για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Συνέβη σήμερα
Συνέβη σήμερα
Μεγεθύνσεις
Μεγεθύνσεις
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
ΚΑΝΣ στα ΜΜΕ
Προσεγγίσεις
Προσεγγίσεις
Γεωπολιτική
Γεωπολιτική

Πρώτος Παγκόσμιος

Share Button

Της Αγγελική Χαραλαμποπούλου , Βοηθού Ερευνήτριας Κέντρου Ανατολικών Σπουδών

Μέσα στους τελευταίους μήνες έχουμε παρατηρήσει μια ιδιαίτερα έντονη κινητικότητα και δραστηριότητα στην Μέση Ανατολή, με την παρουσία των δύο υπερδυνάμεων – υπό ψυχροπολεμικούς όρους- και πολλών άλλων περιφερειακών και μη. xarthw

Η αρχική πρωτοβουλία των ΗΠΑ για δημιουργία συνασπισμού εναντίον του ΙΚΙΛ, οδήγησε στην επέμβαση τους στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης και της -γειτονικής προς τη Συρία- Τουρκίας, η οποία φημολογείται ότι υποστηρίζει και εξοπλίζει τους μαχητές της Daesh.

Επί του θέματος αυτού, η Τουρκία δεν αποδέχεται αυτές τις “συκοφαντίες” -προερχόμενες κυρίως από τη Ρωσία-, αλλά είναι δεδομένο ότι υποστηρίζει “μετριοπαθείς” σουνιτικές δυνάμεις εναντίον του Σύριου Προέδρου Άσαντ, τον οποίο επιδιώκει από καιρό να εκδιώξει.

Ακόμη, στο «δίχτυ προστασίας της» περιλαμβάνονται και ομάδες Τουρκομάνων στα τουρκο-συριακά σύνορα που επίσης αντιτίθενται στον Άσαντ.  Εκτός όμως από το συριακό καθεστώς, η Τουρκία αντιμετωπίζει και τους Κούρδους μαχητές της Συρίας, οι οποίοι ανέκαθεν επιδίωκαν τη συγκρότηση ενός ελεύθερου κουρδικού κράτους. Αντίθετα όμως με τους Σύριους Κούρδους, η Τουρκία υποστηρίζει και “εκπαιδεύει” τους Κούρδους μαχητές του Ιράκ.

Συνέχεια ανάγνωση

Αυτή η αντίφαση ως προς την συγκεκριμένη εθνότητα μοιάζει με την ύστατη προσπάθεια μιας “στριμωγμένης” Τουρκίας για αποφυγή δημιουργίας ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν, εφαρμόζοντας το περίφημο “διαίρει και βασίλευε”.
Αναφορικά με τη γειτονική της χώρα στα βόρεια, τη Ρωσία, η Τουρκία ακολούθησε μια ιδιαίτερα ανορθόδοξη τακτική με αμφίβολα αποτελέσματα.

Η κατάρριψη του ρωσικού SU-24 στα τουρκο-συριακά σύνορα αποτέλεσε το έναυσμα για το Ρώσο Πρόεδρο Βλάντιμιρ Πούτιν να παραγκωνίσει τη Τουρκία και τις επιδιώξεις στη περιφέρεια. Ο Πούτιν ανέκαθεν υποστήριζε το καθεστώς Άσαντ, θέση που ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, προσπαθούσε να μεταβάλει.

Χωρίς πλέον τη «συμμαχική πίεση» της Τουρκίας, η Ρωσία αναπτύσσει την παρουσία της προοδευτικά στη Συρία με δημιουργία νέας στρατιωτικής βάσης, ανάπτυξη πολεμικών σκαφών και αποστολή χερσαίων δυνάμεων, έχοντας παράλληλα στο πλευρό της τη μετριοπαθέστερη Κίνα.

Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι ΗΠΑ μοιάζουν αδρανείς ενώπιον των ταχέων εξελίξεων στο θέατρο επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής. Παρά τη -σχετικά- δυναμική έναρξη του πολέμου κατά των ριζοσπαστικών ισλαμιστικών ομάδων του Ισλαμικού Κράτους, οι ΗΠΑ έχουν διατηρήσει αποστάσεις από τη περιοχή, επεμβαίνοντας μόνο όταν καθίσταται απαραίτητο -όπως στην περίπτωση της κατάρριψης του ρωσικού αεροσκάφους από τη Τουρκία- χωρίς να πιέζουν τις καταστάσεις.

Επίσης, αναφέρεται ότι ο συνασπισμός υπό τις ΗΠΑ κατά του ΙΚ έχει σταματήσει τις τελευταίες εβδομάδες τους βομβαρδισμούς θέσεων της Daesh. Προφανώς, η αδράνεια αποδίδεται στην προσπάθεια για αποφυγή περιπετειών σε μια περιοχή που η Ρωσία έχει εισέλθει δυναμικά.

Αναλυτές αναφέρουν ότι η συγκεκριμένη κίνηση της Τουρκίας για τη κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι αυθαίρετη. Μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ δεν μπορεί να προκαλεί τοιουτοτρόπως μια υπερδύναμη βασιζόμενη αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις.

Η Τουρκία είχε είτε τη στήριξη, είτε έστω την ανοχή των ΗΠΑ για μια τέτοια κίνηση. Το παράδοξο είναι πως οι οικονομικές κυρώσεις που θα προκύψουν από αυτή την προσπάθεια εναντίωσης στη Ρωσία θα προκαλέσουν σημαντική ζημιά στη τουρκική οικονομία, αν εν τέλει εφαρμοστούν.

Βασικότερη απ’ όλες είναι το ενεργειακό κενό φυσικού αερίου –περίπου 55% το προμηθεύεται από τη Ρωσία- το οποίο είναι δύσκολο και χρονοβόρο να αναπληρωθεί. Αυτή η -αυτοκτονική όπως αποκαλείται συχνά- κίνηση της Τουρκίας ίσως ήταν προσχεδιασμένη, όπως προαναφέρθηκε, αλλά ίσως ήταν απλά ένα δραματικό λάθος που τώρα σπεύδει να σώσει.

Στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, η Γαλλία μετά τη νομιμοποιητική βάση που προσέφεραν οι επιθέσεις στο Παρίσι, έσπευσε να εμπλακεί, επίσης με ιδιαίτερα δυναμικό τρόπο. Λίγες μέρες αργότερα -και μετά τον αγώνα εναντίον της άποψης των εργατικών για μη εμπλοκή- ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ντ. Κάμερον, κέρδισε τη πολυπόθητη πλειοψηφία και λίγες ώρες αργότερα βρετανικά Tornados απογειώθηκαν από τη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου, εμπλέκοντας και τη Μ. Βρετανία στο πόλεμο.

Εν κατακλείδι όλων αυτών, παρατηρούμε ένα γενικευμένο πόλεμο κατά του ΙΚΙΛ -εξαιρώντας τη Τουρκία- με συμμετοχή δυνάμεων παγκοσμίως. Μέχρι πρότινος, αντιμετωπίζαμε μόνο το παράδοξο της φαινομενικής αδυναμίας των ΗΠΑ να καταστρέψουν μια ριζοσπαστική ισλαμιστική οργάνωση, το οποίο παραδόξως συνέχισε να υφίσταται ακόμα και με την εμπλοκή της Ρωσίας.

Πλέον, δεν μένει άλλη δύναμη να συμμετάσχει στον αντι-ΙΚΙΛ πόλεμο. Μια ενδεχόμενη αδυναμία όλων αυτών των δυνάμεων να αντιμετωπίσουν το ΙΚΙΛ, θα μεγαλώσει ακόμα περισσότερο την απορία μας και πιθανότατα θα μεταβληθεί σε δυσπιστία.

Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν χρήσιμο για την κατανόηση να εξετάσουμε το ιστορικό πλαίσιο της περιοχής, το οποίο ενδεχομένως εξηγεί τη καθυστέρηση του πολέμου μέχρι τώρα –καθώς έχουν εισέλθει και οι υπόλοιπες δυνάμεις- αλλά ίσως και την κατάσταση μετά την λήξη αυτού.

Μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εθεωρείτο ως “ο ασθενής της Ευρώπης”, επιτρέποντας μετά την ήττα της στο πόλεμο την τμηματική συρρίκνωση της απο τις νικήτριες δυνάμεις.

Κατά τη διάρκεια των δύο χρόνων που ακολούθησαν το τέλος του πολέμου το 1918 – και σύμφωνα με τη Συμφωνία Sykes-Picot που υπεγράφη μεταξύ της Βρετανίας και της Γαλλίας κατά τη διάρκεια του πολέμου – οι Βρετανοί είχαν τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της οθωμανικής Μεσοποταμίας (σημερινό Ιράκ) και του νότιου τμήματος της Οθωμανικής Συρίας (Παλαιστίνη και Υπεριορδανία), ενώ η η Γαλλία ήλεγχε το υπόλοιπο της Οθωμανικής Συρίας (σύγχρονη Συρία, Λίβανος, Αλεξανδρέττα) και άλλα τμήματα της νοτιοανατολικής Τουρκίας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο βρετανικός και η γαλλικός έλεγχος των εδαφών αυτών επισημοποιήθηκε από το σύστημα εντολών της Κοινωνία των Εθνών και η Γαλλία ανέλαβε, με εντολή της Κ.τ.Ε, την Συρία στις 29 Σεπτεμβρίου του 1923, η οποία περιελάμβανε την επικράτεια του σημερινού Λίβανου και την Αλεξανδρέττα (Hatay).
Η γαλλική κατοχή της Συρίας διήρκεσε μέχρι το 1943, έως ότου εμφανίστηκαν δύο ανεξάρτητες χώρες, της Συρίας και του Λιβάνου, με εξαίρεση την Αλεξανδρέττα/Χατάι, η οποία είχε -με μεγάλες αντιδράσεις από πλευράς Συρίων- ενταχθεί στη Τουρκία το 1939. Τα γαλλικά στρατεύματα αποσύρθηκαν εντελώς από τη Συρία και το Λίβανο το 1946.

Συμπερασματικά, καταλήγουμε ότι η παρουσία των λοιπών δυνάμεων – εκτός των δύο υπερδυνάμεων – είναι ιστορικά πλαισιωμένη από διεκδικήσεις στη περιοχή. Αυτές οι διεκδικήσεις ίσως στάθηκαν αφορμή για την καθυστέρηση της αντιμετώπισης του πολέμου ώστε “όλοι οι ενδιαφερόμενοι να προσέλθουν”, προετοιμάζοντας το έδαφος για ενδεχόμενες απαιτήσεις ελέγχου των περιοχών αυτών ή οριοθέτηση και οργάνωση σύμφωνα με τα συμφέροντα τους.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα ενεργειακά αποθέματα σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο των περιοχών αυτών είναι τεράστιας σημασίας για τη παγκόσμια ενεργειακή αγορά καθώς και μια πολύ κερδοφόρα επιχείρηση για τα κράτη της Μ. Ανατολής.

 
Πηγή: Κέντρο Ανατολικών Σπουδών