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος, ο Assad βρίσκεται ακόμα στην εξουσία αποτελεί σαφή απόδειξη της νίκης του.Έστω της μη ήττας του, καθώς το καθεστώς καταφέρνει και επιβιώνει παρά τις όποιες απώλειες έχει. Το καθεστώς Assad επιβίωσε παρά τις πιέσεις που ασκήθηκαν από τη συριακή αντιπολίτευση, τις Η.Π.Α, χώρες της Ε.Ε., τους Σαουδάραβες, την Τουρκία και τους άλλους εμπλεκόμενους. Η επιβίωση του καθεστώτος, παρά την πολεμική κλιμάκωση στην χώρα και τις καταγγελίες για ακρότητες κατά τη διεξαγωγή του πολέμου και από τις δύο πλευρές, αποτελεί νίκη για τον Πρόεδρο Assad.

Συνέχεια ανάγνωση

Στους νικητές μπορούμε να εντάξουμε και το Ισραήλ. Το καθεστώς Assad ίσως ποτέ να μην ήταν πραγματική απειλή για το κράτος του Ισραήλ, αλλά ακόμα και αν θεωρούνταν απειλή, αυτή η απειλή έχει πλέον εξαλειφτεί. Ακόμα και αν η Συρία βρεθεί υπό την ρωσική κυριαρχία-επιρροή, μετά το τέλος της σύρραξης, δεν θα αποτελεί απειλή για το Ισραήλ.

Σίγουρα, ο εμφύλιος στη Συρία δημιουργεί πρόβλημα στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ καθότι φαίνεται να απομακρύνεται κάθε ελπίδα επίλυσης της διαφωνίας με τη Συρία αναφορικά με τα Υψίπεδα του Γκολάν [2], ωστόσο η ανοικοδόμηση της Συρίας μετά το πέρας των εχθροπραξιών θα χρειαστεί χρόνο και χρήμα, οπότε είναι λιγότερο πιθανό η Συρία να στραφεί επιθετικά προς το Ισραήλ και την στρατιωτική επίλυση της διαφωνίας που υπάρχει γύρω από τα Υψίπεδα.

Έτσι και αλλιώς το Ισραήλ φαίνεται να προσπαθεί να επιλύει de facto το ζήτημα του Γκολάν μέσα από τον εποικισμό της περιοχής [3] έπειτα την πρόσφατη ανακάλυψη κοιτασμάτων πετρελαίου στην περιοχή [4].

Μεγάλος νικητής στον εμφύλιο της Συρίας είναι και η Ρωσία. Από τις παραδοσιακές «Μεγάλες Δυνάμεις» η Ρωσία είναι η μόνη κερδισμένη στην περίπτωση της Συρίας. Η στρατιωτική παρουσία στη Μεσόγειο και η άμεση εμπλοκή της Ρωσία στον συριακό εμφύλιο ,τόσο με τον βομβαρδισμό των θέσεων της αντιπολίτευσης στο καθεστώς Assad, τον βομβαρδισμό θέσεων της Daesh [5] καθώς και την αποστολή στρατιωτικού εξοπλισμού[6] δείχνουν πως αυτή τη φορά η Ρωσία θα είναι μέρος των αποφάσεων για την επόμενη μέρα στη Συρία.

Η Ρωσία, μαθαίνοντας από το λάθος της μη εμπλοκής στη Λιβύη το 2011, ξέρει πως μόνο αν εμπλακεί ενεργά στη Συρία θα έχει λόγο στις αποφάσεις που θα ληφθούν για την επόμενη μέρα στη Συρία. Αυτό σε συνδυασμό με την στρατιωτική βάση που διατηρεί στην Ταρτό μας δείχνουν ότι το πιθανότερο είναι πως μετά το πέρας του εμφυλίου η Συρία θα γίνει ένα κράτος το οποίο θα βρίσκεται πλήρως υπό ρωσική επιρροή.

Το ΝΑΤΟ και οι Η.Π.Α. αν θέλουν να αποτρέψουν τα χειρότερα θα επιτρέψουν τη Ρωσική επιρροή στη Συρία και θα στραφούν όλοι μαζί στην πραγματική απειλή που υπάρχει στη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή: την οργάνωση που αυτοαποκαλείται «Ισλαμικό Κράτος» (Daesh/ISIL) και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Ένας από τους σημαντικούς νικητές είναι το Ιράν. Το καθεστώς Assad αποτελεί σύμμαχο του Ιράν. Όσο ο Assad βρίσκεται στην εξουσία το Ιράν βγαίνει κερδισμένο καθότι η επιρροή που ασκεί στην περιοχή δεν περιορίζεται στην Hezbollah του Λιβάνου. Επιπρόσθετα, η συμφωνία τον περασμένο Ιούλιο του Ιράν και των P5+1 (Γερμανία, Μεγαλη Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, Η.Π.Α, Κίνα) αναφορικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν [6] αφαιρεί την πίεση του ασκούνταν στο Ιράν αναφορικά με το πυρηνικό του πρόγραμμα, άρει τις διεθνείς κυρώσεις και επιτρέπει στο Ιράν να επανέλθει σταδιακά στο διεθνές προσκήνιο μακριά από την απομόνωση των διεθνών κυρώσεων.

Η Δύση με την απόφασή της να υπάρξει συμφωνία ως προς το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν θέλει να επικεντρωθεί στην οικοδόμηση σχέσεων που θα βασίζονται όχι μόνο στα χρήματα άλλα και στην ασφάλεια και τις διακρατικές σχέσεις. Παράλληλα, η κινήσεις του Ιράν για μείωση της στρατιωτικής εμπλοκής του στη Συρία [7] μπορεί να ειδωθεί τόσο ως κίνηση καλής θελήσεως προς τη Δύση μετά τη συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, όσο και υπό το πρίσμα πως η Τεχεράνη έχει πλέον την απαραίτητη αυτοπεποίθηση να ασκήσει πολιτική στη Συρία χωρίς να έχει μεγάλη στρατιωτική ανάμειξη.[8]

Οι μεγάλοι νικητές του εμφυλίου στη Συρία είναι οι Κούρδοι. Οι Κούρδοι της Συρίας και γενικά της Μέσης Ανατολής εμφανίζονται να είναι οι πραγματικά ωφελημένοι από τις εξελίξεις στον εμφύλιο στη Συρία και την μάχη κατά της Daesh. Έχει γραφτεί πολλές φορές πως οι Κούρδοι αποτελούν το μόνο έθνος χωρίς δικό τους ανεξάρτητό και ενιαίο κράτος.

Στο Ιράκ, οι Κούρδοι μέσα από την Κουρδική Περιφερειακή Κυβέρνηση (KRG) έχουν μια αυτόνομη περιοχή. Μάλιστα ήδη από τον Ιούλιο υπάρχει επίσημη συζήτηση για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος με τη σύμφωνη γνώμη της κεντρικής κυβέρνησης του Ιράκ το οποίο θα έχει σαν διακύβευμα την πλήρη ανεξαρτησία της KRG από τη Βαγδάτη. Οι αυτόνομες κουρδικές οντότητες στη Βόρεια Συρία (Afrin, Kobani, Rojava και Cizire) γίνονται όλο και πιο δυνατές [9] με την επίσημη ένωση και δημιουργία συριακού κουρδικού κράτους να μην είναι μακριά.

Ίσως οι συνθήκες να είναι κατάλληλες και στην Τουρκία, αν όχι για τη δημιουργία ημιαυτόνομης περιοχής, τότε σίγουρα για τη συνταγματική παραχώρηση περισσότερων δικαιωμάτων στους Κούρδους της χώρας.

Οι συγκρούσεις μεταξύ των Κουρδών της Τουρκίας αποτελούν όμως πρόσκομμα στην όποια προσπάθεια γίνεται στην Τουρκία. Από την άλλη, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως το Δημοκρατικό Κόμμα της Συρίας– (Democratic Union Party- PYD) είναι παρακλάδι του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν ΡΚΚ και αυτό ίσως, μεσοπρόθεσμα, να μην είναι καλό τόσο για τους Κούρδους της Συρίας και της Τουρκίας όσο και για της άλλες εθνότητες της περιοχής όπως οι Τουρκμάνοι, οι Άραβες τους οποίους το ΡΚΚ σίγουρα θα προσπαθήσει να εξοντώσει αν η δύναμή του, μέσα από το PYD, στην περιοχή αυξηθεί.

Σε κάθε περίπτωση, οι κουρδικές δυνάμεις στην περιοχή είναι οι μόνες αξιόπιστες δυνάμεις που μπορούν να βοηθήσουν στον πόλεμο κατά της Deash. Όπως έχει ειπωθεί και στο παρελθόν, τα ανταλλάγματα που θα πάρουν αυτή τη φορά οι Κούρδοι ίσως να μην είναι μόνο οικονομικά. Ίσως αυτή τη φορά να μιλάμε για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν στα εδάφη της KRG και της Βόρειας Συρίας το οποίο θα στηρίζεται από τις μεγάλες δυνάμεις που δρουν στην περιοχή.

Περνώντας τώρα στην πλευρά των ηττημένων εδώ μπορούμε να διακρίνουμε τρεις χαμένους στην υπόθεση της Συρίας: την Τουρκία, τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ και τον μουσουλμανικό κόσμο

Πρώτη ηττημένη είναι η Τουρκία. Η Τουρκία έχει χάσει όση ήπια ισχύ (soft power) διέθετε στη Μέση Ανατολή. Πριν την έναρξη της κρίσης στη Συρία, η Τουρκία και το καθεστώς Assad ήταν οι καλύτεροι εμπορικοί εταίροι στην περιοχή και τώρα η Συρία αποτελεί τον εχθρό νούμερο ένα για την Τουρκία στην περιοχή.

Η επιδίωξη της Τουρκίας να σύρει τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ σε χερσαίες επιχειρήσεις στη Συρία για την ικανοποίηση των δικών της φιλοδοξιών, την οδήγησαν να συνεργαστεί και με την Daesh με αποτέλεσμα να προκαλεί προβλήματα στην ίδια τη συμμαχία αναφορικά με την στάση που τηρεί.

Την ίδια στιγμή η Τουρκία έχασε και το Ιράν, υπό το πρίσμα ότι η Τουρκία δεν λειτουργεί, ήδη από το 2013, ως διαμεσολαβητής του Ιράν με τη Δύση και ότι το άνοιγμα των αγορών του Ιράν θα ζημιώσει την Τουρκία η οποία σε σχέση με το Ιράν έχει μια κορεσμένη οικονομία.

Ενώ η πρόσφατη στάση που έχει υιοθετήσει απέναντι στη Ρωσία μετά την κατάρριψη του SU-24 δείχνουν πως δημιουργεί ακόμα περισσότερους εχθρούς στη περιοχή παρά συμμάχους. Αν υπολογίσουμε ότι οι σχέσεις της Τουρκίας είναι τεταμένες και με την Αίγυπτο και με το Ιράκ τότε καταλαβαίνουμε πως η κατάσταση αυτή θα επηρεάσει και την οικονομία της χώρας.

Μιας και αναφερόμαστε στην Τουρκία πρέπει να πούμε πως ο Ahmet Davutoğlu και ο Recep Erdoğan ανήκουν και αυτοί στους χαμένους στην υπόθεση της Συρίας. Ο πρώτος καθότι η διακηρυγμένη πολιτική του περί «μηδενικών προβλημάτων με του γείτονες», τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχτεί σε πολιτική των πολλών προβλημάτων με τους γείτονες καθότι βλέπουμε πως όταν δόθηκε η ευκαιρία να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη το έπραξε χωρίς να σκεφτεί τις επιπτώσεις και χωρίς να προσπαθήσει να επιλύσει τα ζητήματα με άλλο τρόπο.

Ο δεύτερος γιατί η κοντόφθαλμη πολίτικη που ακολούθησε στο θέμα της Συρίας, τόσο γιατί ήθελε να αποτρέψει τη δημιουργία κουρδικής ζώνης επιρροής στα σύνορα της Τουρκίας με τη Συρία, όσο και γιατί επιθυμούσε την πτώση του καθεστώτος Assad με κάθε κόστος, τον οδήγησε στην ανάπτυξη δεσμών με διάφορες μουσουλμανικές ομάδες, ανάμεσά τους και η Daesh, για να προκαλέσει την πτώση του καθεστώς Assad και να οδηγήσει στη μείωση της σιιτικής επιρροή στη Συρία. [10]

Ίσως ο Τούρκος Πρόεδρος να οραματίζεται έναν ενωμένο μουσουλμανικό κόσμο όπου ο ίδιος θα λειτουργεί ως πραγματικός Σουλτάνος, αλλά το μόνο που καταφέρνει μέχρι στιγμής είναι να συνδέει το όνομά του όλο και περισσότερο με την Daesh ακόμα και αν αποδειχτεί ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.

Οι επόμενοι ηττημένοι είναι οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Δεν είναι άτοπο να υποστηρίξουμε πως οι ΗΠΑ και η Δύση εν γένει έχει χάσει τη Συρία όπου επικρατεί η Ρωσία και το Ιράν. Αν συνυπολογίσουμε ότι και η Τουρκία δεν ακολουθεί ξεκάθαρη πολιτική αναφορικά με τη Συρία καθότι προωθεί δικιά της agenda τότε και οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία τίθενται εν αμφιβόλω .

Η «Αραβική Άνοιξη», που εξελίσσεται σε μουσουλμανικό χειμώνα, είναι αποτέλεσμα της πολιτικής που ακολουθούν οι ΗΠΑ από το 2009 και εξής, ενώ το ανεξέλεγκτο χάος που επικρατεί στη Μέση Ανατολή δεν είναι άτοπο να υποστηρίξουμε πως ξεκίνησε με την επέμβαση των αμερικανο-βρετανικών δυνάμεων στο Ιράκ το 2003.

Η φύση και η πολιτική μισούν το κενό και έτσι το κενό εξουσίας που αφήνει η απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ θα καλυφθεί με τον όποιο τρόπο. Αξίζει να δούμε αν οι ΗΠΑ έμαθαν από τα προγενέστερα λάθη τους και αν πράγματι επιθυμούν μια βιώσιμη λύση στη Συρία.

Ουσιαστική επίλυση του ζητήματος της Συρίας θα επέλθει μόνο εφόσον η Ρωσία εμπλέκεται στη μετά Assad εποχή. Αν η τελική συμφωνία για τη Συρία δεν περιλαμβάνει τη Ρωσία, ένας Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος ίσως να μην απέχει από την πραγματικότητα όσο τραβηγμένο κι αν ακούγεται το σενάριο αυτό.

Ο τρίτος ηττημένος ίσως να είναι και αυτός που χάνει περισσότερα: Η εσφαλμένη εικόνα που περνά προς τα έξω είναι ότι ο μουσουλμανικός κόσμος αποτελεί μόνο πηγή δημιουργίας τρομοκρατών και μια απειλή για την παγκόσμια ειρήνη. Στην περίπτωση της Συρίας βλέπουμε για ακόμα μια φορά τον Huntington να διαψεύδεται καθότι δεν μιλάμε για σύγκρουση πολιτισμών, αλλά για ενδο-ισλαμική σύγκρουση.

Παράλληλα, οι μουσουλμανικές ελίτ δεν επικεντρώνουν την συζήτηση τους στην καταπολέμηση των φαινομένων που θεωρητικά οδήγησαν στην «αραβική άνοιξη», όπως για παράδειγμα η φτώχεια, ο αναφαλβιστισμός, η έλλειψη διαλόγου μεταξύ αρχής και αρχόμενου, αλλά αντ΄ αυτού επικεντρώνονται στο πως θα επωφεληθούν περισσότερο από την παρούσα κατάσταση και πολλές φορές συμμαχούν με τη Δύση για την πτώση ενός καθεστώτος το οποίο ήταν σταθερό και αποδεκτό και από το μουσουλμανικό κόσμο μέχρι την έναρξη της κρίσης τον Μάρτιο του 2011.

Όπως ειπώθηκε και στην αρχή δεν πρόκειται για μια εξαντλητική παρουσίαση των νικητών και των ηττημένων στη Συρία. Πρόκειται για μια αποτίμηση των πεπραγμένων των σημαντικότερων δρώντων στη Συρία από την έναρξη της κρίσης. Ίσως τα δεδομένα αυτά να αλλάξουν από τη μία στιγμή στην άλλη καθότι η διεθνής πολιτική όσο ανάλογα γεγονότα και να έχει άλλο τόσο απρόβλεπτη είναι.

Μια βεβαιότητα υπάρχει μόνο: οριστική λύση στο ζήτημα της Συρίας χωρίς την εμπλοκή της Ρωσίας δεν θα υπάρξει. Ακόμα και αν η Συρία οδηγηθεί στην τριχοτόμηση με τη δημιουργία ενός κουρδικού κράτους – ανεξάρτητα με το αν θα συνενωθεί με το κουρδικό κράτος στο Ιράκ-, τη δημιουργία ενός Σονιτικού κράτους – το οποίο μπορεί να ελέγχει και η Daesh αν δεν καταφέρουν να την περιορίσουν- και τη δημιουργία ενός κράτους Αλαουϊτών στα παράλια της Συρίας, το σχέδιο αυτό θα πρέπει να φέρει την έγκριση της Ρωσίας.
Υποσημειώσεις
1. Russia Today. (2015).Vienna talks: New elections to be held in Syria within 18 months[Online] 14 Νοεμβρίου 2015. Διαθέσιμο στο: https://www.rt.com/news/322087-vienna-syria-elections-timeframe/

2. Τα υψίπεδα του Γκολάν αποτελούν πεδίο σύγκρουσης για το Ισραήλ και τη Συρία πολλές δεκαετίες. Το 1944 όταν έληξε η γαλλική εντολή στην περιοχή της Μέσης Ανατολής τα Υψίπεδα έγιναν και επίσημα μέρος της Συρίας. Το 1967 στον πόλεμο των Έξι Ημερών το Ισραήλ κινήθηκε κατά των δυνάμεων της Συρίας στην περιοχή και κατέλαβε πλήρως τα υψίπεδα. Έξι χρόνια μετά στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, η Συρία ανακατάλαβε την περιοχή. Μετά το τέλος του πολέμου η Συρία υπέγραψε συνθήκη αποχώρησης από την περιοχή αφήνοντας την πλήρως στο Ισραήλ. Ωστόσο από το 1981 όταν και το Ισραήλ προσάρτησε τα Υψίπεδα, οι δύο χώρες βρίσκονται σε νέα διαμάχη για την περιοχή.

[3] Mint Press. (2015). Israel Takes Advantage Of Syrian Civil War To Expand Illegal Golan Heights Settlements [Online] 13 Οκτωβρίου 2015. Διαθέσιμο στο:http://www.mintpressnews.com/israel-takes-advantage-of-syrian-civil-war-… ημερομηνία πρόσβασης: 15-10-2015.

[4] Μάριος Ανέστης Καιτάζης. (2015). Κέντρο Ανατολικών Σπουδών, Κοίτασμα πετρελαίου στα υψώματα Golan. [Online] Διαθέσιμο στο:http://www.kans.gr/%CE%BA%CE%BF%CE%AF%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1-%CF%… ημερομηνία πρόσβασης: 10-12-15.

[5] BBC News(2015). Syria crisis: Massive Russian air strikes on ‘IS targets’
[Online]20Νοεμβρίου 2015, διαθέσιμο στο: http://www.bbc.com/news/world-europe-34882503, ημερομηνία πρόσβασης: 20-11-2015.

[6]Islamic Republic News Agency.(2015). EU officially announces October 18 adoption day of JCPOA [Online] 18 Οκτωβρίου 2015, διαθέσιμο στο:http://www.irna.ir/en/News/81804426/, ημερομηνία πρόσβασης: 18-10-2015

[7] Κέντρο Γεωπολιτικών Αναλύσεων. (2015).Tehran’s Damascene moment? [Online] 14 Δεκεμβρίου 2015. http://icmu.nyc.gr/%20Tehran%27s-Damascene-moment%3F , ημερομηνία πρόσβασης: 15-12-2015.
[8] ibid

[9] Ινφογνώμων Πολιτικά. (2015). Στρατηγικής σημασία νίκη των Κούρδων – Πιο κοντά στην έξοδο στη Μεσόγειο. [Onine] 15 Ιουνίου 2015. Διαθέσιμο στο:http://infognomonpolitics.blogspot.gr/2015/06/blog-post_606.html, ημερομηνία πρόσβασης: 15-6-2015.

[10] Burak Bekdil.(2015). The Middle East Forum , Turkey’s Double Game with ISI. [Online]Καλοκαίρι 2015.Διαθέσιμο στο: http://www.meforum.org/5317/turkey-isis, ημερομηνία πρόσβασης: 14-08-2015.

 

Πηγή: Κέντρο Ανατολικών Σπουδών 

Share Button

Της Αγγελική Χαραλαμποπούλου , Βοηθού Ερευνήτριας Κέντρου Ανατολικών Σπουδών

Μέσα στους τελευταίους μήνες έχουμε παρατηρήσει μια ιδιαίτερα έντονη κινητικότητα και δραστηριότητα στην Μέση Ανατολή, με την παρουσία των δύο υπερδυνάμεων – υπό ψυχροπολεμικούς όρους- και πολλών άλλων περιφερειακών και μη. xarthw

Η αρχική πρωτοβουλία των ΗΠΑ για δημιουργία συνασπισμού εναντίον του ΙΚΙΛ, οδήγησε στην επέμβαση τους στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης και της -γειτονικής προς τη Συρία- Τουρκίας, η οποία φημολογείται ότι υποστηρίζει και εξοπλίζει τους μαχητές της Daesh.

Επί του θέματος αυτού, η Τουρκία δεν αποδέχεται αυτές τις “συκοφαντίες” -προερχόμενες κυρίως από τη Ρωσία-, αλλά είναι δεδομένο ότι υποστηρίζει “μετριοπαθείς” σουνιτικές δυνάμεις εναντίον του Σύριου Προέδρου Άσαντ, τον οποίο επιδιώκει από καιρό να εκδιώξει.

Ακόμη, στο «δίχτυ προστασίας της» περιλαμβάνονται και ομάδες Τουρκομάνων στα τουρκο-συριακά σύνορα που επίσης αντιτίθενται στον Άσαντ.  Εκτός όμως από το συριακό καθεστώς, η Τουρκία αντιμετωπίζει και τους Κούρδους μαχητές της Συρίας, οι οποίοι ανέκαθεν επιδίωκαν τη συγκρότηση ενός ελεύθερου κουρδικού κράτους. Αντίθετα όμως με τους Σύριους Κούρδους, η Τουρκία υποστηρίζει και “εκπαιδεύει” τους Κούρδους μαχητές του Ιράκ.

Συνέχεια ανάγνωση

Αυτή η αντίφαση ως προς την συγκεκριμένη εθνότητα μοιάζει με την ύστατη προσπάθεια μιας “στριμωγμένης” Τουρκίας για αποφυγή δημιουργίας ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν, εφαρμόζοντας το περίφημο “διαίρει και βασίλευε”.
Αναφορικά με τη γειτονική της χώρα στα βόρεια, τη Ρωσία, η Τουρκία ακολούθησε μια ιδιαίτερα ανορθόδοξη τακτική με αμφίβολα αποτελέσματα.

Η κατάρριψη του ρωσικού SU-24 στα τουρκο-συριακά σύνορα αποτέλεσε το έναυσμα για το Ρώσο Πρόεδρο Βλάντιμιρ Πούτιν να παραγκωνίσει τη Τουρκία και τις επιδιώξεις στη περιφέρεια. Ο Πούτιν ανέκαθεν υποστήριζε το καθεστώς Άσαντ, θέση που ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, προσπαθούσε να μεταβάλει.

Χωρίς πλέον τη «συμμαχική πίεση» της Τουρκίας, η Ρωσία αναπτύσσει την παρουσία της προοδευτικά στη Συρία με δημιουργία νέας στρατιωτικής βάσης, ανάπτυξη πολεμικών σκαφών και αποστολή χερσαίων δυνάμεων, έχοντας παράλληλα στο πλευρό της τη μετριοπαθέστερη Κίνα.

Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι ΗΠΑ μοιάζουν αδρανείς ενώπιον των ταχέων εξελίξεων στο θέατρο επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής. Παρά τη -σχετικά- δυναμική έναρξη του πολέμου κατά των ριζοσπαστικών ισλαμιστικών ομάδων του Ισλαμικού Κράτους, οι ΗΠΑ έχουν διατηρήσει αποστάσεις από τη περιοχή, επεμβαίνοντας μόνο όταν καθίσταται απαραίτητο -όπως στην περίπτωση της κατάρριψης του ρωσικού αεροσκάφους από τη Τουρκία- χωρίς να πιέζουν τις καταστάσεις.

Επίσης, αναφέρεται ότι ο συνασπισμός υπό τις ΗΠΑ κατά του ΙΚ έχει σταματήσει τις τελευταίες εβδομάδες τους βομβαρδισμούς θέσεων της Daesh. Προφανώς, η αδράνεια αποδίδεται στην προσπάθεια για αποφυγή περιπετειών σε μια περιοχή που η Ρωσία έχει εισέλθει δυναμικά.

Αναλυτές αναφέρουν ότι η συγκεκριμένη κίνηση της Τουρκίας για τη κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι αυθαίρετη. Μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ δεν μπορεί να προκαλεί τοιουτοτρόπως μια υπερδύναμη βασιζόμενη αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις.

Η Τουρκία είχε είτε τη στήριξη, είτε έστω την ανοχή των ΗΠΑ για μια τέτοια κίνηση. Το παράδοξο είναι πως οι οικονομικές κυρώσεις που θα προκύψουν από αυτή την προσπάθεια εναντίωσης στη Ρωσία θα προκαλέσουν σημαντική ζημιά στη τουρκική οικονομία, αν εν τέλει εφαρμοστούν.

Βασικότερη απ’ όλες είναι το ενεργειακό κενό φυσικού αερίου –περίπου 55% το προμηθεύεται από τη Ρωσία- το οποίο είναι δύσκολο και χρονοβόρο να αναπληρωθεί. Αυτή η -αυτοκτονική όπως αποκαλείται συχνά- κίνηση της Τουρκίας ίσως ήταν προσχεδιασμένη, όπως προαναφέρθηκε, αλλά ίσως ήταν απλά ένα δραματικό λάθος που τώρα σπεύδει να σώσει.

Στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, η Γαλλία μετά τη νομιμοποιητική βάση που προσέφεραν οι επιθέσεις στο Παρίσι, έσπευσε να εμπλακεί, επίσης με ιδιαίτερα δυναμικό τρόπο. Λίγες μέρες αργότερα -και μετά τον αγώνα εναντίον της άποψης των εργατικών για μη εμπλοκή- ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ντ. Κάμερον, κέρδισε τη πολυπόθητη πλειοψηφία και λίγες ώρες αργότερα βρετανικά Tornados απογειώθηκαν από τη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου, εμπλέκοντας και τη Μ. Βρετανία στο πόλεμο.

Εν κατακλείδι όλων αυτών, παρατηρούμε ένα γενικευμένο πόλεμο κατά του ΙΚΙΛ -εξαιρώντας τη Τουρκία- με συμμετοχή δυνάμεων παγκοσμίως. Μέχρι πρότινος, αντιμετωπίζαμε μόνο το παράδοξο της φαινομενικής αδυναμίας των ΗΠΑ να καταστρέψουν μια ριζοσπαστική ισλαμιστική οργάνωση, το οποίο παραδόξως συνέχισε να υφίσταται ακόμα και με την εμπλοκή της Ρωσίας.

Πλέον, δεν μένει άλλη δύναμη να συμμετάσχει στον αντι-ΙΚΙΛ πόλεμο. Μια ενδεχόμενη αδυναμία όλων αυτών των δυνάμεων να αντιμετωπίσουν το ΙΚΙΛ, θα μεγαλώσει ακόμα περισσότερο την απορία μας και πιθανότατα θα μεταβληθεί σε δυσπιστία.

Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν χρήσιμο για την κατανόηση να εξετάσουμε το ιστορικό πλαίσιο της περιοχής, το οποίο ενδεχομένως εξηγεί τη καθυστέρηση του πολέμου μέχρι τώρα –καθώς έχουν εισέλθει και οι υπόλοιπες δυνάμεις- αλλά ίσως και την κατάσταση μετά την λήξη αυτού.

Μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εθεωρείτο ως “ο ασθενής της Ευρώπης”, επιτρέποντας μετά την ήττα της στο πόλεμο την τμηματική συρρίκνωση της απο τις νικήτριες δυνάμεις.

Κατά τη διάρκεια των δύο χρόνων που ακολούθησαν το τέλος του πολέμου το 1918 – και σύμφωνα με τη Συμφωνία Sykes-Picot που υπεγράφη μεταξύ της Βρετανίας και της Γαλλίας κατά τη διάρκεια του πολέμου – οι Βρετανοί είχαν τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της οθωμανικής Μεσοποταμίας (σημερινό Ιράκ) και του νότιου τμήματος της Οθωμανικής Συρίας (Παλαιστίνη και Υπεριορδανία), ενώ η η Γαλλία ήλεγχε το υπόλοιπο της Οθωμανικής Συρίας (σύγχρονη Συρία, Λίβανος, Αλεξανδρέττα) και άλλα τμήματα της νοτιοανατολικής Τουρκίας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο βρετανικός και η γαλλικός έλεγχος των εδαφών αυτών επισημοποιήθηκε από το σύστημα εντολών της Κοινωνία των Εθνών και η Γαλλία ανέλαβε, με εντολή της Κ.τ.Ε, την Συρία στις 29 Σεπτεμβρίου του 1923, η οποία περιελάμβανε την επικράτεια του σημερινού Λίβανου και την Αλεξανδρέττα (Hatay).
Η γαλλική κατοχή της Συρίας διήρκεσε μέχρι το 1943, έως ότου εμφανίστηκαν δύο ανεξάρτητες χώρες, της Συρίας και του Λιβάνου, με εξαίρεση την Αλεξανδρέττα/Χατάι, η οποία είχε -με μεγάλες αντιδράσεις από πλευράς Συρίων- ενταχθεί στη Τουρκία το 1939. Τα γαλλικά στρατεύματα αποσύρθηκαν εντελώς από τη Συρία και το Λίβανο το 1946.

Συμπερασματικά, καταλήγουμε ότι η παρουσία των λοιπών δυνάμεων – εκτός των δύο υπερδυνάμεων – είναι ιστορικά πλαισιωμένη από διεκδικήσεις στη περιοχή. Αυτές οι διεκδικήσεις ίσως στάθηκαν αφορμή για την καθυστέρηση της αντιμετώπισης του πολέμου ώστε “όλοι οι ενδιαφερόμενοι να προσέλθουν”, προετοιμάζοντας το έδαφος για ενδεχόμενες απαιτήσεις ελέγχου των περιοχών αυτών ή οριοθέτηση και οργάνωση σύμφωνα με τα συμφέροντα τους.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα ενεργειακά αποθέματα σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο των περιοχών αυτών είναι τεράστιας σημασίας για τη παγκόσμια ενεργειακή αγορά καθώς και μια πολύ κερδοφόρα επιχείρηση για τα κράτη της Μ. Ανατολής.

 
Πηγή: Κέντρο Ανατολικών Σπουδών 

Share Button

Η τεράστια καταστροφή που έχει ως αφετηρία της τον ακραίο θρησκευτικό φανατισμό, την μισαλλοδοξία και την έλλειψη ανοχής απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό προς την ερμηνεία ορισμένων φονταμενταλιστών για το Κοράνι και τις διδαχές του Προφήτη Μωάμεθ, αναφέρεται γεωγραφικά και πέρα από την Μέση Ανατολή, στη Βόρειο Αφρική, στην Ασία, αλλά και ενδεχομένως σε ολόκληρο τον κόσμο, αφού η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση έχει διαμορφώσει τέτοιες συνθήκες, ώστε ο κόσμος δυνητικά να ενώνεται χωροχρονικά σε ελάχιστα λεπτά ή σε μηδενικό και αυτοστιγμεί πλαίσιο φέρνοντας εγγύτερα ανθρώπους, αγαθά, υπηρεσίες, μηνύματα, εικόνες και παραστάσεις από το ένα ημισφαίριο της γης στο άλλο. Συνέχεια ανάγνωση

Βρισκόμαστε σήμερα ενώπιον μιας παγκοσμίων διαστάσεων καταστροφής μνημείων πολιτισμού και αρχαίων τοποθεσιών στην Μέση Ανατολή, που αποτελούν μαρτυρίες της ζωής και της εξέλιξης των ανθρωπίνων κοινωνιών τις τελευταίες χιλιετηρίδες. Η ανθρωπότητα παρακολουθεί αμήχανα και παθητικά την λεηλασία μουσείων και κειμηλίων πολιτισμού, την βεβήλωση τόπων λατρείας, την ισοπέδωση αρχαίων πόλεων προστατευόμενων από παγκόσμιους οργανισμούς, την καταστροφή και το ξερίζωμα έργων τέχνης, όπως αγαλμάτων, προτομών, γλυπτών και ανεκτίμητης αξίας για την παγκόσμια κληρονομιά αρχαιοτήτων στην Συρία, στο Ιράκ και σε περιοχές που ελέγχονται από τον ριζοσπαστικό ισλαμικό εξτρεμισμό των ISIS, της Αλ – Κάιντα και της Αλ-Νούσρα με τα παρακλάδια τους.

Η επίθεση των ισλαμιστών στο προσφάτως αναστηλωθέν Μουσείο της Μοσούλης με τις μπουλντόζες τους να συνθλίβουν αγάλματα που άντεξαν φυσικές καταστροφές, βομβαρδισμούς, αεροπορικές επιθέσεις και το μένος τους να εκδηλώνεται με εκσκαφείς, εκρηκτικά, αξίνες, βαριοπούλες, τουφέκια, σφυριά, τσεκούρια, τρυπάνια, καλάσνικοφ, λοστούς και κάθε είδους αντικείμενο που μπορεί να διαλύσει τα θρησκευτικά και ειδωλολατρικά -όπως καταφαίνονται- σύμβολα των άλλων πολιτισμών που ανάγονται στην ελληνιστική εποχή και αυτή των Ασσυρίων, αυτή η επίθεση που μόνο τρόμο και αποτροπιασμό δημιουργεί, σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια εποχή σκοταδισμού μεσαιωνικού τύπου στον 21ο αιώνα.

Η ιστορική βιβλιοθήκη της Μοσούλης αποτελεί ένα εκ των πολλών θυμάτων της τρομοκρατίας των ισλαμιστών, αφού εισέβαλαν βιαίως, πυρπόλησαν το εσωτερικό της, κατέκαψαν χιλιάδες πάπυρους, βιβλία και σπάνια χειρόγραφα, τα οποία ήταν εγγεγραμμένα από την Unesco ως μοναδικά και ανεκτίμητα ιστορικά ντοκουμέντα και στο τέλος ολοκλήρωσαν το έργο της εκκαθάρισης και του αφανισμού των κειμηλίων πολιτισμού, ανατινάζοντάς την. Οι εμβληματικές για την αρχιτεκτονική τους πόλεις Νινευή, Χορσαμπάντ, Νιμρούντ, Χάτρα, που ανάγονται στην ελληνιστική εποχή και αποτελούν δείγματα ασσυριακής τέχνης λεηλατήθηκαν και ισοπεδώθηκαν μαζί με τους πολιτιστικούς τους θησαυρούς.

Αυτό στο οποίο το τελευταίο διάστημα βρισκόμαστε αντιμέτωποι είναι ο απότοκος και οι επιπτώσεις των αποτυχημένων στρατηγικών υπολογισμών και πολιτικών στοχεύσεων της Υπερδύναμης στην Μέση Ανατολή μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου με την επιδίωξη –σε βερμπαλιστικό επίπεδο- για εγκαθίδρυση δημοκρατίας και κράτους δικαίου, δικαιωμάτων και ελευθεριών των κατοίκων των περιοχών, όπου αντί να επιτευχθεί έστω και μερικώς ο στόχος της απόδοσης δικαιοσύνης και της δημιουργίας στοιχειωδών δημοκρατικών θεσμών σύμφωνα με τα δυτικά πάντα πρότυπα, έχει καταστεί εξόφθαλμη η διάβρωση των σταθερών δομών των κρατών, έχει επέλθει το χάος και η περιφερειακή ανισορροπία με παγκόσμιες προεκτάσεις και η εκδήλωση φαινομένων ασύμμετρης απειλής, όπως επί παραδείγματι η περίπτωση της ισλαμικής τρομοκρατίας.

Ειδικότερα, ως προς την πτυχή του πολιτισμού τα αποτελέσματα της επιτάχυνσης της εξάπλωσης της ισλαμικής τρομοκρατίας και της ολιγωρίας της παγκόσμιας κοινότητας να αντιδράσει και να αντιταχθεί σε αυτό τον ολοένα αυξανόμενο κίνδυνο για τον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά και τις μελλοντικές γενεές σε όλα τα μήκη και πλάτη της οικουμένης, έχουν δημιουργήσει, δυστυχώς για την παγκόσμια ιστορία, ένα μακρύ κατάλογο ανεπανόρθωτων καταστροφών στο δυτικό και κεντρικό Ιράκ, που περιλαμβάνει μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, τόπους λατρείας, αρχιτεκτονικά τεχνουργήματα, πολιτισμικές κοιτίδες συσσωρευμένης στο χρόνο συλλογικής μνήμης, τα οποία ενσωματώνουν χιλιετηρίδες ανθρώπινης ύπαρξης, δημιουργίας και παρουσίας στη συγκεκριμένη περιοχή.

Οι κοιτίδες πολιτισμού της συλλογικής μνήμης, οι εγχάρακτες απεικονίσεις των πολιτισμών, η ανάγλυφη αποτύπωση της ιστορίας, απειλείται με τον σκοταδισμό των τζιχαντιστών της ισλαμικής τρομοκρατίας, ο οποίος εάν δεν αντιμετωπιστεί κατά τρόπο συντονισμένο, αποτελεσματικό και οργανωμένο από όλα τα μέλη της παγκόσμιας κοινότητας, τότε ενδεχομένως να γίνουμε μάρτυρες μιας εποχής, όχι μόνο κλιμάκωσης της θρησκευτικής και πολιτισμικής σύγκρουσης, αλλά και χρησιμοποιώντας τα μέσα και τις δυνατότητες της σημερινής ιλιγγιώδους τεχνολογικής ανάπτυξης, εισέλθουμε σε μια περίοδο με απρόβλεπτες και εξαιρετικά επικίνδυνες για το μέλλον της ανθρωπότητας και του κόσμου ολόκληρου συνέπειες, σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης του σκοταδισμού.

Αυτό στο οποίο γίνεται ουσιαστικά αναφορά ανωτέρω είναι πως λόγω των ασύλληπτων δυνατοτήτων της τεχνολογικής εξέλιξης και τεχνικής προόδου, αυτό το ειδεχθές και αποτρόπαιο έγκλημα απέναντι στον άνθρωπο, στον άπιστο, στον οιονδήποτε αλλόθρησκο, δηλαδή στον έμψυχο εκφραστή και φορέα διαφορετικών αντιλήψεων, κοσμοθεωριών και τρόπου ζωής, αλλά και στον πολιτισμό του ως διαχρονική έκφραση του σε συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι σε μια ιστορική προοπτική, αυτή η ωμή βαρβαρότητα ως αυτοστιγμεί αναμετάδοση του μένους των τζιχαντιστών απέναντι στα αριστουργήματα της ανθρώπινης τέχνης και τα επιτεύγματα του πολιτισμού, που λαμβάνει χώρα στους δέκτες της ανθρωπότητας μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πολιτών ανεξαρτήτως χώρας, κοινωνίας και γεωγραφικών φραγμών, μπορεί να εξαπλωθεί, να διαιωνιστεί και να εκδηλωθεί ανά πάσα στιγμή παντού, εάν δεν ληφθούν μέτρα αποτροπής και αντιμετώπισης του φαινομένου της ισλαμικής τρομοκρατίας.

Μερσίλεια Αναστασιάδου, Επιστημονική Συνεργάτης Κέντρου Ανατολικών Σπουδών